Προηγούμενη σελίδα

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
ΣΤΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ


ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β.ΤΖΕΡΠΟΣ
Λέκτωρ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Κείμενο από το ΣΤ' Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο
Ἀθῆναι, 20-23 Σεπτεμβρίου 2004
Γενικό Θέμα «Χριστιανική λατρεία καί εἰδωλολατρία».
Τῆνος

Εἶναι γνωστό, ὅτι ὁ ὅρος «λειτουργία» μέ τόν ὁποῖο δηλώνεται σήμερα κυρίως τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, σημαίνει ἐτυμολογικά ἔργο τοῦ λαοῦ, δηλαδή, ἔργο τό ὁποῖο γίνεται ἀπό τό λαό καί γιά τό λαό(1). Προφανῶς ἡ ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία υἱοθέτηση τοῦ ὅρου αὐτοῦ δέν ἔγινε τυχαῖα, ἀλλ᾿ ἀπέβλεπε στήν ὑπογράμμιση τοῦ λαϊκοῦ χαρακτήρα, τόν ὁποῖο ἀπό τή φύση της ἔχει καί πρέπει νά ἔχει γενικά ἡ ὀρθόδοξη λατρεία, ὡς συλλειτουργία κλήρου καί λαοῦ, κατά τήν λατρευτική συγκρότηση και φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας σ᾿ ἕνα σῶμα(2). Ὡς ὁμοούσιο γέννημα τῆς ὀρθόδοξης λατρείας θά πρέπει νά θεωρήσουμε κατ᾿ ἀναλογία καί τίς ἀπό τόν ἁπλό λαό ἐνασκουμένες διάφορες χριστιανικές λατρευτικές πρακτικές, οἱ ὁποῖες δέν ἐντάσσονται μέν στήν ἐπίσημη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀσκοῦνται ὅμως κατ᾿ ἔθος καί κατά παράδοση καί συνιστοῦν ἕνα ἐξ ἴσου σεβάσμιο τμῆμα τῆς γενικώτερης πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς(3). Διότι ἀποτελοῦν τό ξεχείλισμα τῆς λατρεύουσας λαϊκῆς ψυχῆς, πού μορφοποιεῖται σέ ἤθη καί ἔθιμα(4), ὡσάν ἐκεῖνα πού τόσο παραστατικά μᾶς περιγράφει στά διηγήματά του ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης(5) καί εἶναι αὐτά πού λίγο - πολύ ὀνομάζουμε ὀρθόδοξη λειτουργική εὐσέβεια(6).

Παράλληλα, σήμερα, χρησιμοποιεῖται εὐρύτατα καί ὁ ὅρος λαϊκή λατρεία(7), μέ τόν ὁποῖο νοεῖται γενικά τό σύνολο τῶν ὑπό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τηρουμένων τελετουργικῶν τύπων(8), καί ἡ ὁποία ὡς τμῆμα τοῦ γενικώτερου λαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ἀποτελεῖ ἀντικείμενο σπουδῆς πολλῶν σχετικῶν ἐπιστημονικῶν κλάδων, κυρίως ὅμως τῆς Λαογραφίας(9). Στήν ἐπιστήμη αὐτή ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία θά πρέπει κατ᾿ ἀρχήν νά εἶναι εὐγνώμων, διότι χάρη σ᾿ αὐτήν γνωρίζουμε σήμερα πολλά βασικά στοιχεῖα τῆς λαϊκῆς θρησκευτικότητας, ἰδιαίτερα χρήσιμα κατά τήν ἐνάσκηση τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα, ὅμως, καταγράφεται καί ἡ ἀνάγκη μιᾶς πιό συστηματικῆς θεολογικῆς διερεύνησης καί ἑρμηνείας τῶν λαογραφικῶν αὐτῶν φαινομένων, τουλάχιστον γιά νά ἀποφεύγονται ἀκρότητες, ὅπως ἡ ἀναγωγή ὅλων τῶν λαϊκῶν θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων στήν εἰδωλολατρία, τήν μαγεία ἤ τήν δεισιδαιμονία(10), ἤ γενικεύσεις ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν κατώρθωσε σέ καμμιά περίπτωση νά ἐκχριστιανίσει οὐσιαστικά τόν κόσμο(11).Τό γεγονός δέν ἐκπλήσσει καθόλου ἄν ἀναλογισθεῖ κανείς, ὅτι κατά τόν προηγούμενο αἰώνα ὁρισμένοι ἐκπρόσωποι τῆς λεγόμενης θρησκειολογικῆς σχολῆς διισχυρίζοντο, ὅτι τά ἱερά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ὑπό χριστιανικό μανδύα συνέχιση τῶν ἀρχαίων εἰδωλολατρικῶν μυστηρίων(12). Ἀλλά καί ἐντός τῶν κόλπων τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας διατυπώνεται σήμερα ἕνας ἀνάλογος προβληματισμός μέ τήν κατάδειξη συγκεκριμένων συμπτωμάτων, τά ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὡς περιπτώσεις διολίσθησης πρός μιά μαγική καί δεισιδαίμονα κατανόηση τῆς χριστιανικῆς λατρείας(13). Οἱ διαπιστώσεις αὐτές, σέ συνδυασμό μέ τή σύγχρονη πρόκληση τοῦ Νεοπαγανισμοῦ(14), ὑπογραμμίζουν γιά μιά ἀκόμη φορά τήν σπουδαιότητα τοῦ γενικωτέρου θέματος τῆς σχέσεως χριστιανικῆς λατρείας καί εἰδωλολατρίας.Προσδιορίζουν δέ καί τήν εἰδική στοχοθεσία τῆς μελέτης αὐτῆς, ἡ ὁποία καλεῖται οὐσιαστικά νά ἀπαντήσει στά ἑξῆς δύο βασικά ἐρωτήματα: α)πῶς καί σέ ποιό βαθμό ἡ ἐκκλησιαστική λατρεία συνετέλεσε διαχρονικά στήν διαμόρφωση τῶν διαφόρων ἠθῶν καί ἐθίμων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ· καί β) ποιά σημασία ἔχουν αὐτά τά παραδοσιακά ἤθη καί ἔθιμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ γιά τήν πνευματική ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἑλληνικῆς Ἐκκλησία μας σήμερα.

1. Κατ᾿ ἀρχήν θά πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι ὑπάρχει μιά θεμελιακή διαφορά μεταξύ τῆς χριστιανικῆς ἀντιλήψεως περί λατρείας γενικά καί οἱασδήποτε ἄλλης ἐννοιολογικῆς προσεγγίσεως τοῦ πανθρησκειακοῦ αὐτοῦ φαινομένου. Ἐπ᾿ αὐτοῦ εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδεικτική ἡ ἱστορική διαπίστωση, ὅτι τό μήνυμα τοῦ χριστιανικοῦ εὐαγγελίου οὐδέποτε κηρύχτηκε ὡς μιά σώζουσα λατρεία, ἀλλά πάντοτε ὡς μιά σώζουσα πίστη(15). Ἤδη στό κήρυγμα τῶν προφητῶν τῆς Π. Διαθήκης καί σέ ἀντίθεση μέ τίς μνημονευόμενες ἀπ᾿ αὐτήν διάφορες μορφές εἰδωλολατρίας, ὅπως ἡ μαγεία καί ὁ λειτουργικός συγκρητισμός, ὑπογραμμίζεται ἡ ὕπαρξη τοῦ ἑνός καί μοναδικοῦ Θεοῦ, στόν ὁποῖο ὁ πιστός λάτρης ἀνάγεται μόνο μέ τήν δικαιοσύνη, τήν ἀγάπη καί τήν ἁγιότητα(16). Τόν πνευματικό αὐτό χαρακτήρα τῆς λατρείας τονίζει ἰδιαίτερα ἡ Κ. Διαθήκη μέ τήν προβολή τῆς μοναδικότητας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἔχει τήν τελική ἀναφορά της διά τῆς Ἐκκλησίας ἡ χριστιανική λατρεία (Ἐφ. 1, 3-14. 2, 18-22). Διότι οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς( Πράξ. 4,12). Ἑπομένως ἡ χριστιανική λατρεία δέν μπορεῖ ποτέ νά αὐτονομηθεῖ ὡς θεσμός, ἀλλά νομιμοποιεῖται μόνο στό μέτρο πού ἐκφράζει τό δόγμα καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.

Στά πλαίσια, λοιπόν, τῆς ἐν Χριστῷ θείας ἐνανθρωπήσεως καί πρός ἀποφυγή κάθε εἴδους λειτουργικοῦ μονοφυσιτισμοῦ, καταφάσκεται μαζύ μέ τήν πνευματικότητα καί ἡ διαμέσου ὑλικῶν συμβόλων καί τελετουργικῶν τύπων αἰσθητοποίηση τῆς λατρείας, ὡς συγκατάβαση καί ἔκφραση τῆς ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν ἀπό σῶμα καί ψυχή ἀποτελούμενο ἄνθρωπο. Ἀλλά καί πάλιν τονίζεται ὁ ἀναγωγικός χαρακτήρας τῆς χριστιανικῆς λατρείας, ὡς λατρείας λογικῆς( Ρωμ. 12,1 ), πού προσφέρεται ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ ( Ἰωάν.4,24) καί διαμέσου τῆς ὁποίας ὁ ὑλικός κόσμος μεταμορφώνεται ἐν Χριστῷ σ’ ἕναν παγκόσμιο ναό φανέρωσης τῆς δόξας τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος ἔκπτωσης ἀπ᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν πνευματικό χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς λατρείας σέ κάθε εἴδους εἰδωλοποίηση τῶν στοιχείων τοῦ ὑποταγμένου στήν ἁμαρτία φθαρτοῦ τούτου κόσμου εἶναι καί ὁ βασικός λόγος, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ τόν ὡς ἕνα μεγάλο βαθμό ἀπόκοσμο χαρακτήρα, πού ἐμφάνιζε ἡ χριστιανική λατρεία κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες(17).

2. Ἀπό τόν 4ο αἰ., ὅμως, καί ἑξῆς, μετά τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν καί τήν καθιέρωση τῆς ἀνεξιθρησκείας, ἡ ὁποία στήν πράξη σήμαινε ἐλεύθερη τέλεση τῆς χριστιανικῆς λατρείας, δημιουργήθηκε μιά ἐντελῶς καινούργια ποιμαντική κατάσταση στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἔμελε νά ἐπηρεάσει καθοριστικά καί τήν περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς λειτουργικῆς της ζωῆς. Ἀναφερόμαστε ἰδιαίτερα στό μεγάλο θέμα τῆς μεταστροφῆς καί τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν ἐθνικῶν, τῶν ὁποίων ἡ μαζική πλέον προσέλευση στήν Ἐκκλησία δημιουργοῦσε πρόβλημα ἐκχριστιανισμοῦ τῆς ἴδιας τῆς κοινωνίας μέ τήν ὀργανωμένη της μορφή, τά ἤθη καί ἔθιμα καί τό πιό σπουδαῖο, τή θρησκευτική της ψυχολογία. Μέ βάση δέ τό γεγονός, ὅτι στόν προχριστιανικό κόσμο θρησκεία καί λατρεία ἦταν ἔννοιες σχεδόν ταυτόσημες, ὥστε ἡ εἰδωλολατρία ν᾿ἀποτελεῖ οὐσιαστικά ἕνα σύστημα λατρειῶν, ἐκεῖνο πού ἀναπόφευκτα προσείλκυσε ἰδιαίτερα τήν προσοχή τῶν λαϊκῶν μαζῶν κατά τήν ἔνταξή τους στή Ἐκκλησία ἦταν ἡ λατρεία της(18). Κατά τήν διαδικασία δ᾿ αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς λειτουργικῆς μεταστροφῆς τῶν ἐξ ἐθνῶν χριστιανῶν ἑστιάζεται καί ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος, πού μᾶς ἀπασχολεῖ στή μελέτη αὐτή.

Εἶναι, δηλαδή, γνωστό ὅτι τό μεγαλύτερο πνευματικό ἐμπόδιο, πού συνάντησε ἡ ἱεραποστολή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας κατά τόν ἐκχριστιανισμό τοῦ τότε ἑλληρωμαϊκοῦ κόσμου, δέν ἦταν τόσο ἡ πίστη στούς μεγάλους καί ἐπώνυμους θεούς, ὅσο στήν ὕπαρξη ἀπειράριθμων μικρῶν θεῶν-δαιμόνων, πού συνδέονταν μέ μιά λιγότερο ἤ περισσότερο ἐξελιγμένη πρωτόγονη λατρεία τῆς φύσης(19). Πρόκειται γιά μιά μορφή λαϊκῆς θρησκευτικότητας, πού παρότι δέν ἀνῆκε στίς ἀνώτερες μορφές τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκείας, ἦταν αὐτή πού παρουσίασε τήν μεγαλύτερη ἀνθεκτικότητα, διότι συνδέονταν πολλαπλῶς μέ τή γῆ, ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς ὁποίας καί ζοῦσαν κυρίως οἱ στήν πλειονότητά τους ἀγροτικοί πληθυσμοί τῆς ἐποχῆς αὐτῆς. Γιαυτό καί εὔστοχα παρατηρήθηκε ὅτι ὁ ἀγώνας τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας γνώρισε μιά ξεχωριστή ἔνταση, ὅταν ἡ Ἐκκλησία συγκρούστηκε μέ τό «χωριό», δηλαδή, τό στρῶμα ἐκεῖνο τοῦ πληθυσμοῦ, γιά τό ὁποῖο ἡ εἰδωλολατρική λατρεία ἀποτελοῦσε ἕνα ὀργανικό μέρος τῆς σχέσης τῶν ἀνθρώπων μέ τή φύση. Τήν πιό δέ εὔγλωττη ἐπ’ αὐτοῦ μαρτυρία μᾶς παρέχει τό φαινόμενο τῆς διπλῆς πίστης, πού ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει ὡς σήμερα ἀνάμεσα σ’ ὅλους σχεδόν τούς λαούς τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ (20). Καί αὐτό ἦταν ὡς ἕνα σημεῖο φυσικό. Διότι μαζύ μέ τήν ἀπάρνηση μιᾶς αἰωνόβιας θρησκείας, ὅπως ἦταν ἡ εἰδωλολατρία, ὁ πολύς λαός ἐκαλεῖτο νά ἐγκαταλείψει ταυτόχρονα κι ἕνα πλῆθος λαϊκῶν συνηθειῶν, πού ἐξακολουθοῦσαν καί μετά τήν μεταστροφή του τό χριστιανικό εὐαγγέλιο, νά τόν συγκινοῦν(21). Διότι συνδέθηκαν μακραίωνα μέ τά σπουδαιότερα γεγονότα τῆς καθημερινῆς του ζωῆς, ὅπως εἶναι ἡ γέννηση, ὁ γάμος, ἡ ὑγεία, οἱ χαρές καί οἱ λύπες τῆς ζωῆς, ἡ γονιμότητα τῆς γῆς, ἡ ἐναλλαγή τῶν ἐποχῶν καί γενικά τό μυστήριο τοῦ χρόνου, ὁ θάνατος καί ἡ μετά θάνατον ἐπιβίωση. Πολλά δέ ἀπ᾿ αὐτά ὑπαγορεύονταν ἀπό τούς κοινούς γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους νόμους τῆς φύσεως καί μποροῦσαν, εἴτε αὐτούσια, εἴτε ἀνανοηματοδοτούμενα χριστιανικά, νά ἐνσωματωθοῦν εὔκολα στήν προοδευτικά δημιουργούμενη χριστιανική λαϊκή παράδοση. Πρός τήν δημιουργία αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς νέας παράδοσης ἐπικεντρώθηκε στό ἑξῆς ἡ ὅλη ἱεραποστολική προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας(22), μέ ἰδιαίτερη, ὅμως, ἔμφαση στήν ἀποκάθαρση τοῦ βίου τῶν χριστιανῶν, ἀπό οἱοδήποτε θύραθεν στοιχεῖο ἐρχόταν σέ εὐθεῖα ἀντίθεση μ᾿ αὐτό καθαυτό τό δόγμα καί τό ἦθος τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

3. Σήμερα ἔχουμε, εὐτυχῶς, μιά λίγο-πολύ ὁλοκληρωμένη εἰκόνα γιά τά λαϊκά λατρευτικά ἔθιμα τοῡ ἑλλαδικοῦ χώρου, πού τήν ὀφείλουμε, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, στήν μεγάλη ἀνάπτυξη πού γνώρισαν οἱ λαογραφικές σπουδές στήν πατρίδα μας τά τελευταῖα χρόνια. Παρά δέ τίς παρατηρούμενες μεταξύ τῶν λαογράφων διαφορές σχετικά μέ τόν τρόπο ἑρμηνείας τους, κοινή εἶναι ἡ διαπίστωση, ὅτι ἡ ἐπίσημη λατρεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας βρίσκεται στό ἐπίκεντρο τῆς νεοελληνικῆς λαϊκῆς θρησκευτικότητας, καί καλύπτει σέ ἐντυπωσιακό βαθμό ὅλες τίς ἐπιμέρους πτυχές τῆς ἰδιωτικῆς καί δημόσιας ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀρκεῖ πρός τοῦτο νά θυμηθεῖ κανείς τόν μαζικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο οἱ νεοέλληνες συμμετέχουν σήμερα στίς μεγάλες ἐτήσιες χριστιανικές γιορτές, ὅπως εἶναι τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τά Φῶτα, οἱ ἄλλες μεγάλες δεσποτικές καί θεομητορικές ἑορτές, οἱ πανηγύρεις τῶν ναῶν, ὁ καθαγιασμός τῶν μεγάλων στιγμῶν τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου -γέννηση, γάμος, θάνατος-μέ τίς ἀντίστοιχες λειτουργικές ἀκολουθίες τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Γάμου καί τῆς Κηδείας, ἤ τό πλῆθος τῶν παλαιῶν καί νέων περιστατικῶν εὐχῶν, μέ τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ἁγιάζει τά καθημερινά ἔργα τῶν ἀνθρώπων.

