ΑΡΧΕΙΟ ΔΕΛΤΙΩΝ ΤΥΠΟΥ










Δελτία Τύπου της Ιεράς Συνόδου

Προηγούμενη σελίδα | Εκτύπωση


Συνέχιση τῶν ἐργασιῶν τοῦ ΙΕ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου
(23/9/2014).

Συνεχίσθηκαν σήμερα 23 Σεπτεμβρίου οἱ ἐργασίες τοῦ ΙΕ’ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, τό ὁποῖο διοργανώνει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ, στὸ Πνευματικὸ Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρέα, μὲ τὴ συμμετοχὴ 116 ἐκπροσώπων ἀπὸ 63 Ἱερὲς Μητροπόλεις. Γενικὸ θέμα τοῦ Συμποσίου, τὸ ὁποῖο ἔχει θέσει ὑπὸ τὴν αἰγίδα του ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος, εἶναι:

«ΟΙ ἈΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΟΥ ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΥ»

Τό πρωί τελέσθηκε στόν Ἱερό Ναό Ἀγίου Γεωργίου Καρέα Θεία Λειτουργία, μέ τή συμμετοχή ὄλων τῶν ἐκπροσώπων – συνέδρων.

Κατόπιν στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρέα συνεχίστηκαν οἱ ἐργασίες τοῦ Συμποσίου σέ Δεύτερη Συνεδρία μέ προεδρεύοντα τόν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη κ. Νικόλαο Ἰωαννίδη, Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, κατά τήν ὁποῖαν ὁμίλησαν οἱ παρακάτω ἀναφερόμενοι μέ τά ἐξῆς θέματα:
Οἱ πρώτοι εἰσηγητές: Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Γεώργιος καί Ἐλλογιμώτατος κ. Παντελῆς Λέκκου Δρ. Θεολογίας, ἀνέπτυξαν τό θέμα : «Οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Ἀποδείπνου καί τοῦ Μεσονυκτικοῦ». Ὁ Σεβασμιώτατος ἀνέφερε ὅτι: «Στήν εἰσήγηση αὐτή ἐξετάζονται δύο ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, τό γνωστό Ἀπόδειπνον καί τό σχετικά ἄγνωστο Μεσονυκτικόν. Τό Ἀπόδειπνον ξεκίνησε ὡς ἰδιωτική προσευχή τῶν μοναχῶν, πού γινόταν στά κελιά τους καί μέ ἀγιογραφική βάση τόν 90ο Ψαλμό. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ξέφυγε ἀπό τά ὄρια τῶν Μονῶν καί εἰσήλθε στίς ἐνορίες, ὡς ἀκολουθία μετά τό δείπνο καί πρό τοῦ ὕπνου, ὁπότε τό μέγεθός της ὁδήγησε στήν ἀνάγκη δημιουργίας μιᾶς ἐπιτομῆς της. Ἔτσι, περί τα τέλη τοῦ 14ου καί 15ου αἰώνα, διαμορφώθηκαν δύο ἀκολουθίες, τό Μικρόν Ἀπόδειπνον, πού διαβάζεται ὄχι μόνο στόν ναό ἀλλά καί ἱδιωτικά ἀπό ὄλους τούς πιστούς, κληρικούς καί λαϊκούς καί τό Μέγαν Ἀπόδειπνον, πού τελείται τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στούς ναούς.

Τό Μεσονυκτικόν εἵναι μία ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρουσα ἀκολουθία, ἄγνωστη στούς κατοίκους τῶν πόλεων, λόγῳ τῆς δυσκολίας πού παρουσιάζει ἡ ὥρα τελέσεώς της. Προέρχεται ἀπό τίς Μονές καί καλύπτει τήν ἀνάγκη τῶν μοναχῶν γιά προσευχή ὁλόκληρο τό εἰκοσιτετράωρο. Ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς πλουσιότερες σέ συμβολισμούς ἀκολουθία, πού ἔχει συγκροτηθεί ἀπό ἐξαιρετικῆς θεολογικῆς δύναμης ἁγιογραφικό καί ὑμνολογικό ὑλικό. Ἡ Ἀνάσταση καί ἡ Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου εἶναι τό νόημά της καί αὐτό συνδυάζεται μέ τήν ἐπιθυμία τοῦ πιστοῦ νά προσευχηθεί στόν Θεό τήν συγκεκριμένη ἥσυχη καί ἤρεμη ὥρα τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Διακρίνεται σέ Μεσονυκτικόν τῶν καθημερινῶν, τοῦ Σαββάτου καί τῆς Κυριακῆς.

