Προηγούμενη σελίδα
Ο Επίσκοπος, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι

Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεών


1. Τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης

Ἡ ἱερωσύνη συνιστᾶ κορυφαῖο χάρισμα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο δώρισε στήν Ἐκκλησία Του. Γι’ αὐτό καί ὑπάρχει καί λειτουργεῖ μόνο ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία ἱερωσύνη δέν ὑπάρχει. Ὅσοι λαμβάνουν τό ἱερατικό χάρισμα τό λαμβάνουν καί τό ἔχουν μόνον ἐκ Θεοῦ καί ἐκ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τό ἔλαβαν, συνεχίζουν νά τό κατέχουν, αὐτό γίνεται ἐν Θεῷ καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καί ὅ,τι πράττουν οἱ φορεῖς τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος, τό πράττουν διά τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία.
Ἡ ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Καί ἡ ἀποστολή καί τό ἔργο πού ἀναλαμβάνουμε καί ἀσκοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία ὅσοι ἀξιωνόμαστε νά γίνουμε μέτοχοι τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος, ἀποτελεῖ συμμετοχή στήν ἀποστολή τοῦ Χριστοῦ καί συνέχιση τοῦ ἔργου πού Ἐκεῖνος, «ὁ ἀπόστολος καί ἀρχιερεύς τῆς ὁμολογίας ἡμῶν Ἰησοῦς» (Ἑβρ. 3, 1), ἐπετέλεσε.
Ἡ πράξη τοῦ Χριστοῦ πού ἐκφράζει τή βούλησή Του νά συνεχισθεῖ ἡ ἀποστολή καί νά ἐπεκταθεῖ τό ἔργο Του, εἶναι ἡ κλήση καί ἡ ἀποστολή τῶν μαθητῶν Του. Καί ἡ ἱερατική κλήση, πού ἡ χειροτονία ὡς μυστηριακή πράξη τῆς Ἐκκλησίας ἐπισφραγίζει καί «τελειοῖ», ἀποτελεῖ συνέχιση καί προέκταση τῆς κλήσεως καί τῆς ἀναδείξεως τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός διαβεβαίωνε τούς μαθητές Του «καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20), διαδήλωνε τή διαρκῆ παρουσία Του ἐν τῇ Ἐκ- κλησίᾳ καί τήν ἀδιάκοπη συνέχιση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ Του ἔργου. Τό ἔργο αὐτό ὅμως ἦταν ἀδύνατο νά συνεχίσουν «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» οἱ Δώδεκα καί οἱ Ἑβδομήκοντα μόνο.