Ἐπιπλέον ὅλες αὐτές οἱ ἐκκλησιαστικές λειτουργικές ἀκολουθίες πλαισιώνονται μ᾿ ἕνα ἀκόμη πλῆθος παραλειτουργικῶν τελετουργικῶν στοιχείων καί ἐθίμων, τά ὁποῖα ἀπό ἄποψη πνευματική εἶναι ὁμόλογα καί ὁμοούσια πρός ὅσα ἄλλα ἔχουν ἤδη ἐνσωματωθεῖ ὡς δομικά στοιχεῖα στίς διάφορες λειτουργικές ἀκολουθίες(23), τίς ὁποῖες καί γειώνουν σέ αὐθόρμητα λαϊκά βιώματα. Διότι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπό τή φύση του γεωχαρής(24). Γιαυτό καί ὁποιαδήποτε εἰδολογική προσομοιότητα τῶν στοιχείων αὐτῶν πρός ἀντίστοιχα προχριστιανικά ἤ ἐξωχριστιανικά, δέν πρέπει νά μᾶς ὁδηγεῖ πρός ἄχρωμες θρησκειολογίζουσες καί κοινωνιολογίζουσες συγχύσεις, διότι αὐτό πού βαραίνει ἰδιαίτερα στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ διαφορετικότητα τοῦ δόγματος καί τοῦ ἤθους πού ἐκφράζουν(25). Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος «οὐκ ἐν σχήμασιν καί τύποις ἐξωτέροις ἡ ἀλλοίωσις τῶν χριστιανῶν ὑπάρχει, ὡς οἱ πολλοί ἐν τούτῳ οἴονται εἶναι τήν διαφοράν καί διάκρισιν μεταξύ κόσμου και αὐτῶν, ἐν σχήματι και τύποις… ἐν γάρ τῇ τοῦ νοός ἀνακαινώσει καί τῇ τῶν λογισμῶν εἰρήνῃ καί τῇ τοῦ Κυρίου ἀγάπῃ καί οὐρανίῳ ἔρωτι ἡ καινή κτίσις τῶν χριστιανῶν πάντων ἀνθρώπων τοῦ κόσμου διαφέρει· διό καί ἡ ἔλευσις τοῦ Κυρίου γέγονεν»(26).

Ἀπό τόν ἐκτενῆ κατάλογο τῶν ἐθίμων αὐτῶν, πού ποικίλουν κατά τόπους καί ἐποχές καί ἀπαιτεῖ τό καθένα εἰδική διαπραγμάτευση, ἀναφέρουμε ἐδῶ τά σπουδαιότερα ἀπ᾿αὐτά, ὅπως εἶναι οἱ ἑορταστικοί ἀγ(υ)ερμοί μέ τά παιδικά κάλαντα τῶν Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιᾶς καί τά λαζαρίσματα τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου, τό χριστουγεννιάτικο δένδρο καί ἡ φάτνη, ὁ ἁγιασμός τῶν ὑδάτων τά Θεοφάνεια μέ τήν πανηγυρική κατάδυση τοῦ τιμίου σταυροῦ σέ θάλασσες καί ποταμούς(27), ἡ πάνδημη συμμετοχή στόν ἐπιτάφιο καί τήν πολύκροτη καί πολύφωτη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, τά κόκκινα αὐγά καί ὁ ὀβελίας τοῦ Πάσχα(28), τά πανηγυρικά κόλυβα, τά ὑψώματα τοῦ ἄρτου καί οἱ τελετουργικές συνεστιάσεις στίς μνῆμες τῶν ἁγίων, τό μοίρασμα τῶν εὐλογημένων λουλουδιῶν στίς ἑορτές τοῦ Σταυροῦ, τό χριστιανικό περιεχόμενο πολλῶν δημοτικῶν ἀσμάτων(29) καί λαϊκῶν ἐκφράσεων(30) καί πολλά ἄλλα(31). Μεταξύ ὅλων αὐτῶν μιά ξεχωριστή θέση κατέχουν ἀναμφισβήτητα οἱ ἀναρίθμητοι προσκυνηματικοί ναοί τῆς Παναγίας(32) καί οἱ πολυώνυμες θαυματουργές της εἰκόνες(33), διαμέσου τῶν ὁποίων ἡ λαϊκή εὐσέβεια ἀποδέχεται τόν κορυφαῖο μεσιτικό της ρόλο, «ὄχι δίκην μαγικῆς καί ἄλογης συμπεριφορᾶς, ἀλλά γιατί ἀναγνωρίζει στό πρόσωπό της «τό ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», «τήν τό γένος τῶν ἀνθρώπων ρυσαμένην προγονικῆς ἀποφάσεως»(34).

4. Ὑπάρχει, ὡστόσο, καί μιά ἄλλη κατηγορία λαϊκῶν λατρευτικῶν ἐθίμων, τά ὁποῖα σχετίζονται μέν κατά κάποιο ἐξωτερικό τρόπο μέ τήν λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πρόκειται ὅμως οὐσιαστικά γιά μαγικοῦ τύπου(35) τελετές καί ἀντιλήψεις, ἤ δεισιδαίμονες συμπεριφορές καί προλήψεις, πού πόρρω ἀπέχουν ἀπό τήν ἀληθινή πίστη καί τό αὐθεντικό λειτουργικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.

Ἤδη κατά τήν χριστιανική ἀρχαιότητα καί κάτω ἀπό εἰδωλολατρική ἐπίδραση, εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀντίληψη, ὅτι τά ἱερά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μποροῦν νά δράσουν καί χωρίς τήν πίστη τοῦ μετέχοντος σ᾿ αὐτά. Γιαυτό καί παρετηροῦντο περιπτώσεις μετάδοσης τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας σέ ἤδη τεθνεῶτες(36), καθάπερ ἐπί σκηνῆς παίζοντες, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος(37). Καταχρηστική μετάδοση ἱερῶν μυστηρίων στούς νεκρούς παρατηρεῖται καί κατά τήν μετέπειτα περίοδο μέ τήν τοποθέτηση γραπτῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς τοῦ πνευματικοῦ στά νεκρολείψανο αὐτῶν πού δέν πρόλαβαν νά ἐξομολογηθοῦν πρό τοῦ θανάτου(38), ἤ τήν τέλεση τοῦ ἁγίου Εὐχελαίου ὡς ἀναπληρώματος τῆς πρό τοῦ θανάτου μετάνοιας σέ περιπτώσεις ψυχορραγούντων ἤ καί ἤδη θανόντων. Τήν πιό ἀκραία ἐξέλιξη τῆς κατάχρησης αὐτῆς ἀποτελεῖ ἡ κατά τόν 14ο αἰ. ἐμφάνιση σέ ὁρισμένα χειρόγραφα Εὐχολόγια καί εἰδικῆς ἀκολουθίας Νεκρωσίμου Εὐχελαίου, μέ προφανῆ τελετουργικά στοιχεῖα ὁμοιοπαθητικῆς μαγείας(39) γιά τήν μετά θάνατο ἄφεση ἁμαρτιῶν ἀμετανοήτως θανόντων, ἡ ὁποία εὐτυχῶς διεγράφη ἀπό τήν λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, μόλις ἔγινε εὐρύτερα γνωστή με τήν συμπερίληψή της στήν πρώτη ἔκδοση τοῦ ἔντυπου Εὐχολογίου τό 1526(40).

Ἐκτός τῶν ἀνωτέρω, κατά τό παρελθόν παρατηρήθηκαν καί πολλές ἄλλες περιπτώσεις ἀναμείξεως χριστιανικῶν καί εἰδωλολατρικῶν λατρευτικῶν στοιχείων, οἱ ὁποῖες, δυστυχῶς, παρά τήν ἄνοδο τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ καί τήν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας καταβληθεῖσα κατηχητική προσπάθεια, παραμένουν ὡς σήμερα ἀνεξάλειπτες.Ὅπως λέγει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Νικλοδημος ὁ Ἁγιορείτης«Ἀπό ἄλλην, ἀδελφοί μου, ἀφορμήν δέν ἐστερεώθη ἡ ἁμαρτία καί αὔξησεν εἰς τόν κόσμον, πάρεξ ἀπό τάς κακάς συνηθείας τῶν μωρῶν καί διεφθαρμένων ἀνθρώπων, ἀπό τάς ἀλόγους προλήψεις μερικῶν ἀνοήτων, καί ἀπό παρανόμους καί ἀσυλλογίστους παραδόσεις, τάς ὁποίας ἐφεύρηκαν μέν οἱ παλιοί ἄνθρωποι, τάς ἠκολούθησαν δέ ὡς τυφλοί καί τάς ἐφύλαξαν οἱ μεταγενέστεροι…Ἐκ τούτου δέ τί ἠκουλούθησε; Τό νά νομίζουσιν οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι τό ἄνομον νόμιμον, τό ἀνεύλογον εὔλογον, τό ἄπρεπον πρέπον, τό βλαβερόν ὠφέλιμον»(41). Ἀντιπροσωπευτικά μνημονεύομε ἐδῶ τρεῖς μόνο ἀπ᾿ αὐτές τις περιπτώσεις, πού παρουσιάζουν τή μεγαλύτερη μεταξύ τοῦ λαοῦ διάδοση καί τίς συναντᾶμε καθημερινά στήν λειτουργικοποιμαντική μας διακονία.

Ἡ πρώτη περίπτωση εἶναι τά λεγόμενα φυλακτά(42), ἤτοι, ὁρισμένα μαναδυναμοῦχα ἀντικείμενα(43), τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦν πολλοί ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἀνεξαρτήτως πολιτισμοῦ καί θρησκείας, πρός ἀποτροπή οἱουδήποτε κακοῦ(44). Γιά τόν μαγικό χαρακτήρα τῆς χρήσεως αὐτῶν, πού καταδικάζεται αὐστηρά ἀπό τούς ἅγιους πατέρες καί τούς ἱερούς κανόνες(45), εἶναι ἐνδεικτικά τόσο τά ὑλικά πού συνήθως ἐπιλέγονται κατά τήν κατασκευή τους(46), ὅπως κόκκαλο νυχτερίδας ἤ φιδοπουκάμισο, ἀπήγανος, σκόρδο ἤ κρεμμύδα, κόκκινη κλωστή, πέταλο ἀλόγου, μαγνῆτες, γαλάζιες χάντρες, μαγικές ἐπιγραφές κ.λπ., ὅσο καί τό χερικό, δηλαδή, ἡ ἰδιαίτερη μαγική δύναμη τοῦ κατασκευαστῆ τους.Παράλληλα ὑπάρχουν καί τά καθαρά χριστιανικά φυλακτά, τά ὁποῖα οἱ πιστοί λαμβάνουν ὡς εὐλογία ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία, καί τά ὁποῖα δέν ἔχουν καμμιά οὐσιαστική σχέση μέ τά ἀντίστοιχα εἰδωλολατρικά. Ἀλλ᾿ εἴτε ἀπό τή φύση, εἴτε ἀπό τή χρήση τους αἰσθητοποιοῦν τήν προστατευτική παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, ὅπως π.χ. ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου, τά ἱερά λείψανα, οἱ ἱερές εἰκόνες καί τά ἱερά ἐνδύματα, τό ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Μικροῦ καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καί τῶν ἱερῶν ἁγιασμάτων, τά ἄνθη τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ ἐπιταφίου, τά δαφνόκλαδα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαῒων, τό θυμίαμα τοῦ Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας…καί πολλά ἄλλα(47).

Δυστυχῶς, ὅμως, δέν ἀπολείπει καί ἐδῶ ἡ ἐπιστροφή ἐπί τά ἀσθενῆ καί πτωχά στοιχεῖα (Γαλ. 4,9) εἴτε μέ τήν κατασκευή φυλακτῶν μέ ἀνάμεικτο χριστιανικό καί εἰδωλολατρικό περιεχόμενο(48), εἴτε μέ τήν ἀπό ὁρισμένους χριστιανούς κατανόηση καί χρήση γενικά τῶν ἱερῶν ἀντικειμένων τῆς πίστεως μέ μαγική καί δεισιδαίμονα σημασία. Ἀναφέρουμε ἐπ᾿ αὐτοῦ δύο ἐνδεικτικά παραδείγματα: Πρῶτο τήν ἀπό Νομοκάνονα τοῦ 18/19ου αἰ. μαρτυρούμενη ἀκραία περίπτωση τῆς ἀνάμειξης τῆς θείας κοινωνίας μέ νερό, ὥστε νά κολυμβοῦν σ᾿ αὐτό οἱ γυναῖκες γιά νά τίς ἀγαποῦν οἱ ἄνδρες τους(49)· καί δεύτερο τήν ἀπό μαγική συνταγή συνιστώμενη χρήση τοῦ ἀντιμηνσίου γιά τήν λύση ἤ τό δέσιμο «τῶν κόμπων», δηλαδή, τόν θετικό ἤ ἀρνητικό ἐπηρεασμό τοῦ θύματος σέ κάποιο τομέα τῆς ζωῆς του(50). Ἔτσι δίδονται πράγματι τά ἅγια τοῖς κυσίν, τίθενται οἱ μαργαρίτες ἔμπροσθεν τῶν χοίρων (Ματθ. 7,6) καί ἐπιβεβαιώνεται γιά μιά ἀκόμη φορά τό φαινόμενο τῆς διπλῆς πίστης, γιά τά ὁποῖο μιλήσαμε προηγουμένως. Ἀλλά τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστοῦ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; τίς δε συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετά εἰδώλων; ( Β΄Κορ. 6,14-16.Πρβλ. Ματθ. 6, 24).

Κατά δεύτερο λόγο αὐτός ὁ ἐπαμφοτερισμός ὁρισμένων χριστιανῶν μεταξύ Θεοῦ καί Σατανᾶ φαίνεται καί στό θέμα τῆς ἀνάμειξης τῶν λεγομένων μαγικῶν ἐπωδῶν μέ διάφορα ἁγιόλογα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως βιβλικούς στίχους, εὐχές καί ὕμνους, πού ἀποτελεῖ ἕνα ἐπιπλέον τέχνασμα τοῦ Σατανᾶ γιά τήν ἐξαπάτηση τῶν ἀφελῶν καί τήν διευκόλυνση τοῦ ψυχοφθόρου ἔργου του ( Β΄Κορ. 11,14). Α΄Ἰωάν. δ,1) (51). Νά διευκρινίσουμε ἐδῶ, ὅτι ἐπωδές ὀνομάζονται οἱ λαϊκοί ἐκεῖνοι μαγικοί λόγοι, πολλές φορές ἀσυνάρτητοι, ἀκατανόητοι ἤ καί ξενόγλωσσοι, μέ τούς ὁποίους οἱ γητευτές ἀποσκοποῦν στή θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν πού προκαλοῦν τά πονηρά πνεύματα(52). Ἐπειδή δέ οἱ τελετουργικές αὐτές πρακτικές ἀνέκαθεν καταδικάζονταν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς εἰδωλολατρία καί ἀποστασία γι᾿ αὐτό καί τίς ἐπένδυαν μέ κάποιο χριστιανικό ἔνδυμα, γιά νά γίνονται εὐκολότερα ἀποδεκτές καί ἀπό τούς χριστιανούς(53). Πρός τοῦτο χρησιμοποιοῦσαν καί ἄλλους τρόπους, ὅπως αὐτόν πού συνιστοῦσε μιά γητεύτρια γιά τή θεραπεία ἑνός παιδιοῦ: Γιά νά πιάσουν τά ξόρκια της ἔπρεπε νά τελεσθοῦν ἐπί τέσσερες συνεχόμενες ἑβδομάδες τέσσερες ἁγιασμοί ἡμέρα Πέμπτη καί τέσσερες λειτουργίες ἡμέρα Σάββατο. Ἡ χρήση ὁμοιοπαθητικῆς μαγείας εἶναι ἐδῶ προφανής. Οἱ ἁγιασμοί πρέπει νά τελεθοῦν ἡμέρα «Πέφτη», ὅπως τήν ὀνομάζει ὁ λαός, γιά νά πέσει τό κακό, καί οἱ λειτουργίες ἡμέρα Σάββατο, ὥστε μαζί μέ τό τελείωμα τῆς ἑβδομάδας νά τελειώσει καί τό κακό. Ἐπιβάλλεται δέ οἱ λειτουργίες νά εἶναι τοῦ Μ. Βασιλείου γιά νά ἀκουσθεῖ ἡ λέξη «μεγάλο», ὥστε νά εἶναι μεγαλύτερη καί ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς προτεινόμενης μαγικῆς θεραπείας(54).