Συμπερασματικά, οἱ δύο αὐτές ἐκλεκτές ἀκολουθίες ἔχουν σχέση μέ τίς νυκτερινές ὥρες τοῦ εἰκοσιτετραώρου, ἡ μία ὡς προσευχή πρό τῆς ἐλεύσεως τῆς νυκτός καί ἡ δεύτερη ὡς προσευχή στό μέσο της. Προβάλλουν τήν εὐχαριστία καί τήν μετάνοια τοῦ πιστοῦ γιά τήν ἀπελθοῦσα ἡμέρα, τήν ἐπιθυμία προσευχῆς γιά τήν ἐπερχόμενη νύκτα, μέ τούς κινδύνους πού κρύβει καί τούς συμβολισμούς πού ἔχει, τήν Ἀνάσταση, τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους, τήν Δευτέρα Παρουσία καί τήν ἀνάγκη ἐγρήγορσης τῶν πιστῶν».

Ὁ δεύτερος εἰσηγητής Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύ-τερος κ. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, Δρ. Θεολογίας, παρουσίασε τό θέμα : «Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου: Ἱστορία καί Θεολογία». Ὁ ὁμιλητής τόνισε ὅτι : «Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου εἶναι ἡ πιό πλούσια καί πιό λαμπρή ἀπό τίς λοιπές ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, ἀλλά γιά τόν λόγο αὐτό εἶναι καί ἡ πιό πολύπλοκη καί δυσκολοκατανόητη ἀπό κληρικούς, ἱεροψάλτες καί λαϊκούς.

Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου κληροδοτήθηκε στή χριστιανική Ἐκκλησία ἀπό τήν Συναγωγή, δηλ. ἀπό τήν πράξη τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ναοῦ καί φυσικά ἀπό τήν ἰδιωτική προσευχή τῶν Ἰουδαίων. Οἱ μοναχοί αὐτήν τήν ἰδιαίτερη καί ἀτομική προσευχή τήν ἔκαναν σύν τῷ χρόνῳ ὁμαδική, καί βαθμηδόν τῆς προσέδωσαν τήν μορφή τῆς ἀκολουθίας.

Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ὅπως αὐτή τελεῖται σήμερα στούς ἐνοριακούς ναούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνήκει στόν μοναστικό ἤ μοναχικό τύπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἕλκει τήν καταγωγή του ἀπό τό Ἁγιοσαββαϊτικό μοναστήρι τῶν Ἱεροσολύμων. Τήν τελική ὅμως μορφή του ὁ Ὄρθρος, ὅπως καί ὅλες οἱ λοιπές ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, ἔλαβε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, χάρη τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Στουδίου. Ἡ Σαββαϊτική ποίηση μέ τήν ἐπικράτησή της μεταλαμπαδεύθηκε μετά τοῦ τυπικοῦ της στή Μονή τοῦ Στουδίου (λειτουργικό ζυμωτήριο), καί ἐκεῖ μέ τίς κατάλληλες ζυμώσεις διαδόθηκε στή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἀπανταχοῦ τῆς Οἰκουμένης. Ἐκεῖ συνετελέσθη (ζυμώθηκε) ἡ διαμόρφωση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου μέ ἐπιδράσεις ἀπό τόν Ἀσματικόν ἤ ἐνοριακόν τύπον. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου εἶναι ἕνα ἀποτέλεσμα ἀλλαγῶν καί προσθαφαιρέσεων μέσα στό διάβα πολλῶν αἰώνων, καθότι μέχρι σήμερα δέν ἔχομε καμμιά μαρτυρία περί τῆς παλαιᾶς ἐκείνης ἐνοριακῆς ἤ ἀσματικῆς τάξεως, παρά μόνον σπαράγματα καί ἀποσπασματικές μαρτυρίες.

