Κεντρική σελίδα Επιτροπής
Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

Τοῦ Ἀλεξάνδρου Μ. Σταυροπούλου
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ
τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Ἦταν ἐμπνευσμένη ἡ πρωτοβουλία, τοῦ ἱδρυτοῦ καὶ ὑπευθύνου τοῦ περιοδικοῦ «Εὐθύνη» Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, νὰ προσκαλέσει τοὺς συνεργάτες του νὰ ἀφιερώσουν τὸ τεῦχος 436 τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου 2008 στὸ θέμα ποὺ βρίσκεται στὴν προμετωπίδα τοῦ παρόντος ἄρθρου μας. Τὸ κείμενο αὐτὸ προτάχθηκε ὡς εἰσαγωγὴ στὸ ἀφιέρωμα. Πιστεύουμε ὅτι θὰ εἶναι πολὺ οἰκοδομητικὴ ἡ ἀνάγνωση τῶν ἐπὶ μέρους ἄρθρων τοῦ ἀφιερώματος καὶ τὴ συνιστοῦμε ἀνεπιφύλακτα. Σημειώνουμε ἀκόμη ὅτι τὸ συγκεκριμένο τεῦχος ἀπεστάλη μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ Πάσχα πρὸς ὅλους τοὺς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες γιὰ ἐνημέρωσή τους.

Καὶ παλαιότερα ἔχουν ἀπασχολήσει τὴν «Εὐθύνη» θέματα ποὺ ἅπτονται τοῦ εὐρωπαϊκοῦ γίγνεσθαι καὶ τῶν ἀνακατατάξεων ποὺ ἐπιφυλάσσει στὸν εὐρωπαῖο ἄνθρωπο ὁ 21ος αἰώνας. Θυμίζουμε τὰ ἀφιερώματα: Ἐλπίδες καὶ φόβοι τοῦ 21ου αἰώνα (Δεκέμβριος 2000)• Ποιὸς ἄνθρωπος γιὰ τὸν 21ο αἰώνα; (Ἀπρίλιος 2002)• Ὁ πνευματικὸς μηδενισμὸς τῆς Εὐρώπης (Δεκέμβριος 2003)• Μορφὲς τρομοκρατίας στὸν 21ο αἰώνα (Ἀπρίλιος 2004)• Ἡ κρίση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρωπισμοῦ (Δεκέμβριος 2006).

***

Ὁ τίτλος τοῦ ἀφιερώματος φανερώνεται σὰν ἕνα τοπίο στὴν ὁμίχλη. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ φαντασθοῦμε ἢ νὰ προβλέψουμε γεγονότα ἑνὸς αἰώνα, τοῦ 21ου συγκεκριμένα, ὅταν τὰ δεδομένα ἀλλάζουν τὸ πολὺ πολὺ σὲ μία δεκαετία; Ἐννοῶ στατιστικὲς ποὺ μιλοῦν γιὰ φθίνουσες πρακτικὲς στὸ χῶρο τῶν εὐρωπαϊκῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἐπὶ μέρους ἐπιστήμονες καὶ ἐρευνητὲς ἐπιχειροῦν νὰ σκιαγραφήσουν τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης καὶ τοῦ κόσμου γενικά.

Πρόσφατα μοιράστηκε ἀπὸ κυριακάτικη ἐφημερίδα ἕνα συναρπαστικὸ ντοκιμαντὲρ μὲ τίτλο: 2057, Ὁ κόσμος σὲ 50 χρόνια («Ἡ Καθημερινή» 9 Δεκεμβρίου 2007). Ἀκολούθησε ἕνα ἀφιέρωμα τοῦ «Βήματος»: Ἡ ζωὴ τὸ 2020 (5-6 Ἰανουαρίου 2008). Μιλᾶμε γιὰ «Μεταχριστιανικὴ Εὐρώπη» ἀφιερώνοντας πολλὲς σκέψεις καὶ στοχασμὸ γιὰ «διαλόγους σὲ καιροὺς φανατισμῶν» (τεύχη 103 καὶ 104 τοῦ περιοδικοῦ «Σύναξη» Ἰουλίου – Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2007). Ἔγκαιρα, στὶς ἀρχές, στὰ μέσα καὶ στὰ τέλη τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἔγκυροι στοχαστὲς, φιλόσοφοι καὶ θεολόγοι ἔθεσαν ζητήματα σχετικὰ μὲ τὸ μέλλον τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἤδη ἀπὸ τὸ 1925, ὁ Miguel de Unamuno ἐξέφραζε τὶς ἀνησυχίες του στὸ ἔργο του «Ἡ ἀγωνία τοῦ Χριστιανισμοῦ», μὲ τὶς ὁποῖες συντάχθηκε ὁ Emmanuel Mounier τὸ 1946. Τὸ ἔργο ἐκδόθηκε στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις τῶν Φίλων τὸ 1970 σὲ μετάφραση Ἰουλίας Ἰατρίδη καὶ εἰσαγωγικὸ σχόλιο τοῦ Κώστα Ε. Τσιρόπουλου. Ἡ πραγματεία αὐτὴ δὲν χάνει τὴν ἐπικαιρότητά της. Ἐπανεκδίδεται στὴ Γαλλία ἀπὸ τὸν Emile Poulat τὸ 1996, συγγραφέα βιβλίου μὲ τίτλο «Ποῦ πηγαίνει ὁ χριστιανισμός;» τὴν ἴδια χρονιά.