Δυστυχῶς ἀπό ὁρισμένους λαογράφους διατυπώθηκε ἡ γνώμη ὅτι οἱ μαγικές αὐτές ἐπωδές παρεισῆλθαν τελικά καί στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν μορφή τῶν ἐξορκιστικῶν εὐχῶν, οἱ ὁποῖες διαβάζονται ὡς σήμερα στούς κατηχουμένους καί γενικά στούς ὀχλουμένους ὑπό πνευμάτων ἀκαθάρτων(55). Πρός στήριξη δέ τῆς ἀντίληψης αὐτῆς ἐπικαλοῦνται ὡς ἐπιχείρημα τήν ὕπαρξη στήν ἀρχαία Ἐκκλησία εἰδικῆς τάξεως ἐξορκιστῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τήν δύναμη τῶν ἐπωδῶν ἐξέβαλλαν ἀπό τούς ἀνθρώπους τά δαιμόνια καί ἐθεράπευαν τούς ἀσθενεῖς.Καί σ᾿ ὅ,τι μέν ἀφορᾶ τήν τάξη τῶν ἐξορκιστῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἡ ἀπάντηση εἶναι, ὅτι αὐτοί ἀποτελοῦσαν ἀρχικά μιά ὁμάδα χαρισματούχων λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι στή συνέχεια ἀντικαταστάθηκαν ἀπό τούς περιβεβλημένους μέ τήν χάρη τῆς χριστιανικῆς ἱερωσύνης κληρικούς καί ἄρα δέν ἔχουν καμμιά οὐσιαστική σχέση μέ τούς εἰδωλολάτρες ἐπαοιδούς. Σ΄ὅ,τι δέ ἀφορᾶ καθ᾿ ἑαυτές τίς ἐξορκιστικές εὐχές, αὐτές εἶναι τόσο χριστοκεντρικές, ὅσο καί ὅλες οἱ ἄλλες προσευχές τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καί γνωρίζει νά διδάσκει τούς πιστούς της πῶς καί τί δεῖ προσεύχεσθαι( Ματθ. 6,5-13) κατά περίπτωση.Τό μόνο οὐσιαστικό θεολογικό πρόβλημα πού ἐπισημαίνεται στή συνάφεια αὐτή εἶναι ἡ παρατηρούμενη σήμερα τάση μιᾶς καθ᾿ ὑπέρβαση τῆς ἱερατικῆς χάριτος δημιουργία «εἰδικευμένων ἐξορκιστῶν ἱερέων», ἡ ὁποία σέ συνδυασμό μέ τήν αὐτονόμηση τῆς ἐξορκιστικῆς δραστηριότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τή Θεία Εὐχαριστία(56), προσδίδει σ᾿αὐτήν ἕναν «πανθρησκειακό χαρακτήρα» σέ βάρος τῆς μοναδικότητας τήν ὁποία ἀπό τή φύση της ἔχει ἡ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ λύση τῶν ἔργων τοῦ διαβόλου (57).

Μιά τρίτη τέλος περίπτωση εἶναι ὁ τρόπος ἑορτασμοῦ τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν, κατά τίς ὁποῖες παρατηρεῖται διολίσθηση πολλῶν χριστιανῶν πρός συμπεριφορές ἀνάλογες πρός αὐτές μέ τίς ὁποῖες οἱ ἐθνικοί τιμοῦσαν τίς δικές τους ἑορτές(58).Εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού ἐννοεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν λέγει, ὅτι πρέπει νά τιμοῦμε τίς χριστιανικές ἑορτές «μή πανηγυρικῶς, ἀλλά θεϊκῶς, μή κοσμικῶς, ἀλλ᾿ ὑπερκοσμίως»(59). Ὁ ἐν λόγῳ ἐκφυλισμός εὐνοεῖται ἰδιαίτερα στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες κατά τίς ὁποῖες οἱ ἐκκλησιαστικές ἑορτές ἀντικατέστησαν παλαιότερες ἐθνικές ἑορτές, πού ἐτελοῦντο τήν ἴδια ἐποχή, ὅπως π.χ. ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγένων( 25 Δεκεμβρίου) τήν ἐθνική ἑορτή τοῦ ἀνικήτου ἡλίου (χειμερινό ἡλιοστάσιο)(60), ἤ ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Ἠλία καί ἡ πρός τιμή του ἀνέγερση ἐξωκκλησίων στίς κορυφές τῶν βουνῶν τήν ἑορτή τοῦ ἡλιακοῦ καί ὑετίου Διός, ὁ ὁποῖος καί αὐτός λατρευόταν στίς κορυφές τῶν βουνῶν(61).Ἔτσι ἐπιβιώνουν ὡς σήμερα προχριστιανικά ἤθη καί ἔθιμα, πού ὄχι μόνο δέν ἔχουν καμμιά σχέση πρός τήν ἑκάστοτε ἀγόμενη ἐκκλησιαστική ἑορτή, ἀλλ᾿ ἐνίοτε ἔρχονται καί σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τό χριστιανικό ἦθος. Ἀντιπροσωπευτικό ἐδῶ παράδειγμα ἀποτελοῦν οἱ κατά τήν περίοδο τῶν Ἀπόκρεω καί γενικά τοῦ κατανυκτικοῦ Τριωδίου καρναβαλικές ἐκδηλώσεις, μέ τίς μεταμφιέσεις, τήν βωμολοχία καί τίς ἄλλες ἀνηθικοτήτες, πού ἀποτελοῦν κατάλοιπο τῶν κατά τήν περίοδο τῆς ἀνοίξεως ἑορταζομένων ἐθνικῶν ἑορτῶν τῶν Βοτῶν καί Βουρμαλίων καί καταδικάζονται αὐστηρά ἀπό τόν ξβ΄κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου (691)(62).

Ἕναν ἀνάλογο εἰδωλολατρικό χαρακτήρα εἶχαν ἀνέκαθεν καί οἱ διάφορες ἑορταστικές ἐκδηλώσεις πυρολατρίας μέ τήν καταδίκη τῶν ὁποίων ἀσχολήθηκε ἐπίσης ἡ προαναφερθεῖσα Σύνοδος(63) καί οἱ ὁποῖες ἐπιβιώνουν ὡς σήμερα μέ τά περίφημα ἀναστενάρια καί τίς φωτιές πού ἀνάβονται κατά τήν ἑορτή τοῦ Γενεθλίου τοῦ τιμίου Προδρόμου( 24 Ἰουνίου). Καί τά μέν ἀναστενάρια (64) ἀποτελοῦν σήμερα ἔθιμο, πού τελεῖται τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης ἀπό κλειστό κύκλο μυημένων καί σέ ὁρισμένες μόνο περιοχές τῆς Μακεδονίας, ὅπου καί μεταφυτεύτηκε ἀπό τούς πρόσφυγες τῆς ἀνατολικῆς Θράκης μετά τό 1923. Ἐκτός δέ τῆς πυροβασίας, πού εἶναι γενικώτρο θρησκειολογικο φαινόμενο,τό ἔθιμο αὐτό περιέχει καί ἄλλα ἀνάμεικτα εἰδωλολατρικά καί χριστιανικά λατρευτικά στοιχεῖα, ὅπως λιτανεία εἰκόνων, ἐκστασιακό χορό, θυσία ταύρου κ.ἄλ. Τό δέ τελετουργικό ἄναμμα τῶν φωτιῶν κατά τήν ἑορτή τοῦ γενεθλίου τοῦ Προδρόμου μέ τούς διασκελισμούς καί τά ὑπεράλματα πάνω ἀπό τίς φλόγες τους εἶναι πολύ γενικώτερο ἔθιμο, πού ἀπαντᾶται σέ ὅλα τά μέρη τῆς Ἑλλάδος καί προφανῶς ἔχει τήν καταγωγή του στίς παμπάλαιες συνήθειες τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν νά καῖνε αὐτή τήν περίοδο τά ξερά χόρτα καί γενικά κάθετι σάπιο καί βλαβερό πού θά μποροῦσε νά ἀποτελέσει ἑστία μολύνσεως(65).

Μέσα ἀπό τήν φυσική αὐτή καθαρτική ἰδιότητα τοῦ πυρός εὔκολα μπορεῖ κανείς νά ἀναχθεῖ καί στόν μεταφυσικό ἁγνιστικό του χαρακτήρα, τόν ὁποῖο θεωρεῖται, ὅτι κατά τήν ἐποχή αὐτή εὐνοεῖ ἰδιαίτερα ἡ προοδευτική εἴσοδος τῆς ἀστρικῆς ὥρας στό θερινό ἡλιοστάσιο, φαινόμενο ἡλιοτροπικό πού ἐντυπωσίαζε ἰδιαίτερα τούς πρωτογόνους λαούς, ἀφοῦ δέν γνώριζαν τή φυσική του ἐξήγηση(66). Ἔτσι ὁ κρίσιμος αὐτός διαβατήριος χρόνος θεωρήθηκε ὁ εὐνοϊκότερος γιά κάθε εἴδους μαγικές δραστηριότητες ἐναντίον οἱουδήποτε κακοῦ, ὅπως π.χ. γιά τήν ἀναζωογόνηση τῆς βλάστησης καί τήν ἐξασφάλιση τῆς εὐκαρπίας τῆς γῆς, ἤ τό μάντεμα τῆς καλῆς τύχης μέ τόν κλήδωνα(67) καί τούς ἄλλους οἰωνισμούς.Ἐπιπλέον ἡ κατά τήν ἐποχή αὐτή πραγματοποιούμενη συλλογή θεραπευτικῶν βοτάνων καί ἀρωματικῶν ἀνθοφύτων, ὅπως ἡ ρίγανη, καί ἡ νυκτερινή ἔκθεσή τους στίς πεζοῦλες τῶν σπιτιῶν ἤ τῶν ἐξωκκλησίων γιά νά ἀστρισθοῦν, ἤ καί νά εὐλογηθοῦν κατά τήν προμνημονευθεῖσα ἑορτή τοῦ Προδρόμου, ὁδήγησε ὄχι μόνο στήν παρετυμολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου (ἅι-Γιάννης=αὐτός πού γιαίνει, θεραπεύει), ἀλλά καί στήν προσωνυμία του ὡς Ριγανᾶ. Κατά μία δέ ἐκδοχή καί ἡ συσχέτιση τῆς ἑορτῆς μέ τίς φωτιές τῆς ἐποχῆς ( ἅϊ-Γιάννης ὁ Λαμπαδάρης) ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ «διαλαλημός» τοῦ θαυμαστοῦ τοκετοῦ τοῦ ἁγίου (Λουκ. 1,65) ἔγινε μέ τό ἄναμμα φωτιῶν ἀπό τόπο σέ τόπο, κατά τό σύνηθες σύστημα ἐπικοινωνίας τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς(68).

Ἀκόμη ὡς περιπτώσεις ἐκμαγίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν καί πολλές ἄλλες εὐσεβεῖς κατ᾿ ἀρχήν λαϊκές λατρευτικές συνήθειες καί ἐκδηλώσεις, ὅπως τά ἀναθήματα (τάματα), ἡ ἰδιωτική τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καί ἄλλων ἁγιαστικῶν τελετῶν, οἱ πάσης φύσεως προσφορές τῶν πιστῶν πρός τήν Ἐκκλησία, ἡ κηρόδεση τῶν ναῶν, ὁ ἐγκοιμισμός σ᾿ αὐτούς κ.ἄ., οἱ ὁποῖες, ὅμως, βρίσκονται μερικές φορές στά ὅρια μιᾶς ἀντίληψης ἐξαγορᾶς τῆς θείας βοηθείας, ἡ ὁποία δέν ἀπέχει πολύ τοῦ ἀξιώματος do ut des (: δίνω γιά νά δώσεις), πού βρίσκεται στή βάση τῆς μαγικῆς ἀντίληψης γιά τήν ὑποταγή τοῦ θείου στό ἀνθρώπινο θέλημα(69). Μιά γενικευμένη, ὅμως, καί χωρίς πνευματική διάκριση, ἀπόλυτα ἀρνητική θεώρηση ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό ἄλλο ἄκρο καί νά μᾶς φέρει σέ ἀντίθεση μέ τό ἴδιο τό πνεῦμα τῆς Καινῆς Διαθήκης(70), ὅπου ἐξαίρεται ἡ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θαυματουργική θεραπεία ἀσθενῶν μέ τήν ἁπλῆ ἐπαφή τῶν ἱματίων του ( Μάρκ. 3,10. 6,56/Λουκ. 6, 19. 8,44), ἤ καί μέ μόνη τή σκιά τῶν ἀποστόλων( Πράξ., 15-16).

Τό πόσο, πράγματι, ἀγχίθυροι εἶναι ἡ ὀρθόδοξη λειτουργική εὐσέβεια καί ἡ ἐκκοσμικευμένη λαϊκή λατρεία φαίνεται καί ἀπό τό ἀκόλουθο παράδειγμα περί τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἡ ὁποία κατά τήν ὀρθόδοξο θεολογία «ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει»(71), καί ἡ ὁποία, παρά ταῦτα, διολίσθησε κατά τό παρελθόν πρός τήν εἰδωλολατρία, συνταράζοντας τήν Ἐκκλησία μέ τίς περίφημες εἰκονομαχικές ἔριδες. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης μνημονεύει τή βάπτιση ἑνός παιδιοῦ πού ἔγινε μέ ἀνάδοχο τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, γεγονός τό ὁποῖο ἀποδίδει στήν ὑπερβολική τιμή καί ἀγάπη πού ἔτρεφε ὁ πατέρας τοῦ συγκεκριμένου παιδιοῦ πρός τόν ἅγιο καί τήν πίστη του στήν πραγματική παρουσία τοῦ ἁγίου διαμέσου τῆς εἰκόνας του(72).Σήμερα στήν Ἱερά Μονή Τσαμπίκας στό χωριό Ἀρχάγγελος Ρόδου ἀνδρόγυνα πού τεκνοποιοῦν ἀπό θαῦμα τῆς Παναγίας, βαπτίζουν τό παιδί τους μέ ἀνάδοχο τήν Παναγία, τηρώντας τό ἑξῆς ἰδιότυπο λαϊκό τυπικό:. «Ἀπό τήν ἀρχή τοῦ μυστηρίου δένεται μιά κορδέλα, ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μέχρι τήν κολυμβήθρα.Κατόπιν στό σημεῖο τῆς ἀλείψεως τοῦ παιδιοῦ μέ λάδι ἀπό τούς ἀναδόχους πρίν τήν τριττή κατάδυση, ὁ ἱερέας λύνει τήν κορδέλα ἀπό τήν κολυμβήθρα καί «βάφει» τήν ἄκρη της μέσα στήν κανδήλα τῆς Παναγίας.Ἐν συνεχείᾳ, μέ τήν ἄκρη αὐτῆς τῆς κορδέλας, ἀλείφει τό βαπτιζόμενο ὁ ἱερέας καί μετά οἱ ὑπόλοιποι νονοί. Κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή, ἡ Παναγία θεωρεῖται ὡς ὁ κυρίως ἀνάδοχος… Ἀσφαλῶς, μέ τό ἔθιμο αὐτό οἱ γονεῖς δείχνουν ὅτι αἰσθάνονται οἰκεία τήν Παναγία· θέλουν ἐπίσης νά τῆς δείξουν τήν εὐχαριστία τους γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ παιδιοῦ…Πίσω ὅμως ἀπό τό αἴσθημα ὅτι κάνουν νονά τήν Παναγία, συχνά κρύβεται καί μιά διάθεση δέσμευση τῆς Παναγίας καί σιγουριᾶς, ὅτι αὐτή θά εἶναι ὑπεύθυνη γιά τόν νεοφώτιστο σέ κάθε πτυχή τῆς ζωῆς του καί ἐγγυήτρια τῆς ἀσφάλειάς του…»(73).

