Προηγούμενη σελίδα

Σκοποί | Ἐγκύκλιοι | Δραστηριότητα
Ὁμάδες Ἀσυμβίβαστες μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη
Κείμενα/άρθρα | Περιοδικό Διάλογος
Ραδιοφωνικές Ἐκπομπές


ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

Συστάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης

Σύσταση Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης 1412 (1999)

Parliamentary Assembly
Assemblée parlementaire


Activités illégales des sectes
(Extrait de la Gazette officielle du Conseil de l’Europe – juin 1999)

1. Discussion par l’Assemblée le 22 juin 1999 (18e séance) (voir Doc. 8373, rapport de la commission des questions juridiques et des droits de l’homme, rapporteur: M. Nàstase; Doc. 8379, avis de la commission des questions sociales, de la santé et de la famille, rapporteur: M. Hegyi; et Doc. 8383, avis de la commission de la culture et de l’éducation, rapporteur: M. de Puig).

Texte adopté par l’Assemblée le 22 juin 1999 (18e séance).


1. L’Assemblée rappelle sa Recommandation 1178 (1992) relative aux sectes et aux nouveaux mouvements religieux dans laquelle elle a estimé inopportun le recours à une législation majeure pour les sectes au motif que celle-ci risquerait de porter atteinte à la liberté de conscience et de religion garantie par l’article 9 de la Convention européenne des Droits de l’Homme ainsi qu’aux religions traditionnelles.

2. L’Assemblée réaffirme son attachement à la liberté de conscience et de religion. Elle reconnaît le pluralisme religieux comme une conséquence naturelle de la liberté de religion. Elle considère la neutralité de l’Etat et une protection égale devant la loi comme des garanties fondamentales pour éviter toute discrimination et invite donc les autorités étatiques à s’abstenir de prendre des mesures fondées sur un jugement de valeur relatif aux croyances.

3. Dans sa Recommandation 1178 (1992) elle s’était limitée à recommander au Comité des Ministres d’entreprendre des actions d’information et de formation, tant à l’égard des jeunes que du public en général, tout en demandant que la personnalité juridique soit accordée aux sectes et aux nouveaux mouvements religieux dûment enregistrés.

4. Depuis l’adoption de cette recommandation, un certain nombre d’incidents graves se sont produits qui ont incité l’Assemblée à se pencher à nouveau sur le phénomène.

5. L’Assemblée est parvenue à la conclusion qu’il n’est pas nécessaire de définir ce que sont les sectes, ni de décider si elles sont ou ne sont pas une religion. Cependant, les groupes désignés sous ce nom suscitent une certaine inquiétude, qu’ils se décrivent comme religieux, ésotériques ou spirituels, et cela doit être pris en considération.

6. Par ailleurs, elle estime qu’il faut veiller à ce que les activités de ces groupes, qu’ils soient à caractère religieux, ésotérique ou spirituel, soient en conformité avec les principes de nos sociétés démocratiques, et notamment avec les dispositions de l’article 9 de la Convention européenne des Droits de l’Homme, et soient également légaux.

7. Il est primordial de disposer d’une information fiable sur lesdits groupements, qui ne provienne exclusivement ni des sectes elles-mêmes, ni des associations de défense des victimes de sectes, et de la diffuser largement au grand public, après que les personnes concernées aient eu la possibilité d’être entendues sur l’objectivité de telles informations.

8. L’Assemblée réitère la nécessité d’une action spécifique d’information sur l’histoire et la philosophie des grands courants de pensée et des religions, visant notamment les adolescents, dans le cadre des programmes scolaires.

9. L’Assemblée attache une grande importance à la protection des plus vulnérables, et notamment des enfants d’adeptes de groupes à caractère religieux, ésotérique ou spirituel, en cas de mauvais traitements, de viols, d’absence de soins, d’endoctrinement par lavage de cerveau et de non-scolarisation qui rend impossible tout contrôle de la part des services sociaux.

