Προηγούμενη σελίδα
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Η' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟY
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟY ΣΥΜΠΟΣΙΟY
ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ

«ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΝ»
18-20 Σεπτεμβρίου 2006 - Βόλος


Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ(*)
τοῦ Πρωτοπρ. Δημητρίου Β. Τζέρπου,
Ἀν. Καθηγητοῦ Τμήματος Θεολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Ἐλέχθη προσφυῶς, ὅτι τό χριστιανικό ἑορτολόγιο εἶναι τό ἐτήσιο ἀναλυτικό πρόγραμμα, μέ βάση τό ὁποῖο μυσταγωγοῦνται οἱ πιστοί στό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου(1). Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἀξιοποίησε παιδαγωγικά τή φυσική ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἑορτές (2), ἀναδεικνύοντας ὡς κύριο θέμα χριστιανικοῦ ἑορτασμοῦ ὅλα ἐκεῖνα τά ἱερά πρόσωπα καί γεγονότα τῆς πίστεως, τά ὁποῖα στήν τελική τους ἀναγωγή συνιστοῦν «μνήμη Θεοῦ»(3).Ταυτόχρονα ἀναδείχτηκε καί ἡ ἔννοια τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου, ὡς «συναίρεσης» τῶν τριῶν διαστάσεών του στό αἰώνιο παρόν τῆς Ἐκκλησίας, πού βιώνουν οἱ πιστοί σέ κάθε ἑορτή(4). Ἔτσι τό κοσμικό ἡμερολόγιο, ἀπό ἁπλό ἐργαλεῖο μετρήσεως τοῦ χρόνου, μετατράπηκε σ᾿ ἕνα πολυπρισματικό κάτοπτρο, τοῦ ὁποίου οἱ διάφορες ἐπιφάνειες ἀντανακλοῦν τίς ἐπιμέρους ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας, μεταμορφώνοντας τελικά καί σύνολο τό ἐκκλησιαστικό ἔτος σέ «ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν» (Ἡσ. 61,2).

1.Σέ ἄμεση σχέση πρός τό ἐπίκεντρο τοῦ νέου αὐτοῦ ἑορτολογίου, πού εἶναι τό σταυραναστάσιμον τοῦ Κυρίου Πάσχα (5), εὑρίσκεται καί ἡ μεγάλη δεσποτική ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, πού μᾶς ἀπασχολεῖ στή μελέτη αὐτή. Τό πρῶτο δέ καί βασικό στοιχεῖο, πού προσδιορίζει τή σχέση αὐτή, εἶναι ἡ θέση τοῦ γεγονότος τῆς Μεταμορφώσεως στό εὐρύτερο πλαίσιο τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου. Διότι, σύμφωνα μέ τήν ὁμόφωνη μαρτυρία τῶν σχετικῶν εὐαγγελικῶν διηγήσεων, τό γεγονός αὐτό ἔλαβε χώρα κατά τό τρίτο καί τελευταῖο ἔτος τοῦ ἐπί γῆς βίου τοῦ Κυρίου καί στά πλαίσια μιᾶς περιοδείας του στά μέρη τῆς Καισαρείας Φιλίππου, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας καί ἄρχισε νά προετοιμάζει πιό ἄμεσα τούς μαθητές γιά τό ἐπικείμενο πάθος(6). Εἶχε, δηλαδή, προηγηθῆ, ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου, ἀλλά καί ἡ ἔκφραση τῆς ἀδυναμίας του νά κατανοήσει ὅσα «σκληρά» ὁ Κύριος ἐδίδασκε γιά τόν πάσχοντα Μεσσία καί τήν ἀναγκαιότητα ἄρσεως τοῦ σταυροῦ καί ἀπό ὅλους ἐκείνους, ὅσοι θά ἤθελαν νά συμμετάσχουν στήν τελική δόξα του. Πρός ἄρση, λοιπόν, τοῦ προκληθέντος σκανδαλισμοῦ καί στήριξη τῶν μαθητῶν ἐπακολουθεῖ μετά ἀπό περίπου ἕξ ἡμέρες τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως(7).

Τό θαυμαστό αὐτό γεγονός μᾶς τό περιγράφουν βασικά οἱ τρεῖς συνοπτικοί εὐαγγελιστές (Ματθ. 17,1-9 /Μάρκ. 9,2-8 /Λουκ. 9,28-36), μέ ὅλες τίς ὁμοιότητες καί διαφορές πού παρουσιάζουν οἱ διηγήσεις τους στά πλαίσια τοῦ συνοπτικοῦ προβλήματος(8). Στό γεγονός ἀναφέρεται ἐπίσης σαφέστατα ἡ Β’ Πέτρου (1,16-18), ὄχι τόσο διηγηματικά, ὅσο κυρίως ἐξαίροντας «τὴν παρὰ Θεοῦ Πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν», τήν ὁποία ἔλαβε ὁ Υἱός κατά τή μεταμόρφωσή του, καί μάλιστα σέ ἀντιδιαστολή πρός τούς σχετικούς μέ τίς μεταμορφώσεις θεῶν κ.λπ. «σεσοφισμένους μύθους» τῆς ἀρχαίας ἑλληνορωμαϊκῆς μυθολογίας καί τῆς ἰουδαϊκῆς ἀποκαλυπτικῆς γραμματείας(9). Τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅπως καί οἱ ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου παρότι δέν μνημονεύουν ρητά τό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως, ὅμως τό προϋποθέτουν, ἀφοῦ ἀναφέρονται ἀναλυτικά σέ βασικά θέματα τῆς θεολογίας τῆς Μεταμορφώσεως, ὅπως αὐτά τῆς σχέσεως φωτός καί σκότους, σταυροῦ καί δόξης κ.ἄ.(10). Τό «εὐαγγέλιο αὐτό τῆς μεταμορφώσεως»(11) συνόψισε τελικά ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στό ἀκόλουθο συναξάριο, πού ἀναγινώσκεται πρός οἰκοδομήν τῶν πιστῶν κατά τή λειτουργική σύναξη τῆς στ΄ Αὐγούστου, ἡμέρα κατά τήν ὁποία «τὴν ἀνάμνησιν τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία περιχαρῶς ἑορτάζει». Ἔχει δέ ὡς ἑξῆς:

«Ἐπειδὴ πολλὰ περὶ κινδύνων ὁ Χριστὸς διελέχθη πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ θανάτου καὶ τοῦ πάθους αὐτοῦ καὶ τῆς τῶν μαθητῶν αὑτοῦ σφαγῆς· καὶ τὰ μὲν ἦν ἐν τῷ παρόντι βίῳ καὶ ἐν χερσίν, τά δέ ἀγαθὰ ἐν ἐλπίσι· βουλόμενος καὶ τὴν ὄψιν αὐτοῦ πληροφορῆσαι καὶ δεῖξαι τις ποτε ἐστιν ἡ δόξα ἐκείνη, μεθ᾿ ἧς μέλλει παραγενέσθαι, ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν· καὶ ἔλαμψεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκὰ ὡς τὸ φῶς· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συλλαλοῦντες αὐτῷ. Παραλαμβάνει δὲ τῶν ἄλλων τοὺς τρεῖς μόνους, ὡς ὑπερέχοντας· ὁ μὲν γὰρ Πέτρος, ἐκ τοῦ σφόδρα φιλεῖν αὐτόν· ὁ δὲ Ἰωάννης ἐκ τοῦ σφόδρα φιλεῖσθαι· ὁ δὲ Ἰάκωβος ἐκ τοῦ δύνασθαι πιεῖν τὸ ποτήριον, ὅπερ καὶ ὁ Κύριος ἔπιε. Μωυσῆν δὲ καὶ Ἠλίαν εἰς μέσον παράγει, τὰς οὐκ ὀρθὰς ὑπονοίας τὰς εἰς αὐτὸν παρὰ τοῖς πολλοῖς γινομένας διορθούμενος. Ἐπειδὴ γὰρ τινες μὲν αὐτὸν Ἠλίαν ἔλεγον, ἄλλοι δὲ Ἱερεμίαν, διὰ τοῦτο τοὺς κορυφαίους ἄγει, ἵνα τὸ μέσον ἐντεῦθεν ἴδωσι τοῦ δούλου καὶ τοῦ Δεσπότου· καὶ ἵνα μάθουσιν, ὅτι καὶ θανάτου καὶ ζωῆς αὐτός ἐστιν ὁ ἔχων πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν» (12).