Ἀνακεφαλαιώνοντας θά μπορούσαμε νά συνοψίσομε τή στάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λαϊκῶν ἐθίμων στίς ἑξῆς τρεῖς βασικές ἀρχές: α. Ἀπόλυτος σεβασμός καί φροντίδα συντήρησης καί καλλιέργειας γιά τά ἔθιμα ἐκεῖνα πού συνηχοῦν πρός τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τό ὀρθόδοξο λειτουργικό ἦθος. β. Ποιμαντική ἀνοχή καί πνεῦμα παιδαγωγικῆς ἀξιοποίησης πρός ἐκεῖνα πού δέν δημιουργοῦν ἰδιαίτερα πνευματικά προβλήματα, ὅπως π.χ. αὐτά πού ἀναφέρονται στήν ἀγάπη πρός τή φύση, τήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος καί τήν καλῶς νοούμενη ψυχαγωγία τῶν ἀνθρώπων.γ.Ἀπερίφραστη καταδίκη καί συστηματική ποιμαντική προσπάθεια ἐξάλειψης τῶν ἐθίμων ἐκείνων, τόσο τῶν παλαιῶν, ὅσο καί τῶν νεωτέρων πού ἔφερε ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς λατρείας, καί τά ὁποῖα δέν ἐναρμονίζονται μέ τό πνεῦμα τῆς ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἱερῶν κανόνων. Μέ τόν τρόπο αὐτό δημιουργεῖται μιά στέρεη βάση καί στόν διεπιστημονικό διάλογο μεταξύ Ὀρθοδόξου Θεολογίας καί Λαογραφίας, ἰδιαίτερα χρήσιμο σήμερα κατά τή συνάντηση τῆς ὀρθόδοξης ἱεραποστολῆς μέ καινούργιους πολιτισμούς, θρησκεῖες καί λαϊκές παραδόσεις(74). Ὅσο δ᾿ ἀφορᾶ τήν ἐδῶ καθαρά ἑλλαδική πραγματικότητα εἶναι ἀντιπροσωπευτικά ὅσα γράφει ὁ ἀείμνηστος καθηγητής τῆς Λαογραφίας Δημήτριος Λουκάτος σ᾿ ἕνα κείμενό του ὑπό τόν τίτλο «ἡ Ἐκκλησία καί τά λαογραφικά της» :

«Ὁποιαδήποτε κι ἄν θά εἶναι ἡ πολιτιστική ἐξέλιξη, ἤ ἡ ἀφομοίωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μέσα στόν παγκόσμιο μηχανικό τρόπο ζωῆς, μέ τούς καταρράκτες τῶν τουριστικῶν ἐπισκέψεων καί τήν οἰκονομική ἔνταξή του στήν Κοινή Εὐρωπαΐκή Ἀγορά, θά τοῦ μείνη πάντα μιά γωνιά ἰδιότυπης παραδοσιακῆς ζωῆς, μιά ἑστία ἀποτελεσματικῆς ἀντίστασης, ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική του ἐθιμοτυπία. Ἄν εἴχαμε γίνει Καθολικοί ἤ Διαμαρτυρόμενοι, τότε πολύ γρήγορα ὁ εὐρωπαϊκός ἤ διεθνής ἀσβέστης θά εἶχε σκεπάσει τά ἐθνικά φηφιδωτά μας. Ἐπειδή, ὅμως, ἀκολουθοῦμε τό πιό λαογραφικό δόγμα στίς τελετουργικές ἐκδηλώσεις καί ἐνέργειες, πού εἶναι πλούσιες καί συνεχεῖς καί οἰκεῖες, ὄχι μόνο στήν Ἐκκλησιά, ἀλλά καί μέσα στό σπίτι καί ἔξω, στόν δημόσιο βίο, κι ἐπειδή τό δόγμα αὐτό προσαρμόστηκε καί ζυμώθηκε ἀπό χρόνια, μέ τίς ἑλληνικές - ἀρχαῖες καί νέες – συνήθειες καί παραδόσεις μας, γι αὐτό δύσκολα θά φθάσουμε σέ συγχώνευση ἀφανιστική… Γιορτές, τελετές καί σύμβολα στήν ὀρθόδοξη ἑλληνική λατρεία εἶναι ἕνα ἐξαίρετο σύνολο ζωντανῶν ἐκδηλώσεων, πού γίνονται ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία γιά τό λαό, ἤ ἀπό τόν λαό γιά τήν Ἐκκλησία, γεμίζουν τή ζωή τοῦ ἔθνους καί κρατοῦν σέ ἀπόσταση, ἤ μή συμμετοχή, ὁποιαδήποτε εἰσβολή ἀπό ξένα καί δελεαστικά ἔθιμα.Καί μόνη ἡ διαφορά τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιῶν μας, πού σφραγίζουν σ᾿ ὅλη τή Ἑλλάδα τό ἐθνικό μας τοπίο, θα ἀρκοῦσε γιά νά δηλώσῃ τόν ξεχωριστό χῶρο. Ἀλλά καί οἱ εἰκόνες, τά θυμιατήρια, τά κόλλυβα, τό σχῆμα τῶν παπάδων μας, ἡ ψαλτική, οἱ γορτές, φωνάζουν γιά τό ἰδιαίτερο λαογραφικό χρῶμα τοῦ τόπου, πού μποροῦν νά τό διαφεντεύουν γιά αἰῶνες…Ἄς κατακρίνουν οἱ θεολογικῶς αὐστηροί ἱεροκήρυκες τά «εἰδωλολατρικά» μικροέθιμα τοῦ λαοῦ. Ὅλοι τους, καί αὐτοί καί οἱ ἄλλοι, οἱ συμπαθητικοί κληρικοί τῶν χωριῶν, διατηροῦν μιάν ἐκκλησιαστική ὀρθόδοξη λαογραφία ἀπό τίς πιό ἀκατάλυτες. Ἡ λειτουργία μας κι οἱ ἄλλες ἀκολουθίες εἶναι γεμάτες ἀπό λαϊκά παραδοσιακά ἐνδιαφέροντα, σέ νόημα, σέ θέαμα, σέ μέλος…Ἡ ὀρθόδοξη λατρεία, διατηρεῖ θέλοντας καί μή, τά ἑλληνικά παραδοσιακά ἔθιμα καί μέσα στόν ὁποιοδήποτε ἐξευρωπαϊσμό μας, οἱ γιορτές, οἱ τελετές, και ἡ κοινωνική τους ἐπίδραση θά δείχνουν πάντα τήν ἐθνική φυσιογνωμία μας καί θά φωνάζουν μ᾿ ἕνα πανηγυρικό τρόπο: ἐδῶ Ἑλλάδα»(75).





Σημειώσεις

Διαβάστε σχετική Βιβλιογραφία

1. Βλ. Θεοδώρου Εὐ., Μαθήματα Λειτουργικῆς, τεῦχ. Α΄, Ἀθῆναι 31993, σ. 41.

2. Βλ. Σκαλτσῆς Π., « Ὁ λαός ὡς πλήρωμα στή Θεία Λειτουργία» στό Ἀναλόγιον, Τριμηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης, τεῦχ. 5, Καλοκαίρι 2003, σ. 54.

3. Μ. Βασίλειος, Περί Ἁγίου Πνεύματος 27,66. ΒΕΠΕΣ 52,286-287: «Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα· ἅπερ ἀμφότερα τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Καὶ τούτοις οὐδεὶς ἀντερεῖ, οὐκοῦν ὅστις γε κατὰ μικρὸν γοῦν θεσμῶν ἐκκλησιαστικῶν πεπείραται. Εἰ γὰρ ἐπιχειρήσαιμεν τὰ ἄγραφα τῶν ἐθῶν ὡς μὴ μεγάλην ἔχοντα τὴν δύναμιν παραιτεῖσθαι, λάθοιμεν ἂν εἰς αὐτὰ τὰ καίρια ζημιοῦντες τὸ Εὐαγγέλιον· μᾶλλον δὲ εἰς ὄνομα ψιλὸν περιιστῶντες τὸ κήρυγμα».

4. Μέγας Γ., Εἰσαγωγή εἰς τήν Λαογραφίαν, Ἔκδοσις τρίτη, Ἀθῆναι 1975, σσ. 221-222: « Αἱ δύο αὐταί λέξεις συνεκφέρονται καί ἀποτελοῦν οἱονεί μίαν ἔννοιαν. Κάποια διαφορά ὑπάρχει μεταξύ των :μέ τήν λέξιν «ἤθη» ἐννοοῦμεν καί ἁπλάς ἐννοίας καί ἀντιλήψεις, ἐνῷ «ἔθιμον» σημαίνει πάντοτε πρᾶξιν. Ὅθεν τά ἤθη δυνατόν νά ἀπαγορεύουν μίαν πρᾶξιν, ἄν δέν ἐγκρίνουν τήν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία ὑπόκειται ὡς βάσις εἰς αὐτήν. Τό ἔθιμον τοὐναντίον μόνον νά ἐπιτρέπει δύναται μίαν πρᾶξιν. Τά ἤθη, δηλαδή, ἔχουν τήν ἔννοιαν τοῦ ὑποχρεοῦντος, τοῦ ἠθικοῦ, τό ἔθιμον τήν ἔννοιαν τῆς παραδεδομένης συνηθείας…Ὅθεν ὑπό τάς λέξεις ἤθη καί ἔθιμα ἐννοοῦμεν κάθε κανόνα αὐθαιρέτου ἐνεργείας, ὅστις διεμορφώθη εἰς μίαν λαϊκήν ἤ φυλετικήν κοινωνίαν, χωρίς ἡ τήρησις αὐτοῦ νά ἐπιβάλλεται διά ρητῶν ἐντολῶν καί διά ποινῶν ἐπιβαλλομένων διά τήν μή τήρησίν του.

5. Κεσελόπουλος Ἀν., Ἡ λειτουργική παράδοση στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2000,σ. 10-11: « (Ὁ Παπαδιαμάντης) στά διηγήματά του προχωρεῖ ρωμαλέα σέ μιά θεολογική ἀνατομία τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ χώρου καί ἀποτυπώνει μέ ἀνεπανάληπτο τρόπο τή λειτουργική παράδοση καί τό εὐχαριστιακό ἦθος τοῦ λαοῦ μας.Ἡ θεολογία πού κρύβεται στά ἔργα του εἶναι σέ τελική ἀνάλυση θεολογία τῆς Μεταμορφώσεως, ἀφοῦ ἀπεργάζεται τή λειτουργική ἀλλοίωση ἑνός λαοῦ σέ σῶμα Χριστοῦ. Γινεται θεολογία τῆς μεταπλάσεως τῆς ἁπλοϊκῆς εὐλάβειας τῶν ταπεινῶν καί ἀπερριμένων σέ λειτουργία, «δόξα» καί ἀλήθεια».

6. Γενικά γιά τήν ἔννοια τῆς λειτουργικῆς εὐσέβειας βλ.:Arsenief N., “Θεμελιακά χαρακτηριστικά τῆς λειτουργικῆς «θεωρητικῆς» καί μυστηριακῆς ζωῆς», στό Λαός τοῦ Θεοῦ, Δοκίμια εὐχαριστιακῆς Θεολογίας, μετφρ. Μητ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Νικοδήμου, Ἐκδ. Σπορᾶ ,χ. χ. σ. 18. Γιανναρᾶς Χρ., «Λειτουργική εὐσέβεια καί ἠθική - διάγραμμα συστηματικῆς ἑρμηνείας τῶν ὅρων», στόν τόμο: «Πόνημα εὔγνωμον»,τιμητικός τόμος ἐπί τῇ 4οετηρίδι συγγραφικῆς δράσεως καί τῇ 35ετηρίδι καθηγεσίας τοῦ Β. Βέλλα, Ἐπιμελείᾳ καθηγητοῦ Ἀ.Π. Χαστούπη, ἐν Ἀθήναις 1969, σ. 175,177. Παπαθεμελῆ Σ., « Ἡ ἀθέατη ὄψη τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας», στό Ὀρθοδοξία καί πολιτική, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 50-51.

7. Nilsson M., Ἑλληνική λαϊκή θρησκεία. Μετάφραση Ἰ. Θ. Κακριδῆ. Ἀθήνα 1979.

8. Μέγας Γ., Εἰσαγωγή εἰς τήν Λαογραφίαν, σ. 11:»Τήν λαογραφίαν δέν ἐνδιαφέρουν αἱ προσωπικαί ἰδέαι καί τά ἐξαιρετικά διά λόγου ἤ ἔργου ἐπιτεύγματα τῶν καθ᾿ ἕκαστον προσώπων, ἀλλά τά φαινόμενα ἐκεῖνα, πού ἀποτελοῦν ἐκδηλώσεις τῆς λαϊκῆς ψυχῆς. Διότι αἱ καθ᾿ ἑκάστην λαϊκαί ὁμάδες, οἱ λαοί ἐν γένει, εἶναι ἡνωμένοι καί εἰς σαφεῖς πνευματικάς ἑνότητας, καθώς εἶναι καί εἰς πολιτικάς καί οἰκονομικάς ἑνότητας συνδεδεμένοι· ἐκεῖνο δέ πού τάς κάμνει νά ξεχωρίζουν μεταξύ των, εἶναι μία γενικωτέρα τῆς ψυχῆς διάθεσις καί ροπή καί αἱ διάφοροι ἐκδηλώσεις της».

9. Πολίτης Ν., Λαογραφία, στό Λαογραφία, Δελτίον τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφικῆς Ἑταιρείας, τόμ. Α΄,Ἐν Ἀθήναις 1909, σ. 7: Ἡ ἐπιστήμη αὐτή «ἐξετάζει τάς κατά παράδοσιν διά λόγων πράξεων ἤ ἐνεργειῶν ἐκδηλώσεις τοῦ ψυχικοῦ καί κοινωνικοῦ βίου τοῦ λαοῦ· τάς ἐκδηλώσεις, δηλαδή, ἐκείνας , ὧν ἡ πρώτη ἀρχή εἶναι ἄγνωστος, μή προελθοῦσα ἐκ τῆς ἐπιδράσεως ὑπερόχου τινος ἀνδρός, αἵτινες κατ᾿ ἀκολουθίαν δέν ὀφείλονται εἰς τήν ἀνατροφήν καί τήν μόρφωσιν, καί ἐκείνας, αἵτινες εἶναι συνέχεια ἤ διαδοχή προηγηθείσης κοινωνικῆς καταστάσεως ἤ εἶναι μεταβολή ἤ παραφθορά ἄλογος ἐλλόγων ἐκδηλώσεων τοῦ βίου ἐν τῷ παρελθόντι. Συνεξετάζει δ᾿ ἀναγκαίως καί τάς μή ἐκπορευομένας μέν ἀμέσως ἐκ τῆς παραδόσεως ἐκδηλώσεις τοῦ βίου, ἀλλ᾿ ἀφομοιουμένας ἤ συναπτομένας στενῶς πρός τάς κατά παράδοσιν. Πρβλ. Μέγας, μν. ἔργ. σ. 8 ἑξ.

10. Φουντούλης Ἰ., Λειτουργική, ( Πανεπιστημιακές Παραδόσεις),Ἐκδοτικός Οἶκος Ἀ/φῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 23-24.

11. Μέγας Γ., Ἑλληνικές γιορτές καί ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας. Τρίτη ἔκδοση στή Δημοτική, Ἐστία, Ἀθῆναι 2003, σσ. 302: «Ὁ χριστιανισμός δέν κατώρθωσε νά μεταβάλλει κατά βάση τόν παλαιό ἄνθρωπο, νά ἐξαλείψει τόν κόσμο τῶν πρωταρχικῶν ίδεῶν του. Ἡ μεταβολή, πού αὐτός ὑπέστη ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, περιορίστηκε κυρίως στήν ἐξωτερική μορφή. Ἔδωσε δηλαδή ἡ Ἐκκλησία στίς τελετές τῆς λατρείας μορφή χριστιανική, σύμφωνη μέ τή διδασκαλία καί τίς παραδόσεις τοῦ χριστιανισμοῦ, ἄλλαξε τίς ἐξωτερικές μορφές, καί τίς ἐπικάλυψε μέ τά χριστιανικά σύμβολα, ἀλλά τό ἰδεολογικό περιεχόμενο, τόν μαγικό τρόπο σκέψης τοῦ λαϊκοῦ ἀνθρώπου δέν κατώρθωσε νά τόν μεταβάλει. Ἡ παλαιά πίστη διαφαίνεται πάντοτε κάτω ἀπό τό χριστιανικό της περικάλυμμα».