10. En conséquence, l’Assemblée invite les gouvernements des Etats membres:

i. à créer ou à soutenir, si nécessaire, des centres nationaux ou régionaux d’information sur les groupes à caractère religieux, ésotérique ou spirituel qui soient indépendants de l’Etat;

ii. à prévoir dans les programmes d’éducation générale une information sur l’histoire et la philosophie des grands courants de pensée et des religions;

iii. à utiliser les procédures normales du droit pénal et civil contre les pratiques illégales menées au nom de groupes à caractère religieux, ésotérique ou spirituel;

iv. à faire appliquer sans faille la législation sur l’obligation de scolarité et, en cas de non-observation de cette obligation, à faire intervenir les autorités appropriées;

v. à encourager la création, si nécessaire, d’organisations non gouvernementales pour les victimes ou les familles des victimes des groupes à caractère religieux, ésotérique ou spirituel, notamment dans les pays d’Europe centrale et orientale;

vi. à encourager une approche des groupes religieux empreinte de compréhension, de tolérance, de dialogue et de résolution des conflits;

vii. à prendre des mesures fermes contre toute action qui constitue une discrimination ou qui marginalise les groupes minoritaires, religieux ou spirituels.

11. En outre, l’Assemblée recommande au Comité des Ministres:

i. de prévoir, le cas échéant, dans ses programmes d’aide aux pays d’Europe centrale et orientale une action spécifique concernant la création de centres d’information sur les groupes à caractère religieux, ésotérique ou spirituel dans ces pays;

ii. de créer un observatoire européen sur les groupes à caractère religieux, ésotérique ou spirituel dont la tâche serait de faciliter les échanges entre les centres nationaux.


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ.


ΣΥΣΤΑΣΗ 1412 (1999)
Παράνομες δραστηριότητες τῶν αἱρέσεων.

(Μετάφραση)

1. Ἡ Συνέλευση ὑπενθυμίζει τήν Σύστασή της 1178 (1992) σχετικήν μέ τίς αἱρέσεις καί τά νέα θρησκευτικά κινήματα, διά τῆς ὁποίας ἐθεώρησε ἄσκοπον τήν προσφυγήν εἰς μίαν μείζονα νομοθεσίαν διά τίς αἱρέσεις, ἐπί τῷ λόγῳ, ὅτι θά ἐκινδύνευε νά θίξει τήν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καί τῆς θρησκείας, καθώς καί τῶν παραδοσιακῶν θρησκειῶν, πού κατοχυροῦται ὑπό τοῦ ἄρθρου 9 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συμβάσεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων.

2. Ἡ Συνέλευση ἐπαναβεβαιώνει τήν προσήλωσή της εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καί τῆς θρησκείας. Ἀναγνωρίζει τόν θρησκευτικό πλουραλισμό ὡς μίαν φυσικήν συνέπειαν της θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Θεωρεῖ τήν οὐδετερότητα τοῦ κράτους καί μίαν ἴσιη προστασίαν ἐνώπιον τοῦ νόμου ὡς θεμελιώδεις ἐγγυήσεις πρός ἀποφυγήν πάσης διακρίσεως καί ὡς ἐκ τούτου καλεί τίς κρατικές ἀρχές ὅπως ἀπόσχουν ἀπό τήν λήψη μέτρων βασιζομένων ἐπί μίας ἀξιολογήσεως σχετικῆς πρός τίς πεποιθήσεις.

3. Εἰς τήν Σύστασή της 1178 (1992) περιορίσθηκε εἰς τό νά συστήσει εἰς τήν Ἐπιτροπήν Ὑπουργῶν, ὅπως προβεῖ σέ ἐνέργειες πληροφορήσεως καί καταρτίσεως τόσον πρός τούς νέους, ὅσον καί πρός τό κοινόν γενικῶς, ζητῶντας παραλλήλως νά ἀναγνωρισθεῖ νομική προσωπικότης σέ αἱρέσεις καί σέ νέα θρησκευτικά κινήματα δεόντως κατεχωρημένα.