Γνωρίζοντας, λοιπόν, καλῶς οἱ Ἀπόστολοι τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ καί κατανοώντας ὀρθῶς τούς λόγους Του, προσκαλοῦν καί ἄλλους νά συμμετάσχουν στήν ἀποστολή καί νά ἐπωμισθοῦν τό ἔργο πού ὁ Κύριος τούς εἶχε ἀναθέσει. Ἐκλέγουν καί ἀναδεικνύουν τόν Ματθία, ὁ ὁποῖος λαμβάνει «τόν κλῆρον τῆς διακονίας καί ἀποστολῆς» τοῦ πεπτωκότος Ἰούδα (Πράξ. 1, 16-26). Ἐκλέγουν καί «χειροτονοῦν» τούς ἑπτά διακόνους (Πράξ. 6, 1-7). Χειροτονοῦν καί ἐγκαθιστοῦν στίς διάφορες τοπικές Ἐκκλησίες —«κατ’ ἐκκλησίαν» (Πράξ. 14, 23)— ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους καί διακόνους, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν νά συνεχίσουν τό ἀποστολικό ἔργο (Πράξ. 6, 10• 7, 2-60• 8, 5,38• 14,23• 15, 6, 23, 28• 20,17• Ἐφ. 4, 11• Φιλ. 1,1• Α’ Τιμ. 3, 2-13• 4,14• 5, 17, 19, 22• Β’ Τιμ. 1,6• Τίτ. 1, 5, 7).
Αὐτό ἀκριβῶς ἐπισημαίνει καί ὁ ἀποστολικός Πατήρ Κλήμης ὁ Ρώμης γράφοντας πρός τούς χριστιανούς τῆς Κορίνθου : «Οἱ ἀπόστολοι ἡμῖν εὐηγγελίσθησαν ἀπό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἰησοῦς ὁ Χριστός ἀπό τοῦ Θεοῦ ἐξεπέμφθη. Ὁ Χριστός οὖν ἀπό τοῦ Θεοῦ, καί οἱ ἀπόστολοι ἀπό τοῦ Χριστοῦ• ἐγένοντο οὖν ἀμφότερα εὐτάκτως ἐκ θελήματος Θεοῦ. Παραγγελίας οὖν λαβόντες καί πληροφορηθέντες διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί πιστωθέντες ἐν τῷ λόγῳ τοῦ Θεοῦ, μετά πληροφορίας Πνεύματος Ἁγίου ἐξῆλθον εὐαγγελιζόμενοι τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ μέλλειν ἔρχεσθαι. Κατά χώρας οὖν καί πόλεις κηρύσσοντες καί τούς ὑπακούοντας τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ βαπτίζοντες κ α θ ί σ τ α ν ο ν τ ά ς ἀ π α ρ- χ ά ς α ὐ τ ῶ ν, δ ο κ ι μ ά σ α ν τ ε ς τ ῷ Π ν ε ύ μ α τ ι, ε ἰ ς ἐ- π ι σ κ ό π ο υ ς κ α ί δ ι α κ ό ν ο υ ς τ ῶ ν μ ε λ λ ό ν τ ω ν π ι σ τ ε ύ ε ι ν» (Α’ Κλήμ. 42 : ΒΕΠΕΣ 1, 29-30).
Ἡ ἀδιάκοπη μεταβίβαση τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης μέσα στήν Ἐκκλησία συνιστᾶ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀποστολική διαδοχή. Ἡ ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων Του, καί ἡ ἱερωσύνη αὐτή εἶναι πού μεταδίδεται κατά τρόπο συνεχῆ καί ἀδιάκοπο μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό τή μιά γενιά στήν ἄλλη.
Τό πρόσωπο πού ἀποτελεῖ τόν κατ’ ἐξοχήν φορέα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τοῦ πληρώματος τῆς ἱερωσύνης εἶναι ὁ ἐπίσκοπος. Καί ἡ πράξη μέ τήν ὁποία μεταδίδεται τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἡ χειροτονία. Ἡ ἐν προσευχῇ ἐπίθεση τῶν χειρῶν ὡς πράξη μεταδοτική τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἰδιαιτέρως τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή καί κυριαρχεῖ στήν ἐκκλησιαστική παράδοση. Γίνεται ὁ οὐσιώδης ἐξωτερικός τύπος τοῦ μυστηρίου, μέ τό ὁποῖο ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μεταδίδεται στόν χειροτονούμενο τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, πού δέν καθιστᾶ ἁπλῶς ἱκανό νά ἐπιτελεῖ τά ἔργα τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ πού λαμβάνει, ἀλλά παράλληλα τοῦ παρέχει καί τή δυνατότητα μέ τόν προσωπικό του ἀγώνα, τήν ἐπιμέλεια καί τήν καλλιέργεια τῆς θείας δωρεᾶς ν’ ἀναδειχθεῖ ἄξιος λειτουργός τοῦ Κυρίου.
Ὅπως ἀκριβῶς καί τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, στή διάρκεια τοῦ ὁποίου τελεῖται ἡ χειροτονία καί στούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς, εἶναι ἔργο θεανθρώπινο («Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος ἐργάσασθαί τι δύναται εἰς τά δεδομένα παρά Θεοῦ, ἀλλά Πατήρ καί Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ• ὁ δέ ἱερεύς τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶτταν καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα» (Εἰς Ἰω. ὁμιλ. 86,4 : PG 59, 472), ἔτσι καί ἡ χειροτονία. Ἀποτελεῖ ἕνα θαῦμα. Εἶναι πρωτίστως ἔργο τῆς πανσθενουργοῦ θείας χάριτος, τήν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι ὑπηρετοῦν ταπεινά.
Ἑρμηνεύοντας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό χωρίο τῶν Πράξεων 6,6 «ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων. Καί προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τάς χεῖρας», τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν ἐκλογή τῶν ἑπτά διακόνων, παρατηρεῖ «ὅτι ἐχειροτονήθησαν διά προσευχῆς• τοῦτο γάρ ἡ χειροτονία ἐστίν. Ἡ χείρ ἐπίκειται τοῦ ἀνδρός, τό δέ πᾶν ὁ Θεός ἐργάζεται, καί ἡ αὐτοῦ χείρ ἐστιν ἡ ἁπτομένη τῆς κεφαλῆς τοῦ χειροτονουμένου, ἐάν ὡς δεῖ χειροτονῆται» (Εἰς Πράξ. ὁμιλ. 14,3 : PG 60, 116).


2. Ἡ διάκριση τῶν τριῶν ἱερατικῶν βαθμῶν

Τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἑνιαῖο, μεταδίδεται ὅμως κατά βαθμούς. Ὁ διάκονος, πρῶτος ἱερατικός βαθμός, λαμβάνει περιορισμένη ἐξουσία γιά νά ἀσκεῖ τά ἔργα πού ἀντιστοιχοῦν στόν βαθμό του. Ὁ πρεσβύτερος συνιστᾶ ἀνώτερο βαθμό ἱερατικῆς ἐξουσίας. Καί ὁ Ἐπίσκοπος ἀναδέχεται τό πλήρωμα τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος.
Ἡ μετάδοση τῆς ἱερωσύνης κατά βαθμούς καί μέ ἀλλεπάλληλες μυστηριακές πράξεις σ’ αὐτούς πού προχειρίζονται δέν αἴρει τήν ἑνότητα τοῦ μυστηρίου, ἀλλά συνυπονοεῖ αὔξηση τῆς παρεχομένης χάριτος. Κάθε μυστηριακή τελετή —ἡ πράξη τῆς χειροτονίας δηλαδή— μεταδίδει καί μεγαλύτερο βαθμό ἐξουσίας ἤ καλύτερα θείας δωρεᾶς γιά τήν ἄσκηση τῶν ἔργων τῆς ἱερωσύνης. Ὅμως καί οἱ τρεῖς


