Προηγούμενη σελίδα

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

ΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου
Στελεχών Ι. Μητροπόλεων,

Τήνος 20-23 Σεπτεμβρίου 2004



Α'

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Ὁλοκληρώθηκαν μὲ ἐπιτυχία οἱ ἐργασίες τοῦ Στ΄ Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ποὺ διοργάνωσε ἡ Εἰδικὴ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἐφιλοξένησε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Σύρου, Τήνου, Ἄνδρου, Κέας καὶ Μήλου στὴν αἴθουσα τοῦ Ἱδρύματος Τηνιακοῦ Πολιτισμοῦ στὴν Τῆνο ἀπό 20-23 Σεπτεμβρίου 2004. Τὸ Συμπόσιο τελοῦσε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κυρίου Χριστοδούλου καὶ συμμετεῖχαν 110 ἐκπρόσωποι ἀπὸ Ἱερὲς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Συμμετεῖχαν ἐπίσης 18 εἰσηγητές, καθηγητές Πανεπιστημίου διαφόρων εἰδικοτήτων, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τά ἐπί μέρους θέματα σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα.

Κεντρικό θέμα μελέτης τοῦ Συμποσίου ἦταν: "Χριστιανικὴ λατρεία καὶ εἰδωλολατρία. Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν κτίσαντα". Τήν Ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ τῆς ἐναρκτήριας συνεδρίας ἐτέλεσε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου κ. Δωρόθεος, ὁ ὁποῖος καὶ προσεφώνησε καλωσορίζοντας τοὺς συνέδρους. Ἐν συνεχείᾳ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ κ. Δανιὴλ χαιρέτησε τὰ μέλη τοῦ συμποσίου καὶ ἐτόνισε ὅτι: «εἰς τὸ Συμπόσιον θά διερευνήσωμεν τὴν σχέσιν τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας - εἰδωλολατρίας, τῶν ἄλλων ἀρχαίων εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν καὶ τῆς Ἰουδαϊκῆς θρησκείας μὲ τὴν χριστιανικὴν λατρείαν, τὴν λατρείαν τῆς Ἐκκλησίας». Τέλος, εὐχαρίστησε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὴν ἀπόφασὴ της νὰ συγκληθεῖ τὸ ἐν λόγῳ Συμπόσιο καί γιὰ τὴν στήριξη τῶν πρωτοβουλιῶν καὶ εἰσηγήσεων τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως.

Χαιρετισμοὺς ἀπηύθηναν στά μέλη τοῦ Συμποσίου ὁ Δήμαρχος Τήνου κ. Κων/νος Ἀθηναῖος, ὁ Ἔπαρχος Τήνου κ. Ραφαὴλ Μωραΐτης, ὁ Δήμαρχος Ἐξωμβούργου Τήνου κ. Παναγιώτης Κροντηρᾶς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματέας τοῦ Ἱδρύματος Τηνιακοῦ Πολιτισμοῦ καὶ τοῦ Πανελληνίου Ἱεροῦ Ἱδρύματος Εὐαγγελιστρίας Τήνου κ. Ἀντώνιος Ἀλβέρτης.

Τό Συμπόσιο τίμησε μέ τήν παρουσία του ὁ Μακ. Ἀρχιεπί σκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστόδουλος, ὁ ὁποῖος στήν εἰσαγωγική του ὁμιλία τόνισε, μεταξύ ἄλλων, τήν ἀναγκαιότητα τῆς λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως μέ τήν ἔννοια τῆς εὔτακτης τέλεσης τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί τῆς συνειδητῆς μετοχῆς τοῦ κλήρου καί τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ στή λατρεία. Ἡ Ἐκκλησία μέ τίς προτάσεις της δέν ἀφαιρεῖ τίποτε ἀπό τήν λατρεία. Μελετᾶ, διευκρινίζει, νοηματοδοτεῖ καί προτείνει μέ βάση τίς τεκμηριωμένες εἰσηγήσεις τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων.