Ἀρχικά ὁ ὄρθρος ἦταν μιά πρωϊνή ἀκολουθία πού ψαλλόταν κατά τό χρονικό διάστημα πρό τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου. Ἡ στιχολογία τοῦ ψαλτηρίου ἦταν κατά τούς πρώτους αἰῶνες ὁ βασικός κορμός τῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου. Αὐτήν ὅμως τήν στιχολογία ἄρχισε νά περιορίζει ἡ συνεχῶς αὐξανόμενη ἐκκλησιαστική μουσική πού ἀναπτύχθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ ὁποῖα ὡς φαίνεται ἀνέπτυξε τόν κοσμικό ἤ ἐνοριακό τρόπο λατρείας καί περιόρισε τούς ψαλμούς σέ ἕναν ἤ δύο. Ἡ ἀνάπτυξη τῆς ὑμνογραφίας ὑπό τῶν Σαββαϊτῶν πατέρων, συνέπεια τῆς ἀγωνιστικῆς φροντίδας γιά τή διατήρηση τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ νέους ὕμνους πού κατασαφηνίζουν τά δόγματα καί τίς χριστιανικές παραδόσεις ἐξ αἰτίας τῆς ἐμφανίσεως νέων αἱρέσεων καί φυσικά κατά τῆς Εἰκονομαχίας, ὁδήγησαν σέ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό τυπικό ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου, σέ δύο ἤ τρία καθίσματα, πράξη ἡ ὁποῖα ἀναπόφευκτα ἐπιμήκυνε τήν στιχολογία τῶν ὠδῶν. Ὡστόσο τό πλῆθος τῶν νέων τροπαρίων ἔδωσε μιά λαμπρότητα στίς ἀκολουθίες, ἀλλά ἔδωσε κι ἕνα νέο περιεχόμενο στίς ἑορτές τῶν ἁγίων, οὕτως ὥστε ξέφυγε ἀπό τή μονοτονία τῆς ἀναγνώσεως. Σίγουρα τά τροπάρια καί ἡ ψαλμώδηση σ’ αὐτό προσέδωσε μιά νέα μορφή στήν ὅλη ἐκτέλεση τῆς ἀκολουθίας, πράξη πού πολύ ἀγαπήθηκε καί ἀγκαλιάσθηκε ἀπό τά πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μοναχούς καί κυρίως λαϊκούς.

Στά μοναστήρια ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἔλαβε μιά μεγάλη χρονική ἔκταση, ἡ ὁποῖα κάλυψε τό διάστημα ἀπό τό τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ μέχρι τίς πρωϊνές ὧρες. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ νέα ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου συγχώνευσε τόν ἀρχικό ὄρθρο μέ τήν παλαιά νυχτερινή μοναχική ἀκολουθία. Ἦταν θά λέγαμε μιά προσπάθεια νά ἐνταχθεῖ μέσα στόν κορμό της καί ἡ παλαιά τάξη τῶν αὐστηρῶς βιούντων μοναχῶν ἀλλά καί τῆς πράξεως τῆς ἐνορίας.