μαζί μυστηριακές τελετές συναποτελοῦν τό ἑνιαῖο μυστήριο τῆς ἱερωσύνης.
Κατά τόν μακαριστό Παναγιώτη Τρεμπέλα, «ἡ τελετή τῆς χειροτονίας τοῦ διακόνου εἶναι μέν μυστηριακή, δέν ἀποτελεῖ ὅμως ἴδιον μυστήριον ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας δύο μυστηριακάς τελετάς, διά τῶν ὁποίων ὁ διάκονος προχειρίζεται εἰς πρεσβύτερον, εἶτα δέ εἰς ἐπίσκοπον. Διότι τότε θά εἴχομεν ἀντί ἑνός τρία μυστήρια τῆς ἱερωσύνης» (Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Γ’, Ἀθῆναι 21979, σ. 312).
Τό μέτρο μεταδόσεως τῆς ἱερατικῆς χάριτος στούς χειροτονουμένους λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τή βάση τῆς ὑπάρξεως τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς ἱερωσύνης, τοῦ διακόνου, τοῦ πρεσβυτέρου καί τοῦ ἐπισκόπου. Ἔτσι ὁ λαϊκός, ἁπλό μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, μέ τίς διαδοχικές χειροτονίες προχωρεῖ βαθμιαῖα καί ὄχι μέ ἅλματα ἀπό τόν κατώτερο στόν ἀνώτερο βαθμό, διερχόμενος ἀπό τόν βαθμό τοῦ διακόνου σ’ αὐτόν τοῦ πρεσβυτέρου γιά νά καταλάβει τελικά τόν τρίτο βαθμό ἀναδεικνυόμενος ἐπίσκοπος.
Οἱ τρεῖς ἱερατικοί βαθμοί ὡς ὅροι καί ὡς ἰδιαίτερα λειτουργήματα ἀπαντῶνται σέ αὐτή τήν Καινή Διαθήκη. Καί εἶναι μέν ἀληθές ὅτι οἱ ὅροι ἐπίσκοποι καί πρεσβύτεροι συχνά στήν Κ. Δ. ἐναλλάσσονται, ὅμως πολύ ἐνωρίς, καθώς οἱ Ἀπόστολοι ἐξέλειπαν, ὁ βαθμός τοῦ ἐπισκόπου διακρίνεται σαφῶς ἀπό τόν βαθμό τοῦ πρεσβυτέρου. Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης π. χ. ἀπευθύνεται στήν Ἀποκάλυψή του πρός τούς ἀγγέλους καί ἐπισκόπους τῶν ἑπτά μικρασιατικῶν ἐκκλησιῶν καί οἱ δύο μαθητές του Ἰγνάτιος καί Πολύκαρπος, πού εἶναι ἐγκατεστημένοι ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας καί ὁ δεύτερος ἐπίσκοπος Σμύρνης, μνημονεύουν ρητῶς καί τούς τρεῖς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης.
Οἱ ὅροι πού συναντοῦμε στήν Κ. Δ. —στό βιβλίο τῶν Πράξεων καί τίς ἐπιστολές— καί στήν πρώτη Ἐκκλησία, μέ τούς ὁποίους καθορίζονται οἱ τρεῖς ἱερατικοί βαθμοί, εἶναι Ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος καί διάκονος. Ἐν τούτοις, πολύ ἐνωρίς καί στή χριστιανική Ἐκκλησία ἄρχισε ἡ χρήση καί τῶν ὅρων ἱερεύς καί ἀρχιερεύς, οἰκείων στούς Ἰουδαίους καί τήν Π. Δ.
Παρά ταῦτα ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση ἐνέμεινε στούς καινοδιαθηκικούς ὅρους ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος.


3. Τό ἔργο καί ἡ ἀποστολή κάθε ἱερατικοῦ βαθμοῦ

Πολύ ἐνωρίς καθορίστηκε καί ὁ ρόλος, τό ἔργο καί ἡ ἀποστολή τοῦ κάθε ἱερατικοῦ βαθμοῦ. Κατά τόν Κλήμεντα Ρώμης, «τῷ ἀρχιερεῖ ἴδιαι λειτουργίαι δεδομέναι εἰσί, καί τοῖς ἱερεῦσιν ἴδιος ὁ τόπος προστέτακται, καί λευΐταις (=διακόνοις) ἴδιαι διακονίαι ἐπίκεινται» (Α’ Κορ. 40 : ΒΕΠΕΣ 1, 29).
Τίς ἁρμοδιότητες ἑνός ἑκάστου ἱερατικοῦ βαθμοῦ μᾶς περιγράφουν μέ σαφήνεια οἱ Ἀποστολικές Διαταγές. Στόν καθορισμό αὐτό καθηκόντων παρέμεινε καί ἐξακολουθεῖ νά παραμένει προσηλωμένη καί ἡ μεταγενέστερη ἐκκλησιαστική παράδοση.
Κατά τίς Ἀποστολικές Διαταγές, «τοῖς μέν ἐπισκόποις τά τῆς ἀρχιερωσύνης ἐνείμαμεν, τοῖς δέ πρεσβυτέροις τά τῆς ἱερωσύνης, τοῖς δέ διακόνοις τά τῆς πρός ἀμφοτέρους διακονίας, ἵν̉ ᾖ καθαρῶς τά τῆς θρησκείας ἐπιτελούμενα. Οὔτε γάρ διακόνῳ προσφέρειν θυσίαν θεμιτόν ἤ βαπτίζειν ἤ εὐλογίαν μικράν ἤ μεγάλην ποιεῖσθαι, οὔτε πρεσβύτερον χειροτονίας ἐπιτελεῖν˙ οὐ γάρ ὅσιον ἀνεστράφθαι τήν τάξιν» (Η’ 46 : ΒΕΠΕΣ 2,171).
Ὁ ἐπίσκοπος, φορεύς κατ̉ ἐξοχήν τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τοῦ πληρώματος τῆς ἱερωσύνης, «εὐλογεῖ, οὐκ εὐλογεῖται˙ χειροθετεῖ, χειροτονεῖ, προσφέρει˙ εὐλογίαν παρά ἐπισκόπων λαμβάνει, παρά δέ πρεσβυτέρων οὐδαμῶς» (Η’ 28 : ΒΕΠΕΣ 2,162).
Ἐπίσης, «ἐπίσκοπος καθαιρεῖ πάντα κληρικόν ἄξιον ὄντα καθαιρέσεως πλήν ἐπίσκόπου», τόν ὁποῖο μόνος του δέν μπορεῖ νά καθαιρέσει (Η’ 28: ΒΕΠΕΣ 2,162).
Ὁ πρεσβύτερος «εὐλογίας δέχεται παρά ἐπισκόπου καί συμπρεσβυτέρου, ὡσαύτως ἐπιδίδωσιν συμπρεσβυτέρῳ» εὐλογίαν˙ «χειροθετεῖ, οὐ χειροτονεῖ, οὐ καθαιρεῖ, ἀφορίζει δέ τούς ὑποβεβηκότας, ἐάν ὦσιν ὑπεύθυνοι τῇ τοιαύτῃ τιμωρίᾳ» (Η’ 28: ΒΕΠΕΣ 2,162). Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἔννοια ἐδῶ τοῦ «χειροθετεῖν» δέν εἶναι αὐτή πού ὁ ὅρος προσέλαβε μεταγενέστερα, ἀλλά ἡ πράξη τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν ἐπί τούς κατηχουμένους ἤ καί τούς πιστούς, καθώς καλοῦνται ἀπό τόν διάκονο νά κλίνουν «τάς κεφαλάς αὐτῶν τῷ Κυρίῳ» καί νά λάβουν τήν ἱερατική εὐλογία.
Ὁ διάκονος δέν δικαιοῦται νά εὐλογεῖ, «οὐ δίδωσιν εὐλογίαν, λαμβάνει δέ παρά ἐπισκόπου καί πρεσβυτέρου˙ οὐ βαπτίζει, οὐ προσφέρει˙ τοῦ δέ ἐπισκόπου προσενεγκόντος ἤ τοῦ πρεσβυτέρου, αὐτός ἐπιδίδωσιν τῷ λαῷ οὐχ ὡς ἱερεύς, ἀλλ̉ ὡς διακονούμενος ἱερεῦ-