B'

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

1. Ἡ ὀρθόδοξη λατρεία εἶναι ἡ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου νά διακρίνει τόν ἀληθινό Θεό, νά τοποθετηθεῖ στόν κόλπο τῆς ἀγάπης του, νά ἐκφράσει ἀνταποδοτικά μέ τήν εὐχαριστία του τήν ἀγάπη. Ἔτσι, ἡ λατρεία μαζί μέ τήν πίστη καί τή ζωή, τό δόγμα καί τό ἦθος, συναπαρτίζουν ἕνα ἀδιαίρετο σῶμα. Σκοπό της ἔχει νά μᾶς κάνει μετόχους τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πραγματώνεται στήν ἱστορία καί ἐκτείνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ λατρεία νοεῖται συλλογικά καί ἐκκλησιολογικά. Δέν εἶναι ἀτομική, ἀλλά κοινή ὑπόθεση, γι' αὐτό καί ὁ Θεός λατρεύεται στόν χριστιανικό ναό. Μέσα στή θεία λατρεία φανερώνεται ὁ Χριστός καί δοξάζεται ὁ πιστός.

2. Πολλὰ θεολογικά, κοσμολογικὰ καὶ ἀνθρωπολογικὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας συναντῶνται θετικὰ ἤ ἀρνητικὰ ἐν σχέσει πρός τὸ Χριστιανισμό. Ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία ὅμως ὑπερβαίνει σὲ πολλά οὐσιώδη σημεῖα τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη σὲ θεανθρώπινα πλαίσια. Ἄν τελοῦνται σήμερα παραολυμπιακοί ἀγῶνες καί ὑπάρχει φροντίδα γιά τούς ἀνθρώπους μέ εἰδικές ἀνάγκες, ὀφείλεται στήν ἀνύψωση τῶν ἠθῶν διά τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν συνακόλουθη κατάργηση τοῦ "Καιάδα". Ἡ Ἐκκλησία "τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησε".

3. Στὴν πρὸ Χριστοῦ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ ἀκαδημαϊκῆς φιλοσοφίας τῶν μεμονωμένων φιλοσόφων καὶ τῆς πράξεως τῆς λαϊκῆς φιλοσοφίας. Ἡ διάκριση αὐτὴ ἐκφράστηκε μὲ τοὺς ὁμηρικοὺς ὕμνους, μὲ τὸ ἔπος καὶ τὴν τραγωδία. Πολλοὶ καταξιωμένοι φιλόσοφοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατέκριναν τὰ μυθεύματα τῆς εἰδωλολατρίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐξέφρασαν προφητικῶς τὶς ἀναζητήσεις τους γιὰ τὸν Ἕνα Ἀληθινό Θεό. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀπαξίωσαν οἱ ἴδιοι τήν εἰδωλολατρία. Ποιητές τῆς ἀρχαιότητας ὡς γνήσιοι ἐκφραστές τῆς λαϊκῆς φιλοσοφίας ἀπέρριψαν κάθε μορφή παγανιστικῆς εἰδωλολατρίας.

4. Ἡ νομικὴ λατρεία τῆς ἑβραϊκῆς θρησκείας εἶναι διαμετρικὰ ἀντίθετη μὲ τὴν "ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ" (Ἰωαν.4,23) λατρεία ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός. Ἡ Χριστιανικὴ Λατρεία δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς μία ἐξελιγμένη μορφὴ τῆς ἑβραϊκῆς λατρείας, ἐφ’ ὅσον τὴν χρησιμοποίησε ὡς ἐφαλτήριο γιὰ νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο ἅλμα καί νά προσλάβει οἰκουμενικό χαρακτήρα. Ἡ "ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ" λατρεία βιώνεται μὲ τὴν προσευχή. Στὸ ἔργο αὐτὸ συμβάλλει ἡ καθαρότητα τῶν νοητικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου.

