Κεντρική σελίδα

«Η καθ' ημάς Eκκλησιαστική Μουσική
εν σχέσει προς τας των άλλων εθνών», Πέτρου Φιλανθίδου.

Του Κων/νου Ηλιάδη



Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσικὴ
καὶ τὸ ἀναφυέν
«Μουσικολογικὸ ζήτημα».

Του Ἀρχιμ. Σεραπίωνος Μιχαλάκη


Α'

«Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς
Βυζαντινῆς Μουσικῆς»


Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ καὶ Ἱδρυτὴς τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας ἡμῶν, τονίζει : «Ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ἃς ἐδιδάχθητε, εἴτε διὰ λόγου, εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β´Θεσ. 2,15), συνιστῶν εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποφεύγουν τὶς ὁποιεσδήποτε παρείσακτες καινοτομίες, ποὺ ἀλλοιώνουν τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐν γένει ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἰσχύῃ διὰ κάθε πτυχὴν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πολλῷ μᾶλλον ἰσχύει διὰ τὴν τέχνην τῆς «Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς», καθόσον αὕτη ἀποτελεῖ βασικὴν ἔκφρασιν τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων.

Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, ὡς εἰκὼν τοῦ Θεοῦ, ἀναζητεῖ πάντοτε τρόπους νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοῦ Δημιουργοῦ του καὶ νὰ τὸν λατρεύσῃ ἀληθῶς. Ἀρχήν ποιοῦντες ἀπὸ τὸν Προφητάνακτα Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν θαυμασίων (ἑκατὸν πεντήκοντα) Ψαλμῶν του, παρέδωκεν εἰς ἡμᾶς τὴν «βάσιν» θὰ λέγαμε τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ποιήσεως, προχωροῦμε μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ διαμόρφωσιν ἐντός τῆς Θείας Λατρείας, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ποιήσεως καὶ Ὑμνωδίας.

Ἔχομεν τοὺς ὀνομαστοὺς Ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας (Ρωμανὸ τὸν Μελωδό, Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, Κοσμᾶ τὸν Ποιητή, Ἰωάννη τὸν Κουκουζέλη, Ἀνδρέα Κρήτης κ.λπ.), οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ὥσπερ κιθάραι μουσουργικαί, πᾶσιν ἐτρανολόγησαν, τῷ θείῳ πλήκτρῳ μυστικῶς τὰ ἀπηχήματα καὶ τὴν τοῦ Σωτῆρος οἰκονομίαν», συνθέσαντες Ὕμνους, Κοντάκια, Κανόνας, Δοξαστικὰ κ.λπ., τὰ ὁποῖα ἐμελοποίησαν καὶ τὰ παρέδωκαν εἰς τοὺς πιστοὺς ὡς ἔκφρασιν τῆς ἀληθοῦς πρὸς τὸν Θεὸν στροφῆς καὶ ὡς ἀπόρροιαν τῆς τελείας πρὸς Αὐτὸν ἀφοσιώσεως καὶ ἀγάπης.

Τὰ αὐτὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τοὺς μετέπειτα Ὑμνωδοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοὺς ὡς ἄνω μνημονευθέντας, ὡς ὄργανα καὶ αὐτοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐμελούργησαν τοὺς ἀθανάτους Ἐκκλησιαστικοὺς Ὕμνους καὶ τοὺς παρέδωκαν εἰς τοὺς ἐπιγενομένους, ὡς θησαυρὸν ἀτίμητον καὶ πλοῦτον πολυέραστον.

Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Τέχνη τοῦ «ψάλλειν» βεβαίως ἔχει τὴν ἱστορίαν της, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἀναλύσωμεν ἐνταῦθα, ἀλλὰ θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὸ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνακύψαν «Μουσικολογικόν», ὡς λέγεται «ζήτημα», τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὸν κίνδυνον ἀλλοιώσεως καὶ παραφθορᾶς τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς.