σιν» (Η’ 28 : ΒΕΠΕΣ 2,162).
Κατά τόν ἀείμνηστο Κωνσταντῖνο Καλλίνικο, «ὁ διάκονος καί σήμερον ἀκόμη δεικνύει τούς ὑφ̉ οὕς τελεῖ περιορισμούς. Λέγει “εὐλόγησον δέσποτα”, ἀλλ̉ αὐτός ὁ ἴδιος δέν εὐλογεῖ. Ἐκφωνεῖ “τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν”, ἀλλ̉ αἱ εὐχαί καί δεήσεις ὑπό τοῦ ἱερέως ἤ ἀρχιερέως ἀναπέμπονται. Παραστέκεται εἰς τό βάπτισμα, ἀλλά δέν βαπτίζει˙ εἰς τήν θ. Εὐχαριστίαν, ἀλλά δέν καθαγιάζει τά προσφερόμενα˙ εἰς τόν γάμον, εἰς τό Εὐχέλαιον, εἰς οἱανδήποτε ἄλλην μυστηριακήν ἤ μή μυστηριακήν τελετήν, ἀλλ̉ αὐτός δέν εἶναι τελεστής. Αὐτός εἶναι ὁ ὑπηρέτης, ὁ λευΐτης, ὁ λειτουργός, ὁ διακονῶν» (Ὁ χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ, Ἀθῆναι 21958, σ. 495).
Ἡ διάκριση τῶν τριῶν βαθμῶν καί τῶν ἀντιστοίχων ἱερατικῶν καθηκόντων τοῦ κάθε βαθμοῦ συνεπάγεται καί τήν ἱεράρχηση μεταξύ τους. Κορυφαῖο καί πρῶτο τό λειτούργημα τοῦ Ἐπισκόπου. Ἐκεῖνος διά τῆς χειροτονίας ἀναδεικνύει τούς πρεσβυτέρους καί διακόνους. Ἐκεῖνος καθαγιάζει τό ἅγιο μῦρο. Ἐκεῖνος ἐγκαινιάζει τά θυσιαστήρια. «Εἰ γάρ καί πρός τῶν ἱερέων» παρατηρεῖ ὁ συγγραφεύς τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων, «τελοῦνταί τινα τῶν σεβασμίων συμβόλων (=μυστηρίων), ἀλλ̉ οὔ ποτε τήν ἱεράν θεογενεσίαν ὁ ἱερεύς ἐνεργήσει τοῦ θειοτάτου μύρου χωρίς˙ οὐδέ τά τῆς θείας κοινωνίας τελέσει μυστήρια, μή τῷ θειοτάτῳ θυσιαστηρίῳ τῶν κανονικῶν ἐπιτεθέντων συμβόλων˙ ἀλλ̉ οὐδέ ἱερεύς ἔσται, μή πρό τῶν ἱεραρχικῶν τελειώσεων εἰς τοῦτο κεκληρωμένος» (Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία Ε’ 5 : PG 3, 505).
Κατά τόν ἅγιο Ἐπιφάνιο ὁ θεσμός τοῦ ἐπισκόπου, ἡ τάξις του, «πατέρων γεννητική τάξις˙ πατέρας γάρ γεννᾷ τῇ Ἐκκλησίᾳ», χειροτονώντας τούς κληρικούς. Ἀντιθέτως, ἡ τάξις τῶν πρεσβυτέρων, «πατέρας μή δυναμένη γεννᾶν, διά τοῦ λουτροῦ τῆς παλλιγενεσίας τέκνα γεννᾷ» (Κατά Αἱρέσεων LXXV § 4 : PG 42,508).
Ἡ ὑπεροχή τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος ἔναντι τῶν ἄλλων δύο βαθμῶν τοῦ πρεσβυτέρου καί τοῦ διακόνου δέν θά πρέπει νά ὁδηγήσει στήν ἀντίληψη ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι οἱονεί μονάρχης μέσα στήν Ἐκκλησία «ἐξ ἑαυτοῦ καί καθ̉ ἑαυτόν δρῶν» ἤ ὅτι μεταξύ ἐπισκόπων καί πρεσβυτέρων ὑφίσταται ἀβυσσαλέο χάσμα. Ἄν ὁ ἐπίσκοπος, κατά τόν Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας, εἶναι «τύπος τοῦ Πατρός», καί οἱ πρεσβύτεροι ἀποτελοῦν «συνέδριον Θεοῦ» καί «σύνδεσμον Ἀποστόλων». Γι̉ αὐτό καί «Ἐκκλησία οὐ καλεῖται» «χωρίς τούτων», τῶν ἐπισκόπων δηλαδή καί τῶν πρεσβυτέρων (Τραλλ. 3 : ΒΕΠΕΣ 2,272). Καί οἱ πιστοί, κατά τόν ἴδιο θεοφόρο Πατέρα, τίποτε δέν πρέπει νά πράττουν «ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου καί τῶν πρεσβυτέρων» (Μαγν. 7 : ΒΕΠΕΣ 2,270).