2. Τό μεγάλο αὐτό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ἀντικείμενο ἰδιαίτερου ἑορτασμοῦ μετά τόν 4ο αἰ., ἀφοῦ στίς δύο πιό βασικές πηγές τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς ἐποχῆς, ὅπως εἶναι οἱ Ἀποστολικές Διαταγές(13) καί τό Ὁδοιπορικό τῆς Αἰθερίας(14) δέν ἀναφέρεται ὕπαρξη τέτοιας ἑορτῆς. Εἶχε προηγηθεῖ, ὅμως, ἡ καθιέρωση τῶν ἑορτῶν τοῦ σταυραναστάσιμου Πάσχα καί τῆς Θείας Ἐπιφανείας (Χριστουγέννων-Φώτων). Μέ βάση τό δεδομένο αὐτό ἡ ἐμφάνιση τῆς νέας ἑορτῆς θά πρέπει να θεωρηθεῖ ὅτι ἐντάσσεται στή γενικώτερη ἀνάπτυξη πού γνώρισε τό χριστιανικό ἑορτολόγιο κατά τή μετακωνσταντίνεια ἐποχή, κύριο χαρακτηριστικό τῆς ὁποίας εἶναι ἡ τάση ξεχωριστοῦ ἑορτασμοῦ τῶν ὑπολοίπων ἐπί μέρους γεγονότων τῆς ἱστορίας τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, σέ συνδυασμό μάλιστα καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν ἱερή τοπογραφία τῆς Παλαιστίνης, ὡς χώρου τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου (15). Τό πρῶτο δέ στοιχεῖο τῆς ἑορτῆς πού ἐμφανίζεται ἱστορικά εἶναι ὁ καθορισμός τοῦ ὄρους Θαβώρ ὡς χώρου ἰδιαίτερης λειτουργικῆς ἀνάμνησης τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Τό γεγονός αὐτό ἔχει ἰδιαίτερη γιά τό θέμα μας σημασία ἄν σκεφθῆ κανένας, ὅτι στίς σχετικές μαρτυρίες τῶν τριῶν συνοπτικῶν εὐαγγελιστῶν δέν κατονομάζεται ρητά τό ὄρος, ὅπου ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Ἔτσι σύμφωνα μέ τήν ἀρχαιότερη διήγηση τοῦ Μάρκου, πρός τήν ὁποία συμφωνεῖ καί ὁ Ματθαῖος τό θαῦμα αὐτό συνέβη γενικά «εἰς ὄρος ὑψηλόν», ἐνῶ ἀντίθετα ὁ Λουκᾶς χρησιμοποιεῖ τήν ἔκφραση «εἰς τό ὄρος», ὑπονοώντας προφανῶς μιά συγκεκριμένη ὀρεινή τοποθεσία, γνωστή στούς μαθητές ἀπό προηγούμενες συναντήσεις τους μέ τόν Κύριο ἐκεῖ(16). Ὅμως, παρά ταῦτα, σύμφωνα μέ πολιά παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ὁ ἀρχαιότερος μάρτυρας εἶναι ὁ Ὠριγένης, τό Θαβώρ «ἐστι τό ὄρος τῆς Γαλιλαίας, ἐφ᾿ οὗ μετεμορφώθη Χριστός»(17).

Τό ποῦ στηρίζεται ἡ παράδοση αὐτή γιά τό Θαβώρ, ἀναφερόμενο στίς διάφορες πηγές καί ὡς Θαβώριον ὄρος, Ἰταβύριον ὄρος ἤ Ἀταβύριον ὄρος ( ἑβρ. Tâbor, ἀραβ. Gebel et-târ), ὡς τό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως δέν εἶναι ἀκριβῶς γνωστό. Πάντως ἐκεῖνο πού εἶναι βέβαιο εἶναι, ὅτι ἐνωρίτατα τό Θαβώρ χρησιμοποιήθηκε ἀπό τούς χριστιανούς ὡς τόπος λατρείας(18). Ἔτσι σύμφωνα μέ μαρτυρία τοῦ Νικηφόρου Καλλίστου, ἡ Ἁγία ῾Ελένη ἵδρυσε στό χῶρο αὐτό ναό, ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν τριῶν ἀποστόλων πού ἔλαβαν μέρος κατά τήν Μεταμόρφωση, ἤτοι τοῦ Πέτρου, τοῦ ᾿Ιωάννου καί τοῦ ᾿Ιακώβου(19). Ἡ πληροφορία αὐτή δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἀπόλυτα ἀξιόπιστη, διότι ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, πού ἀναφέρεται ἀναλυτικά στά κτίσματα καί τούς ναούς πού ἀνήγειρε στούς ἁγίους τόπους ὁ Μ. Κωνσταντῖνος καί ἡ μητέρα του Ἁγία Ἑλένη, δέν ἀναφέρει πουθενά ἀνέγερση ναοῦ στό Θαβώρ(20). Ἀντίθετα ἀπό τά διάφορα ἀρχαῖα ὁδοιπορικά τῶν προσκυνητῶν τῶν ἁγίων τόπων πληροφορούμαστε, ὅτι ἤδη κατά τόν 5ο αἰ. ὑπῆρχαν στό ὄρος Θαβώρ τρεῖς βασιλικές, μία ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Κυρίου, καί οἱ ἄλλες δύο ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν προφητῶν Μωϋσέως καί Ἠλία ἀντίστοιχα(21). Προφανῶς οἱ τρεῖς αὐτοί ναοί κτίστηκαν κατ᾿ ἐπίδραση τῆς διατυπωθείσας ἀπό τόν Ἀπ. Πέτρο πρότασης πρός τόν Κύριο « εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ᾧδε τρεῖς σκηνάς , σοὶ μίαν, καὶ Μωσῇ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ» ( Ματθ. 17,4)(22). Ἑπομένως ἡ γνωστή καί ἀπό ἄλλες συναφεῖς περιπτώσεις συνήθεια τῆς ἐποχῆς γιά τήν ἐτήσια ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων τῶν ναῶν, μπορεῖ νά ἴσχυσε καί στήν περίπτωση αὐτή καί ἴσως νά ἀποτέλεσε τό πρῶτο ἔναυσμα γιά τήν ἀνάπτυξη μιᾶς ξεχωριστῆς ἑορτῆς, μέ ἀρχικό περιεχόμενο τήν τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων πού ἔλαβαν μέρος κατά τό μεγάλο θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ἔτσι μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί τό γενικό ὄνομα ῾Εορτὴ τοῦ ὄρους Θαβώρ, μέ τό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ἑορτή αὐτή σέ ὁρισμένα ἀπό τά μηνολόγια τῆς ἐποχῆς(23).

Παρά τήν ἀρχαιότητα καί σταθερότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς παραδόσεως πολλοί ἀπό τούς νεώτερους ἰδιαίτερα μελετητές ἀμφισβήτησαν τήν ὀρθότητά της, θεωρώντας ὡς πιθανώτερο χῶρο τελέσεως τοῦ θαύματος τῆς Μεταμορφώσεως τό ὄρος Ἐρμών(24). Στηρίζουν δέ τήν ἄποψη αὐτή κυρίως σέ τρία βασικά ἐπιχειρήματα: (α)Τό Ἐρμών εἶναι στήν κυριολεξία ὄρος, ἀφοῦ ἡ πιό ὑψηλή κορυφή του φτάνει τά 2.759 μέτρα πάνω ἀπό τή Μεσόγειο, καί μέ τήν ἔννοια αὐτή ἐναρμονίζεται καλλίτερα μέ τόν βιβλικό προσδιορισμό ὑψηλόν ὄρος, ὅπου ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση. (β) Βρίσκεται κοντά στήν Καισάρεια Φιλίππου, καί σέ ἀπόσταση μιᾶς περίπου ἡμέρας πού χρειάστηκαν γιά νά κατέβουν ἀπό τό ὄρος οἱ μαθητές μετά τήν Μεταμόρφωση, ὅπως γράφει ὁ Λουκᾶς.(γ) Ἀπό τή φύση του ἐξασφάλιζε καλλίτερα τίς συνθῆκες ἡρεμίας καί ἀπομόνωσης πού ἀναζητοῦσε ὁ Κύριος ἐν ὄψει τῆς Μεταμόρφωσής του καί (δ) ἐξίσου μέ τό Θαβώρ ἐξυμνεῖται στήν Π. Διαθήκη ὡς χῶρος φανέρωσης τῆς θείας δόξας ( Ψαλμ. 89, 13: Θαβώρ καί Ἑρμών ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται).