5. Μεταξύ λόγου καί μυστηρίου ὑπάρχει μιά διαλεκτική σχέση. Στή βιβλική κατανόησή του τό μυστήριο εἶναι τό μυστικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Τό σχέδιο αὐτό πραγματώνει ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται τό κατ᾿ ἐξοχήν μυστήριο, σύμφωνα μέ τή βιβλική θεολογία. Ἡ ἐκκλησιολογική διάσταση τοῦ χριστιανικοῦ μυστηρίου βρίσκεται σέ ἀντίθεση μέ τά σακραμενταλιστικά – μαγικά χαρακτηριστικά τῶν μυστηριακῶν λατρειῶν τοῦ ἑλληνιστικοῦ περιβάλλοντος. Πάντως ὁ κίνδυνος τῆς τυπολατρίας καί τοῦ σακραμενταλισμοῦ σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ἀπειλοῦν καί τήν χριστιανική λατρεία.

6. Ἡ κοσμοκεντρική καί φυσιοκρατική ἀντίληψη τῆς λατρείας τῶν εἰδώλων ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Χριστιανικὴ Λατρεία στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ διά τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, οὐδεμία σχέση ὑπάρχει μεταξύ τῆς λατρείας τῶν εἰδώλων καί τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας. Θά πρέπει ἐπίσης νά τονισθεῖ, ὅτι ὁ λειτουργικός συμβολισμός τῶν λατρευτικῶν τύπων τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μιά ἁπλή τυπολογία, ἀλλά ἀποτελεῖ ἀπεικόνιση τῶν ἐσχάτων, δηλαδή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

7. Ἡ εὐχαριστιακή θυσία εἶναι συνέχεια τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, καί ἔχει ὄχι συμβολικό, ἀλλά πραγματικό καί ρεαλιστικό χαρακτήρα. Ὡς μυστηριακή ἐπανάληψη τῆς σταυρικῆς θυσίας ὀνομάζεται ἀνάμνηση μέ τήν ἔννοια τῆς ἀνακεφαλαίωσης ὅλου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας. Σέ σχέση μέ τίς θυσίες τῆς προχριστιανικῆς ἐποχῆς, ἡ εὐχαριστιακή θυσία εἶναι μοναδική καί ἀσύγκριτη. Ἡ εὐχαριστιακή θυσία εἶναι ἀναίμακτος, λογική, πνευματική καί σωτήριος, διότι ἀκριβῶς μᾶς σώζει ἀπό τήν ἁμαρτία καθιστώντας μας κοινωνούς τοῦ θανάτου, τῆς ἀναστάσεως καί τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ.

8. Τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος δέν ἔχει σχέση μέ τίς μυστηριακές λατρεῖες, ἀλλά κατανοεῖται μόνο σέ παλαιοδιαθηκική καί ἰουδαϊκή βάση. Γιά τήν Χριστιανική Ἐκκλησία τό βάπτισμα τοῦ ὕδατος διαφοροποιεῖται ἀπό αὐτό τοῦ Πνεύματος καί εἶναι πράξη μυητική καί ἱλαστήρια. Οἱ μυστηριακές λατρεῖες χρησιμοποιοῦσαν καθαρμούς μέ νερό πού ἀπευθύνονταν ὅμως σέ λίγους ἐκλεκτούς. Ἀντίθετα τό Μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει μόνο προσωπικό, ἀλλά καί οἰκουμενικό χαρακτήρα.

9. Ἡ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μέ τό μυστήριο τοῦ Ἁγίου Εὐχελαίου διακρίνεται διαμετρικά ἀπό τίς θεραπεῖες στά ἱερά τοῦ Ἀσκληπιοῦ (Ἀσκληπιεῖα). Ἡ θεραπευτική δραστηριότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀφορᾶ ταυτόχρονα στήν ψυχή καί τό σῶμα, θεώρηση παντελῶς ἀνύπαρκτη στίς θεραπεῖες τῶν Ἀσκληπιείων. Ἀλλά καί τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς θεραπευτή διακρίθηκε ἀπό τό μυθικό πρόσωπο τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστός ἔλαβε σάρκα καί ἑπομένως συμπάσχει μέ τόν ἄνθρωπο, σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἀσκληπιό. Ἄλλωστε γιά τή Χριστιανική Ἐκκλησία ἡ ἀσθένεια θεωρεῖται δοκιμασία μέν ἀλλά καί ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιά τόν ἀρχαιοελληνισμό, κατάρα.

10. Ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία μέ τή σοφή, νηφάλια καί μετριοπαθή τακτική της πέτυχε, ἀφ᾿ ἑνός μέν νά συμφιλιώσει δύο διαμετρικά ἀντίθετα ἡμερολόγια, ἤτοι τό ἡλιακό - ἑλληνορωμαϊκό καί τό σεληνιακό – ἰουδαϊκό, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ νά μεταμορφώσει τό ἡμερολόγιο σέ ἑορτολόγιο. Ὁ κοσμικός χρόνος τοῦ παρόντος βίου μεταμορφώνεται σέ ἀφορμή ἑορτῆς, δηλαδή σέ μετάβαση ἀπό τά ὁρώμενα πρός τά νοούμενα καί σέ πρόγευση τῆς βασιλείαςτοῦ Θεοῦ.

11. Ἡ θρησκεύουσα χριστιανική ψυχή ἀντιμετώπισε νηφάλια τά εἰδωλολατρικά ἱερά καί ἀγάλματα καί εἰδικότερα τά ἱστορικά ἐκεῖνα στοιχεῖα, πού εἶχαν σχέση μέ τό τέλος τῆς ἀρχαίας λατρείας. Ἔτσι ἀξιοποιώντας τά μνημεῖα τῶν ἀρχαίων τά μετέτρεψε σέ χριστιανικούς ναούς. Μέ αὐτή τήν ἐνέργεια ἡ χριστιανική λατρεία ἔγινε ἡ γέφυρα, μέ τήν ὁποία ὁ ἀρχαῖος κόσμος πέρασε ἀπό τόν παγανισμό στή χριστιανική ἀλήθεια.

12. Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἦλθε σέ ἀντίθεση μέ τά θεάματα τῶν μίμων καί τῶν ὀρχηστῶν. Ὅμως μέσα στήν ἀντίδραση αὐτή δέν ὑπάρχει πολεμική ἐναντίον τῶν ἀρχαιοελληνικῶν δραμάτων, τά ὁποῖα θεωροῦνταν φορεῖς μορφωτικῆς ἀξίας. Οἱ ἑλληνόφωνοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι συνέβαλαν στή διαμόρφωση τῆς χριστιανικῆς λατρείας, γνώριζαν τή λειτουργία τῶν θεάτρων, γι'αὐτό καί ἀξιοποιοῦσαν τίς ἔννοιες τοῦ «ρόλου» καί τῆς «σκηνῆς» στά κείμενά τους, παρόλο πού ὁ ὅρος «δράμα» εἶχε ἀποκτήσει νέα σημασία, ὥστε νά διαφοροποιεῖται ἀπό τήν κλασική σημασία τοῦ θεατρικοῦ ἔργου.Τονίζεται, ὅτι τήν ἐποχή ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ τό ἀρχαιοελληνικό θέατρο βρισκόταν σέ παρακμή. Τό γεγονός αὐτό πιστοποιεῖται ἀπό τίς ἀκόλουθες μαρτυρίες. Γράφει ὁ Φιλόστρατος: "Συνιόντες (Ἀθηναῖοι) εἰς θέατρον τό ὑπό τῇ ἀκροπόλει προσεῖχον σφαγαῖς καί ἀνθρώπων θυσίαις, ἤγοντο γάρ μεγάλην χρημάτων ἐωνημένοι, πόρνοι, τοιχωρύχοι, μοιχοί, βαλαντιοτόμοι, ἀνδραποδισταί καί τά τοιαῦτα ἔθνη, οἱ δέ Ἀθηναῖοι ὥπλιζον αὐτούς καί ἐκέλευον συμπίπτειν". (Φιλοστράτου: Βίος Ἀπολλωνίου Τυανέως, Δ, 22). Ἐνῶ ὁ Δίων Χρυσόστομος ὑποστήριζε: "... ὥστε τινά ἐν αὐτοῖς σφάττεσθαι τοῖς θρόνοις, οὗ τόν ἱεροφάντην καί τούς ἱερεῖς ἀνάγκη καθέζειν.... Καί τόν εἰπόντα περί τούτων φιλόσοφον οὐκ ἐπῄνεσαν, οὐδέ ἐδέχθησαν, ἀλλ᾿ οὕτως ἐδυσχέραναν, ὥστε ἐκεῖνον λιπεῖν τήν πόλιν, καί μᾶλλον ἑλέσθαι ἀλλαχόσε τῆς Ἑλλάδος διατρίβειν". (Δίωνος Χρυσοστόμου˙ Λόγος λαʹ, 347).