12. Βλ. Τζέρπος Δ.(Πρωτ/ρος), «Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀνάσταση τῆς φύσεως. Ἕνα παράδειγμα ἐκχριστιανισμοῦ τῶν ἐθνικῶν μυστηρίων», στό Λειτουργική ἀνανέωση, Δοκίμια λειτουργικῆς ἀγωγῆς κλήρου καί λαοῦ, Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθῆναι 2001, σσ. 166-176.

13. Βλ. Παπαδόπουλος Κ. (Πρωτ/ρος), «Τό μαγικό στοιχεῖο στή χριστιανική λατρεία». Σύναξη 67(1998), σσ. 27-29.

14. Βλ. Ξυδιᾶς Β., «Οἱ Ἕλληνες ξανάρχονται». Σύναξη 69(1999), σσ. 5-22. Μήνη Χ., Νεοπαγανισμός, Ἡ ἀναγέννηση τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Ἐκδόσεις Ἀρχέτυπο, Σειρά Δρόμοι τῆς Γνώσης, Θεσσαλονίκη 2000.

15. Σμέμαν Ἀλ.(Πρωτ/ρος),Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη. Εἰσαγωγή στή λειτουργική θεολογία. Μετάφραση-ἐπιμέλεια π. Δημήτριος Τζέρπος. Ἀκρίτας 22003,σ. 136. Σκαλτσῆς Π., «Ἡ θεοτόκος στή λαϊκή λειτουργική εὐσέβεια»,στό Λειτουργικές μελέτες 1, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ , Θεσσαλονίκη 1999, σ. 212: «Ἡ εὐσέβεια τοῦ λαοῦ, δηλαδή, τά δόγματα τῆς πίστης καί ὁ σωστός τρόπος χριστιανικῆς ζωῆς μέ ὅλες τίς ἀρετές, δέν μπορεῖ νά αὐτονομηθεῖ καί νά νοηθεῖ καθ᾿ ἑαυτήν, παρά μόνο σέ σχέση μέ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα χριστοκεντρικό καί εὐχαριστιακό. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ τῆς «εὐσεβείας Δεσπότης» καί ἡ Ἐκκλησία «τό σκάφος τῆς εὐσεβείας». Ἡ δέ εὐχαριστία εἶναι ἡ γεύση τοῦ Χριστοῦ, «ἡ ψυχοτρόφος τράπεζα καί ζωοποιός», τό πλήρωμα καί ἡ βίωση τῆς πίστης καί τῆς εὐσέβειας τοῦ ἀνθρώπου.Ἔτσι λοιπόν ἡ εὐσέβεια τοῦ λαοῦ μέ τή χριστοκεντρική της διάσταση καί τήν ἐκκλησιολογική της βάση εἶναι λειτουργική, εὐχαριστιακή, ἀφοῦ Χριστός, Ἐκκλησία καί Εὐχαριστία δέν χωρίζονται».

16. Βέλλας Β., Θρησκευτικαί προσωπικότητες τῆς Π. Διαθήκης, τόμ. Α΄, Ἔκδοσις Τρίτη , Ἀθῆναι 1968, σσ. 324-325.

17. Βλ. Σμέμαν, μν. ἔργ., σσ. 122-123.

18. Βλ. Σμέμαν, μν. ἔργ., σ. 142.

19. Nilsson, μν. ἔργ., σ. 15: «Ὅποιος θέλει νά νοιώσει καλά τή θρησκεία τῆς ἀρχαιότητας θά πρέπει νά ἔχει μπροστά του μιά ζωντανή εἰκόνα τοῦ ἀρχαίου τοπίου, καθώς τό παρουσιάζουν μερικές τοιχογραφίες τῆς Πομπηῒας καί τοῦ Στράβωνα ἡ περιγραφή τῆς χαμηλής πεδιάδας πού βρίσκεται στίς ἐκβολές τοῦ Ἀλφειοῦ. Ὅλη ἡ περιοχή, λέει, εἶναι γεμάτη ἀπό ἱερά τῆς Ἄρτεμης, τῆς Ἀφροδίτης καί τῶν Νυμφῶν, μέσα στ᾿ ἀνθισμένα ἄλση πού χαρίζει τό ἄφθονο νερό· ὑπάρχουν καί πολλές ἑρμαϊκές στῆλες στούς δρόμους καί ἱερά τοῦ Ποσειδῶνα στά ἀκρωτήρια κοντά στή θάλασσα. Δύσκολα μποροῦσε κανείς νά κάνει ἕνα βῆμα ἔξω ἀπό τό σπίτι του, χωρίς νά συναντήσει ἕνα μικρό ἡρῶο, ἕναν ἱερό κλειστό χῶρο, ἕνα ἄγαλμα, μιά ἱερή πέτρα ἤ ἕνα ἱερό δένδρο. Οἱ νύμφες ζοῦσαν σέ κάθε σπηλιά καί σέ κάθε πηγή. Αὐτή ἦταν ἡ πιό σταθερή, ἄν καί ὄχι ἡ πιό ὑψηλή μορφή τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Αὐτή ἔζησε καί ὕστερα ἀπό τόν θάνατο τῶν μεγάλων Θεῶν».

20. Βλ.Σμέμαν, μν.ἔργ., σ. 142-145. Mircea Eliade, Εἰκόνες καί σύμβολα ,Ἐκδ. Ἀρσενίδης , Ἀθήνα 1994, σ. 48.

21. Κυριακίδης Στίλπ., Λαογραφία, τ. ΙΒ, σ. 142: « Ὁ ἄνθρωπος εἰς οἱονδήποτε στάδιον τῆς ἀναπτύξεως καί τοῦ πολιτισμοῦ του καί ἄν εὑρίσκεται, οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὄν μόνον καί κατ’ ἐξοχήν λογικόν. Ἀλλ’ ὅπως τό ἀνθρώπινον σῶμα, παραλλήλως πρός τό νευρικόν σύστημα τῶν αἰσθητηρίων ὀργάνων ἔχει καί τό ἄλλο, τό καλούμενον συμπαθητικόν σύστημα, το ὁποῖον ὑποσυνειδήτως μέν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς κανονίζει τήν λειτουργίαν τῆς ζωῆς, οὕτω καί ἡ ἀνθρωπίνη ψυχή, παραλλήλως καί πολλάκις κάτω ἀπό τόν λεγόμενον ὀρθόν λόγον κρύπτει εἰς τό βάθος της συναισθήματα βαθέα και ὁρμάς σκοτεινάς, αἱ ὁποῖαι συνδέονται πρός αὐτάς τάς πηγάς τῆς ζωῆς καί κανονίζουν πολλάκις τάς σκέψεις καί πράξεις τοῦ ἀνθρώπου οὐχί συμφώνως πρός τήν Λογικήν, ἀλλά κατά ἰδικούς των νόμους και κανόνας. Εἶναι, δηλαδή, συναισθήματα θεμελιώδη, συνυφασμένα πρός αὐτήν τήν ὕπαρξιν καί συντήρησιν τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ( φόβος ἀσθενείας καί θανάτου, ἀνήσυχος προσδοκία τοῦ μέλλοντος κλπ.). Τά συναισθήματα ταῦτα ρυθμίζουν τήν ἀνθρωπίνη ζωήν. Ἡ λογική ὑπάρχει εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τούς πολιτισμούς ἐν σπέρματι, συνήθως ὅμως εἶναι στοιχεῖον ἐπίκτητον, ἀποτελεῖ τόν φλοιόν, κάτωθι τοῦ ὁποίου ἐξακολουθεῖ νά κινῆται μέ ἀκατάβλητον δύναμιν ὁλόκληρος ὁ σκοτεινός κόσμος τοῦ συναισθήματος καί τῶν ὁρμῶν.Οὕτως αἱ λαϊκαί ἐκδηλώσεις καί ὅταν εἶναι παράλογοι δέν παύουν νά εἶναι ἀληθιναί ἐκδηλώσεις τῆς λαϊκῆς ψυχῆς. Ἡ ἐξήγησις λοιπόν δέν εὑρίσκεται μέ τό λογικόν…ὑπάρχει καί τό συναίσθημα, ὁ ψυχικός κόσμος, ὅστις ὑποβάλλει εἰς τόν ἄνθρωπον πράξεις καί ἐνεργείας πολλάκις ἀντιθέτους πρός τάς ὑπαγορεύσεις τῆς λογικῆς».

22. Ἐνδεικτικό τῆς προσπάθειας αὐτῆς εἶναι καί τό γεγονός, ὅτι μεγάλοι πατέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς τῶν μετέπειτα αἰώνων ἀσχολήθηκαν μέ τήν θεολογική μελέτη τῶν λαϊκῶν συνηθειῶν. Βλ σχετικά: Κυριακίδης Στίλπ., «Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς λαογράφος», στό Λαογραφία, τόμ. ΙΑ(1934/37), σσ., 634-641. Λουκάτος Δ., «Λαογραφικαί περί τελευτῆς ἐνδείξεις παρά Ἰωάννῃ τῷ Χρυσοστόμῳ», Ἑλληνικόν Λαογραφικόν Ἀρχεῖον 2( 1940)σσ. 30-117. Κουγέας Σωκρ., Αἱ ἐν τοῖς σχολίοις τοῦ Ἀρέθα λαογραφικάι εἰδήσεις, Λαογραφία τόμ. Δ΄(1912-1913) σ. 239. Μέγας Γ., «Ὁ Μιχαήλ Ψελλός ὡς λαογράφος». Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν, τ. ΚΓ (1953), σσ. 99-109. Κουκουλές Φ., Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου τά Λαογραφικά, τ. Α-Β, ἐν Θεσσαλονίκῃ 1950. Allatius L., De Graecorum hodie quorundam opinationibus epistola, Coloniae Agrippinae , σ. 113 ἑξ. Πλούσια σέ λαογραφικές παρατηρήσεις εἶναι καί ὅλα τά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἰδιαίτερα τό Πηδάλιον. Πρβλ. Μέγας Γ. Εἰσαγωγή εἰς τήν Λαογραφίαν, σσ. 27-29.

23. Γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τά στοιχεῖα αὐτά ἐνσωματώθηκαν στή λατρεία βλ. ἀντιπροσωπευτικά: Σκαλτσῆς Π., «Οἱ συμβολισμοί στήν ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος», στό Λειτουργικές μελέτες,τόμ. 1, Ἐκδόσεις Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 53-84.Τζέρπος Δ.(Πρωτ/ρος), «Σύμβολα καί συμβολισμοί κατά τήν τέλεση τοῦ Ὀρθόδοξου Γάμου», στό Ὁ γάμος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πρακτικά Δ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου. Ἔκδοσις Κλάδου Ἐκδόσεων Ἐπικοινωνιακῆς καί Μορφωτικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἑκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2004,σσ. 95-118.Τοῦ ἴδιου «Τό νεκρικό λείψανο καί ἡ ἐπιτάφια φροντίδα του» στό Νεκρώσιμα Τελετουργικά, Εἰσηγήσεις-Πορίσματα Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας, ἔτους 2001, Δράμα 2001, σσ. 185-240. Τοῦ ἴδιου, «Θρῆνος καί ψαλμωδία κατά τήν ταφή τῶν νεκρῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκκλησία», Ἐπετηρίς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ΛΖ (2002), σσ. 689-703.

24. Μερακλῆς Μ.Γ., Ἡ πιό μεγάλη ἑλληνική γιορτή τῆς χαρᾶς.Πεμπτουσία 14(2004),σσ. 87.

25. Ξυδιᾶς,μν.ἔργ., σ. 16, σημ. 17 :Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι χριστιανικά λατρευτικά καί ἄλλα λαϊκά ἔθιμα ἀνάγονται γενετικά σέ προχριστιανικές παραδόσεις. Ὅπως ἐπίσης δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κάποια νήματα πού διαπεροῦν τά βάθη τῆς ἱστορίας καί τῆς λαϊκῆς ψυχῆς συνδέουν μεταξύ τους τίς μορφές τῆς ἀρχέγονης θηλυκῆς θεότητας, τῆς Ἀθηνᾶς ἤ τῆς Κυβέλης μέ τή θεομητορική μορφή τῆς Παναγίας, ὅπως συνδέουν τή μορφή τοῦ Περσέα μ᾿ αὐτές τοῦ Ἅη –Γιώργη καί τοῦ Διγενῆ, ἀκόμη καί τίς μορφές τοῦ Ὀρφέα και τοῦ Διονύσου μέ τή θεανδρική μορφή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ λίγα λόγια, πολλά ἀπ᾿ τά σχήματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς ἑλληνικῆς δημοτικῆς παράδοσης ἀνάγονται πράγματι σέ θεμελιώδη ψυχικά-πολιτιστικά ἀρχέτυπα, πού χάνονται στά βάθη τῆς ἀνθρώπινης προϊστορίας. Ἄν περιοριστοῦμε ὅμως στά θρησκειολογικά, ἐθνολογικά, λαογραφικά κριτήρια, οἱ μορφολογικές ὁμοιότητες κινδυνεύουν νά μᾶς παρασύρουν σέ μιά σύγχυση μεταξύ ψυχικοῦ-πολιτιστικοῦ καί πνευματικοῦ-ὀντολογικοῦ ἐπιπέδου. Ἐπίσης, μιά ἀνιστορική σύγκριση ἀφηρημένων τύπων καί δομῶν μᾶς ἀποκρύβει τή σημασία τῆς προσωπικῆς καί ἱστορικῆς συγκυρίας, τήν προσωπική ὑπαρξιακή ταλάντευση καί τά πνευματικά διλήμματα τῶν συγκεκριμένων ὑπαρκτῶν προσώπων μέσα στό συγκεκριμένο ἱστορικό χῶρο καί χρόνο. Ἔτσι, μ᾿ ὅλα αὐτά, δέν ἀντιλαμβανόμαστε, ὅτι μεγάλες πνευματικές ρήξεις καί ἐπαναστάσεις τῆς ἱστορίας συντελοῦνται παρά τή φαινομενική συνέχεια τῶν πολιτιστικῶν σχημάτων καί μόνο χάρη σέ κάποιες-ἀνεπαίσθητες πολλές φορές-μετατοπίσεις στούς συμβολισμούς τῶν ἀρχετύπων. Χωρίς αὐτόν τό μίτο δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντιληφθεῖ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία πέτυχε σταδιακά τόν ἐκχριστιανισμό τῶν «ἐθνῶν», καί τήν πνευματική μετάπλαση τῶν ἀρχαίων παραδόσεων. Χωρίς αὐτή τήν ἑρμηνευτική κατανόηση καί διείσδυση στό πνευματικό ὀντολογικό περιεχόμενο τῶν δημοτικῶν μας παραδόσεων, δέν μένει παρά μιά πνευματικῶς «οὐδέτερη» μορφολογία (ἠθῶν, ἐθίμων καί διαφόρων ἄλλων πολιτιστικῶν στοιχείων), πού ἀφήνει περιθώριο γιά μιά σειρά θρησκειολογίζουσες καί κοινωνιολογίζουσες συγχύσεις. Ἄν κανείς ξεπεράσει ὅλους αὐτούς τούς σκοπέλους καί εἰσέλθει στό πνευματικό βάθος τῆς παράδοσης, τότε καταλαβαίνει πόσο φτωχές εἶναι ἀπό πνευματική ἄποψη καί γιατί δέν τελεσφοροῦν οἱ διάφορες προσπάθειες φολκλορικῆς ἀναβίωσή της, ἤ μ᾿ ἄλλα λόγια, γιατί στερημένη ἀπ᾿ τόν πνευματικό δυναμισμό της, ἡ παράδοση αὐτή δέν ἐκφράζει παρά ἕναν ἐπιφανειακό καί ἄγονο συναισθηματισμό».

26. 50 Πνευματικαί Ὁμιλίαι 16,8.

27. Νικολάου Ν., Ὁ μεγάλος ἁγιασμός τῶν φώτων μέσα ἀπό τά ἁγιωτικά κείμενα,Λαογραφία καί λογοτεχνία, Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθῆναι 2003.