Στήν φαινομενική πειστικότητα τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν εἴδαμε ὅτι ἀντιτάσσεται ὁμόφωνα ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας θεωρώντας ὅτι τό Θαβώρ εἶναι τό ὑψηλό ὄρος, ὅπου ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό διότι ἡ ὑπέρ τῆς ἄποψης αὐτῆς ἀναπτυσσόμενη σύγχρονη ἐπιχειρηματολογία εἶναι ἐξ ἴσου πειστική καί παρουσιάζει στό σύνολό της ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀληθοφάνεια ἀπό αὐτήν περί τοῦ ὄρους Ἑρμών, διότι: (α) Μπορεῖ μέν συγκριτικά τό Θαβώρ νά εἶναι χαμηλότερο ἀπό τό Ἐρμών ( ὕψος 562 μέτρα ἀπό τή Μεσόγειο καί 600-620 μέτρα ἀπό τίς γύρω πεδιάδες), δέν παύει ὅμως νά εἶναι ὄρος καί μάλιστα ἀπομονωμένο ἀπό ἄλλα ὄρη, πού μέ τό κωνικό του σχῆμα ὑψώνεται ἐπιβλητικό στό ΒΔ ἄκρο τῆς πεδιάδας Ἐσδραλών, χαρίζοντας ἀπό τήν κορυφή του μοναδική θέα στή γύρω περιοχή. Σέ σχέση δέ μέ τό Ἐρμών ἡ ἀνάβαση σ᾿ αὐτό εἶναι πολύ πιό εὔκολη καί ἀπαιτεῖ λιγώτερο χρόνο. (β) Ἐάν ἐξαιρέσει κανείς τίς περιπτώσεις ταραχῶν καί πολέμων πού ἡ περιοχή ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς ὀχυρό, στίς ἄλλες περιόδους θά πρέπει να ἦταν γενικά ἀκατοίκητη, ἐξαιτίας μάλιστα καί τῆς ἐνυπάρχουσας ἀνυδρίας, ἐξασφαλίζοντας ἔτσι τῆς ἀνάλογες συνθῆκες μοναξιᾶς καί ἠρεμίας πού ἀπαιτοῦσε το γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως. (γ) Μέ δεδομένο τόν κατά προσέγγιση ὑπολογισμό τῶν χρονικῶν παραμέτρων τοῦ γεγονότος, πού μαρτυρεῖ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς (ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτώ), δέν εἶναι ἀξεπέραστη καί ἡ δυσκολία τήν ὁποία δημιουργεῖ ἡ μαρτυρία τοῦ ἴδιου εὐαγγελιστή, ὅτι ὁ Ἰησοῦς καί οἱ μαθητές του κατῆλθαν ἀπό τό ὄρος ἐν τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ, πρᾶγμα φυσικά ἀδύνατο ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης ἀποστάσεως μεταξύ Θαβώρ καί Καισαρείας Φιλίππου, δυνατό ὅμως νά γίνει κατά τόν ἕνα ἤ ἄλλο τρόπο στή διάρκεια τῶν ὀκτώ ἡμερῶν(25). (δ) Παρά τό πετρῶδες καί ἄνυδρό του τό Θαβώρ ἔχει μέχρι σήμερα κατάφυτες τίς πλαγιές του ἀπό ποικίλα ἄνθη καί δένδρα, ὅπως ἐλιές, συκιές, ἀκακίες κ.λπ., γεγονός πού τοῦ προσδίδει ἀνάλογη φυσική χάρη καί μεγαλοπρέπεια καί τό καθιστᾶ ἐξίσου ἑλκυστικό πρός τό Ἐρμών. Γιαυτό καί στόν κόσμο τῆς Βίβλου ὄχι μόνο χρησιμοποιεῖται ὡς θέμα ποιητικῶν παραβολῶν ( Βλ. Ἱερ. 26, 18/ Ὠσηέ 5, 1), ἀλλά καί ἀπετέλεσε τόπο λατρευτικῶν συνάξεων τῶν φυλῶν Ἰσάχαρ και Ζαβουλών( Ψαλμ. 89,13/Ἱερ. 16, 18/ Δευτ. 33, 19/Ὠσηέ 5,1) (26).



3.Γιά τόν καθορισμό τῆς στ΄ Αὐγούστου ὡς ἡμερομηνίας τελέσεως τῆς ἑορτῆς διατυπώθηκαν διάφορες ἀπόψεις. Κατά τήν ἐπικρατέστερη, ἡ ἑορτή αὐτή καθιερώθηκε νά ἑορτάζεται σαράντα περίπου ἡμέρες πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου)(27), ὥστε νά προτάσσεται καί τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, πού φέρει γενικά «τά ἴσα τῇ Μ. Παρασκευῇ», νηστεία, ἀνάλογη πρὸς αὐτήν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Κατ᾿ ἄλλη θεώρηση ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων προέβη στόν καθορισμό τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τήν 6η Αὐγούστου σέ ἀντικατάσταση τῆς ἰουδαϊκῆς ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας πού ἑορτάζετο τό θέρος κατά τήν ἐποχή τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν(28). Γιαυτό ἴσως καί σέ ὁρισμένα συριακά -ἰακωβιτικά μηνολόγια τήν 6η Αὐγούστου ἀναγράφεται ἑορτή μέ τό ὄνομα «Ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας τοῦ ὄρους Θαβώρ»(29), ἤ «Ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας»(30), ἤ « Ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας, φανέρωση τῆς δόξας τοῦ Κυρίου μας στό ὄρος Θαβώρ»(31). Ἐπιπλέον μερικοί συσχετίζουν τήν ἑορτή καί πρός τήν κατά τήν 17ην τοῦ μηνός Tammuz, (στό μέσον, δηλαδή, τοῦ θέρους καί 40 ἡμέρες μετά τήν ἑορτήν τῶν ἑβδομάδων) τελούμενη ἀπό τούς Ἑβραίους ἑορτή φανερώσεως τῆς δόξας τοῦ Μωϋσῆ, ὅταν κατέβηκε «φωτόμορφος»ἀπό τό ὄρος Σινᾶ(32).

Ἡ πρώτη σαφής μαρτυρία περί ὑπάρξεως τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στήν ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων περιέχεται στό βίο τοῦ ἁγίου Σάββα, πού ἔγραψε ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης τόν 6ο αἰ. ῞Οπως εἶναι, δηλαδή, γνωστό τό ἔτος 518 ὁ αὐτοκράτορας ᾿Ιουστῖνος ὁ Α' συγκάλεσε στήν Κωνσταντινούπολη Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀποφάσισε τήν ἀνάκληση ὅσων ἐξορίστηκαν ἀπό τόν μονοφυσίτη αὐτοκράτορα ᾿Αναστάσιο τόν Δίκορο καί τήν ἔνταξη τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς στά δίπτυχα(33). Στό βίο, λοιπόν, τοῦ ἁγίου περιγράφεται ἡ ἐπίσημη ὑποδοχή ἀπό τήν ᾿Εκκλησία τῶν ᾿Ιεροσολύμων τῶν αὐτοκρατορικῶν αὐτῶν διαταγμάτων, πού ἔγινε μέσα στήν πανηγυρική ἀτμόσφαιρα τῆς ἑορτῆς τῆς 6ης Αὐγούστου(34). Στό εὔλογο ἐρώτημα ἄν ἡ ἐν λόγῳ ἑορτή θεσπίστηκε γιά τό λόγο αὐτό ἤ προϋπῆρχε, τό πιθανώτερο εἶναι τό δεύτερο. Ἐπελέγη δέ πρός πανηγυρισμό τοῦ γεγονότος τῆς κατίσχυσης τοῦ δόγματος τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς τῆς νοηματικῆς ἐγγύτητας τοῦ δόγματος αὐτοῦ πρός τό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως.Εἶναι ἐνδεικτικό τῆς κατά τήν ἐποχή αὐτή γενικώτερης ἐκκλησιαστικῆς ἀνάδειξης τῆς περιοχῆς τό γεγονός, ὅτι στή Σύνοδο τῆς Κων/ λεως τό 553 παρίσταται καί ἐπίσκοπος Θαβώρ, ὁ Σεβῆρος(35).

Ρητά ὁ ἑορτασμός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἀπό τήν ᾿Εκκλησία τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἀναφέρεται στό Τυπικό τοῦ πατριάρχου Σωφρονίου ( 634-644), πού διασώζεται στό ῾Ιεροσολυμιτικό κανονάριο τοῦ 5ου-7ου αἰ. , καί στό ὁποῖο κατά τήν 6ην Αὐγούστου ἀναγράφεται: Σύναξις ἐπί τοῦ τόπου τῆς Ἀναλήψεως(;) ἐν τῷ Θαβωρίῳ. Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος(36). Τήν ἴδια περίπου ἐποχή ἡ ἑορτή ἐμφανίζεται τελούμενη στήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τῆς χερσονήσου τοῦ ὄρους Σινᾶ, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τότε μέρος τῆς ἐπαρχίας τῆς τρίτης Παλαιστίνης καί ἐξηρτᾶτο ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων. Ἐπ᾿ αὐτοῦ εἶναι μοναδικῆς σημασίας γιά τή διάδοση τῆς ἑορτῆς ἡ μαρτυρία σχετικῆς ὁμιλίας τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, πού ἀπαγγέλθηκε στό ὄρος Σινᾶ περί τά μέσα τοῦ 7ου αἰ. Διότι ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἀπό τίς πατερικές ὁμιλίες πού ἀναφέρεται ὄχι γενικά στό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, ἀλλά στό λειτουργικό της ἑορτασμό(37).Ἔτσι ἀπό τίς συνήθεις γιά ἑορτολογική ὁμιλία ἐκφράσεις της(38) μποροῦμε νά συμπεράνουμε, ὅτι ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά ἤδη καθιερωμένη ἑορτή, στήν περαιτέρω διάδοση τῆς ὁποίας συνετέλεσαν ὁπωσδήποτε καί τά πλήθη τῶν προσκυνητῶν πού κατέκλυζαν τήν Ἱερά Μονή γιά νά ἀποθαυμάσουν, μεταξύ τῶν ἄλλων θησαυρῶν της, καί τό περίφημο ψηφιδωτό τῆς Μεταμορφώσεως, πού ἕναν αἰ. περίπου νωρίτερα εἶχε κατασκευασθῆ γιά νά κοσμεῖ τήν κεντρική ἀψίδα τοῦ ἱεροῦ βήματος τῆς Μονῆς(39).

Ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως πρέπει νά μεταφέρθηκε καί στό χῶρο τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα διαμέσου τῆς ἀκμάζουσας ἀρμενικῆς μονῆς, πού βρισκόταν πλησίον τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Σάββα(40). Εἶναι ἐσφαλμένη δέ ἡ διατυπωθεῖσα ἀντίθετη γνώμη, ὅτι, δηλαδή, ἡ ἑορτή πρωτοεμφανίστηκε στό χῶρο τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας κατά τόν 4ο αἰ.(41). Ἀφ᾿ ἑνός μέν διότι ἡ ἐν λόγῳ Ἐκκλησία μόλις ἀρχίζει νά διοργανώνεται κατά τήν ἐποχή αὐτή, τόσο ὡς πρός τή διοίκηση, ὅσο καί ὡς πρός τή λατρεία, κατά τά κρατοῦντα στήν Ἐκκλησία τῆς Καππαδοκίας, ἀπό τήν ὁποία καί ἐξηρτᾶτο(42). Ἄν ὑπῆρχε τέτοια ἑορτή στήν Καππαδοκία τόν 4ο αἰ. θά εἶχε διαδοθεῖ καί στήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν ὁποία βρισκόταν σέ στενή σχέση. Καί ἀφ᾿ ἑτέρου ἐξ αἰτίας τῆς ἀκαταστασίας πού ἐπικρατεῖ στόν καθορισμό τῆς ἡμερομηνίας της. Ἔτσι δέν περιέχεται στό ᾿Αρμενικό Συναξάριο τῶν ᾿Ιεροσολύμων, πού ἀντανακλᾶ τήν λειτουργική ζωή τῶν ῾Ιεροσολύμων τοῦ 5ου αἰ.(43). Ἀντίθετα σέ ὁρισμένα ἀρμενικά μηνολόγια ἀναγράφεται τήν 6η Αὐγούστου(44), οὐδέποτε ὅμως ἑορτάζεται κατ᾿ αὐτήν, ἀλλά τήν ζ΄ Κυριακή μετά τήν Πεντηκοστή, θεωρούμενη ὡς ἡ τελευταία τῆς περιόδου τῶν κινητῶν ἑορτῶν(45). Τοποθετήθηκε δέ ἐκεῖ πρός ἐπισκίαση τῆς ἑορτῆς τῆς ἀντιστοιχούσης πρός τήν ᾿Αφροδίτη περσικῆς Θεότητος Anahit, ἡ ὁποία ἑορτή ὀνομαζόταν καί ἑορτή τῶν ρόδων (Vardavar), ἐξ ἀφορμῆς τῶν ρόδων πού προσέφεραν στή θεά «ὡς εἰς παρθένον» (46).

4. Ὑπάρχει μιά ὁλόκληρη σειρά μαρτυριῶν ἀπό τίς ὁποῖες τεκμαίρεται, ὅτι ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἦταν γνωστή κατά τόπους στή βυζαντινή Ἐκκλησία ἤδη ἀπό τόν 8ο αἰ. (47). Ἑπομένως ἡ μαρτυρία τοῦ Νίκωνος τοῦ Μαυρονορείτη (1025-)(48), ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περί καθιερώσεως τῆς ἑορτῆς στή Βυζαντινή Ἐκκλησία ἀπό τόν Λέοντα τόν ΣΤ' (886-911) ἐπί πατριαρχείας Νικολάου τοῦ Γ΄ θά πρέπει νά κατανοηθῆ ὡς ἐπισημοποίηση ἤδη προϋπάρχουσας ἑορτῆς(49). Ἡ ἐπισημότητα μέ τήν ὁποία ἐτιμᾶτο ἡ ἑορτή φαίνεται καί ἀπό τόν πανηγυρικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο συμμετεῖχε στόν ἑορτασμό της ἡ αὐτοκρατορική αὐλή(50).Ἡ ἑορτή συμπεριλαμβάνεται ἐπίσης στό βασιλειανό μηνολόγιο(51) καί στόν πίνακα ἡμερῶν τελείας ἀργίας, πού καταρτίστηκε μέ διαταγή τοῦ Μιχαήλ τοῦ Κομνηνοῦ(52).῾Ο ἑορτασμός σέ σταθερή ἡμερομηνία στό βυζαντινό ἑορτολόγιο μαρτυρεῖται τόν 10ο αἰ. στό ἀρχαιότερο χειρόγραφο τοῦ συναξαρίου τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως(53).Ἰδιαίτερη δέ αἴγλη προσδώδηκε σ᾿ αὐτόν κατά τήν ἐποχή τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων (1341-1431) ἐξ αἰτίας τῆς περί τῶν ἀκτίστων τοῦ Θεοῦ ἐνεργειῶν θεολογίας καί τῆς σχέσης της πρός τό θαῦμα τῆς μεταμορφώσεως.῾Η «προέλευσις», δηλαδή, ἡ λιτανεία τῆς 6ης Αὐγούστου μέχρι τόν 12ο αἰ. γινόταν στό ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, μετά δέ στήν περικαλῆ μονή τοῦ Παντοκράτορος(54).

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ὡς δεσποτική ἑορτή τιμᾶται μέ πλήρη ἀσματική ἀκολουθία, ἡ ὁποία ψάλλεται αὐτούσια καί σέ περίπτωση πού ἡ ἑορτή συμπέση ἡμέρα Κυριακή, παραλειπομένων ὅλων τῶν ἀναστασίμων(55).Βασικό χαρακτηριστικό τῆς ὑμνογραφίας τῆς ἡμέρας εἶναι ἡ πλούσια δογματική της θεολογία, πού ὀφείλεται τόσο στή σπουδαιότητα τοῦ ἑορταζομένου γεγονότος, ὅσο καί στό ὅτι εἶναι δημιούργημα ἐμπνευσμένων ὑμνογράφων καί θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ δύο κανόνες τῆς ἑορτῆς, ὁ πρῶτος τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Ὑμνογράφου καί ὁ δεύτερος τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (56). Τά κυριώτερα δέ θέματα γύρω ἀπό τά ὁποῖα περιστρέφονται οἱ ὕμνοι τῆς ἑορτῆς εἶναι τά ἑξῆς :(α) ἡ ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας Τριάδος, ὅπως αὐτή περιγράφεται ἰδιαίτερα στό ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς «Φῶς ἀναλλοίωτον Λόγε, φωτός Πατρός ἀγεννήτου ἐν τῷ φανέντι φωτί σου σήμερον ἐν Θαβωρίῳ, φῶς εἴδομεν τόν Πατέρα, φῶς καί τό Πνεῦμα, φωταγωγοῦν πᾶσαν κτίσιν»· (β) ἡ ἑνότητα τῆς θείας ἀποκαλύψεως στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ἀφοῦ ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίζεται προτυπούμενη στίς θεοφάνειες τοῦ ὄρους Σινᾶ καί Χωρείβ (Ἐξ. 33, 13)· (γ) ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ὡς προετοιμασία τῶν μαθητῶν γιά τό πάθος «ἵνα θεωρήσαντες τά θαυμάσιά» του, «μή δειλιάσουσι τά παθήματά» του· (δ) ἡ μέ βάση τήν χριστολογία τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου διδασκαλία περί τῆς διαμέσου τῆς «θεολαμπούσης σαρκός τοῦ Κυρίου» φανέρωση τῆς θείας φύσεώς του, στά πλαίσια τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· (ε)ἡ ἀποκάλυψη τῆς διαμέσου τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως δημιουργηθείσης νέας ὀντολογικῆς καί σωτηριολογικῆς καταστάσεως, ἀφοῦ μέ τή Μεταμόρφωσή του ὁ Χριστός ἔδειξε «τό ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος», τό ὁποῖο «θεασάμενοι τῶν ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, «τήν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν» · καί (στ) ἡ προεικόνιση τῆς «τῶν βροτῶν ἐναλλαγῆς», δηλαδή, τῆς ἀλλαγῆς τήν ὁποία θά ὑποστοῦν τά ἀνθρώπινα σώματα κατά τή δεύτερη ἔνδοξη παρουσία τοῦ Κυρίου.

Τῆς κατά τήν στ΄Αὐγούστου τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως προηγεῖται σήμερα πενθήμερος νηστεία ( 1-5 Αὐγούστου). Καί τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται εἶναι ἐάν ἡ νηστεία αὐτή σχετίζεται πρωτογενῶς πρός τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως, ἤ εἶναι μέρος τῆς δεκαπενθημέρου νηστείας τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Γιά νά ἀπαντηθῆ τό ἐρώτημα αὐτό θά πρέπει προηγουμένως νά διευκρινισθῆ ἡ ἱστορική ἐξέλιξη καί διαμόρφωση τῆς νηστείας αὐτῆς, ἡ ὁποία γιά τή λειτουργική ἔρευνα εἶναι ἀκόμη σέ πολλά σημεῖα ἀδιευκρίνιστη(57). Τό μόνο τό ὁποῖο θά μπορούσαμε ἐδῶ νά ποῦμε μέ βεβαιότητα εἶναι, ὅτι ἡ δεκαπενθήμερος νηστεία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου προϋπῆρχε τῆς Ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, μνημονευόμενη τό πρῶτον ἀπό τόν πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἀναστάσιο τό Σιναϊτη ( β΄ ἥμισυ 6ου αἰ.)(58). Ἐπειδή δέ ἡ τελευταία, ὡς δεσποτική ἑορτή, ἔλυε τή νηστεία, γιαυτό καί τελικά υἱοθετήθηκε ἡ ἑξῆς λύση: οἱ μέν πέντε πρῶτες ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου νά θεωροῦνται ὡς ἡμέρες νηστείας τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, οἱ δέ ὑπόλοιπες ἡμέρες( 7-14 Αὐγούστου) ὡς νηστεία τῆς ἑορτῆς τῆς Θεοτόκου. Γιά νά διατηρηθεῖ δέ ἡ συνοχή τῆς παλαιᾶς δεκαπενθήμερης νηστείας τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ὁ Λέων ὁ σοφός κατήργησε τήν κρεωφαγία κατά τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως καί καθιέρωσε ἡ ἑορτή αὐτή νά τιμᾶται μέ ἰχθυοφαγία(59).