13. Ἔχοντας ὑπόψη τόν γνωστό ὁρισμό τῆς τραγωδίας ἀπό τόν Ἀριστοτέλη διαπιστώθηκε ἡ συσχέτισή της μέ τά κείμενα τῶν Θείων Λειτουργιῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα ἔδωσε τόν "μορφικό τύπο", τό πλούσιο καί κατάλληλο ἐκφραστικό ἔνδυμα. Ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε, στό ὅλο Λειτουργικό γεγονός, τό ζωοποιό πνεῦμα. Οἱ Ἕλληνες σοφοί προετοίμασαν τούς ἀνθρώπους γιά τήν ἔλευση Τοῦ Φωτός. Τώρα ὅμως "ἀργοῦσι λύχνοι τῇ τοῦ Ἡλίου παρουσίᾳ", κατά τήν ἔκφραση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (PG 32, 165D). Γι᾿ αὐτό ἐξάλλου οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι εἰκονίζονται στούς νάρθηκες τῶν Καθολικῶν τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

14. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἐπέτυχαν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου πολιτιστικές δημιουργίες ὅσον, ἴσως, ὀλίγοι στήν παγκόσμια ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ ποιητική καί μουσική θρησκευτική τους παραγωγή καί θαυμάζεται καί ἐμπνέει, μέχρι σήμερα, τούς πολιτισμένους λαούς τοῦ κόσμου. Ἡ ἰουδαϊκή προχριστιανική ὑμνογραφία ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀποκεκαλυμμένης Βίβλου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παιδαγωγοῦσα τούς ἀνθρώπους στήν περί τοῦ Μεσσία ἀλήθεια. Ἡ χριστιανική ὑμνογραφία καί μουσική προέκυψε ὡς σύνθεση, ἐπεξεργασία, ἀναχώνευση, μετασχηματισμός καί μεταμόρφωση τοῦ θρησκευτικοῦ, ποιητικοῦ καί μουσικοῦ πλούτου τῆς προχριστιανικῆς ἑλληνοϊουδαϊκῆς κυρίως παραδόσεως. Οἱ ποιητές καί μελωδοί τῆς Ἐκκλησίας μέ τό φωτισμό τῆς Χάριτος ἀξιοποίησαν τά πολιτιστικά στοιχεῖα τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου δημιουργώντας τήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφική καί μουσική παράδοση καί τίς λοιπές λειτουργικές τέχνες.

15. ῾Η στάση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λαϊκῶν ἐθίμων ἐπικεντρώνεται σέ τρεῖς βασικές ἀρχές:

α. Τόν ἀπόλυτο σεβασμό καί φροντίδα συντήρησης τῶν ἐθίμων, πού συνάδουν πρός τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τό λειτουργικό ἦθος.

β. Τήν ποιμαντική ἀνοχή καί τήν παιδαγωγική ἀξιοποίηση τῶν ἐθίμων πού δέν δημιουργοῦν ἰδιαίτερα πνευματικά προβλήματα, ὅπως π.χ. αὐτά πού ἀναφέρονται στήν ἀγάπη πρός τή φύση, τήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος καί τήν καλῶς νοούμενη ψυχαγωγία τῶν ἀνθρώπων.

γ. Τήν ἀπερίφραστη καταδίκη καί συστηματική ποιμαντι κή προσπάθεια ἐξάλειψης τῶν παλαιῶν καί νεωτέρων ἐθίμων, πού ἔφερε ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς λατρείας καί τά ὁποῖα δέν ἐναρμονί-ζονται μέ τό πνεῦμα τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἱερῶν κανόνων.