«Ὁ χωρίς ἐπισκόπου καί πρεσβυτερίου καί διακόνου πράσσων τι, οὗτος οὐ καθαρός ἐστιν τῇ συνειδήσει» (Τραλλ. 7 : ΒΕΠΕΣ 2, 273).
Ἐξ ἄλλου, κατά τόν ἱ. Χρυσόστομο, «οὐ πολύ τό μέσον τῶν πρεσβυτέρων καί τῶν ἐπισκόπων. Καί γάρ καί αὐτοί διδασκαλίαν εἰσίν ἀναδεδεγμένοι καί προστασίαν τῆς Ἐκκλησίας καί ἅ περί ἐπισκόπων εἶπεν (ὁ Παῦλος), ταῦτα καί πρεσβυτέροις ἁρμόττει. Τῇ γάρ χειροτονίᾳ μόνῃ ὑπερβεβήκασι καί τούτῳ μόνον δοκοῦσι πλεονεκτεῖν τούς πρεσβυτέρους» (Εἰς Α’ Τιμ. ὁμιλ. 11, 1 : PG 62, 553).


4. Οἱ σχέσεις τῶν τριῶν βαθμῶν μεταξύ τους

Ἡ ὕπαρξη τῶν τριῶν ἱερατικῶν βαθμῶν καί ἡ σαφής διάκριση τοῦ ρόλου καί τῶν καθηκόντων ἑνός ἑκάστου δέν ἀναιρεῖ τήν ἑνότητα τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης. Ἀντιθέτως αὐτό πού ὁμοφώνως ἐξαίρει ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση εἶναι ἡ ἁρμονική συνύπαρξη καί λειτουργία τους, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τήν ἑνότητα καί τήν πνευματική οἰκοδομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Καί εἶναι μέν ἀληθές ὅτι ἤδη ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή καί κυρίως διά τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου ἐπισκόπου Ἀντιοχείας ἐξήρθη προεχόντως τό ἐπισκοπικό λειτούργημα. Ἡ προβολή αὐτή ὅμως προσεκτικότερα καί βαθύτερα ἐξεταζόμενη δέν ἀποσκοπεῖ στήν ὑπερέξαρση τῆς μοναρχικῆς ἐξουσίας τοῦ ἐπισκόπου καί κατά συνέπειαν στή μείωση τῶν δύο ἄλλων βαθμῶν τοῦ πρεσβυτέρου καί τοῦ διακόνου, ἀλλά στή διασφάλιση περί τό πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. «Ὁ Ἰγνάτιος δηλαδή ἔναντι τοῦ κινδύνου τῶν ἐπιπολαζουσῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αἱρέσεων ζητεῖ νά συνενώσῃ τούς χριστιανούς περί τόν ἐπίσκοπον, τό πρεσβυτέριον καί τούς διακόνους, συχνάκις προβάλλων τούς τρεῖς τούτους βαθμούς τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κληρικῶν ὡς ἑνιαῖόν τι σύνολον» (Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα, Δογματική... τόμ. Γ’, σ. 297).
«Μία σάρξ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», γράφει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, «καί ἕν ποτήριον εἰς ἕνωσιν τοῦ αἵματος αὐτοῦ˙ ἕν θυσιαστήριον, ὡς εἷς ἐπίσκοπος ἅμα τῷ πρεσβυτερίῳ καί διακόνοις» (Φιλαδ. 4: ΒΕΠΕΣ 2, 277). Καί πρός τούς Ἐφεσίους σημειώνει: «Οἱ κατ̉ ἄνδρα κοινῇ πάντες ἐν χάριτι ἐξ ὀνόματος συνέρχεσθε» «εἰς τό ὑπακούειν ὑμᾶς τῷ ἐπισκόπῳ καί τῷ πρεσβυτερίῳ»˙ «τό γάρ ἀξιονόμαστον ὑμῶν πρεσβυτέριον, τοῦ Θεοῦ ἄξιον, οὕτως συνήρμοσται τῷ ἐπισκόπῳ ὡς χορδαί κιθάρᾳ» (Ἐφεσ. 20, 2˙ 4, 1 : ΒΕΠΕΣ 2, 268, 265).

«Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κιθάρα χωρίς χορδές. Οὔτε ὅμως καί χορδές χωρίς κιθάρα. Ἡ μελωδία προϋποθέτει ὄχι ἁπλῶς τήν ὕπαρξη καί τῶν δύο, ἀλλά καί τήν τέλεια συναρμογή τους. Τό ἴδιο ἰσχύει προκειμένου περί τοῦ ἐπισκόπου καί τοῦ πρεσβυτερίου τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πρεσβύτεροι σάν ἄλλες χορδές θά πρέπει νά εἶναι ἁρμονικά καί ἀδιάρρηκτα ἑνωμένοι μέ τόν ἐπίσκοπό τους, πού ὁ ἱερός Ἰγνάτιος παρομοιάζει μέ κιθάρα. Καί μέ τήν ἑνότητα αὐτή, πού τελικά ἀγκαλιάζει καί συνέχει ὁλόκληρο τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, δοξάζεται ὁ Τριαδικός Θεός καί οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία» (Ἀρχιμ. Συμεών Π. Κούτσα, Ὁ κληρικός καί ἡ ἱερωσύνη του, Ἀθήνα 1993, σ. 16).
Κατά τίς Ἀποστολικές Διαταγές, «ὡς ὁ Χριστός ἄνευ τοῦ Πατρός οὐδέν ποιεῖ, οὕτως οὐδέ ὁ διάκονος ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου˙ καί ὥσπερ Υἱός ἄνευ τοῦ Πατρός οὐκ ἔστιν, οὕτως οὐδέ διάκονος ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου• καί ὥσπερ ὑπόχρεως Υἱός Πατρί, οὕτω καί πᾶς διάκονος ἐπισκόπῳ» (Β’, 30 : ΒΕΠΕΣ 2, 37).

5. Ἐπισημάνσεις καί προοπτικές

Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας παρέμεινε καί ἐξακολουθεῖ νά παραμένει σταθερή καί ἀμετάβλητη σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης καί τή διάκριση τῶν τριῶν ἱερατικῶν βαθμῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί ὡς πρός τίς βασικές ὀργανωτικές καί διοικητικές δομές τῆς Ἐκκλησίας˙ τό πολίτευμά της. Ὅμως στή μακραίωνη πράξη τό πνεῦμα ἀπό τό ὁποῖο ἐμφοροῦνται οἱ φορεῖς τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργημάτων καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο συχνά τά ἀσκοῦν, ἀπομακρύνονται ἀπό τή γνήσια διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.
Οἱ ἐπισημάνσεις πού καταγράφονται —ἐπιγραμματικές κατ᾽ ἀνάγκην λόγῳ τοῦ περιορισμένου χρόνου— ἐπιτρέπουν στόν ὁμιλοῦντα νά καταθέσει τίς προσωπικές του ἀπόψεις καί δίνουν —νομίζουμε— τήν ἀφορμή γιά ἕνα γόνιμο διάλογο μεταξύ τῶν ἀγαπητῶν συνέδρων.
α) Ὑποστηρίχθηκε καί ὑποστηρίζεται, ὅτι δόθηκε ὑπερβολική ἔμφαση στή δεδομένη ὑπεροχή τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, πράγμα τό ὁποῖο ἀπετέλεσε τήν αἰτία ἐμφανίσεως στήν ἐκκλησιαστική ζωή τοῦ φαινομένου πού λέγεται δεσποτισμός.
β) Τό φαινόμενο τοῦτο συνεπάγεται τήν αὔξηση τῆς ἀπόστασης μεταξύ ἐπισκόπου καί πρεσβυτέρων καί ὄχι σπάνια τήν ὑποτί-