4. Ἀπό τῆς υἱοθετήσεως τῆς Συστάσεως αὐτῆς, ὑπῆρξεν ὁρισμένος ἀριθμός λυπηρῶν περιστατικῶν, τά ὁποία ὧθησαν τήν Συνέλευση, εἰς τό νά ξανασκευθεῖ ἐπί τοῦ φαινομένου.

5. Ἡ Συνέλευση κατέληξεν εἰς τό συμπέρασμα, ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαῖον νά καθορίσει τί εἶναι αἱρέσεις, οὔτε νά ἀποφασίσει, ἐάν ἀποτελοῦν ἤ δέν ἀποτελοῦν θρησκείσες. ἐν τούτοις οἱ ὁμάδες πού ἐμφανίζονται ὑπό τόν τίτλον αὐτόν προκαλοῦν μίαν ὁρισμένη ἀνησυχίαν, ἔστω καί ἄν περιγράφονται ὡς θρησκευτικές, ἐσωτερικές ἤ πνευματικές καί τοῦτο πρέπει νά ληφθεῖ ὑπ' ὄψιν.

6. Περαιτέρω θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νά ἀγρυπνεῖ ὡς πρός τό πόσον οἱ δραστηριότητες τῶν ὁμάδων αὐτῶν - ἔστω καί ἄν ἔχουν χαρακτῆρα θρησκευτικόν, ἐσωτεριστικόν ἤ πνευματικόν - εἶναι σύμφωνες πρός τίς ἀρχές τῶν δημοκρατικῶν μας κοινωνιῶν καί κυρίως πρός τίς διατάξεις τοῦ ἀρθρου 9 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συμβάσεως Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καί ἐπίσης κατά πόσον εἶναι νόμιμες.

7. Εἶναι πρωταρχικό νά διαθέτουμε μίαν βεβαίαν πληροφόρηση ἐπί τῶν ἐν λόγῳ ὁμάδων, ἡ ὁποία δέν θά προέρχεται ἀποκλειστικώς οὖτε ἀπό τίς ἴδιες τίς αἰρέσεις, οὖτε ἀπό τίς ὀργανώσεις προστασίας τῶν θυμάτων τῶν αἰρέσεων καί τήν ὁποίαν θά διοχετεύουμε εὐρέως πρός πλατύ κοινόν, ἀφοῦ τά πρόσωπα, τά ὁποία θά τούς ἀφορᾶ, θά ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἀκουσθοῦν ἐπί τῆς ἀντικειμενικότητος τῶν τοιούτων πληροφοριῶν.

8. Ἡ Συνέλευση ἐπανέρχεται ἐπί τῆς ἀναγκαιότητος μιάς ἐξειδικευμένης δράσεως πληροφορήσεως ἐπί τῆς ἱστορίας καί τῆς φιλοσοφίας τῶν μεγάλων ρευμάτων τῆς σκέψεως καί τῶν θρησκειῶν, ποῦ θά ἀπέβλεπε κυρίως πρός τούς νέους στό πλαίσιο τῶν σχολικῶν προγραμμάτων.

9. Ἡ Συνέλευση δίδει μεγάλην σημασίαν στήν προστασίαν τῶν πλέον εὐτρώτων καί κυρίως τῶν τέκνων τῶν ἐχόντων προσχωρίσει εἰς ὁμάδες χαρακτήρος θρησκευτικοῦ, ἐσωτερικοῦ ἤ πνευματικοῦ ἐν περιπτώσει κακομεταχειρίσεως, βίας, ἐλλείψεως φροντίδος, προσηλυτισμοῦ διά πλήσεως ἐγκεφάλου καί μή φοιτήσεως εἰς σχολείον, πράγμα που καθιστά ἀδύνατον οἰονδήποτε ἔλεγχον ἐκ μέρους τῶν ὑπηρεσιῶν κοινωνικῆς προνοίας.