16. Στήν ἐκκλησιαστική ζωή ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας δέν στηρίζεται στήν ἐξαφάνισι τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἄλλου, ἀλλά στήν φανέρωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, στήν παρουσία τῶν ἁγίων καί στήν πορεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἡ ἀντίληψη γιά τό ἀνθρώπινο κάλλος δέν εἶναι ἀπορριπτική οὔτε διορθωτική. Εἶναι θεολογία τῆς πληρώσεως. Ἡ περί κάλλους ἀντίληψη τῆς εἰδωλολατρίας ὁριοθετεῖται ἀπό τό θάνατο, τόν ὁποῖον ἀδυνατεῖ νά νικήσει. Ἡ Ἐκκλησία χωρίς νά ἀρνεῖται τήν αἰσθητική, τήν μεταμορφώνει χαρίζοντά της τήν φιλόκαλλη διάστασή της, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν ἀναφορά της στόν "ὡραῖο κάλλει παρά πάντας βροτούς".

17. Ἡ ἐθνική βαττολογία καί ἡ λειτουργική προσευχή δέν εἶναι συγκρίσιμα στοιχεῖα. Διαφέρουν ριζικά καί ὡς πρός τό περιεχόμενο καί ὡς πρός τή μορφή, ἔτσι ὅπως φαίνεται στήν βιβλική καί ἁγιοπατερική παράδοση. Ἡ λειτουργική προσευχή ἔχει ἐκκλησιολογικό, χριστολογικό καί πνευματολογικό χαρακτήρα, ἀλλά καί ἐσχατολογικό προσανατολισμό.

18. Ἡ χριστιανική θεολογία, ὅταν συνδιαλέγεται μέ τόν κόσμο, ὀφείλει νά γνωρίζει τά αἰτήματα τοῦ κόσμου, γιά νά συνδιαλέγεται μαζί του μετά λόγου γνώσεως.

19. Γιά μιά ποιμαντική τῆς νεοειδωλολατρίας εἶναι σημαντι κό νά γνωρίζουμε τά θεολογικά καί ἄλλα ὑπαρξιακά αἰτήματα τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ στοχασμοῦ, τά ὁποῖα φαίνεται νά ἀγνοοῦν οἱ σύγχρονοι νεοειδωλολάτρες. Ἡ θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μπορεῖ νά ἀπαντήσει στά αἰτήματα αὐτά, χρησιμο-ποιώντας τήν πλούσια πατερική παράδοση, ὄχι τόσο ἀπολογητικά, ἀλλά νοηματοδοτώντας θετικά τά πράγματα τοῦ κόσμου.


Γ'

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ἔχοντες ὑπ' ὄψι τίς Εἰσηγήσεις, τίς διεξαχθεῖσες συζητήσεις καί τίς διατυπωθεῖσες προτάσεις στό Συμπόσιο εὐλαβῶς σημειοῦμεν ὅτι, μέ τό Ποιμαντικό ἔργο της ἡ Ἐκκλησία διά τῆς λειτουργικῆς ἀγωγῆς δέον, ὅπως στοχεύει εἰς τά ἑξῆς:

1. Νά συνειδητοποιήσουμε, ὅτι ἡ Χριστιανική Λατρεία προέρχεται ἐξ ἀποκαλύψεως, ἐνῶ οἱ παγανιστικές τελετές συνιστοῦν ἀνθρωποκεντρικές πρωτοβουλίες χωρίς προοπτική. Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας γίνεται "ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ" καί διαστέλλεται τόσο ἀπό τόν ἰουδαϊκό νομικισμό, ὅσο καί ἀπό τήν εἰδωλολατρία.

2. Εἶναι ἀνάγκη νά ἀναπτυχθεῖ ἡ λειτουργική κατήχηση καί ἀγωγή τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί τοῦ πιστοῦ Λαοῦ, αὐτό θά ἐπιτευχθεῖ, ἄν οἱ ποιμένες γνωρίσουν τίς ἀρχές τῆς λειτουργικῆς θεολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας (μελέτη τῶν προβαπτισματικῶν καί μεταβαπτισματικῶν κατηχήσεων).