5. Ἄμεσα συνδεδεμένη πρός τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως εἶναι σήμερα καί ἡ κατά τήν ἡμέρα αὐτή καθιερωθεῖσα ἀπό αἰώνων συνήθεια τῆς εὐλογίας τῶν σταφυλιῶν(60), καί ἡ διανομή τους πρός εὐλογία στούς πιστούς, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους δέν γεύονται τῶν καρπῶν αὐτῶν, ἐάν προηγουμένως δέν ἔχουν εὐλογηθεῖ στήν Ἐκκλησία(61). Γιά τήν ἀποδιδόμενη στή συνήθεια αὐτή σημασία θά πρέπει κατ᾿ ἀρχάς νά ὑπενθυμίσουμε τό περιεχόμενο τῆς σχετικῆς εὐχῆς πού ἀναγινώσκεται στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς ἡμέρας(62). Στήν εὐχή, λοιπόν, αὐτή ἐκφράζεται ἀρχικά μιά εὐχαριστία στό Θεό γιά τήν ὡρίμανση τοῦ νέου καρποῦ τῆς ἀμπέλου «διά τῆς τοῦ ἀέρος εὐκρασίας καί τῶν σταγόνων τῆς βροχῆς καί τῆς τῶν καιρῶν γαλήνης». Στή συνέχεια διατυπώνεται ἡ ἱκεσία γιά ὅσους μέν ἁπλῶς γεύονται τοῦ καρποῦ αὐτοῦ, ἡ μετάληψή του νά εἶναι «εἰς εὐφροσύνην», γιά ὅσους δέ τόν προσφέρουν ὡς δῶρον στήν Ἐκκλησία «εἰς ἐξιλασμόν ἁμαρτιῶν, διά τοῦ ἱεροῦ καί ἁγίου σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ». Παρεμφερές περιεχόμενο ἔχει καί μιά ἄλλη μαρτυρούμενη στά χειρόγραφα «εὐχή εἰς ἀπαρχάς σταφυλῆς καί συκῶν τῇ στ΄ Αὐγούστου μηνός ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς Μεταμορφώσεως», ἀπό τήν ὁποία ἰδιαίτερα ἀξιομνημόνευτη εἶναι ἐδῶ ἡ ἐναρκήρια φράση της: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ἡ μέθην μή ποιοῦσα σωματικήν, ἐλευθερωσύνην δέ γεννῶσα πνευματικήν»(63).

Μέ βάση τά ἀνωτέρω εἶναι προφανές ὅτι ἡ πρακτική αὐτή σχετίζεται κατ᾿ ἀρχάς πρός τή συνήθεια ὅλων τῶν ἀρχαίων ἀγροτικῶν λαῶν νά προσφέρουν τά πρωτογεννήματα τῶν καρπῶν τῆς γῆς, τίς γνωστές ἀπαρχές, ὡς θυσία στό θεῖο. Ἡ συνήθεια αὐτή πέρασε καί στό χριστιανισμό, ὅπως φαίνεται ἀπό τίς σωζόμενες ἀρχαῖες εὐχές «ἐπί προσφερόντων ἀπαρχάς» ἤ «ἐπί προσφερόντων καρπούς νέους», ὅπως σταφύλια σῦκα, μῆλα κ.λπ..(64). Μάλιστα τά προσφερόμενα δῶρα τοῦ ἄρτου και τοῦ οἴνου γιά τήν τέλεση θείας εὐχαριστίας κατανοοῦνται ὡς ἀντιπροσωπευτικά στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, σέ ἀντίδοση τῶν ὁποίων ὁ Θεός μᾶς παρέχει, κατά τόν ἱερό Καβάσιλα «ἄρτον ζῶντα καί ποτήριον ζωῆς αἰωνίου»(65). Γιά τή διαφύλαξη, ὅμως, τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως περί τελέσεως τῆς θείας εὐχαριστίας διά μόνου ἄρτου καί οἴνου ὁ γ΄ ἀποστολικός κανόνας ἀπαγόρευσε τήν κατά τή διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας προσφορά οἱουδήποτε ἄλλου μή εὐχαριστιακοῦ δώρου, «πλήν νέων χίδρων ἤ σταφυλῆς τῷ καιρῶ τῷ δέοντι», δηλαδή, κατά τήν ἐποχή τῆς ὡρίμανσής τους. Καί αὐτό ὄχι μέ τήν προχριστιανική ἔννοια τῆς θυσίας, « ἀλλ᾿ ὡς ἀπαρχάς τῶν ὡρίμων καρπῶν» καί ὡς εὐχαριστία πρός τόν Θεό « τῷ οἰκονομοῦντι τά πρός ζωάρκειαν καί θεραπείαν ἡμῶν»(66).

Στή διάκριση μεταξύ εὐχαριστιακῶν καί μή δώρων ἀναφέρεται καί ὁ 37/44 κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου (419), ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀπαγορεύει τήν ἀνάμιξη αὐτῶν. Ἐπιτρέπει μόνο τήν συμπροσφορά σίτου καί σταφυλιῶν κατά τό πνεῦμα τοῦ προηγούμενου κανόνα καί μέ τήν γενική πρόβλεψη ὅλα αὐτά τά εἴδη τῶν προσφερομένων καρπῶν καί ἄλλων ἀγαθῶν νά εὐλογοῦνται ξεχωριστά ὡς διακρινόμενα «τοῦ ἁγιάσματος τοῦ Κυριακοῦ σώματος καί αἵματος »(67). Στό ἴδιο αὐτό θέμα ἐξαναγκάστηκε νά ἐπανέλθει καί πάλι ἡ Ἐκκλησία, διότι ὁρισμένοι ἱερεῖς ἐξακολουθοῦσαν μέχρι τόν ζ΄αἰ. νά ἀναμειγνύουν τή θεία εὐχαριστία μέ χυμό σταφυλιῶν καί νά τή μεταδίδουν ἔτσι στούς πιστούς. Ἔτσι μέ τόν 28ο κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ( 691) καθόρισε ὥστε ἡ προσφορά τῶν σταφυλιῶν νά γίνεται μόνο μέ τήν ἔννοια τῶν ἀπαρχῶν, νά εὐλογεῖται ξεχωριστά καί νά προσφέρεται ἀπό τούς πιστούς ὡς εὐχαριστία πρός τόν δωρεοδότη Θεό «δι᾿ ὧν τά σώματα ἡμῶν, κατά τόν θεῖον ὅρον, αὔξει τε καί ἐκτρέφεται». Ἐάν δέ κάποιος κληρικός «παρά τά διατεταγμένα ποιήσοι, καθαιρείσθω»(68).Ἔκτοτε, φαίνεται, ὅτι σταθεροποιήθηκε ἡ καί σήμερα ἐφαρμοζόμενη λειτουργική πρακτική οἱ διάφοροι προσφερόμενοι καρποί νά εὐλογοῦνται «μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς θείας λειτουργίας καί τήν διάδοσιν τοῦ κατακλαστοῦ» (69).

Σχετικά τώρα μέ τήν ἡμέρα τῆς «ἐπ᾿ Ἐκκλησίας» εὐλογίας τῶν σταφυλῶν, εἶναι προφανές, ὅτι αὐτή συναρτᾶται πρώτιστα πρός τόν χρόνο ὡρίμανσης τους, ἀνάλογα μέ τίς κλιματολογικές συνθῆκες κάθε τόπου. Διότι σύμφωνα μέ τά Βασιλικά « πρός τήν συνήθειαν ἑκάστου τόπου τόν χρόνον τοῦ θέρους καί τῆς τρύγης οἱ ἄρχοντες ὁρίζουσιν»(70). Ἐπειδή δέ ὁ χρόνος ὡρίμανσης καί τρύγου τῶν σταφυλιῶν εἶναι γενικά ἡ περίοδος τῶν μηνῶν Αὐγούστου καί Σεπτεμβρίου, γι᾿ αὐτό καί κατά τή μαρτυρία τῶν διαφόρων πηγῶν ἡ εὐλόγηση τῶν σταφυλιῶν γινόταν ἀδιακρίτως καί κατά τίς τρεῖς μεγάλες ἑορτές τῆς περιόδου αὐτῆς, ἤτοι τῆς Μεταμορφώσεως (6 Αὐγούστου), τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ( 15 Αὐγούστου) ἤ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου)(71). Ἔτσι στό ἀρχαιότερο σωζόμενο βυζαντινό χειρόγραφο εὐχολόγιο ( Κῶδ. Βαρβερινός 336 τοῦ 8ου-9ου αἰ.) περιέχεται «Εὐχή γινομένη ὑπό τοῦ Πατριάρχου, ὅτε πρός συνήθη ἐπιτελεῖ τήν τρύγην ὁ βασιλεύς», στό ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου(72). Κατά τόν Κων/νο Ζ΄ τόν Πορφυρογέννητο ἀνάλογη τελετή γινόταν καί στό ἀνάκτορο τῆς Ἱερείας, ἡ ὁποία εἶχε καί τόν χαρακτήρα ἀντίδρασης σέ παγανιστικά ἔθιμα σχετιζόμενα μέ τή λατρεία τοῦ Θεοῦ τοῦ οἴνου Διονύσου, πού εἶχε ἤδη καταδικάσει ἡ ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος(73).