Ἡ μετά τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας ἐπικράτηση τοῦ μοναχικοῦ ἤ μοναστικοῦ Τυπικοῦ ἐπέφερε καί στίς ἐνορίες τήν ἐπικράτηση τῆς πολύπλοκης καί χρονοβόρας μοναστικῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου, πράξη πού ὡς ἀπεδείχθη καί ἀποδεικνύεται μέχρι σήμερα ἦτο δύσκολη στήν ἐφαρμογή της, ἰδιαιτέρως σέ ἐνορίες παρηκμασμένες μέ ἕναν ἤ καθόλου ψάλτη. Ὅλη ἡ δομή τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ μοναχικοῦ τυπικοῦ πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἀπαιτεῖ μεγάλο χορό, ἤ γιά τά μοναχικά δεδομένα πολλούς ψάλτες, ἀναγνῶστες καί καλούς τυπικάρηδες. Αὐτή ἡ παγίωση τοῦ μοναχικοῦ τυπικοῦ ἔναντι τοῦ ἀσματικοῦ ἤ ἐνοριακοῦ ἐπέφερε σύν τῷ χρόνῳ ὡς γνωστόν στούς ἐνοριακούς ναούς καί τήν ἐν γένει ἐνοριακή πράξη ἕνα πρόβλημα προσαρμογῆς στίς νέες συνθῆκες. Ἔτσι ὡς πρός τό χρόνο τελέσεώς του ὁ Ὄρθρος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό Μεσονυκτικόν καί μετετέθη ἡ ἀκολουθία γιά τίς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας προσεγγίζοντας τήν Θεία Λειτουργία, μετά τῆς ὁποῖας συνεδέθη ὡς φαίνεται μέχρι σήμερα ἄρρηκτα καί σχεδόν ἀδιάσπαστα. Ἀλλά καί τό μῆκος τῆς ὅλης ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου ἀπό τέσσερεις ὧρες ἄρχισε σταδιακά νά περιορίζεται γιά νά φθάσει σήμερα στίς ἐνορίες μας περίπου στίς δύο ἤ λιγότερο ὧρες. Ἔγινε δηλαδή καί πάλι μιά σύντμηση, ὄχι φυσικά δόκιμη, ἀλλά κατά τό δοκοῦν. Δυστυχῶς καθίσταται κανόνας στή Λειτουργική Ἐπιστήμη, οἱ ὅποιες ἀλλαγές νά γίνονται ἀπό ἀδαεῖς καί ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους. Κυρίως ὅμως οἱ συντμήσεις αὐτές ἔγιναν ἐν πρώτοις εἰς βάρος τοῦ βιβλικοῦ στοιχείου καί κατόπιν καί τοῦ ὑμνολογικοῦ. Οἱ ὅλες αὐτές ἀλλαγές καί ἄλλες πού συμβαίνουν σήμερα γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους καθιστοῦν πολύ δύσκολη τήν ἀποκατάσταση τοῦ Ὄρθρου στήν ἀρχική του μορφή. Αὐτό φυσικά πού γίνεται ἀπό τήν Λειτουργική Ἐπιστήμη δέν εἶναι ὅπως εἰκάζουν εὔκολα κάποιοι εὐκολοσκανδάλιστοι μιά ἐπιστροφή σέ νέους τύπους λατρείας, κατά βάσιν ὅμως παλαιούς, ἀλλά γιά νά καταλαβαίνουμε αὐτά πού τελοῦμε σήμερα, ποιά βάση καί τί παλαιότητα ἔχουν σήμερα στήν λατρεία, προκειμένου τελώντας κάτι μέσα στό ναό, νά τό κατανοοῦμε πῶς καί γιατί ἐξελίχθηκε μέχρι τίς ἡμέρες μέ τόν α΄ ἤ β΄ τρόπο. Ἀλλά καί κάποιες ἀκόμα διευθετήσεις ἐπί τῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου πού γίνονται σήμερα «ἀβασάνιστα», ἀποδεικνύουν περίτρανα ὅτι ἀκόμη καί σήμερα ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου δυναμικά ἐξελίσσεται».

Ὁ τρίτος εἰσηγητής Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος κ. Στέφανος Ἀλεξόπουλος, ἐπίκουρος καθηγητής λειτουρ-γικῆς στό Catholic University of America παρουσίασε τό θέμα: «Οἱ Ἀκολουθίες τῶν Ὡρῶν καί τῶν Μεγάλων Ὡρῶν: Ἱστορία καί Θεολογία». Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος χωρίστηκε σέ τρία μέρη: Στό πρῶτο μέρος ὁ ὁμιλητής ἐξέτασε τίς ἀρχές καί τίς πρῶτες μαρτυρίες σχετικῶς μέ τίς Ἀκολουθίες τῶν Ὡρῶν (Πρώτη, Τρίτη, Ἕκτη καί Ἐνάτη) στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες καί κατόπιν σκιαγράφησε τήν ἐξέλιξη τῶν Ὡρῶν μέσα ἀπό τή χειρόγραφη παράδοση καί τήν ἐπικράτηση τῶν Ἀκολουθιῶν τῶν Ὡρῶν τοῦ λειτουργικοῦ τύπου τῆς Μονῆς του Ἁγίου Σάββα. Στό δεύτερο μέρος ὁ ὁμιλητής διαπραγματεύτηκε τίς ἱστορικές ἀρχές τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς Μ. Παρασκευῆς στήν λειτουργική παράδοση τῶν Ἱεροσολύμων καί τήν ἐξέλιξή τους, καί σημείωσε ὅτι οἱ Μεγάλες Ὧρες τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων ἀποτελοῦν προϊόν μίμησης τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς Μ. Παρασκευῆς. Στό τρίτο μέρος τῆς εἰσηγήσεώς του ὁ ὁμιλητής ἔκανε μιά θεολογική ἐπισκόπηση τῶν Ἀκολουθιῶν τῶν Ὡρῶν καί τῶν Μεγάλων Ὡρῶν καί συμπέρανε ὅτι τρία κυρίως θεολογικά μοτίβα ἀναδεικνύονται μέσα ἀπό τίς ἀκολουθίες αὐτές: Μίμηση, Ἀνάμνηση, καί Ἐπίκληση».