3. Νά τονισθεῖ τό βαθύτερο θεολογικό νόημα τῆς προσφορᾶς τῶν δώρων (ἄρτου, οἴνου, θυμιάματος καί ἄλλων ἀπαρχῶν), ὡς ἔνδειξη εὐχαριστίας καί ἀνταπόδοσης εὐγνωμοσύνης στό Θεό.

4. Νά ἐπισημανθεῖ στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι οἱ παγανιστικές τελετές θεραπειῶν ἀρρώστων δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα ὅμως πρέπει νά νοηματοδοτοῦνται μέ βάση τή μελέτη καί γνώση τῶν λειτουργικῶν κειμένων καί μέ τήν εὔτακτη καί ἱεροπρεπή τέλεσή τους.

5. Σέ περιπτώσεις ποιμαντικῆς ἀντιμετώπισης τῆς νεοειδωλολατρίας ὁ ποιμένας ὀφείλει νά χειρισθεῖ τό πρόβλημα μέ διάκριση, προκειμένου νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἀκούσια διαφήμισή της.

6. Ἡ ἀνασύνταξη τῆς ἐνορίας ὡς λατρεύουσας κοινότητας ἀποτελεῖ τή θετικότερη ἀντιμετώπιση καί τοῦ φαινομένου τῆς νεοειδωλολατρίας.

7. Νά τηρηθεῖ ὑπεύθυνη στάση, στάση σεβασμοῦ ἔναντι τῆς ὑλικῆς δημιουργίας καί τῶν πραγμάτων τῆς λατρείας (εἰκονογραφία, μουσική, ναοδομία, λειτουργική εὐταξία, χρήση τεχνολογικῶν μέσων), ἔτσι ὥστε "ψυχῇ τε καί σώματι" νά πραγματοποιεῖται ἡ ἀληθινή σχέση καί κοινωνία μέ τό Θεό καί τούς συνανθρώπους.Ἐπιβάλλεται δέ προσέτι ἡ ἐπιστημονική καί ποιμαντική ἀξιοποίηση τῶν λειτουργικῶν τεχνῶν.

8. Χρειάζεται προσοχή, ὥστε ὁ ποιμένας νά μήν ἐνθαρρύνει τά διάφορα παγανιστικά λαϊκά ἔθιμα, ἀλλά καί νά μή προσπαθεῖ σχολαστικά νά βρεῖ εἰδωλολατρικές συνήθειες σέ διάφορες ἐκφάνσεις τῆς λαϊκῆς παράδοσης.

9. Νά ἀξιοποιηθεῖ ὁ πλοῦτος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου καί νά καλλιεργηθεῖ ἡ ὀρθόδοξη δογματική συνείδηση τῶν χριστιανῶν. Νά μή λησμονοῦμε, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό ὅσους βρίσκονται στήν πλάνη ἐντάχθηκαν στήν Ἐκκλησία κάποτε διά τοῦ Μυστηρίου τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Οἱ εὐθύνες τῶν ποιμένων στίς περιπτώσεις αὐτές εἶναι μεγάλες.

10. Νά γίνει εὐρύτερα γνωστό ὅτι, τά εἰδωλολατρικά κινήματα μέ τίς ποικίλες τάσεις τους, δέν ταυτίζονται μέ τήν ἀρχαοελληνική θρησκεία, τήν ἀναβίωση τῆς ὁποίας ὑποστηρίζουν, ὅτι ἐπιδιώκουν. Κάνουν ἐπιλεκτική χρήση τῶν πολυθεϊστικῶν πεποιθήσεων, ἀποσιωπώντας ἤ ἀπορρίπτοντας τίς μονοθεΐζουσες ἤ μονοθεϊστικές ἀνατάσεις τῶν λαμπροτέρων ἐκπροσώπων τῆς ἀρχαιοελληνικῆς διανοήσεως.


Προηγούμενη σελίδα