28. Μερακλῆς, μν.ἔργ., σ. 87: «Ἕνας σημαντικός ἀριθμός ἀπό τίς πιό πάνω συνήθειες καί δοξασίες ἀποτελοῦν ἕνα προχριστιανικό στρῶμα, ἡ σημασία καί ἀξία τοῦ ὁποίου ἔγκειται κατά τή γνώμη μας στό γεγονός ὅτι πραγμάτωσαν, μέσα στούς κόλπους τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ μιά διπλῆ ζωή: ἀφενός ἔχουν διαποτισθεῖ ἀπό τόν ( κατά τόν λαϊκό ἄνθρωπο ἐννοούμενο) χριστιανικό γιά τήν ἀκρίβεια ἑλληνορθόδοξο πνεῦμα, ἀφετέρου ὅμως διασώζουν κάποιους δομικούς πυρῆνες τῆς ἀρχικῆς σύστασής τους, κι αὐτό ἐξασφαλίζει μιά βαθύτερη συνοχή καί συνέχεια τοῦ ἄλλοτε καί τοῦ τώρα. Μπορεῖ κανένας ἀπό τούς νεώτερους φορεῖς τους νά μήν θυμᾶται τήν θυσιαστική ἔννοια τοῦ κοκκίνου χρώματος, την δύναμη «ἀποδιοπόμπησης» πού ἀποδιδόταν στούς θορύβους καί κρότους, τή σχέση τῆς νεότερης δοξασίας γιά τήν ἐαρινή ἄνοδο τῶν ψυχῶν μέ τά ἀρχαῖα ἀνθεστήρια, τήν μαγική αἰώρηση στήν ἀνθισμένη φύση τῆς ἄνοιξης, ὅμως ὁ λαϊκός ἄνθρωπος τό κράτησε ζωντανά βάζοντας μέσα τους δικές του ἰδέες ἤ καί τήν καθαρή πλέον διασκέδασή του, ἀφοῦ τά ἔδεσε κιόλας γερά μέ τή θρησκευτική του συνείδηση καί πίστη».

29. Ἀποστολόπουλος Θ., «Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στό ἑλληνικό δημοτικό τραγοῦδι», Διμηνιαία ἔκδοση Γραμματείας Κατηχήσεως Ἱερᾶς Μητροπόλεως Περιστερίου, Ἔτος 9ο, Τεῦχ. 47, Ἰανουάριος Φεβρουάριος 2004,σ. 7: «Ὁ κόσμος τοῦ ἑλληνικοῦ δημοτικοῦ τραγουδιου εἶναι σαφῶς ἕνας ἐκχριστιανισμένος κόσμος…Στά ὑπάρχοντα κείμενα τῶν τραγουδιῶν, πού διαμορφώνονται μέ τήν ἐπικράτηση τῶν δημωδῶν διαλέκτων καί ἀνάγονται τουλάχιστον μέχρι τόν 10ο αἰ., συναντᾶται ἕνα περιβάλλον μέ δεδομένη τήν κυριαρχία τῆς χριστιανικῆς λατρείας: τό Πάσχα ὡς «Λαμπρή» καί μεγαλύτερη γιορτή, ἡ Κυριακή ὡς «ἐπίσημη»ἡμέρα, τά Χριστούγεννα καί ὅλος ὁ κύκλος τοῦ ἑορτολογίου, ὁ Σταυρός ὡς ἱερό Σύμβολο, ἡ Παναγία καί οἱ δημοφιλεῖς ἅγιοι, οἱ Ἄγγελοι, οἱ Ἐκκλησιές, τά μοναστήρια, ἡ Ἁγιά Σοφιά, ὁ παπᾶς, ὁ δεσπότης, ὁ ἡγούμενος, οἱ καμπάνες, τά σήμαντρα, τά θυμιατά, τά «κρίματα» καί ἡ ἐξομολόγηση, ἡ Θεία Κοινωνία, τά στεφανώματα, ἡ ἀντίσταση στήν ἄρνηση τῆς πίστης, τό ἐμπλουτισμένο ἀπό τή λατρεία λεξιλόγιο, τό «Κύριε ἐλέησον». Βλ. ἀκόμη Κεφαλληνιάδης Ν., Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στήν Ἑλλάδα μέσα ἀπό δημοτικά καί λαϊκά τραγούδια, τόμ. Δ΄, Λαογραφία - Παράδοση 24, Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα,1997. Ἀναγνωστόπουλος Ἰ., Ὁ θάνατος καί ὁ κάτω κόσμος στή δημοτική ποίηση.(Ἐσχατολογία τῆς δημοτικῆς ποίησης). Διδακτορική διατριβή, Ἀθήνα 1984.

30. Λουκάτος Δ., «Ἐκκλησιαστικές φράσεις στή νεοελληνική γλώσσα». Σύναξη 15(1985), σσ. 33-38.

31. Βλ. σχετικά: Λουκάτος Δ., Χριστουγεννιάτικα καί τῶν γιορτῶν.Λαογραφία-Παράδοση 1. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 21984. Τοῦ ἴδιου, Πασχαλινά καί τῆς ἄνοιξης.Λαογραφία-Παράδοση 2. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 31995. Τοῦ ἴδιου, Συμπληρωματικά τοῦ χειμώνα καί τῆς Ἄνοιξης. Λαογραφία-Παράδοση 54. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 1985. Τοῦ ἴδιου, Τά καλοκαιρινά.Λαογραφία-Παράδοση 3. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 21992. Τοῦ ἴδιου, Τά φθινοπωρινά.Λαογραφία-Παράδοση 4. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 21995. Τοῦ ἴδιου, Σύγχρονα Λαογραφικά.Λαογραφία-Παράδοση 30. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 22003. Μολινός Στ., Τά λαογραφικά τοῦ δωδεκάμηνου Λαογραφία-Παράδοση 18. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 1993. Καραπατάκης Κ., Τό δωδεκαήμερο.Παλιά Χριστουγεννιάτικα ἤθη καί ἔθιμα.Ἐκδόσεις Παπαδήμα , Ἀθήνα 1981. Καλοκύρης Κ., Τό δένδρο τῶν Χριστουγέννων. ( Ἐπιστημονική θεμελίωση τῆς ἀνατολικῆς καταγωγῆς του). Ἡ φάτνη καί ὁ ἀστέρας τῆς Βηθλεέμ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2001.

32. Κεφαλληνιάδης Ν., Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στά ἑλληνικά νησιά. Τόμ. Α, Κυκλάδες. Λαογραφία-Παράδοση 11, Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα. Τοῦ ἴδιου, Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στά ἑλληνικά νησιά. Τόμ. Β’, (Β.Σποράδες-Νησιά Β. καί Α. Αἰγαίου-Δωδεκάνησα-Ἑπτάνησα-Κρήτη-Κύπρος), Λαογραφία-Παράδοση 12, Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα. Τοῦ ἴδιου, Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στή Στεριανή Ἑλλάδα, Τόμ. Γ ( Πελοπόνησος –Στερεά Ἑλλάδα-Θεσσαλία-Ἤπειρος-Μακεδονία-Θράκη),Λαογραφία-Παράδοση 19, Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα.Κυριακίδου-Νέστορος Ἄ., Λαογραφικά μελετήματα, ἄνευ τόπου και ἔτους, σ. 16-19.

33. Γριτσόπουλος Τ., Μαρία (Τά ἐπίθετα) , Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμ. 8, στλ. 710-713.

34. Σκαλτσῆς , «Ἡ θεοτόκος στή λαϊκή λειτουργική εὐσέβεια», σ. 225.

35. Ψυχογιοῦ Ἑλ., «Μαγεία καί ἑλληνική λαογραφία», στό Μαγεία καί Χριστιανισμός, Εἰσηγήσεις εἰς τό Θεολογικόν Συνέδριον Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας , 22-23 Φεβρουαρίου 1992, Ἔκδοσις Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας , Ἀθῆναι 1993,σσ. 7: «Μέ τόν ὅρο μαγεία ἐννοοῦμε μιά πρωτογονική, δυναμική ἀντίληψη περί τοῦ κόσμου καί ἕνα σύνολο τελετουργικῶν πράξεων μέ τίς ὁποῖες ἐπιδιώκεται κατά ἕνα τρόπο μυστηριώδη καί μέ βάση ὑποτιθέμενες ἀναλογίες μεταξύ ἐμψύχων καί ἀψύχων νά ἐπηρεασθοῦν οἱ φανερές ἀλλά καί οἱ μυστικές δυνάμεις τῆς φύσης, καθώς καί τά ἀνώτερα πνεύματα (δαίμονες- ἄγγελοι- Θεοί) νά μποῦν στήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου-μάγου γιά νά τόν ὠφελήσουν ἤ νά βλάψουν τούς ἐχθρούς του. Ἡ πίστη στή μαγεία προϋποθέτει ὅτι ὁ κόσμος ἐλέγχεται ἀπό κάποιες ἀπρόσωπες δυνάμεις, ἀπό κάποιους ἀμετάβλητους καί ἄκαμπτους νόμους, στούς ὁποίους εἶναι ὑποταγμένα ὅλα τά θεϊκά κι ἀνθρώπινα ὄντα. Αὐτές οἱ δυνάμεις μποροῦν να μποῦν ἐξαναγκαστικά στήν ὑπηρεσία τῆς μαγείας καί τοῦ μάγου, μέσῳ μαγικῶν πρακτικῶν, οἱ ὁποῖες στηρίζονται σ᾿ αὐτούς τούς νόμους». Γιά τή σχέση γενικά θρησκείας καί μαγείας βλ. Δακουρᾶς Δ., «Θρησκεία καί μαγεία ἐξ ἐπόψεως θρησκειολογικῆς», στό Μαγεία καί Χριστιανισμός, Εἰσηγήσεις εἰς τό Θεολογικόν Συνέδριον Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας, 22-23 Φεβρουαρίου 1992, Ἔκδοσις Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας , Ἀθῆναι 1993,σσ. 35-64. Ραμιώτης Κ.( Ἀρχιμ.), Ἡ μαγεία ὑπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἀκολουθία λύσεως μαγειῶν. Οἱ εὐχές. Ἀθήνα 2002.

36. Κανών 18 (24-26) τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου. Ράλλης Γ.–Ποτλῆς Μ., Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, Τόμ. 3, Ἐκδόσεις Γρηγόρης (Φωτοστατική ἀνατύπωση) Ἀθήνα 1992, σσ. 354-355: «Ὁμοίως ἤρεσεν, ἵνα τοῖς σώμασιν τῶν τελευτώντων εὐχαριστία μή δοθῇ.Γέγραπται γάρ:Λάβετε, φάγετε· τά δέ τῶν νεκρῶν σώματα οὐδέν λαβεῖν δύναται, οὐδέ φαγεῖν. Καί ἵνα μή τούς ἤδη τελευτῶντας βαπτισθῆναι ποιήσῃ ἡ τῶν πρεσβυτέρων ἄγνοια». Βλ. σχετικά Τζέρπος Δ.( Πρωτ/ρος), Ἡ ἀκολουθία τοῦ Νεκρωσίμου Εὐχελαίου κατά τά χειρόγραφα εὐχολόγια τοῦ ιδ’-ιστ’αἰ..Συμβολή στήν Ἱστορία καί τήν Θεολογία τῆς χριστιανικῆς λατρείας,(Ἵδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας-Λατρειολογήματα 1) Ἀθήνα, 2000, σσ. 129-134. Τοῦ ἴδιου, Ἐφόδιον ζωῆς. Ἡ μετάδοση τῆς θείας κοινωνίας στούς ἀσθενεῖς πού ἀντιμετωπίζουν κίνδυνο θανάτου. Συμβολή στήν Ποιμαντική Λειτουργική. Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθῆναι 2001, σσ. 101-107.

37. Εἰς τήν Α΄πρός Κορινθίους,Ὁμιλία μ΄. PG 61,σ. 347.

38. Dmitriewskij Α., Opisanie liturgitsekich rukopisej, τόμ. 2. Georg Olms Verlagsbuchandlung, Hildesheim 1965, σσ. 781-782.

39. Δακουρᾶς, μν. ἔργ., σ. 41: «Ἡ μιμητική ἤ ὁμοιοπαθητική μαγεία πλησιάζει φαινόμενα μέ ἁπλῆν ὁμοιότητα καί ἐνεργεῖ παρομοίως. Μιμουμένη, δηλαδή, τό αἴτιον, πιστεύει ὅτι ἐκβιάζει τό σύνηθες ἀποτέλεσμα. Ὁ βασικός της νόμος εἶναι ἐκεῖνος τῆς ἀναλογίας: ὅμοιον προκαλεῖ ὅμοιον».

40. Βλ. σχετικά Τζέρπος , Ἡ ἀκολουθία τοῦ Νεκρωσίμου Εὐχελαίου,σσ. 31,205.

41. Χριστοήθεια τῶν χριστιανῶν, Ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος Θεσσαλονίκη 1984, σ. 16.Πρβλ. Rice T. T., Ὁ δημόσιος καί ἰδιωτικός βίος τῶν βυζαντινῶν. Ἐκδ. Παπαδήμα, Ἀθήνα 1988, σ. 211.

42. Στίς διάφορες πηγές τά ἀντικείμενα αὐτά φέρονται καί μέ ποικίλα ἄλλα ὀνόματα , ὅπως φυλαχτάρια, φυλακτήρια, περιάμματα ἤ περίαπτα, ἐγκόλπια, πουγγία, γραπτά ἤ ἀποτρόπαια. Βλ. σχετικά: Παρασκευοπούλου Γερμ., (Ἀρχιμ.-Νῦν Μητροπολίτου Ἠλείας ), Τά φυλακτά τῆς Ἡλείας ὑπό τό φῶς τῆς χριστιανικῆς πίστεως, Ἀθῆναι 1981,σ. 17.

43. Ὡς μαναδυναμοῦχο ἀντικείμενο θεωρεῖται «κάθε τί τό μέγα, τό θαυμαστόν, τό νέον, τό ἐκπλῆττον, τό τρομάζον, τό ἄηθες». Προέκυψε δέ ὁ ὅρος ἀπό τή λέξη mana τῆς γλώσσας τῶν πρωτογόνων τῆς Ὠκεανίας, μέ τήν ὁποία χαρακτηρίζεται ἡ ἔκτακτη δύναμη, τήν ὁποία θεωρεῖται ὅτι ἐμπεριέχουν τά ἀντικείμενα αὐτά. Βλ. σχετικά Φιλιππίδης Λ., Πρωτογόνων θρησκευτική ζωή, Ἀθῆναι 1964, σ. 32 .

44. Βλ.Frazer J., Tabou et les périls de l’ âme. Paris 1927. σσ.255 κ.ἑ. Spier J., «Medieval Byzantin magical Amulets and theier tradition».Journal of the Warburg and Courtauld Institutes 56(1993), σσ. 25-62.

45. Μ. Ἀθανάσιος, Ἀποσπάσματα. ΒΕΠΕΣ 33, σ. 213 : «Τὰ γὰρ περίαπτα καὶ αἱ γοητεῖαι μάταια βοηθήματα ὑπάρχουσιν. Εἰ δέ τις αὐτοῖς κέχρηται, γινωσκέτω τοῦτο σαφῶς, ὅτι ἑαυτὸν ἐποίησεν ἀντὶ πιστοῦ ἄπιστον, ἀντὶ δὲ Χριστιανοῦ ἐθνικὸν, ἀντὶ δὲ συνετοῦ ἀσύνετον, ἀντὶ δὲ λογικοῦ ἀλόγιστον. Καταντλεῖ γάρ σοι γραῦς διὰ κ΄ ὀβολοὺς, ἢ τετάρτην οἴνου ἐπαοιδὴν τοῦ ὄφεως· καὶ σὺ ἕστηκας ὡς ὄνος χασμώμενος, φορῶν δὲ ἐπὶ τὸν αὐχένα τὴν ῥυπαρίαν τῶν τετραπόδων, παρακρουσάμενος τὴν σφραγῖδα τοῦ σωτηρίου σταυροῦ. ῝Ην σφραγῖδα οὐ μόνον νοσήματα δεδοίκασιν, ἀλλὰ καὶ πᾶν τὸ στῖφος τῶν δαιμόνων φοβεῖται καὶ τέθηπεν. Ὅθεν καί πᾶς γόης ἀσφράγιστος ὑπάρχει». Κανών ΛΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου: «Οὐ δεῖ Ἱερατικούς ἤ κληρικούς…ποιεῖν τά λεγόμενα φυλακτήρια, ἅτινα ἐστι δεσμωτήρια τῶν ψυχῶν αὐτῶν, τούς δέ φοροῦντας ρίπτεσθαι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἐκελεύσαμεν». Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. Γ, σ. 203. Πρβλ. ΞΑ΄ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Συνόδου. Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. Β, σ. 442. Γιά περισσότερες μαρτυρίες βλ. Παρασκευοπούλου , Τά φυλακτά, σσ. 153-157.

46. Γιά τά κριτήρια ἐπιλογῆς τῶν εἰδῶν αὐτῶν βλ. Παρασκευόπουλος, Τά φυλακτά, σ. 88 ἑξ. Πέραν,ὅμως, τῶν εἰδῶν αὐτῶν ἐνίοτε ἐχρησιμοποιοῦντο καί δηλητήρια, γιαυτό καί κατέληξε ἡ λέξη μάγος νά εἶναι συνώνυμος τοῦ φαρμακός. Γιά τήν νομική ἀντιμετώπιση αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν μάγων-φαρμακῶν βλ. Τρωϊάνος Σ., «Ἀπό τή μαγεία στήν παρα-εκκλησιαστική μαγεία». Σύναξη 67(1998), σσ. 37-39.