10. Ἐπομένως ἡ Συνέλευση καλεῖ τίς Κυβερνήσεις τῶν Χωρῶν - Μελῶν:

i. Ὅπως δημιουργήσουν ἤ ὑποστηρίξουν, ἐφ' ὅσον εἶναι ἀναγκαίον, ἐθνικά ἤ περιφερειακά κέντρα πληροφοριῶν ἐπί τῶν ὁμάδων χαρακτῆρος θρησκευτικοῦ ἐσωτερικοῦ ἤ πνευματικοῦ, τά ὁποία θά εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπό τό Κράτος.

ii. Ὅπως προβλέψουν εἰς τά προγράμματα γενικῆς ἐκπαιδεύσεως μίαν πληροφόρηση ἐπί τῆς ἱστορίας καί τῆς φιλοσοφίας τῶν μεγάλων ρευμάτων τῆς σκέψεως καί τῶν θρησκειῶν.

iii. Ὅπως χρησιμοποιήσουν κανονικές διαδικασίες τοῦ Ποινικοῦ καί τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, ἐναντίον τῶν παρανόμων δραστηριοτήτων που ἀναπτύσσονται ἐν ὀνόματι τῶν ὁμάδων χαρακτήρος θρησκευτικοῦ, ἐσωτερικοῦ ἤ πνευματικοῦ.

iv. Ὅπως ἐφαρμόσουν ἀνυπερθέτως τήν νομοθεσίαν περί ὑποχρεωτικῆς ἐκπαιδεύσεως καί ἐν περιπτώσει μή τηρήσεως τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς ὅπως ἐπέμβουν οἱ ἁρμόδιες ὑπηρεσίες.

v. Ὅπως, ἐφ' ὅσον καθίσταται ἀναγκαίον, ἐνθαρρύνουν τήν δημιουργίαν μή κυβερνητικῶν ὀργανώσεων γιά τά θύματα ἤ τίς οἰκογένειες τῶν θυμάτων τῶν ὁμάδων χαρακτήρος θρησκευτικοῦ, ἐσωτερικοῦ ἤ πνευματικοῦ κυρίως εἰς τά Κράτη τῆς Κεντρικῆς καί Ἀνατολικῆς Εὐρώπης.

vi. Ὅπως ἐνθαρρύνουν μίαν προσέγγιση τῶν θρησκευτικῶν ὁμάδων πλήρους κατανοήσεως, ἀνοχῆς, διαλόγου καί ἐπιλύσεως τῶν διενέξεων.

vii. Ὅπως λάβουν ἀποτελεσματικά μέτρα ἐναντίον πάσης δραστηριότητος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διάκριση ἤ ἡ ὁποία περιθωριοποιεῖ τίς μειονοτικές, θρησκευτικές ἤ πνευματικές ὁμάδες.


11. Περαιτέρω ἡ Συνέλευση συνιστᾶ στήν Ἐπιτροπή Ὑπουργῶν:

α) Ὅπως ἀναλόγως περιπτώσεως εἰς τά προγράμματα βοηθείας πρός τά Κράτη τῆς Κεντρικῆς καί Ἀνατολικῆς Εὐρώπης προβλέψουν μιάν ἐξειδικευμένην δράσην ἀφορώσαν τήν δημιουργίαν κέντρων πληροφοριῶν ἐπί τῶν ὁμάδων θρησκευτικοῦ, ἐσωτερικοῦ ἤ πνευματικοῦ χαρακτήρος τῶν Κρατῶν αὐτῶν.

β) Ὅπως δημιουργήσουν ἕνα ευρωπαϊκό παρατηρητήριο ἐπί τῶν ὁμάδων θρησκευτικοῦ, ἐσωτερικοῦ ἤ πνευματικοῦ χαρακτήρος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποστολή θά εἶναι ἡ διευκόλυνση ἀνταλλαγῶν μεταξύ τῶν ἐθνικῶν κεντρῶν.

Προηγούμενη σελίδα