Μετά τό σύντομο διάλειμμα ἐπαναλήφθηκαν οἱ ἐργασίες μέ τήν Τρίτη Συνεδρία ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἐλλογιμωτάτου κ. Γεωργίου Φίλια, Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

Ὁ πρῶτος εἰσηγητής Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος κ. Παρασκευᾶς Ἀγάθωνος, Καθηγητής στήν Ἱερατική Σχολή τῆς Κύπρου στόν Τομέα τῆς Λειτουργικῆς καί στό Εὐρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, ἀνέπτυξε τό θέμα: « Οἱ Ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου κατά τίς καθημερινές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς». Ὁ ὁμιλητής ἀνέφερε πῶς: «Ἡ περίοδος τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους. Σ’ αὐτήν, ἀπὸ πλευρᾶς Λατρείας, δεσπόζουν οἱ πολλὲς καὶ μακρὲς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες. Τοῦτες κατατάσσονται σὲ δύο ὁμάδες· στὶς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου (μεσονυκτικόν, ὄρθρος, α΄, γ΄, στ΄ καὶ θ΄ ὥρα καὶ ἑσπερινός), καὶ στὶς ἰδιαίτερες γιὰ τὴν Σαρακοστὴ ἀκολουθίες (μέγα ἀπόδειπνον, τυπικά, προηγιασμένη, ἀκάθιστος ὕμνος, μέγας κανών). Ἡ κατανυκτικότητα τῆς Σαρακοστῆς εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ τοῦ λειτουργικοῦ συντηρητισμοῦ της. Τοῦτος, ὡς καὶ ἡ μέσῳ αὐτοῦ ἀρχαιοπρέπεια τῆς περιόδου, συνετέλεσαν ὥστε, ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ ἀκολουθίες της νὰ διατηρηθοῦν σχεδὸν ἀλώβητες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ κρατήσουν πολλὰ ἀρχαϊκὰ λειτουργικὰ στοιχεῖα. Ὁ λειτουργικὸς αὐτὸς πλοῦτος, χωρὶς νὰ ἐλλείπουν καὶ ἀρχαῖα στοιχεῖα τοῦ ἐνοριακοῦ τυπικοῦ, διαμορφώθηκε σὲ μεγάλα μοναστικὰ κέντρα. Ἀπὸ τοῦ Ι΄ δὲ αἰῶνος καὶ ἐντεῦθεν μεταφέρθηκε καὶ στὶς ἐνορίες, ὅπου στὸ ἑξῆς ἐνεφανίσθησαν οὐκ ὀλίγα λειτουργικὰ προβλήματα».

Ἡ δεύτερη εἰσήγηση εἶχε ως θέμα: «Το Μέγα Ὡρολόγιον». Ὁ εἰσηγητής Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης κ. Γρηγόριος Ἰωαννίδης, Δρ. Θεολογίας, ὑπογράμμισε ὅτι: «Τό βασικότερο λειτουργικό βιβλίο τῆς ἡμερονυκτίου ἀκολουθίας. Κατεξοχήν βιβλίο Παλαιστινιακῆς μοναστικῆς προέλευσης, παντελῶς ἄγνωστο στίς Κωνσταντινουπολίτικες λειτουργικές πηγές. Τό ἀρχαιότερο σωζόμενο ἑλληνικό χειρόγραφο Ὡρολόγιο ἀνάγεται στόν 9ο αἰῶνα (το Σινά 863), τό ὁποῖο καί ἐπιγράφεται ὡς «Ὡρολόγιον κατὰ τὸν κανόνα τῆς Λαύρας τοῦ ἁγίου Σάββα». Οἱ δέ γεωργιανές λειτουργικές πηγές διασώζουν τη λειτουργική πράξη τῆς ἡμερονυκτίου ἀκολουθίας τῶν Ἱεροσολύμων τοῦ 8ου αιώνα (πρβλ. το γεωργιανό χειρόγραφο Σινά 34).