Μέ βάση, λοιπόν, τά ἀνωτέρω φαίνεται ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ κύριοι λόγοι γιά τούς ὁποίους ἐπικράτησε ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν νά γίνεται τελικά κατά τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως. Πρῶτον διότι μέ τήν ἐπιλογή τῆς ἡμέρας αὐτῆς ηὐλογεῖτο καί ἡ πρωιμότερη παραγωγή τῶν καρπῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἰδιαίτερα στά θερμά κλίματα τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ὠριμάζουν ἤδη ἀπό τίς ἀρχές Αὐγούστου. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως πλεονεκτοῦσε ἔναντι τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατά τό στοιχεῖο τῆς ἐπικαιρότητας. Δεύτερον ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως πλεονεκτοῦσε ἔναντι καί τῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὄχι μόνο κατά τό στοιχεῖο τῆς ἐπικαιρότητας, ἀλλά καί τῆς ἐπισημότητας, ὡς δεσποτική ἑορτή. Καί τρίτον καί σπουδαιότερον διότι διά μέσου τῆς θεολογίας τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως ἡ κατά βάσιν λαϊκή αὐτή συνήθεια προσλάμβανε βαθύτερη θεολογική σημασία.

Μέ τή Μεταμόρφωση, δηλαδή, τοῦ Κυρίου στό ὄρος Θαβώρ ἀποκαλύπτεται στό μεταπτωτικό κόσμο ἡ καλότητα πού τοῦ χάρισε ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ δημιουργός Θεός. Στή σωτηριώδη αὐτή δωρεά τοῦ Θεοῦ φυσική ἀντίδραση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιά εὐχαριστήρια ἀντιπροσφορά, πού κορυφώνεται μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διαμέσου τοῦ ὁποίου ὁ κόσμος ἀνακαινίζεται καί ἀφθαρτίζεται. Μέ τήν ἔννοια αὐτή καί ἡ εὐλόγηση τῶν σταφυλιῶν, μέ τόν χυμό τῶν ὁποίων τελεῖται τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, γίνεται σύμβολο αὐτῆς τῆς διά βίου πνευματικῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου γιά τή χριστοποίηση ὅλου τοῦ κόσμου καί τήν μεταμόρφωσή του σέ ἄμπελο καλλίκαρπο, «βλαστάνουσαν τόν βότρυν τῆς ἀναστάσεως», ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (74). Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ μέγας αὐτός διδάσκαλος τῆς Θεολογίας τῆς Μεταμορφώσεως γράφει συμπερασματικά:«Τό μέγα θέαμα τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως τῆς ὀγδόης ἡμέρας, ἤτοι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐστί μυστήριον»(75).





Σημειώσεις

* Ἐπιτομή εὐρύτερης μελέτης πού θά κυκλοφορηθεῖ προσεχῶς σέ αὐτοτελῆ τόμο.

1. Βλ. Φουντούλης Ἰ., «Τό ἑορτολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ γένεση καί διαμόρφωσή του» στό Τελετουργικά θέματα, Ἀποστολική Διακονία, 2002, σ. 37.

2. Κατά τό ἀπόφθεγμα τοῦ Δημοκρίτου (Ἀποσπάσματα Ἠθικὰ 32):«Βίος ἀνεόρταστος μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Γιά τόν ἄνθρωπο ὡς τό κατεξοχήν ἑορταστικό ὄν-homo festivus- βλ. ἰδιαίτερα: Cox H., Das Fest der Narren, Stuttgard-Berlin 21972, σ. 19. Σταυρόπουλος Ἀλ., Στιγμιότυπα καὶ περιπλανήσεις σέ δρόμους ποιμαντικῆς διακονίας, Ἀθήνα 1984, σ. 19.Νικολαΐδης Ἀπ., Ἡ κοινωνική δυναμική τῶν ἑορτῶν. Κοινωνική προσέγγιση τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου, Ἀθήνα 1998, σσ. 175-198. Πρβλ. Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρεσβ.), «Χρόνος καί ἐκκλησιαστική λατρεία» στό Λειτουργική Ἀνανέωση, Δοκίμια λειτουργικῆς ἀγωγῆς κλήρου καί λαοῦ, (Σύγχρονοι λειτουργικοί προβληματισμοί 2), Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθῆναι 2001, σσ. 161-166.

3. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα, ΒΕΠΕΣ 60, σ. 7: «Κεφάλαιον ἑορτῆς μνήμη Θεοῦ».

4. Μεταλληνός Γ. (Πρωτοπρεσβ.), Ἡ θεολογικὴ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, Ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 1996, σ. 117.

5. Βλ. σχετικά: Καλύβας Ἀλκ., (Πρωτοπρεσβ.), Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα καί τό Πάσχα στήν Ἑλληνορθόδοξη Ἐκκλησία, ( Μετάφραση: Δήμητρας Α. Κούκουρα), Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999.

6. Βλ. σχετικά Ricciotti G., Ὁ βίος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ( μέ κριτική εἰσαγωγή καί εἰκονογράφηση). Μετάφρασις Ὑακίνθου Δημ.. Ἀθῆναι (χ.χ), σσ. 479-480. Πατρῶνος Γ., Ἡ ἱστορική πορεία τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπό τή φάτνη ὡς τό καινό μνημεῖο. Ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1992, σσ. 416 ἑξ.Ράτσινγκερ Γ.(Πάπας Βενέδικτος ΣΤ΄), Ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Ναζαρέτ, Ἐκδόσεις Ψυχογιός, Ἀθῆναι 2007, σσ. 292-294.

7. Βλ.Τσάμπηρας Π., Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐναίσιμος ἐπί διδακτορίᾳ διατριβή, Manchester, NH 1999,σσ. 234-235.

8. Τσάμπηρας, μν. ἔργ., σσ. 187-230. Δεσπότης Σ., Ἡ Μεταμόρφωση στό κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιο καί στίς ἐπιστολές τοῦ Παύλου, Ἐνορία Ἁγ. Γεωργίου Wiesbaden 2002, σσ. 36-45.

9. Τσάμπηρας, μν. ἔργ.,σσ. 17-41. Δεσπότης, μν. ἔργ., 9-17.

10. Τσάμπηρας, μν. ἔργ., σσ. 222-230. Δεσπότης, μν. ἔργ., σσ. 46-50. Γιά τό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στήν ἀπόκρυφη γραμματεία βλ. ἰδιαίτερα :Καραβιδόπουλος Ἰ., «Ἡ Μεταμόρφωσις τῶν δικαίων στήν ἀπόκρυφη Ἀποκάλυψη Πέτρου», στό Βιβλικές Μελέτες,Ἔκδ. Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 207-223.

11. Τσάμπηρας, μν. ἔργ., σ. 345.

12. Μηναῖον Αὐγούστου, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1993, σσ. 94-95.

13. Ε 13-20. Η 33. ΒΕΠΕΣ 2, 84-93, 165.

14. Étherie, Journal de Voyage.Text latin, Introduction et Traduction de Hélène Pétré, Cerf, Paris 1971.Πρβλ. Φωκυλίδου Κ. καί Ἰ., Sanctae Silviae Aquitaniae Peregniatio ad loca sancta (Ὁδοιπορικόν τῆς ἁγίας Σιλβίας τῆς Ἀκυτανίας εἰς τούς ἁγίους τόπους, Νέα Σιών (1908), σσ. 109-121,209-232, 533-547).

15. Σμέμανν Ἀλ., ῾Η ᾿Εκκλησία προσευχομένη. Εἰσαγωγή στή Λειτουργική Θεολογία. Ἀπόδοση στά Ἑλληνικά π.Δ.Β.Τζέρπος, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας , Ἀθῆναι 22003, σσ. 148-150.

16. Γιά τή συσχέτιση κάποιου ὄρους μέ τίς διάφορες φάσεις τῆς θείας ἀποκάλυψης βλ. ἰδιαίτερα: Πατρῶνος, μν. ἔρ., σσ. 417 ἑξ.

