Προηγούμενη σελίδα
Βάπτιση τέκτων,
τα οποία προέρχονται από πολιτικό γάμο

Είναι γνωστόν ότι οι τελούντες πολιτικό γάμο ορθόδοξοι θέτουν εαυτούς μόνοι τους εκτός Εκκλησίας, εφ΄ όσον ενσυνείδητα και δημοσία απαρνούνται την περί των 7 μυστηρίων δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας(1). Δεδομένου ότι , κατά τον Απόστολο Παύλο, «το μυστήριον τούτο (του γάμου), μέγα εστίν» όσοι εκ των Χριστιανών προκρίνουν τον πολιτικό γάμο αντί του εκκλησιαστικού μυστηρίου στερούν εκουσίως εαυτούς της ευλογίας της Εκκλησίας. Και ούτως ειπείν μόνοι των θεωρoύν εαυτούς αναξίους της εκκλησιαστικής ευλογίας.

H άρνηση όμως βαπτίσεως , εκ μέρους ορισμένων ιερέων, τέκνων, τα οποία προέρχονται εκ πολιτικού γάμου των γονέων των « είναι άστοργος και αδικαιολόγητος, νευ ουδανός κανονικού και θεολογικού ερείσματος»(2). Τοιουτοτρόπως, εφ’ όσον οι γονείς, οι οποίοι έχουν τελέσει πολιτικό γάμο , προσέρχονται εις την Εκκλησία για να βαπτίσουν τα παιδιά τους, έκαστον των οποίων αποτελεί ιδίαν εικόνα του Θεού και ανεξάρτητη ηθική προσωπικότητα, η Εκκλησία ως φιλόστοργος μητέρα εκδέχεται ως θετική την ενέργεια αυτή. Και με τη συγκατάβαση και στοργή της Εκκλησίας επηρεάζονται ευμενώς κα διευκολύνονται τα μέγιστα εις την εν καιρώ τέλεση και του θρησκευτικού τους γάμου, προς πλήρη αποκατάσταση των πνευματικών των δεσμών με τη Μητέρα Εκκλησία.


(1) Βλ. υπ’ αριθμ. 2309/1982 Εγκύκλιον της Ι. Συνόδου.

(2) Βλ. υπ. αριθμ. 2395/1987 Εγκύκλιον της Ι. Συνόδου


Εκ της Συνοδικής Επιτροπής Δογματικών και Νομοκανονικών ζητημάτων

Προηγούμενη σελίδα