Τοὺς προβληματισμούς του εἶχε διατυπώσει καὶ ὁ γάλλος στοχαστὴς καὶ φιλόσοφος τῆς θρησκείας Alphonse de Chateaubriant – ποὺ εἶχε βιώσει μία μεταστροφὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἀποστόλου Παύλου – σὲ «Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν θνήσκουσα Χριστιανοσύνη» (1951, ἡμερολογιακὴ καταγραφὴ τῶν ἐτῶν 1930-1938).

Τὴ «χριστιανικὴ ταυτότητα» ἐπιδιώκει νὰ προσδιορίσει στὸ ἔργο του «Ἀγαπήσεις Κύριον, τὸν Θεόν σου» (1997), θέτοντας ἐπίσης ἀμοιβαῖα κριτικὰ ἐρωτήματα σὲ μεταγενέστερο βιβλίο του «Νεωτερικότητα καὶ χριστιανισμός» (1999), ὁ ψυχολόγος τῆς θρησκείας, φιλόσοφος καὶ θεολόγος, καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίν, Antoine Vergote. Δὲν θὰ παραλείψω νὰ μνημονεύσω καὶ τὸν δικό μας φιλόσοφο Χρῆστο Μαλεβίτση σὲ ἕνα προφητικῆς δυνάμεως κείμενο, ποὺ εἶχε προτάξει ὡς Λόγο Προοιμιακὸ (Ἡ προδοσία τῶν ποιμένων) στὴν ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου τοῦ Πάουλ Τίλλιχ, «Τὸ θάρρος τῆς ὑπάρξεως», (1976• τὸ περιέλαβε καὶ στὰ δοκίμια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα «Δυτικά τῆς Ἐδέμ» στὶς Ἐκδόσεις τῶν φίλων 1990, σ. 185-196).

«Ἡ θεμελιακὴ ἐκλογὴ τοῦ εὐρωπαίου ἦταν χριστιανική. Γύρω ἀπὸ αὐτὴν πλέχτηκε ὁλόκληρο τὸ δρᾶμα τοῦ πολιτισμοῦ μας – ἀπὸ τὴν ἀποδοχή της ἢ τὴν ἐγκατάλειψή της, χάριν ἄλλων ἐκλογῶν... Καὶ ἡ χριστιανικὴ ἐκλογὴ εἶναι ἡ «σωτηρία τῆς ψυχῆς». Τίποτε ἄλλο. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἑπόμενα. Πρόκειται γιὰ τὴ διάσωση τοῦ προσώπου ἀπὸ τὸ μηδέν» (σ. 186).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιρρίπτει εὐθύνες στοὺς κήρυκες τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, στοὺς ποιμένες• τοὺς καλεῖ «στὴν ἀπευκταία ὥρα νὰ βγοῦν ἔξω καὶ νὰ σώσουν τὸ ποίμνιο» (σ. 196) καὶ νὰ ἀναλάβουν τὶς ἱστορικὲς εὐθύνες τους.

Καὶ ἕνας ἄλλος εὐθαρσὴς ἀγωνιστής, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων καὶ Πάσης Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος, ἔχοντας ἐπίγνωση αὐτῆς του τῆς εὐθύνης, τονίζει στὴν μεστὴ σημασίας εἰσήγησή του, «Ἡ διαχρονικὴ μετοχὴ τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὴν οἰκοδόμηση τῆς Εὐρώπης», στὸ Πανευρωπαϊκὸ Συνέδριο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὶς «Ἀρχὲς καὶ ἀξίες γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς Εὐρώπης» (Ἀθήνα, 4-6 Μαΐου 2003):

«Τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ ἀποσιωπήσουμε τὴ χριστιανική μας παράδοση ἀλλὰ νὰ βιώσουμε αὐθεντικὰ τὴν οὐσία της, τονίζοντας κατ’ ἐξοχὴν τὶς ἀξίες τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης» (Πρακτικά, Ἀθήνα 2005, σ. 215)

Καὶ εἶναι κανεὶς νὰ διερωτᾶται γιὰ τὴν ἐπίμονη ἄρνηση τῶν εὐρωπαίων ἡγετῶν νὰ ἀναφέρουν τὴν πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται οἱ ἀξίες ποὺ θέλουν νὰ προβάλλουν. Τὸ ἐπεσήμανε εὔστοχα ὁ Λόρδος Ἐπίσκοπος τοῦ Λονδίνου δρ. Richard Chartres στὴν ἐμπεριστατωμένη ὁμιλία του: «Ἡ παράξενη ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Σύνταγμα» (Πρακτικά, ὅ.π. σ. 223-229).

Ἐν τούτοις κάτι τέτοιο δὲν πρέπει νὰ ἀποθαρρύνει τὶς Ἐκκλησίες ποὺ εἶναι φορεῖς τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Ἡ προτροπὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου ἠχεῖ ἐνθαρρυντικά:

«Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς διατυπώσεις τῶν θεσμικῶν κειμένων, τὸ ζητούμενο γιὰ τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες τῆς Εὐρώπης εἶναι νὰ συνεχίσουν νὰ συμβάλλουν οὐσιαστικὰ στὴ στήριξη καὶ ἐνδυνάμωση τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν ποὺ γεννήθηκαν στοὺς κόλπους τους καὶ νὰ ἐκφράζουν τὸ βαθύτερο μήνυμά τους» (ὅ.π. σ. 216).

Πιστεύω ὅτι ἕνα παράθεμα ἀπὸ τὸ Ἡμερολόγιο τοῦ A. De Chateaubriant συμφωνεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ μόλις ἀναφέρθηκαν.

«Ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μία θεωρία, ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μία γνώμη, ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μία δοξασία, ὁ χριστιανισμὸς εἶναι μία ἐ μ π ε ι ρ ί α. Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι τὸ ὄνομα ποὺ δίδεται σ’ αὐτὸ ποὺ γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν ὁ Θεὸς γεννιέται μέσα του. Μέχρις ἐκεῖ φθάνει. Ὅσοι δὲν ἔχουν περάσει ἀπὸ αὐτὸ ἢ δὲν ἐπιθυμοῦν κάτι τέτοιο, δὲν εἶναι χριστιανοί. Ὁ χριστιανὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ὁ χριστιανὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὰ θαυμάσιά του» (σ. 239).

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ χριστιανὸς θὰ ζεῖ μόνος καὶ ἀπομονωμένος τὴ «χριστιανικότητά» του, ἔξω ἀπὸ θεσμοὺς καὶ δομές, ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Κάτι τέτοιο, ὅμως, φαίνεται νὰ διαπιστώνεται ἀπὸ πρόσφατες κοινωνικὲς ἔρευνες ὅπως ἀναφέρει ὁ Νταβὶντ Ε. Μπγιὸρκ στὸ ἄρθρο του, «Τὸ μέλλον τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη. Τὸ τέλος ἑνὸς κόσμου» (περιοδικὸ «Σύναξη», τεῦχος 103, σ. 5-26). «Μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ βεβαιότητα ὅτι ἡ πίστη χωρὶς συλλογικὴ θρησκευτικὴ πρακτικὴ εἶναι ἕνα ἀπὸ χαρακτηριστικὰ τοῦ σύγχρονου Χριστιανισμοῦ στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη» (σ. 8).

Ἄλλωστε εἶναι ἔκδηλη ἡ τάση νὰ θέλουν ὁρισμένοι νὰ χειραφετήσουν τὸ χριστιανισμὸ ἀπὸ δόγματα καὶ δομές. Ὁ χριστιανισμὸς στὶς μέρες μας θὰ ξαναγινόταν αὐτὸ ποὺ «ὑπῆρξε» στὶς ἀπαρχές του: μία καθαρὴ πνευματικότητα. Μία ὑπόθεση ἑαυτοῦ πρὸς ἑαυτόν, χωρὶς πολιτικὴ διασύνδεση, χωρὶς κοινωνικὴ ἕδραση, πλήρης ἐσωτερικότητα. Μία φιλοσοφία, κάτι πάρα πάνω ἀπὸ θρησκεία. Ὁ Χριστὸς ἐλευθέρωσε τὸ ἄτομο, ἡ νεωτερικότητα εἶναι συνεπῶς ἡ ἐκπλήρωση τοῦ χριστιανισμοῦ, «θρησκεία ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἔξοδο τῆς θρησκείας».