Ὅπως εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Τέχνη τῆς Μουσικῆς, εἰς τὸ Βυζάντιον ἐγνώρισε τὴν μεγάλην ἀκμὴν καὶ αἴγλην της ὡς «Πρᾶξις καὶ θεωρία», δηλαδὴ ὡς τρόπος λατρευτικῆς ζωῆς καὶ δημιουργίας, διὰ τοῦτο καὶ δικαίως λέγεται «Βυζαντινή» Ἐκκλησιαστικὴ Μουσική. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἔχομεν τὰ μεγάλα μουσικὰ ἀναστήματα, τοὺς «γίγαντας» τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μελωδίας, οἱ ὁποῖοι διαμορφώνουν καὶ παραδίδουν τὸ γνήσιον, τὸ αὐθεντικόν, τὸ παραδοσιακὸν ὕφος καὶ τόν τρόπον τοῦ «ψάλλειν καὶ ὑμνεῖν ἐν Ἐκκλησίαις τὸν Θεόν». Αὐτὸ τὸ ὕφος τὸ ὁποῖον ἀποδέχεται καὶ ἡ συνείδησις τῶν πιστῶν, τὸ ὁποῖον υἱοθετεῖ ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὸν ἀνόθευτον χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μελωδίας, ἡ ὁποία πορεύεται ὑπό τὴν καθοδήγησιν καὶ χειραγωγίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρὸς τὴν τῶν πιστῶν ὠφέλειαν καὶ ἀπλανῆ πορείαν.

Τὸ ἀρχαῖον Βυζαντινὸν Μέλος, τό ὁποῖον ἐκφράζει τὴν γνησιότητα καὶ αὐθεντικότητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, παρεδόθη εἰς ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους ὑπὸ τῶν Τριῶν Διδασκάλων – Μητροπολίτου Μαδύτων Χρυσάνθου, Γρηγορίου Πρωτοψάλτου καὶ Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος – οἱ ὁποῖοι τὸ διεσκεύασαν ὀρθῶς ἐν ἔτει 1814 εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐν ἔτει 1881. Ἡ ὑπὸ τῶν Διδασκάλων τούτων καθιερωθεῖσα τότε Παρασημαντικὴ τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς ἐπικρατεῖ μέχρι σήμερον καὶ εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς Ἱεροψάλτας καὶ ἀπὸ τὴν συνείδησιν καὶ τὰ αἰσθητήρια τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Τηρεῖται δὲ καὶ ἀκολουθεῖται ὑπὸ τῶν ἐπισήμων Πρωτοψαλτῶν, οἱ ὁποῖοι πρωτοστατοῦν εἰς τὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῆς παραδοθείσης γνησίας Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς.


Β´

«Περὶ τοῦ Μουσικολογικοῦ Ζητήματος»

Τὸ Μουσικολογικόν ζήτημα προέκυψεν μὲν παλαιότερον, ἤρχισεν δὲ νὰ ἀπασχολεῖ τὴν Ἑλλαδικὴν Ἐκκλησίαν ἐντονώτερον ἀπὸ τοῦ ἔτους 2000, ὅτε οἱ Πρωτοψάλται καὶ Καθηγηταὶ Μουσικολογίας κ. Χρῆστος Χατζηνικολάου (Πρωτοψάλτης – Καθηγητὴς καὶ Πρόεδρος τῆς Ὁμοσπονδίας Συλλόγων Ἱεροψαλτῶν Ἑλλάδος καὶ τοῦ Παννεληνίου Συνδέσμου Ἱεροψαλτῶν «Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς καὶ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός»), κ. Χαρίλαος Ταλιαδῶρος (Ἄρχων Πρωτοψάλτης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης – Καθηγητής), κ. Ἐμμανουὴλ Χατζημᾶρκος (Πρωτοψάλτης – Καθηγητής) καί τινες ἄλλοι εἰδήμονες, διεφώνησαν μὲ τὰς ἐνεργείας τοῦ Πρωτοψάλτου κ. Λυκούργου Ἀγγελοπούλου, ὁ ὁποῖος υἱοθετῶν ἀπόψεις τινάς τοῦ Μουσικολόγου ἐρευνητοῦ τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, ἀειμνήστου Σίμωνος Καρρᾶ, εἰσήγαγε εἰς τὴν Βυζαντινὴν Ἐκκλησιαστικὴν Μουσικὴν στοιχεῖα καὶ ἑρμηνείας χαρακτήρων, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταργηθεῖ.