μηση τοῦ ρόλου, τῶν ἁρμοδιοτήτων καί τῶν εὐθυνῶν τοῦ πρεσβυτερίου στή λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
γ) Ἀλλά καί ἡ θέση καί ὁ ρόλος τῶν διακόνων συχνά καταλήγει νά εἶναι καθαρά διακοσμητικός ἤ ἀποκλειστικά ὑπηρετικός, πράγμα τό ὁποῖο δέν συνέβαινε οὔτε στήν ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλ᾽ οὔτε καί γιά πολλούς αἰῶνες ἀργότερα στήν ἐκκλησιαστική ζωή.
δ) Ἡ ὑπέρμετρη ἔξαρση τοῦ ἐπισκοπικοῦ λειτουργήματος καί ὁ δυναστικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό ἀσκοῦν διάφοροι φορεῖς του ἐγείρει τήν ἀμφισβήτηση καί δημιουργεῖ τήν τάση στίς τάξεις τῶν πρεσβυτέρων γιά ἀντιπαράθεση καί αὐτονόμηση ἔναντι τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας, πού θεωροῦν ὅτι εἶναι αὐθαίρετη καί ὅτι φαλκιδεύει τά δικά τους δικαιώματα.
Ἄν οἱ παραπάνω ἐπισημάνσεις ἔχουν ὑπόσταση, ὅπως πιστεύουμε, καί ἄν ὁ θεολογικός προβληματισμός πού γεννοῦν ἀγγίζει ὅλο καί εὐρύτερα στρώματα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τί θά πρέπει νά ἐπιδιωχθεῖ;
1. Ἡ διαφύλαξη τῆς ἱεραρχικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κεντρικῆς θέσεως τοῦ ἐπισκόπου. Τοῦτο ὅμως δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μέ ἀφοριστικές διακηρύξεις οὔτε καί μέ μονομερῆ προβολή καί ἑρμηνεία τῶν δεδομένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Χρειάζεται νά καλλιεργηθεῖ θεολογικά τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα καί τό σῶμα τῶν ἐπισκόπων νά ἀναδείξει στήν πράξη τήν κεφαλαιώδη σημασία τοῦ χαρισματικοῦ ρόλου, πού ἀσκεῖ ὁ ἐπίσκοπος στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή.
2. Νά καταστεῖ καί πάλι ὁ ἐπίσκοπος πατέρας, ποιμένας καί διδάσκαλος τοῦ κλήρου καί τῶν πιστῶν κάθε ἐπισκοπῆς. Ὅσο τό ἐπισκοπικό λειτούργημα ἀσκεῖται ὡς ἐξουσία ἀποκλειστικά διοικητική καί διαχειριστική, τόσο καί θά εὐρύνεται τό χάσμα μεταξύ ἐπισκοπάτου καί πρεσβυτερίου. Ἀντιθέτως, ἡ ἀνάδειξη τῆς πατρότητος τοῦ ἐπισκόπου θά ἀποτελέσει καί τήν προϋπόθεση αὐξήσεως τῆς ἀφοσιώσεως καί τῆς ὑπακοῆς τοῦ πρεσβυτερίου καί τῶν διακόνων στό πρόσωπό του.
3. Νά καλλιεργηθεῖ μέ κάθε τρόπο ἡ ἑνότητα καί ἡ ἁρμονική συνύπαρξη τῶν τριῶν ἱερατικῶν βαθμῶν.
Ἀποτελοῦν ἀσφαλῶς θεμελιώδεις ἀρχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου «πάντες τῷ ἐπισκόπῳ ἀκολουθεῖτε»· «μηδείς χωρίς τοῦ ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων εἰς τήν ἐκκλησίαν»· «ὅπου ἄν φανῇ ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖ τό πλῆθος ἔστω · ὥσπερ ὅπου ἄν ᾖ Χριστός Ἰησοῦς, ἐκεῖ καί ἡ Καθολική Ἐκκλησία» (Σμυρν. 8,1-2 : ΒΕΠΕΣ 2,281) . Ὅπως, ἐπίσης, καί ἡ διακήρυξη τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ: «Ὁ ἐπίσκοπος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐστί καί ἡ Ἐκκλησία ἐν τῷ ἐπισκόπῳ καί ὅσοι μετά τοῦ ἐπισκόπου οὐκ εἰσιν, οὐδέ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσιν» (Epist. 69,8 : PL 4,419;)
Οἱ παραπάνω ἀρχές ὅμως σέ καμιά περίπτωση δέν ἐπιτρέπουν ὑποτίμηση τῆς θέσεως καί τοῦ ρόλου τόσο τῶν πρεσβυτέρων ὅσο καί τῶν διακόνων. Ἄν ὁ ἐπίσκοπος ἀποτελεῖ τό κορυφαῖο λειτούργημα καί ἵσταται εἰς «τύπον Χριστοῦ» μέσα στήν Ἐκκλησία, καί οἱ πρεσβύτεροι φυλάσσουν τόν τόπο τῶν ἁγίων ἀποστόλων «ὡς σύμβουλοι τοῦ ἐπισκόπου καί τῆς ἐκκλησίας στέφανος» καί εἶναι «συνέδριον καί βουλή τῆς ἐκκλησίας» (Ἀποστ. Διαταγαί Β' 28,4 : ΒΕΠΕΣ 2,36).
Ἐξάλλου δέν θά πρέπει νά λησμονοῦμε καί τά ὅσα παρατηρεῖ ὁ ἱ. Χρυσόστομος, συγκρίνοντας κατά κάποιον τρόπο τά δύο λειτουργήματα τοῦ ἐπισκόπου καί τοῦ πρεσβυτέρου: «Οὐ πολύ τό μέσον τῶν πρεσβυτέρων καί τῶν ἐπισκόπων. Καί γάρ καί αὐτοί διδασκαλίαν εἰσίν ἀναδεδεγμένοι καί προστασίαν τῆς Ἐκκλησίας καί ἅ περί ἐπισκόπῳ εἶπεν (ὁ Παῦλος), ταῦτα καί πρεσβυτέροις ἁρμόττει. Τῇ γάρ χειροτονίᾳ μόνῃ ὑπερβεβήκασι καί τούτῳ μόνον δοκοῦσι πλεονεκτεῖν τούς πρεσβυτέρους» (Εἰς Α’ Τιμ. ὁμιλ. 11, 1 : PG 62, 553).
Ἀνάλογη προσέγγιση μᾶς ἐπιτρέπει ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση καί γιά τούς διακόνους. Παρά τόν ὑπηρετικό χαρακτήρα τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ τους, οἱ διάκονοι ἀναλαμβάνουν σημαντικότατες ὑπηρεσίες καί πολλοί, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία, χάρις στά πολλά προσόντα καί τή θεολογική κατάρτιση πού διέθεταν, συνέβαλαν καθοριστικά στήν ἀντιμετώπιση σοβαρῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
Ἡ ἰσορροπημένη θεώρηση σήμερα τῶν τριῶν ἱερατικῶν βαθμῶν – ὑπό τήν ἐπίδραση μάλιστα τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς μας, πού ἀμφισβητεῖ κάθε εἴδους αὐθεντία καί ἱεραρχική ἄρθρωση τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν – ἀπαιτεῖ τήν καλλιέργεια τῆς ἑνότητος καί τῆς ἁρμονικῆς συνυπάρξεώς τους.
4. Ἡ ἐπίδραση πού ἄσκησε διά τῶν αἰώνων τό πνεῦμα τοῦ κόσμου (ἐκκοσμίκευση) καί οἱ διοικητικές δομές τῆς ἑκάστοτε πολιτείας στή ζωή καί τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας μείωσε αἰσθητά τή χρήση τῶν θεμελιωδῶν καινοδιαθηκικῶν ὅρων ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος καί διάκονος μέ τούς ὁποίους ὁρίζονται οἱ τρεῖς ἱερατικοί βαθμοί καί ἀποδυνάμωσε τήν ἰδιαίτερης βαρύτητας θεολογική ἀξία τους.