Αὐτὲς τὶς ἀπόψεις φαίνεται νὰ ἐκπροσωπεῖ σύμφωνα μὲ τὸν Régis Débray, ὁ Frédéric Lenoir, ἐκδότης τοῦ διμηνιαίου περιοδικοῦ « Le Monde des Religions », στὸ νέο του βιβλίο « Christ philosophe » (Ὁ Χριστὸς φιλόσοφος). Ὁ ἴδιος ἀρνεῖται τὴν κριτικὴ ποὺ τοῦ γίνεται ἀπὸ τὸν Débray, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει ὅτι μία νέα θρησκεία ἐγκαθίσταται σήμερα: ὁ Μαμμωνισμός, ἡ λατρεία τοῦ χρήματος ποὺ καθιστᾶ νέες ἱεραρχίες καὶ προκαλεῖ τόσο τὸν πανικὸ ὅσο καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸ σύμφωνα μὲ τὴν αἰώνια ἀμφισημία τοῦ ἱεροῦ.

Ἀσφαλῶς δὲν μποροῦμε νὰ ἀπομονώσουμε τὸ ἄτομο ἀπὸ τὶς δομές του• νὰ ἰδιωτεύει ἐγκαταλείποντας τὸ συλλογικὸ στοὺς δαίμονές του. Προμηνύεται πράγματι ἐνδιαφέρουσα ἡ συζήτηση ποὺ θὰ λάβει χώρα μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν στὶς 19 Μαρτίου 2008 στὸ Ἀμφιθέατρο τῆς ἐφημερίδος « Monde » στὸ Παρίσι. Ἂς ἀρκεστοῦμε, ὅμως, πρός τὸ παρὸν στὶς ἀντι-παραθέσεις τῶν Régis Débray καὶ Frédéric Lenoir στὸ περιοδικὸ « Le Monde des Religions » τεῦχος 28, Μαρτίου – Ἀπριλίου 2008, σ. 5, 21 (πρβλ. καὶ τὸ ἄρθρο τοῦ Edgar Morin, « La laïcité est-elle morte? στὴ σ. 82).

Ἡ συζήτηση ποὺ ἔγινε στὴν πιὸ πάνω ἡμερομηνία προκάλεσε πράγματι πολὺ ἐνδιαφέρον, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀποτύπωσή της στὸ ἑπόμενο τεῦχος 29, Μαΐου – Ἰουνίου 2008, σ. 74-77.

Ὁ χριστιανός, λοιπόν, θὰ ζεῖ τὸν χριστιανισμὸ του ξεκομμένο ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβεῖ ποτὲ κάτι τέτοιο; Τί εἴδους πνευματικότητα μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει ὁ ἕνας ὅταν ἡ ἴδια ἡ πνευματικότητα εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσώπου, δηλαδὴ, ποῦ ζεῖ ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔθεσε ἕνα minimum παρουσίας δύο ἢ τριῶν τουλάχιστον ἀδελφῶν γιὰ νὰ βεβαιώσει τὴν παρουσία του, νὰ εἶναι ἐν μέσῳ αὐτῶν.

Τὸ τέλειο, βέβαια, εἶναι ἡ κοινωνία ποὺ συντελεῖται μέσα στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ἐκεῖ ὅπου ἀναβλύζει ἡ ζωὴ καὶ βιοῦται ἡ πληρότητα τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τῆς σωτηρίας. Ἐκεῖ ὅπου ἐπιτελεῖται ἡ συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων, ἐπιτυγχάνεται ἡ εἰρήνη καὶ ὁ ἄνθρωπος «προέρχεται» ἐν εἰρήνῃ καὶ βγαίνει στὸν κόσμο ἀπὸ ἕνα κόσμο ποὺ τὸν ἔχει ζήσει ὡς μεταμορφωμένο κόσμο ἐν Ἐκκλησίᾳ. Ἀπὸ ἐκεῖ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἐλπίδα, ὁ Χριστιανισμὸς ὄχι μόνο ὡς σύνολο ἀληθειῶν, λατρευτικῶν δοξολογικῶν πρακτικῶν καὶ ἤθους καθημερινοῦ ἀλλὰ ὡς ζωὴ, ὡς μικρὰ ζύμη νὰ ζυμώσει ὄλον τὸ φύραμα καὶ ὡς φῶς νὰ λάμψει καὶ νὰ φωτίσει ἕνα τοπίο ποὺ τώρα μπορεῖ νὰ φαντάζει ὡς τοπίο στὴν ὁμίχλη.




Κεντρική σελίδα Επιτροπής