47. Βλ. Παρασκευόπουλος, Τά φυλακτά, σ. 115 ἑξ.

48. Βλ. Παρασκευόπουλος, Τά φυλακτά, σσ. 153-159.

49. Γεδεών Μ., «Ἀρσενίου καί Διονυσίου Νομοκάνων ἐκ Γεθσημανῆ», στο Ἀρχεῖον ἐκκλησιαστικοῦ καί κανονικοῦ Δικαίου, 5, (1950), σ. 11: «Βλέπε καί τοῦτο πνευματικέ, ὅτι πολλαῖς τῶν γυναικῶν λαμβάνουν τήν θείαν κοινωνίαν καί ἑνώνουν αὐτήν μετά ὕδατος, καί κολυμβοῦν μετ᾿ ἐκεῖνο καί τοῦτο τό κάμνουν διά νά ταῖς ἀγαποῦν οἱ ἄνδρες». Delatte Ar., Anecdota Atheniensia , τόμ. I-II, Textes grecs inédits rélatifs à l’ histoire des réligions , Liège - Paris 1927, σ. 83: «Βάλε τό ἀντιμήνσιον πού λειτουργοῦσιν και βαρ’ το’ς την κεφαλήν τοῦ δημένου, και φεύγουσιν οἱ δαίμονες καί τό δῆμαν ἀπό τόν δημένον, ( καί λέγε) ὅτι δῆμαν νά ἀναλυθήσεται ἀνθρώπου μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ λύεται».

50. Delatte, Anecdota Atheniensia, σ. 83 :«Εἰς λῦμαν ἀνθρώπου.Βάλε τό ἀντιμήνσιον πού λειτουργοῦσι καί βαρ᾿ το ᾿ς τήν κεφαλήν τοῦ δημένου, καί φεύγουσιν οἱ δαίμονες καί τό δῆμαν ἀπό τόν δημένον, ( καί λέγε) ὅτι δῆμαν νά ἀναλυθήσεται ἀνθρώπου μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ λύεται».

51. Κορακίδης Ἀλ., Ἰωάσαφ Ἐφέσου(+1453)(Ἰωάννης Βλαδύντερος), Βίος, ἔργα διδασκαλία, Ἀθήνα 1992, σ. 238: «Ἐρώτησις: Εἰ ἔστιν ἁμαρτία γοητεύειν πληγάς ἤ ὀθόνας τιθέναι ἐπάνω τῶν πληγῶν. Ἀπόκρισις: Τοῦτο παντελῶς ἀλλότριον ἔνι χριστιανῶν. Εἰ γάρ καί ὀνόματα ἁγίων ἐπιλέγουσιν ἐν τῇ γοητείᾳ, ἀλλά πρός ἀπάτην ἐξεῦρεν τοῦτο ὁ διάβολος, κατά μικρόν ἀπάγων τούς χρωμένους ἀπό Θεοῦν καί πρός ἑαυτόν μεθιστῶν. Τούς γοῦν τοιούτους οἱ νόμοι ἀφειδῶς κολάζουσιν. Ὁμοίως καί τούς φυλακτά ποιοῦντας καί τούς ταῦτα βαστάζοντας κανονίζουσι οἱ ἅγιοι πατέρες μή κοινωνῆσαι ἐπί χρόνοις πέντε καί μετανοίας τριακοσίας(τ). Τό αὐτό ἐστι καί ἐπί τῶν ποιούντων τάς λεγομένας πεντάλφας καί διδόντων ἀνθρώποις ἤ κτήνεσιν δι᾿ ἴασιν λύσσης».

52. Γιά μιά σφαιρική θεώρηση τοῦ θέματος βλ. ἰδιαίτερα: Παρασκευοπούλου Γερμ., (Ἀρχιμ.-Νῦν Μητροπολίτου Ἠλείας ), Αἱ ἐν Ἡλείᾳ μαγικαί ἐπωδαί ( Τά ξόρκια) ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου Ποιμαντικῆς, Πύργος 1976.

53. Βλ. ΞΑ΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης. Σχολιάζοντας τόν κανόνα αὐτό ὁ Βαλσαμών γράφει χαρακτηριστικά: «Γητευτάς δέ πόσους ἄν ἴδοις, λέγοντας θεῖά τινα ψαλμωδήματα καί μεμνημένους καί ὀνομάτων μαρτυρικῶν, ἤ καί αὐτῆς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου; ἅ πάντα οἱ θεοφόροι πατέρες καί τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι φεύγειν διορίζονται, καί μᾶλλον τῶν ἄλλων ὁ θεῖος Χρυσόστομος, λέγων εἰς τούς Ἀνδριάντας ταῦτα ρητῶς : Οὐ περίαπτα δέ μόνον, ἀλλά καί ἐπωδάς αὐτῶν περιάγεις, γραΐδια μεθύοντα καί παραπαίοντα εἰς τήν οἰκίαν σαυτοῦ εἰσάγων, καί οὐκ αἰσχύνῃ, οὐδ᾿ ἐρυθριᾷς μετά τοσαύτην φιλανθρωπίαν πρός ταῦτα ἐπτοημένος· καί τό χαλεπώτερον τῆς ἀπάτης, ὅταν καί παραινούμενος ταῦτα μή ποιεῖν, δοκῶν ἀπολογεῖσθαι φής· Χριστιανή ἐστιν ἡ γυνή ἡ ταῦτα ἐπᾴδουσα καί οὐδέν ἕτερον φθέγγεται, ἤ τό τοῦ Θεοῦ ὄνομα. Διά τοῦτο μέν οὖν αὐτήν μάλιστα μισῶ καί ἀποστρέφομαι, ὅτι τοῦ Θεοῦ τῷ ὀνόματι κατακέχρηται, ὅτι, λέγουσα χριστιανή εἶναι, τά τῶν ἑλλήνων ἐπιδείκνυται. καί γάρ οἱ δαίμονες τῷ τοῦ Θεοῦ ὀνόματι ἐφθέγγοντο, ἀλλ’ ἦσαν δαίμονες. Καί οὕτως ἔλεγον πρός τόν Χριστόν· Οἴδαμέν σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ· καί ὅμως ἐπεστόμισεν αὐτούς καί ἀπήλασεν». Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. Β, σ. 444-445. Πρβλ. Ματθαίου Βλάσταρη, Σύνταγμα κατά Στοιχεῖον, Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. ΣΤ, σ. 357.

54. Παρασκευοπούλου, Αἱ ἐν Ἡλείᾳ μαγικαί ἐπωδαί, σ.146.

55. Κυριακίδης Στλπ., Ἑλληνική Λαογραφία. ΜέροςΑ΄, Ἀθῆναι 1923, σ. 98 :»Ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἡ χρῆσις τῶν ἐπωδῶν εἰσῆλθεν ὑπό τήν μορφήν τοῦ ἐξορκισμοῦ καί τῶν εὐχῶν καί εἰς τούς χριστιανούς, ὑπῆρχε δέ κατά τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους ἰδιαιτέρα τάξις ἐξορκιστῶν, οἵτινες εἶχον τήν δύναμιν διά τῶν ἐπωδῶν αὐτῶν νά ἐκβάλλουν δαίμονας καί νά θεραπεύουν ἀσθενείας.Τόση δέ ἦτο ἡ πίστις εἰς τήν δύναμιν τῶν ἐπωδῶν, ὥστε καί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νηφάλιοι καί φιλοσοφικώτατοι, ὡς π.χ. ὁ Ὠριγένης, οὐ μόνον ἀναγνωρίζουν τήν δύναμιν τῶν λέξεων αὐτῶν, ἀλλά καί πλάττουν τοιαύτας, στηριζομένας εἰς τήν δύναμιν τῶν χριστιανικῶν ὀνομάτων πρός χρῆσιν τῶν χριστιανῶν. Οἱ ἐξορκισμοί τοῦ βαπτίσματος, οἱ εἰς τόν Μ. Βασίλειον ἀποδιδόμενοι ἀφορκισμοί, καί αἱ ποικίλαι εὐχαί εἶναι συνέχεια τῶν ἐπωδῶν ἐντός τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας».

56. Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, Πρός Ἐφεσίους ΧΙΙΙ. ΒΕΠΕΣ 2, σσ. 266-267: «Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ, καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁμονοίᾳ ὑμῶν τῆς πίστεως».

57. Βλ. Φίλιας Γ., «Πηγές καί ἐξέλιξη τῶν ἐξορκιστικῶν εὐχῶν γιά τούς «ἐνεργουμένους ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα» ». Σύναξη 67(1998), σσ. 92-94. Πρβλ. Brouette E., “ La civilisation chrétienne du XVIe s. devant le problème satanique », Satan ( Études Carmélitaines), Paris 1948, σσ. 352-359.

58. Βλ. Νικολαΐδης Ἀπ., Ἡ κοινωνική δυναμική τῶν ἑορτῶν. Κοινωνική προσέγγιση τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου, Ἀθῆναι 1998, σσ. 250-255. Γιανναρᾶς Χρ.,Ἑορτολογικά παλινωδούμενα, Ἀκρίτας Ἀθήνα 1999.

59. Εἰς τά Θεοφάνεια , Λόγ. 38,4.ΒΕΠΕΣ 60, σ. 65.

60. Mossay J., Les fetes de Noël et d’ Épiphanie d’ après les sources littéraires cappadociennes du ive siècle. Textes et Études liturgiques 3. Abbaye du Mont César. Louvain 1965.

61. Πολίτης Ν., Λαογραφικά Σύμμεικτα Β.,Ἐν Ἀθήναις 1921, σ. 148, 6. Τοῦ ἴδιου, «Ὁ ἥλιος κατά τούς δημώδεις μύθους». Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμ. Β΄, (Κέντρο Ἐρεύνης τῆς Ἑλληνικῆς Λογραφίας τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν), Ἀθῆναι 1975, σσ. 130-183. Λουκάτος , Τά καλοκαιρινά, σ. 95.

62. Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. Β, σ. 448:»Τάς οὕτω λεγομένας καλάνδας καί τά λεγόμενα Βοτά καί τά λεγόμενα Βρουμάλια καί τήν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Μαρτίου μηνός ἡμέρᾳ ἐπιτελουμένην πανήγυριν καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείας περιαιρεθῆναι βουλόμεθα. Ἀλλά μήν καί τάς τῶν γυναίων δημοσίας ὀρχήσεις, ὡς ἀσέμνους καί πολλήν λύμην καί βλάβην ἐμποιεῖν δυναμένας, ἔτι μήν καί τάς ὀνόματι τῶν παρ᾿ Ἕλλησιν ψευδῶς ὀνομασθέντων θεῶν ἤ ἐξ ἀνδρῶν, ἤ γυναικῶν γινομένας ὀρχήσεις καί τελετάς, κατά τι ἔθος παλαιόν, καί ἀλλότριον τοῦ τῶν χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες, μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολήν ἐνδιδύσκεσθαι, ἤ γυναῖκα τήν ἀνδράσιν ἁρμόδιον. Ἀλλά μήτε προσωπεῖα κωμικά, ἤ σατυρικά ἤ τραγικά ὑποδύεσθαι· μήτε τό τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα, τήν σταφυλήν ἐκθλίβοντας ἐν ταῖς ληνοῖς, ἐπιβοᾶν· μηδέ τόν οἶνον ἐν τοῖς πίθοις ἐπιχέοντας γέλωτα ἐπικινεῖν, ἀγνοίας τρόπῳ ἤ ματαιότητος, τά τῆς δαιμονιώδους πλάνης ἐνεργοῦντας.Τούς οὖν ἀπό τοῦ νῦν τι τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μέν κληρικοί εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δέ λαϊκοί ἀφορίζεσθαι».

63. Κανών ξε΄: «Τάς ἐν ταῖς νουμηνίαις ὑπό τινων πρό τῶν οἰκείων ἐργαστηρίων, ἤ οἴκων ἀναπτομένας πυρκαϊάς, ἅς καί ὑπεράλλεσθαί τινες κατά τι ἔθος ἀρχαῖον ἐπιτηροῦσιν, ἀπό τοῦ παρόντος καταργηθῆναι προστάσσομεν. Ὅστις οὖν τοιοῦτόν τι πράξοι, εἰ μέν κληρικός εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δέ λαϊκός ἀφοριζέσθω.Γέγραπται γάρ ἐν τῇ τετάρτῃ τῶν Βασιλειῶν· Καί ὠκοδόμησεν Μανασσῆς θυσιαστήριον πάσῃ τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, ἐν ταῖς δύο αὐλαῖς οἴκου Κυρίου, καί διήγαγεν τά τε τέκνα αὐτοῦ ἐν πυρί, καί ἐκλῃδονίζετο καί οἰωνίζετο καί ἐποίησεν ἐγγαστριμύθους καί γνώστας ἐπλήθυνε καί ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τό πονηρόν ἐνώπιον Κυρίου, τοῦ παροργίσαι αὐτόν ( Β΄ Βασ. 21,5-6)». Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. Β, σ. 448.

64. Βλ. Λουκάτος , Τά καλοκαιρινά, σσ. 18-29.

65. Βλ. Λουκάτος , Τά καλοκαιρινά, σσ. 43-53.

66. Γιά τή θρησκευτική σημασία τῆς μέ βάση τά ἀστρονομικά φαινόμενα μέτρησης τοῦ χρόνου βλ. ἰδιαίτερα: Θεοδοσίου Στρ.-Δανέζης Μαν., Ἡ Ὁδύσσεια τῶν ἡμερολογίων. Τόμ. Α: Ἀναζητώντας τίς ρίζες τῆς γνώσης. Τόμ Β: Ἀστρονομία καί παράδοση, Ἐκδόσεις Δίαυλος , Ἀθήνα 1995.

67. Κατά τόν Ζωναρᾶ «Κλῃδών (=φήμη, εἴδηση καί κατ᾿ ἐπέκταση φωνή ἐκλαμβανόμενη ὡς οἰωνός, μαντεία) λέγεται τό διά τινων σημείων ζητεῖν γνῶναι, εἰ μέλλοι τις εὐπραγῆσαι ἤ δυσπραγῆσαι, οἷα καί νῦν ποιοῦσιν τινες, θέλοντες τήν τύχην τήν ἰδίαν καταμαθεῖν· καί οἰωνίζετο· οἰωνισμός δέ ἐστιν τό ἐπιτηρεῖν τάς τῶν ὀρνέων πτήσεις· οἰωνοί γάρ τά ὄρνεα λέγονται· καί τάς αὐτῶν κλαγγάς, καί τοιαῦτα τινα, ἅ καί οἰωνοσκοπίαι παρά τοῖς Ἕλλησιν ὠνομάζοντο, καί ἐν τάξει τιμῆς μεγίστης ἡ οἰωνοσκοπική παρά Ρωμαίοις λελόγιστο». Ράλλης- Ποτλῆς, μν. ἔργ., τόμ. Β, σ. 457.

68. Λουκάτος , Τά καλοκαιρινά, σσ. 43-49.

69. Εἷναι ἐνδεικτικό ἐπ᾿ αὐτοῦ τό μοιρολόγι μιᾶς μάννας, πού πνίγηκε τό παιδί της στή θάλασσα τῶν Κυθήρων: «Ἅγιε Δημήτρη ἀφέντη μου, δέ σέ δοξολογήσαμε; Δέ σέ δοξάσαμε ποτέ; δέ σοῦ ᾿ φερ’ ὁ Δημήτρης μου τρία ἀσημοκάντηλα, χρυσόνε πολυέλαιο καί μανουάλια τέσσερα; Γιά δέν ἐβοήθησες καί σύ μες᾿ στοῦ Τσιρίγου τό νησί, ὅντ’ ἄστραψε καί βρόντηξε κι ἀστροπελέκι ἔπεσε κι ἀναθεούθη ἡ θάλασσα»; Μέγας, Ἑλληνικές Ἐορτές, σ. 18.

70. Χρυσόστομος, Σύνοψις τῆς Παλαιᾶς τε καί Καινῆς…PG 56, 313: «Καινή Διαθήκη λέγεται ἀπό τοῦ χρόνου καί ἀπό τῆς φύσεως τῶν ἐν αυτῇ γενομένων, ὅτι πάντα ἀνεκαινίσθη, καί πρῶτον ἄνθρωπος, δι᾿ ὅν τά πάντα, …καί καινός νόμος ἐδόθη, καιναί ἐντολαί, καινή ἡ χάρις διά τοῦ λουτροῦ, καινός ἄνθρωπος, καιναί ἐπαγγελίαι… Οὐκέτι γάρ ἐκεῖνα τά σωματικά, πρόβατον καί αἷμα καί κνῖσα καί κόπρος, ἀλλ᾿ ἡ λογική καί ἐνάρετος λατρεία».