Εἶναι καιρός νά προσπαθήσουμε ὅλοι, ποιμένες καί ποίμνιο, νά ἐπανεισαγάγουμε στή ζωή καί τήν καθημερινή γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας τούς ὅρους αὐτούς μέ τούς ὁποίους θά ἀναφερόμαστε στά τρία βασικά ἐκκλησιαστικά λειτουργήματα.
5. Στά πλαίσια τῆς ἀναγκαίας λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως ἀλλά καί τῆς ἐπιστροφῆς μας στήν εὐαγγελική λιτότητα καί τήν ἀποστολική ἁπλότητα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή λειτουργική ἀμφίεση, ἐπιβάλλεται ἴσως ἡ ἐπανεξέταση τῆς χρήσεως ὁρισμένων ἀμφίων ἐκ μέρους τῶν ἐπισκόπων, ὅπως ὁ σάκκος, ἡ μίτρα καί ἡ ἀρχιερατική ράβδος. Εἶναι γνωστή ἡ προέλευσή τους καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο εἰσῆλθε ἡ χρήση τους στή λατρεία καί στή συνέχεια – μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου – γενικεύτηκε. Ἡ ἀναφορά μας ἐδῶ στό θέμα τοῦτο καί ἡ πρόταση πού καταθέτουμε γίνεται διότι κατά τήν ἐκτίμησή μας ἡ χρήση τῶν ἐν λόγῳ ἀμφίων συνέβαλε στή διεύρυνση τῆς ἀποστάσεως πού δημιουργήθηκε μεταξύ τῶν ἐπισκόπων καί τῶν δύο ἄλλων ἱερατικῶν βαθμῶν τοῦ πρεσβυτέρου καί τοῦ διακόνου ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς λατρείας. Μία πιθανή ἐπιστροφή μας – πόσο εὔκολη εἶναι αὐτή εἶναι ἄλλο ζήτημα – στήν ἀρχική λειτουργική ἀμφίεση τῶν ἐπισκόπων, ὅπως αὐτή μέ τήν ὁποία – παρά τήν ἀλλαγή πού συνετελέσθη – συνεχίζουμε νά ἀπεικονίζουμε στούς ναούς μας τούς ἁγίους ἱεράρχες μας, θά βοηθήσει κατά τή γνώμη μας καί στή μείωση τῆς ἀποστάσεως πού, δυστυχῶς, δημιουργήθηκε μεταξύ ἐπισκοπάτου, πρεσβυτερίου καί διακόνων.
6. Τέλος, ἡ ἁρμονικότερη συνύπαρξη καί συνδιακονία τῶν τριῶν ἱερατικῶν βαθμῶν ἐπιβάλλει ἴσως καί ὁρισμένες μεταβολές στόν χῶρο τῆς διοικήσεως καί τῆς διαχειρίσεως «τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων». Εἶναι δεδομένη ἀπό τούς ἱερούς κανόνες ἡ ἁρμοδιότητα καί ἡ ἐξουσία τοῦ ἐπισκόπου σέ ὅτι ἀφορᾶ τήν εὐθύνη διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως «διά τῶν πρεσβυτέρων καί διακόνων» κατά τήν ὑπόδειξη τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων (ΜΑ', ΒΕΠΕΣ 2, 176).
Τά πράγματα δείχνουν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος θά πρέπει νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τόν κόπο καί τή φθορά πού συνεπάγεται ἡ καταπονητική ἐνασχόλησή του μέ τά οἰκονομικά καί τή διαχείριση καί νά δώσει καί πάλι προτεραιότητα στό καθαρά ποιμαντικό και διδακτικό του ἔργο.
Αὐτό μπορεῖ νά γίνει, ἄν ἀναβιώσει ὁ θεσμός τοῦ οἰκονόμου· ἄν τό πρεσβυτέριο καταστεῖ οὐσιαστικά καί ὄχι τυπικά «σύμβουλοι τοῦ ἐπισκόπου» κατά τίς Ἀποστολικές Διαταγές (Β' 28,4: ΒΕΠΕΣ 2,36)· ἄν βλέπουμε κατά τόν Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο, ὄχι μόνο τόν ἐπί
σκοπο «προκαθήμενον εἰς τύπον Θεοῦ», ἀλλά καί τούς πρεσβυτέρους «εἰς τύπον συνεδρίου τῶν ἀποστόλων» καί τούς «γλυκυτάτους» διακόνους ὡς «πεπιστευμένους διακονίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Μαγν. 6,1: ΒΕΠΕΣ 2,269).


Προηγούμενη σελίδα