17. Ὠριγένης, Εἰς ψαλμούς, ( ΠΗ ). ΒΕΠΕΣ 16, σ. 80. Κύριλλος Ἱεροσολύμων, Κατήχησις ιβ'. ΒΕΠΕΣ 39, σ. 144: «Ἀλλὰ καὶ μάρτυρας δύο παρέχομεν τοὺς ἐν ὄρει Σινᾶ τῷ Κυρίῳ παραστάντας. Μωσῆς ἦν ἐν ὀπῇ τῆς πέτρας καὶ Ἠλίας ἐν ὀπῇ τότε τῆς πέτρας. ἐκεῖνοι μεταμορφουμένῳ συμπαρόντες ἐν ὄρει Θαβὼρ ἔλεγον τοῖς μαθηταῖς τὴν ἔξοδον ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ». Εὐσέβιος, Ἑρμηνεία εἰς Ψαλμ. 89 (88),13. ΒΕΠΕΣ 22, 191 : « Ὄρη δὲ δύο, τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἑρμὼν ἐξαίρετόν τι κέκληται παρὰ πάντα· τῷ γὰρ ὀνόματί σου ταῦτα ἀγαλλιάσονται. Κατὰ δὲ τὸν Ἀκύλαν, Θαβὼρ καὶ Ἑρμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου αἰνέσουσι· κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον, Θαβὼρ καὶ τὸ Ἑρμὼν τὸ ὄνομά σου εὐφημήσουσι. Τούτων δὲ τῶν ὀρέων μέμνηται διαφόρως ἡ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἱστορία· καὶ οἶμαί γε ἐν τούτοις τοῖς ὄρεσι τὰς παραδόξους τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν γεγονέναι μεταμορφώσεις, καὶ τὰς πλείους διατριβὰς, ὅτε σὺν ἀνθρώποις ἐπολιτεύετο». Πρβλ. Hieronymus, Epistola XLVI(46) 12. PL 22, 491- 492. Epistola CVII(108)13. PL 22, 888- 889.

18. Βλ. σχετικά: Das Grosse Bibellexikon, Herausgegeben von Helmut Burkhardt κ.ἄλ. (R. Brockhaus Verlag, Wuppertal- Brunnen Verlag, Giessen), τόμ. 3, σσ. 1517-1520, λῆμμα Tabor,Berg.The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East , Oxford University Press 1997, τόμ. 5, λῆμμα Tabor, Mount 152. Ὀλυμπίου Ν., «Ἡ Καισάρεια Φιλίππου-Πανειάς κατὰ τὶς πηγὲς καὶ σύγχρονες ἀνασκαφές».Ἀνάτυπο ἀπό τόν τόμο Τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, Εἰσηγήσεις Ζ΄συνάξεως ὀρθοδόξων βιβλικῶν θεολόγων, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 247-249.

19. ᾿Ἐκκλησιαστική ῾Ἱστορία η' 30. PG 146,113: «Κἄν τῷ Θαβωρίῳ δέ τά ἴσα διεπράττετο... τῷ δέ τῆς Μεταμορφώσεως τόπῳ τοῖς τήν ὑπερφυᾶ κατιδοῦσιν αἴγλην ἐκείνην τρισίν ἀποστόλοις περικαλλῆ τόν οἶκον ἐδείματο· καί πολλά τῷ τόπῳ κατεβάλλετο χρήματα, ἵν᾿ εἶεν τοῖς ἐκεῖσε παραμένουσιν καί τόν χῶρον εὐπρεπῆ καθιστῶσινν εἰς ὄνησιν». Πρβλ. Παπαδόπουλος Χ, «Ἀκμή τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων ἐπί τοῦ Μ. Κωνσταντίνου», Νέα Σιών (1908), σσ. 691-692. Τοῦ ἴδιου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, Ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ Ἀλεξανδρείᾳ, 1910, σσ. 91-92.

20. Εἰς τόν βίον Κωνσταντίνου τοῦ βασιλέως, βιβλ. 3, κεφ. κε,΄ μα,΄ μγ΄. ΒΕΠΕΣ 23, σσ.143-144. Εἰς Κωνσταντῖνον Τριακονταετηρικός, κεφ. Θ. ΒΕΠΕΣ 23, σσ. 250-253.

21. Κοφινιώτης Κ., Παλαιστίνη, Ἐν Ἀθήναις 1891, σ. 111. Κοικυλίδης Κ.-Φωκυλίδης Ἰ., Ἀρχαῖα Λατινικά, Ἑλληνικά, Ρωσσικά καί Γαλλικά τινα Ὁδοιπορικά ἤ προσκυνητάρια τῆς ἁγίας Γῆς, Ἐν Ἱεροσολύμοις 1912. Ἰωαννίδης Β., Τό Θαβώρ, ἤτοι περιγραφή τοπογραφική καί ἱστορική τοῦ Θαβωρίου ὄρους. Ἐν Ἱεροσολύμοις 1867,σ. 48. Baumstark A., Festbrevier und Kirchenjahr der syrishen Jakobiten ( Paterborn,1910),σ. 261. Aubineau M., «Une homelie Grecque inedite sur la Transfiguration». Analecta Bolandiana, 85(1967), σ. 424.

22. Ἀντίθετα κατά τή μαρτυρία τοῦ Ἱερωνύμου ὁ ναός αὐτός ἦταν ἀφιερωμένος μᾶλλον στήν Ἁγία Τριάδα. Ἐπιστολή 46 ad Marcellam PL 22,491: Tabernacula Salvatoris, non ut Petrus quondam voluit cum Moyse et Elia, sed cum Patre cernemus et Spiritu Sancto.

23. Baumstark, μν. ἔργ, σσ. 260-261. Τσάμπηρας, μν. ἔργ , σ. 89.

24. Δαμαλᾶς Μ., Ἑρμηνεία εἰς τήν Καινήν Διαθήκην,τόμ. Α΄ περιέχων τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Ἀθῆναι 1940, σ. 105-106. Τρεμπέλας Π., Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων Ὁ Σωτήρ, Ἀθῆναι,1989, σσ. 313-314. Τοῦ ἴδιου, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων Ὁ Σωτήρ, Ἀθῆναι,1983, σσ σ. 284. Πρβλ. Zahn, Das Evangelium des Matthäus, Leipzig 1910, σελ. 588-589. Klostermann, Das Markus Evangelium, Tübingen 1986, σσ. 98- 99. Hohnson , A commentary on the Gospel accoring to St. Mark, London 1960, σσ. 156- 157.

25. Riciotti, μν. ἔργ., σσ. 479-480. Πατρῶνος, μν. ἔργ., σ. 429 ἑξ.

26. Βλ. ἰδιαίτερα Οἰκονόμου Ἠ., Περίγραμμα Φυσικῆς Γεωγραφίας τῆς Βιβλικῆς Παλαιστίνης, Ἀθῆναι 1980,σ. 45. Ὀλυμπίου, μν.ἔργ., σ. 247, σημ. 37. Προβατάκης Θ., Τό Θαβώρ, τό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκδόσεις ᾿Αρσενίδη,᾿Αθήνα 1997,σσ. 46-58. Das Grosse Bibellexikon 3, Tabor,σσ. 1517-1520. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East, (Oxford University Press 1997, 5),Tabor, Mount,σ. 152.

27. Ἡ ἑορτή αὐτή καθιερώθηκε στά Ἱεροσόλυμα σέ ἀνάμνηση τῆς εὑρέσεως τοῦ τιμίου σταυροῦ ἀπό τήν Ἁγία Ἑλένη καί τῆς πανηγυρικῆς ὑψώσεώς του ἀπό τόν πατριάρχη Μακάριο κατά τήν ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, πού τελέστηκαν τήν 13η Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 335. Βλ. Φουντούλης Ἰ., Λειτουργική Α΄, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 126.

28. Daniélou J.,῾Αγία Γραφή καί Λειτουργία. Ἡ βιβλική θεολογία τῶν μυστηρίων καί τῶν ἑορτῶν κατά τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, { Κέντρο Βιβλικῶν Μελετῶν Ἄρτος Ζωῆς- 3 Βασικές ἁγιογραφικές μελέτες }, Ἀθήνα 1981, σ. 347 ἑξ..

29. Un martyrologe et douze ménologes syriaques, Ἔκδ. F. Nau, Patrologia Orientalis, X, σ. 56.

30. Ὅπ. παρ., σσ. 83, 96, 111.

31. Ὅπ. παρ., σελ. 131.

32. Φίλιας Γ. Ἑορτολογία, Διαμόρφωση ἐξέλιξη καί θεολογία τῶν ἑορτῶν, Πανεπιστημιακαί σημειώσεις, Ἀθῆναι 1998, σ. 15.

33. Φειδᾶς Β.,᾿Εκκλησιαστική ῾Ιστορία Α΄, Ἀθήνα 1994 , σσ. 674-676.

34. Cotelerii J.B, Ecclesiae Graecae Monumenta. Lutetiae Parisiorum, τ. 3, 1686, σ. 326: «Τῶν δέ ᾿Ιουστίνου τοῦ βασιλέως κελεύσεων ἐλθουσῶν εἰς ῾Ιεροσόλυμα, συνήχθη ἄπειρον πλῆθος μοναχῶν τε καί λαϊκῶν· συνέδραμε δέ καί ὁ ἐν ἁγίοις Σάββας καί ἡ τῶν ἐπισκόπων Σύνοδος· καί ἑορτῆς γενομένης τῇ ἕκτῃ τοῦ Αὐγούστου μηνός, ἐνεφανίσθησαν αἱ θεῖαι κελεύσεις καί ἐνετάγησαν αἱ τέσσερες σύνοδοι τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις». Πρβλ. Schwarz E., Kyrillos vom Skythopolis.Texte und Untersuchungen 49, 2(1939 ), Λειψία, σσ. 85-200.