71. Μ. Βασίλειος, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 18.45. ΒΕΠΕΣ 52, σ. 269. Μ.Ἀθανασίου, Ἀμφιβαλλόμενα, Πρός Ἀντίοχον ἄρχοντα, Ἀπόκρ. 39.ΒΕΠΕΣ 35,111: «Οὐχ ὡς θεούς προσκυνοῦμεν τάς εἰκόνας οἱ πιστοί· μή γένοιτο! ὡς οἱ Ἕλληνες· ἀλλά μόνον τήν σχέσιν καί τήν ἀγάπην τῆς ψυχῆς ἡμῶν τῆς πρός τόν χαρακτήρα τῆς εἰκόνος ἐμφανίζομεν· ὅθεν πολλάκις τοῦ χαρακτῆρος λειανθέντος, ὡς ξύλον ἀργόν, λοιπόν, τήν ποτε εἰκόνα καίομεν».

72. Ἰωάννῃ σπαθαρίῳ. PG 99, 962 ιζ΄: «Θεῖόν τι δρᾶμα ἀκηκοότες πεπρακέναι σου τὴν κυριότητα τεθαυμάκαμεν ἐπὶ τῇ μεγάλῃ σου ὡς ἀληθῶς πίστει, ἄνθρωπε τοῦ θεοῦ. φασὶ γὰρ ὁ διδάξας χρήσασθαί σε τῇ ἱερᾷ εἰκόνι τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἀντὶ ἀναδόχου τινὸς καὶ οὕτως ἐπιτελέσαι τὸ φώτισμα τοῦ θεοφυλάκτου σου τέκνου. καὶ ὢ τῆς πεποιθήσεως· οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ εὗρον τοσαύτην πίστιν ὁ Χριστὸς οὐ μόνον τότε τῷ ἑκατοντάρχῃ δοκῶ ἐπιφθέγξασθαι, ἀλλὰ καὶ σοὶ ἄρτι τῷ ἐφαμίλλῳ τῇ πίστει. εὕρατο τοίνυν ἐκεῖνος ὃ ἐπεζήτησεν, ἐπέτυχες καὐτὸς οὗ πέποιθας. ἐκεῖ τὸ θεῖον πρόσταγμα ἀντὶ τῆς σωματικῆς παρουσίας, κἀνταῦθα ἡ σωματικὴ εἰκὼν ἀντὶ τοῦ πρωτοτύπου· ἐκεῖ συμπαρῆν τῷ λόγῳ ὁ μέγας λόγος ἀοράτως τῇ θεότητι τὸ παράδοξον τῆς ἰάσεως ἐργασάμενος, κἀνταῦθα δὲ συνῆν ὁ μεγαλομάρτυς πνεύματι τῇ οἰκείᾳ εἰκόνι τὸ βρέφος δεχόμενος. Ἀλλὰ βεβήλοις μὲν ἀκοαῖς καὶ ἀπίστοις ψυχαῖς ταῦτα ἀπαράδεκτα ὡς ἄπιστα, καὶ μάλιστα τοῖς εἰκονομάχοις, τῇ δὲ σῇ εὐσεβείᾳ ἐναργῆ τὰ γνωρίσματά τε καὶ ὑποδείγματα πεφανέρωται. τί γὰρ τῷ θεῷ ἀδυνατεῖ παρέχειν τοῖς πιστεύουσιν; καὶ πῶς οὐχὶ ἐν τῇ εἰκόνι ὁ εἰκονιζόμενος ὁμωνύμως ὁρᾶταί τε καὶ εἶναι πιστεύεται;».

73. Τσουρδιοῦ Γ., «Ἡ παναγία ὡς νονά», Σύναξη 67(1998), σσ. 95-96.

74. Στρατηγόπουλος Κ.,(Πρωτ/ρος), «Ἡ συνάντηση μέ τήν μαγεία τῶν πολιτισμῶν». Σύναξη 67(1998), σσ. 53-55.

75. Σύγχρονα Λαογραφικά, σσ. 105-110.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ἀναγνωστόπουλος Ἰ., Ὁ θάνατος καί ὁ κάτω κόσμος στή δημοτική ποίηση ( Ἐσχατολογία τῆς δημοτικῆς ποίησης). Διδακτορική διατριβή. Ἀθῆναι 1984.

Armand Delatte, Anecdota Atheniensia , I,II, Textes grecs inédits rélatifs à l’ histoire des réligions , Liège- Paris 1927.σ. 8

Danielou J., Mythes paiens, mystere chrétien. Encyclopédie du Catholique au XXe sicle. Fayard, Je sais- je crois, Paris 1966.

Danielou J., Ἁγία Γραφή καί λειτουργία. Ἡ βιβλική θεολογία τῶν μυστηρίων καί τῶν ἑορτῶν κατά τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.Κέντρο βιβλικῶν μελετῶν «Ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς», Ἀθήνα 1981.

Dmitriewskij, Opisanie II,

E.Brouette, “ La civilisation chrétienne du XVIe s. devant le problème satanique » , Satan ( Études Carmélitaines), Paris 1948, 352-359.

Godwin J., Μυστηριακές θρησκεῖες τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Μετάφραση Παναγιώτη Χιωτέλη. Ἰνστιτοῦτο τοῦ βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Ἀθῆναι 41996.

J.Spier, Medieval Byzantin magical Amulets and theier tradition.Journal of the Warburg and Courtauld Institutes 56(1993),25-62.

M.Th. Fögen, Die Enteignung der Wahrsager.Studien zum Kaiserlichen Wissenmonopol in der Spätantike, Frankfurt a.M. 1993, σ. 43,.

Mircea Eliade, Εἰκόνες καί σύμβολα ,Ἐκδ. Ἀρσενίδης , Ἀθήνα 1994, σ. 48.

Morris J.,Ταφικά τελετουργικά ἔθιμα καί κοινωνική δομή στήν κλασσική ἀρχαιότητα. Πανεπιστημιακές Ἐκδόσεις Κρήτης. Ἡράκλειο 1997.

Nilsson M., Ἑλληνική λαϊκή θρησκεία. Μετάφραση Ἰ. Θ. Κακριδῆ. Ἀθήνα 1979.

Tamara Talbot Rice, Ὁ δημόσιος καί ἰδιωτικός βίος τῶν βυζαντινῶν. Ἐκδ. Παπαδήμα, Ἀθήνα 1988, σ 211.

Βέλλας, Ἀρχαιολογία, 176

Βέλλας,Θρησκευτικές προσωπικότητες Α 1, 131.

Γανωτής Κ., Ἡ ἀνεπάρκεια τῆς εἰδωλολατρικῆς θεολογίας τῶν ἀρχαίων ἑλλήνων. Ἀπό τόν Ὀρφέα μέχρι τόν Πλάτωνα. Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς. Πειραιᾶς 2002.

Γιάγκου Θ., Κανόνες καί λατρεία. Θεσσαλονίκη 2001.

Ἄγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Χριστοήθεια ταὼν χριστιανῶν, Ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος Θεσσαλονίκη 1984, σ. 16.

Γιούλτσης Β., Κοινωνιολογία τῆς θρησκείας. Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1996.

Δευτεραῖος Ἄγ., Ὁ ἄρτος κατά τήν γέννησιν καί τήν τελευτήν. Ἡ συμβολική καί μαγική χρῆσις του ὑπό τῶν νεωτέρων ἑλλήνων. Ἀθῆναι 1979.

Ἡ Καθημερινή – Ἑπτά ἡμέρες, Οἱ 12 μῆνες. Τόμ. ΜΖ΄ Χειμώνας, τόμ. ΜΗ΄ Ἄνοιξη, τόμ. ΜΘ΄ Καλοκαίρι, τόμ. Ν΄ Φθινόπωρο. Ἀθῆναι 2002.

Θανάτσης Γιῶργος, Ἀρραβῶνες καί γάμοι μικρῆς ἡλικίας. Λαογραφική ἐξέταση. Διδακτορική διατριβή, Ἀθήνα 1983.

Θεοδοσίου Σ.- Δανέζης Μ., Ἡ ὁδύσσεια τῶν ἡμερολογίων. Τόμ. Α: Ἀναζητώντας τίς ρίζες τῆς γνώσης. Τόμ. Β: Ἀστρονομία καί παράδοση. Ἐκδόσεις Δίαυλος, Ἀθῆναι 1995.

Θεοδοσίου Σ.- Δανέζης Μ., Στά ἴχνη τοῦ Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Ἀστρονομία, Ἱστορία, Φιλοσοφία. Ἐκδόσεις Δίαυλος, Ἀθῆναι 2000.

Θερμός Β.( Πρωτ/ρος), Το ξεχασμένο μυστήριο, Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 2003.

Κurtz d.- Βoardman J., Ἔθιμα ταφῆς στόν ἀρχαῖο ἑλληνικό κόσμο.

Καργάκος Σ., Ὀλυμπία καί ὀλυμπιακοί ἀγῶνες. Ἰ. Σιδέρης, Ἀθῆναι 2001.

Καριώτογλου Ἀλ. , Ὁ παγανισμός στό χριστιανισμό. Σύναξη 67(1998)

Καρπεντερ Ε., Παγανισμός καί χριστιανική θρησκεία. Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Ἐκδόσεις Περίπλους, Ἀθήνα 2002.

Καρυώτογλου Ἀλ., Ὁ παγανισμός στό χριστιανισμό. Σύναξη 67(1998), σελ. 46-52.

Κεσελόπουλος Ἀνέστ., Ἡ λειτουργική παράδοση στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2000.

Κεφαλληνιάδης Ν.Α., Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας στήν Ἑλλάδα, μέσα ἀπό δημοτικά καί λαϊκά τραγούδια. (Λαογραφία-Παράδοση 24) Ἐκδόσεις Φιλιππότη, Ἀθήνα 1997.

Κορακίδης Ἀλ., Ἰωάσαφ Ἐφέσου(+1453)(Ἰωάννης Βλαδύντερος), Βίος, ἔργα διδασκαλία, Ἀθήνα 1992, σ. 238.

Κουκουλές Θεσσαλονίκης Εὐσταθίου , τά Λαογραφικ

Κυριακίδης Στίλπ ,Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς λαογράφος.

Κυριακίδης Στίλπ., Λαογραφία , τόμ. ΙΑ, σσ., 634-641:

Κυριακίδης Στίλπ., Λαογραφία, τ. ΙΒ, σ. 142.

Κυριακίδης Στλπ., Ἑλληνική Λαογραφία.ΜέροςΑ

Ἀλεξιάδης Μ.(ἐπιμ.), Εἰσαγωγή στή λαογραφία. (Φάκελος βιβλιογραφικοῦ ὑλικοῦ). Ἀθῆναι 2000.

Λουκάτος Δ., Ἐκκλησιαστικές φράσεις στη νεοελληνική γλώσα.Σύναξη 15(1985), σσ. 33-38. Πρβλ. Νέα Ἐστία 20(1936).

Λουκάτος Δ., Πασχαλινά καί τῆς ἄνοιξης.Λαογραφία-Παράδοση 2. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 31995.

Λουκάτος Δ., Σύγχρονα Λαογραφικά.Λαογραφία-Παράδοση 30. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 22003.

Λουκάτος Δ., Συμπληρωματικά τοῦ χειμώνα καί τῆς Ἄνοιξης. Λαογραφία-Παράδοση 54. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 1985.

Λουκάτος Δ., Τά καλοκαιρινά.Λαογραφία-Παράδοση 3. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 21992.

Λουκάτος Δ., Τά φθινοπωρινά.Λαογραφία-Παράδοση 4. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 21995.

Λουκάτος Δ., Χριστουγεννιάτικα καί τῶν γιορτῶν.Λαογραφία-Παράδοση 1. Ἐκδόσεις Φιλιππότη Ἀθήνα 21984.

Μαγεία και Χριστιανισμός. Εἰσηγήσεις εἰς τό Θεολογικόν Συνέδριον Ἱ. Μητροπόλεως Ἡλείας, 22-23 Φεβρουαρίου 1992. Ἔκδοσις Ἱ. Μητροπόλεως Ἡλείας, Ἀθῆναι 1993.

Μέγας Γ., Εἰσαγωγή εἰς τήν λαογραφίαν. Ἔκδοσις τρίτη, Ἀθῆναι 1975.

Μέγας Ὀ Μιχαἠλ Ψελλός ὡς λαογράφος. Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν ΚΓ 1953, σς. 99-109

Μέγας Γ., Ἑλληνικές γιορτές καί ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας. Τρίτη ἔκδοση στή Δημοτική, Ἐστία, Ἀθῆναι 2003, σσ. 302.

Μερακλῆς Μ., Κοινωνική συγκρότηση. Ἑλληνική λαογραφία. Α΄ τόμος . Ἐκδόσεις Ὀδυσσέας, Η΄ Ἔκδοση, Ἀθήνα 1998.

Μήνη Χ., Νεοπαγανισμός. Ἡ ἀναγέννηση τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Ἐκδόσεις Ἀρχέτυπο, Ἀθῆναι 2000. Ἰνστιτοῦτο τοῦ βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Ἀθῆναι 1994.

Μολινός Στρ., Τά λαογραφικά τοῦ Δωδεκάμηνου. Λαογραφία-Παράδοση 18. Ἐκδόσεις Φιλιππότη, Ἀθήνα 1993.

Νικολαΐδης Ἀπόστολος, Ἡ κοινωνική δυναμική τῶν ἑορτῶν. Κοινωνική προσέγγιση τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου, Ἀθῆναι 1998

Νικολάου Ν., Ὁ μεγάλος ἁγιασμός τῶν Φώτων μέσα ἀπό τά ἁγιωτικά κείμενα. Λαογραφία και λογοτεχνία. Ἐκδόσεις Γρηγόρη Αθήνα 2003.

Ξυδιᾶς Β., Οἱ Ἕλληνες ξανάρχονται.Σύναξη 69(1999), σσ. 5-22.

Παπαδόπουλος Κ. (Πρωτ/ρος), Τό μαγικό στοιχεῖο στή χριστιανική λατρεία. Σύναξη 67(1998), σελ. 27-29.

Παρασκευοπούλου Γερμ., (Ἀρχιμ.-Νῦν Μητροπολίτου Ἠλείας ), Αἱ ἐν Ἡλείᾳ μαγικαί ἐπωδαί ( Τά ξόρκια) ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου Ποιμαντικῆς. Πύργος 1976.

Παρασκευοπούλου Γερμ., (Ἀρχιμ.-Νῦν Μητροπολίτου Ἠλείας ), Τά φυλακτά τῆς Ἡλείας ὑπό τό φῶς τῆς χριστιανικῆς πίστεως, Ἀθῆναι 1981.

Πολίτης Ν., Ὁ ἥλιος κατά τούς δημώδεις μύθους . Λαογραφικά Σύμμεικτα Β΄ 1975. Κέντρο Ἐρεύνης τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφίας, σσ. 130-183

Πολίτης Ν., Λαογραφικά Σύμμεικτα Β., Ἀθήνα 1921, σ. 1948, 6.

Σκαλτσῆς Π., Ὁ λαός ὡς πλήρωμα στή Θεία Λειτουργία, στό «Ἀναλόγιον», Τριμηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης 5, Καλοκαίρι 2003, σ. 54-.

Σμέμαν Ἀλ.(Πρωτ/ρος),Ἡ Ἐκκλησία προσευχομένη. Εἰσαγωγή στή λειτουργική θεολογία. Μετάφραση-ἐπιμέλεια π. Δημήτριος Τζέρπος. Ἀκρίτας 22003.

Στρατηγόπουλος Κ. , Ἡ συνάντηση μέ τήν μαγεία τῶν πολιτισμῶν.

Τζέρπος Δ.(Πρωτ/ρος),Ἡ ἀκολουθία τοῦ Νεκρωσίμου Εὐχελαίου.

Τζέρπος Δ.(Πρωτ/ρος), Λειτουργική Ἀνανέωση.Δοκίμια λειτουργικῆς ἀγωγῆς κλήρου καί λαοῦ.Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθῆναι

Τρωϊάνος Σ., Ἀπό τή μαγεία στήν «παρα-εκκλησιαστική μαγεία». Σύναξη 67(1998), σελ. 37-45.

Τσιοῦρδος Γ., Ἡ Παναγία ὡς νονά. Σύναξη 67(1998), σελ. 95-96.

Φίλιας Γ. , Πηγές καί ἐξέλιξη τῶν ἐξορκιστικῶν εὐχῶν. Σύναξη 67(1998), σελ. 71-94.

Φιλιππίδου Λ., Πρωτογόνων θρησκευτική ζωή. Ἀθῆναι 1964.

Ψυχογιοῦ Ἑλένη, Μαγεία καί ἑλληνική λαογραφία

Προηγούμενη σελίδα