Στίς ἀρχές τοῦ 9ου αἰῶνα, μοναχοί τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα φθάνουν στή Μονή τοῦ Στουδίου ἀνταποκρινόμενοι στήν πρόσκληση τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου γιά νά ἐνισχύσουν τόν ἀγῶνα ὑπέρ τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Μαζί τους οἱ ἁγιοσαββίτες πατέρες μεταφέρουν καί τό «Ὡρολόγιο» τῆς Μονῆς τους, τό ὁποῖο γίνεται γνωστό καί ἀποδεκτό στήν Κωνσταντινούπολη μέσῳ τῆς Στουδιτικῆς λειτουργικῆς παράδοσης. Τήν ἴδια στιγμή, ἡ αγιοπολίτικη μοναστική λειτουργική πράξη θά δεχθεί ἀρκετά στοιχεία τοῦ ασματικοῦ τυπικοῦ τῆς Κωνσταντινούπολης (εὐχές, διακονικά, λιτανείες, ὑμνους, ἀντιφωνική ψαλμωδία κλπ.).

Στούς αἰῶνες πού θά ἀκολουθήσουν (10ο-12ο αἰ.) οἱ ἀκολουθίες τοῦ «Ὡρολογίου» θά εμπλουτιστοῦν μέ περαιτέρω ὕμνους, εὐχές, μεσώρια κλπ., ἐνῶ μέχρι τό 14ο καί 15ο αἰῶνα θά γίνει διπλάσιο σέ μέγεθος μέ τήν προσθήκη τροπαρίων τοῦ μηνολογίου, τῶν κινητῶν καί ἀκινήτων ἑορτῶν, καθώς ἐπίσης καί διαφόρων ἀκολουθιῶν (ὅπως Ἀκάθιστος Ὕμνος), παρακλητικῶν κανόνων (πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο), Εὐαγγελικῶν περικοπῶν, Πασχαλίων, Πατερικῶν κειμένων κ.ά.

Τό «Ὡρολόγιο» θά ἐκδοθεί γιά πρώτη φορά τό 1509 στο τυπογραφεῖο τοῦ Ζαχαρία Καλλιέργη στή Βενετία, ἐνῶ στήν ἵδια πόλη τό 1832 ὁ Ἴμβριος λόγιος κληρικός Βαρθολομαῖος Κουτλουμουσιανός θά ἐπιμεληθεί μέ πατριαρχική ἄδεια τήν ἔκδοσή του στό τυπογραφεῖο τοῦ Φραγκίσκου Ἀνδρεόλα, ἡ μορφή καί διαίρεση τοῦ ὁποίου φθάνει σέ ἐμᾶς σήμερα».

Ἡ Τρίτη εἰσήγηση εἶχε ὡς θέμα: «Τό Ὡρολόγιον τοῦ Θηκαρᾶ». Ὁ ὁμιλητής, Ἐλλογιμώτατος κ. Παναγιώτης Σκαλτσῆς, Ἀναπληρωτής Καθηγητής Θεολογίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης ἀνεφέρθη στά παρακάτω : «Τό ἐν λόγῳ Ὡρολόγιο γνώρισε ἰδιαίτερη ἄνθηση κατά τούς 16ο και 17ο αιώνες καί καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἔχει δέ ἐκδοθεῖ προσφάτως ἀπό τήν Ἱ. Μονή Παντοκράτορος Ἁγίου Ὄρους. Ἡ σημασία του γιά τή σύγχρονη ἔρευνα ἀλλά καί τήν πνευματική ζωή εἶναι ἐξαιρετική. Σέ ἐρευνητικό ἐπίπεδο προβάλλει τήν παράδοση τῶν Ἀνθολογίων ἀλλά καί τήν ἀνάγκη ἐμβριθοῦς μελέτης τῶν πατερικῶν καί λειτουργικῶν πηγῶν. Σέ πνευματικό ἐπίπεδο ἐπισημαίνει τήν ἑνότητα κοινῆς καί κατ’ ἰδίαν προσευχῆς καί ἐνθαρρύνει τήν μέσα ἀπό τή Λατρεία βίωση καί ὑπεράσπιση τῆς πίστης».

Ἀκολούθησε ἐποικοδομητική συζήτηση καί ἡ καθιερωμένη μεσημβρινή διακοπή ὅπου προσφέρθηκε τό Γεῦμα.

Οἱ ἐργασίες τῆς δεύτερης ἠμέρας καλύφθηκαν ζωντανά ἀπό τό Διαδικτυακό Ραδιόφωνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἀπό τό Διαδικτυακό κανάλι intv.gr.


Ἐκ τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.