35. MANSI, IX, 176 C, 193 C, 392 E.

36. Βλ. Κεκελίσδε Κ., ῾Ιερολυμιτικόν Κανονάριον (Τυπικόν) τοῦ 7ου αἰ. κατά γεωργιανήν μετάφρασιν, μεταφρασθέν ἐκ τοῦ ρωσσικοῦ ὑπό τοῦ ἀρχιμ. Καλλίστου, ἐν ῾Ιεροσολύμοις 1914, σ. 12 (Νέα Σιών 21 (1926), σσ.170-171). Πρβλ.Τarchnischvili M., Le Grand lectionnaire de l' Èglise de Jerusalem (v-viii αἰ.), σ.27. GARITTE G., Le calendrier palestino- georgien du Sinaiticus 34 (10 αἰ.), Bruxelles,1958,σσ. 295-296 (6 Αὐγούστου) .

37. Guillou A., Le monastère de la Theotokos au Sinai, στό Mèlanges d' Archèologie et d' histoire 67 (1995) , σσ. 217-258.

38. «Σήμερον τήν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ εἰς εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου κάλλους ἀνέπλασεν ... Σήμερον ἐπί τοῦ ὄρους ὁ τούς στυγνούς ἐκείνους καί κατηφεῖς περιβληθείς δερματίνους χιτώνας ἀμπεχόνην ὑπέδυ θεότευκτον ...Ταύτης τῆς παρούσης ἑορτῆς τά θεῖα τεράστια ... αὕτη ἡ συναθροίσασα ἡμᾶς Χριστοῦ τελετή καί πανήγυρις ... Κἀγώ σήμερον περιχαρῶς καί φιλεόρτως...».

39. Γιά τήν παράσταση αὐτή βλ. ἰδιαίτερα: Ἀντουράκης Γ., Τό δωδεκάορτο καί ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος στήν ὀρθόδοξη τέχνη καί παράδοση {Θέματα ἀρχαιολογίας καί τέχνης, Γ(2) },Ἀθήνα 2001, σσ. 137-160.

40. Ἀγγελάτος Φ., ῾Η ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως, ἐν ᾿Αθήναις 1942,σσ. 17-19.

41. Gabrol F., Les fête chrétiennes DACL τ. 5, Α΄,στήλ. 1415.

42. Ἀγγελάτος,΄μν. ἔργ., σσ. 18-19.

43. Renoux A.,Un manuscrit du lectionnaire armenien de Jerusalem.(Cod. Jerus. Arm. 121). Museon, 74(1961),σσ. 361-385.

44. Nilles N., Kalendarium Manuale utriusque Ecclesiae Orientalis et Occidentalis τόμ..2. Oenipont, 1897, σ. 588.

45. Πετροσιάν Γ.(Ἐπισκόπου), Ἡ ἁγία ἀποστολική Ἐκκλησία τῶν Ἀρμενίων, Ἐκδ. Παρουσία, Ἀθῆναι 2001,σσ. 90-92.

46. Bayan G., Le synaxaire armènien de Ter Israel. PO 21,1885-1895, σ. 842. Ἀγγελάτος,΄μν. ἔργ., σ.28.

47. Βλ.Αubineau M., Une homelie Grecque inedite sur la Transfiguration. Analecta Bolandiana, 85(1967), σσ. 422-423.

48. Ράλλης Γ.-Ποτλῆς Μ., Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων, τ. Δ', (Φωτοστατική ἀνατύπωση Μ. Γρηγόρη, Ἀθῆναι 1992), σσ. 589-590: «Πλήν καί ὕστερον, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ φιλοσόφου κυροῦ Λέοντος καί βασιλέως τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως ἐφευρεθείσης…῾Η ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως καί τῆς ῾Υπαπαντῆς οὐκ ἐξ ἀρχῆς παρεδόθησαν παρά τῶν ἁγίων ἀποστὀλων, ἐν ὑστέροις δέ καιροῖς παρά τῶν θείων πατέρων».Πρβλ. Γιάγκου Θ., Νίκων ὁ Μαυρονορείτης. Βίος, συγγραφικό ἔργο, κανονική διδασκαλία, στό Κανονικολειτουργικά (1). ᾿Εκδόσεις Δεδούση, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 246, 252.

49. Grümel V., «Sur l' anciennetè de la fête de la Transfiguration». Revue des Ètudes Byzantines,XIV (1956), σσ. 209 - 210.

50. Βλ.Porphyrogeniti C., De Cerimoniis aule byzantinae, Libri Duo, ἔκδ. J.J. Reiske , Bonn 1829. σ. 22. Πρβλ..Oikonomides N., Les listes des preseance byzantines de ix-x siecles. Paris 1972, σ. 219.

51. PG 117,573 AC.

52. Γεδεών Μ., Βυζαντινόν ῾Εορτολόγιον, Κωνσταντινούπολις 1895, σ. 38.

53. Delehaye H., Synaxarium ecclesiae constantinopolitanae...Propylaeum ad A.A. S.S., (Nov.), Brüxelles 1902, σ. 870.

54. Ἀγγελάτος,΄μν. ἔργ., σ. 29

55. Βλ. σχετικά: Κωνσταντίνου (Εὐθυβούλη, Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας), Τυπικὸν Ἐκκλησιαστικὸν κατὰ τὸ ὕφος τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐκ μακρᾶς τῆς πείρας καὶ πολλῶν σημειώσεων τῶν κατὰ καιροὺς χρηματισάντων πρωτοψαλτῶν συλλεγὲν ἤδη τὸ δεύτερον, πολλαῖς προσθήκαις καὶ ἐπιδιορθώσεσιν τῆς α ΄ἐκδόσεως…, Ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου ᾳωνα (1851),σ. 202. Βιολάκης Γ., Τυπικὸν τῆς τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας, Ἔκδ. Μ. Σαλιβέρου, Ἀθῆναι (χ.χ), σ. 300. Ρήγας Γ.,(Οἰκονόμος), Τυπικόν, ( Λειτουργικά Βλατάδων 1), Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 711. Παπαγιάννης Κ. (Πρωτοπρ.), Σύστημα Τυπικοῦ τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, καταρτισθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2006, σ. 568. Μηναῖον τοῦ Αὐγούστου,Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1993, σσ. 80-101.

56. Τσάμπηρας, μν. ἔργ., σσ. 98-107.

57. Βλ. σχετικά:Holl K., Die Enstehung der vier Fastenzeiten in der griechishen Kirche, Abhandlungen der Berlinishen Akademie, 1923. Phil.- Hist. Klasse Nr 5. Grümel V., “ Le jeune de l᾿ Assomption dans Eglise grecque, Étude historique”, Echos d’ Orient 32(1933), σσ. 162-194.

58. Ἀναστασίου Σιναϊτου, Περί τῶν ἁγίων τριῶν Τεσσαρακοστῶν. Ράλλης Γ.-Ποτλῆς Μ., Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων, τ. Δ', (Φωτοστατική ἀνατύπωση Μ. Γρηγόρη, Ἀθῆναι 1992),σ. 584.

59. Ράλλης Γ.-Ποτλῆς Μ., ὅπ. παρ. ,σ. 588.

60. Βλ. σχετικά :Parisot P., «La benediction liturgique des raisins», Revue de l' Orient Chretien, Paris, IV(1899),σσ. 354-363.Σκαλτσῆς Π., «Ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν κατά τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως » Θεολογία 73(2002),σσ. 141-154.

61. Τυπικόν( Ἁγίου Σάββα-Ἔκδ.Σάρου) Ἐνετίησιν 1738,σ.92: «Δεῖ εἰδέναι, ὅτι παράδοσιν ἔχομεν ἐκ τῶν ἁγίων πατέρων, κατά τήν σωτήριον ταύτην ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως ἐσθίειν σταφυλάς, τήν εὐλογίαν πρότερον παρά τοῦ ἱερέως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δεχομένας».

62. Βλ. Ἱερατικόν, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2202, σ. 303.

63. Dmitriewskij A.Opisanie…τ. II, σ. 497.

64. De Meester Pl., Rituale- Benedizionale Bizantino, Roma 1930, σσ. 387-391.Σκαλτσῆς, μν. ἔργ., σσ. 146-147.

65. Εἰς τήν θείαν λειτουργίαν 3,4.

66. Ράλλης Γ.,-Ποτλῆς Μ., μν. ἔργ.,τ. 2, σ. 4.

67. Ράλλης Γ.,-Ποτλῆς Μ., μν. ἔργ.,τ. 3, σσ. 400-401.

68. Ράλλης Γ.,-Ποτλῆς Μ., μν. ἔργ.,τ. 2, σσ. 365-366.

69. Dmitriewskij A.,Opisanie…Georg Olms Verlagsbuchandlung, Hildensheim, 1965, τ. IIΙ, σ.258.

70. 7,17,4.

71. Βλ. Φουντούλης Ἰ., «Οἱ ὅσιοι αὐτάδελφοι Δαβίδ, Συμεών, καί Γεώργιος οἱ ὁμολογηταί» ( Λεσβιακόν Ἑορτολόγιον Γ΄) Ἀθῆναι 1961, σσ. 50-51.

72. Parenti S.- Velkovska E., L’ Evcologio Barberini Gr. 336, Ed. Liturgiche, Roma 1995, σ. 234.

73. Ἔκθεσις τῆς Βασιλείου Τάξεως (Ὅσα δεῖ παραφυλάττειν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ τρυγητοῦ ἐν προκένσῳ τῆς Ἱερείας),PG 112, 669B- 676A.

74. PG 64,36.

75. Ὁμιλία 34.PG 151,428.

Προηγούμενη σελίδα