Ἡ πρώτη Ὁμὰς, ἐπιθυμοῦσα τὴν διάσωσιν τῆς αὐθεντικῆς Παραδόσεως τῆς διαμορφωθείσης ὑπὸ τῶν Τριῶν Διδασκάλων ἐν ἔτει 1814, ἔθεσε τὸ θέμα ὑπ’ ὄψιν τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστοδούλου ὅστις συνεκρότησεν Ἐπιτροπὴν Μελέτης τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν Προεδρίαν του, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέσχον οἱ Πρωτοψάλται καὶ Καθηγηταὶ κ.κ. Γρηγόριος Θ. Στάθης, Χαρίλαος Ταλιαδῶρος, Χρῆστος Χατζηνικολάου, Παναγιώτης Μαρούλης, Ἀντώνιος Ἀλυγιζάκης, Ἐμμανουὴλ Χατζημάρκος, Δημήτριος Νερατζῆς, Ἀχιλλέας Χαλδαιάκης, Ἰωάννης Ἀρβανίτης, Ζάχος Νικολέρης, Ἀναστάσιος Φωτόπουλος, Λυκοῦργος Ἀγγελόπουλος καὶ Γεώργιος Κωνσταντίνου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διερεύνησε ἀναλυτικῶς τὸ ἐν λόγῳ θέμα. Κατόπιν ἀνετέθη εἰς τὸν Καθηγητὴν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ Πρόεδρον τοῦ Ἱδρύματος Βυζαντινῆς Μουσικολογίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κ. Γρηγόριον Στάθην, ὡς τὸν πλέον κατάλληλον καὶ ἐπαΐοντα, ὅπως συντάξῃ ἔκθεσιν περὶ τοῦ ζητήματος, πρὸς διευθέτησιν αὐτοῦ.

Πράγματι, ὁ Ἐλλογιμώτατος οὗτος κ. Καθηγητής, ἐξεπόνησε ἀναλυτικωτάτην καὶ ἐμπεριστατωμένην Εἰσήγησιν ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἑρμηνευτικὴ Προσέγγιση τῆς σημειογραφίας τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης» ἤτοι «Περὶ ἐξηγήσεως τῆς σημειογραφίας καὶ περὶ χρήσεως τῶν ὑφεσο - διέσεων καὶ περὶ ὀνοματοδοσίας τῶν ἤχων καὶ περὶ παρεμφερῶν ἄλλων θεωρητικῶν θεμάτων καὶ περὶ τοῦ πρακτέου», τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸν Μακαριώτατον τὴν 7ην Σεπτεμβρίου 2001. Ἡ Εἰσήγησις εἶναι πλήρως κατατοπιστική περὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος, ἐκοινοποιήθη εἰς τοὺς ἔχοντας σχέσιν πρός τὸ ἐν λόγῳ «ζήτημα» καὶ τονίζει ἰδιαιτέρως τὴν ἀνάγκην ἐμμονῆς εἰς τὰ πατροπαράδοτα καὶ διασώσεως τοῦ γνησίου Βυζαντινοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους, ὡς φορέως καὶ ἐκφράσεως τῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Ἐπισημαίνει ὁμοίως τὴν μεγάλην προσφορὰν τῶν «Τριῶν Διδασκάλων τῆς Νέας Μεθόδου» ἤτοι τὰ ἐν ἔτει 1814 νομοθετηθέντα καὶ κοινῶς ἀποδεχθέντα ὑπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καθὼς καὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι τοιαύτης.

Ἡ Εἰσήγησις αὕτη διεπέμφθη εἰς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Πατρῶν κ. Νικόδημον, ὁ ὁποῖος συνέταξε καὶ ὑπέβαλε πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸ ὑπ' ἀριθμ. 493/19.2.2001«Ὑπόμνημα», (Συν. Πρωτ. 4424/27.12.2001), ὅπου υἱοθετεῖ τὰ εἰς ἡμᾶς παραδοθέντα, ἐπικροτεῖ τὸ Βυζαντινὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ὕφος τοῦ ὁποίου φορεῖς εἶναι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἀναφέρεται εἰς τοὺς κορυφαίους καὶ διαπρεπεῖς ἀοιδίμους Πρωτοψάλτας τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Ἰάκωβον Ναυπλιώτην καὶ Κωνσταντῖνον Πρῖγγον. Ἀπορρίπτει δὲ τοὺς νοθεύοντας τὴν ψαλτικὴν τέχνην, καθὼς καὶ τὶς δυτικότροπες μελωδίες. Ἀκολούθως ἀναφέρει εἰς τὰ γραφόμενά του, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελοῦνται ὀρθῶς τὰ ποιοτικὰ σημαδόφωνα καὶ νὰ διδάσκωνται κατὰ τὴν παραδοθεῖσαν τάξιν καὶ χροιάν, χωρὶς παραφθοράς, ἀλλοιώσεις καὶ τρόπους ἐξεζητημένους καὶ ἐπιτηδευμένους, οἱ ὁποῖοι φθείρουν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν Ὑμνωδίαν καί τήν ὅλην παραδοθεῖσαν ἁρμονίαν. Προσθέτει ἀκόμη, ὅτι ἐξέδωκε καὶ σειρὰν ἀπὸ κασσέτας, δίσκους, μαγνητοταινίας καί C.Ds., εἰς τὰ ὁποῖα ἀνηλώθη ἐπὶ δεκαετίας ὅλης, τῇ ἐπιβλέψει τοῦ κ. Ἐμμανουὴλ Χατζηγιακουμῆ – ἐγκρίτου Καθηγητοῦ Φιλολόγου καὶ Μουσικολόγου εἰς τὸ Ἵδρυμα Μουσικῶν Ἐρευνῶν. Καταθέτει, τέλος, πάντα ταῦτα διὰ τὸ Ἀρχεῖον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὡς ἀποπνέοντα τὴν παράδοσιν καὶ γνησιότητα τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας.

Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, ἐν τῇ Συνεδρίᾳ Αὐτῆς τῆς 11ης Ἰανουαρίου 2002, ἀπεφάσισε νὰ ἀποστείλει τὸ ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ. Νικοδήμου ὑποβληθὲν «Ὑπόμνημα» (Συν. Ἔγγρ. ὑπ' ἀριθμ. πρωτ. 4424/94/16.1.2002) εἰς τὴν Συνοδικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης καὶ Μουσικῆς, ἡ ὁποία συνῆλθε ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς κ. Προκοπίου καὶ ἐξέτασε τὸ ὡς εἴρηται θέμα, λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν, ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω καὶ :

1. Σχετικὴν Ἔκθεσιν (ἀναφοράν) περὶ «Βυζαντινῆς Μουσικῆς» τοῦ κ. Λυκούργου Πετρίδη, Ἄρχοντος Πρωτοψάλτου τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Κρήνης καὶ Καλαμαριᾶς, ὅπου ἐξαίρεται τὸ κάλλος καὶ ἡ ἁρμονία τῆς παραδοθείσης ὑπὸ τῶν Τριῶν Διδασκάλων Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης, ἡ ὁποία ἐκφράζει καὶ τὴν ὡραιότητα τῆς μουσικῆς ἐμπνεύσεως κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς, «τῆς μουσικῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ἀγγέλων» κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

Εἰς τὴν Ἔκθεσιν γίνεται ἐκτενὴς ἀναφορὰ εἰς τὸ ὕφος τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, τό ὁποῖον καλλωπίζει τὴν ὅλην ἔκφρασιν τῶν ὕμνων. Γίνεται ἐπίσης λόγος διὰ τὸ «Πατριαρχικὸν ὕφος», ποὺ διακρίνεται διὰ τὴν ἱεροπρέπειαν, τὴν σεμνότητα, τὴν σοβαρότητα, τὸν ἐνδεδειγμένον χρόνον καὶ τὴν πατροπαράδοτον μελωδίαν, ὡς καὶ διὰ τὸν ὀρθὸν τονισμὸν τῶν λέξεων καὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς. Ὁ κ. Λυκοῦργος Πετρίδης προτείνει τὴν σύγκλησιν Ἐπιτροπῆς ὑπό ἐμβριθῶν Βυζαντινῶν Πρωτοψαλτῶν, ἐπί τῷ τέλει ἐπιτεύξεως τοῦ ζητουμένου, ἤτοι τῆς διασώσεως τῆς Παραδόσεώς μας.

2. Τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἄρχοντος Πρωτοψάλτου τοῦ Καθεδρικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας Θεσσαλονίκης κ. Χαριλάου Ταλιαδώρου, Ὀφφικιάλου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλον, τὴν 1ην Ἰουνίου 2001, εἰς τὸ ὁποῖον κάνει λόγον περὶ ἀλλοιώσεως θεωρητικῆς τε καὶ πρακτικῆς τοῦ ὑπὸ τῶν Τριῶν Διδασκάλων παραδεδομένου Βυζαντινοῦ Μέλους. Θεωρεῖ λίαν ἐπικίνδυνη τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας τοῦ Σίμωνος Καρρᾶ καὶ ἀναφέρει συγκεκριμένως καὶ ἀναλυτικῶς τὶς καινοτομίες τοῦ ἐν λόγῳ διδασκάλου τόσον θεωρητικὰ (π.χ. στὶς ὀνομασίες τῶν ἤχων) ὅσον καὶ πρακτικά, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν δυσκολία τῶν μαθητευόντων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Τέχνην. Προτείνει τέλος, ὡς γηράσας εἰς τὸ ἀναλόγιον καὶ ἔχων πεῖραν περισσήν, τὴν θεώρησιν τοῦ ἐν λόγῳ θέματος σφαιρικά, τὴν ἀπόρριψιν τῆς διδασκαλίας τῶν «καινοτομούντων» καὶ τὴν συμβολὴν τῆς Ἐκκλησίας πρὸς διάσωσιν τῆς παραδόσεώς μας.

3. Τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἄρχοντος Πρωτοψάλτου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Ἀθηνῶν κ. Λυκούργου Ἀντ. Ἀγγελοπούλου, Ὀφφικιάλου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλον, εἰς τὰς 22 Ἰουνίου 2001, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἐν πρώτοις, ὅτι εἶναι γνώστης τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἐν λόγῳ Μουσικολογικοῦ ζητήματος, καθόσον ἔλαβε μέρος – τῇ προσκλήσει τοῦ Μακαριωτάτου – εἰς τὰς ὑπ’ Αὐτοῦ συγκληθείσας τρεῖς συνεδριάσεις πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου.

Ἀκολούθως ἐπισημαίνει καὶ ἐξαίρει τὸν θετικὸν ρόλον τοῦ διδασκάλου του ἀειμνήστου Σίμωνος Καρρᾶ καὶ τὴν σημαντικὴν συμβολήν του στὴν πορείαν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς. Οὗτος κατέγραψε πολλὰ δημοτικὰ τραγούδια κατ’ ἤχους, ὁλοκλήρωσε τὴν Μουσικὴν ὁρολογίαν, ἐτόνισε τὴν σπουδαιότητα τῆς προφορικῆς παραδόσεως καὶ ὑπεστήριξε τὴν σημασίαν τῆς ἐνεργείας τῶν μουσικῶν σημαδίων καὶ ὄχι τὴν κατὰ κόρον ἀναλυτικὴν σημειογραφίαν ποὺ προκαλεῖ τὴν ἰσοπέδωσιν τῆς ἐνεργείας τῶν μουσικῶν σημαδίων. Ἐπιπλέον διέσωσε καὶ ἐφήρμοσε χαρακτῆρας τῶν καταξιωμένων Τριῶν Διδασκάλων καὶ ἐν γένει ἀνηλώθη εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ὀρθῆς παραδόσεως τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς.

Κατόπιν τούτων, κατὰ τὸν κ. Λυκοῦργον Ἀγγελόπουλον θεωρεῖται ἐπιβεβλημένη ἡ δικαίωσις τοῦ ἀειμνήστου διδασκάλου του Σίμωνος Καρρᾶ ἀπὸ τοὺς ἰθύνοντας τὴν πορείαν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς Τέχνης.

4. Τὸ ὑπόμνημα τοῦ Πρωτοψάλτου κ. Δημητρίου Νερατζῆ, Ἄρχοντος Διδασκάλου τοῦ Ἀποστόλου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται εἰς τὸν τρόπον τοῦ ψάλλειν πρὸ τῆς Μεταρρυθμίσεως τοῦ 1814. Οὗτος εἶχε τρία στάδια : α) τὴν Παραλλαγήν, β) τὴν Μετριοφωνίαν καὶ γ) τὸ Μέλος. Τὰ στάδια ταῦτα τὰ ἐπεξηγεῖ ἐν συντόμῳ καὶ ἀναφέρει τὴν μορφὴν ποὺ ἔλαβον αὐτὰ μετὰ τὴν Μεταρρύθμισιν, μὲ τὴν καθιέρωσιν τῶν γνωστῶν Μουσικῶν φθόγγων. Μνημονεύει τὰ ὀνόματα τινῶν ἐξ ὅσων ἀκολούθησαν τὴν Πατριαρχικὴν Παράδοσιν, δηλαδὴ τούς: Κωνσταντῖνον Πρῖγγον, Ἀθανάσιον Παναγιωτίδην, Θρασύβουλον Στανίτσαν, Ἀθανάσιον Καραμάνην, Χαρίλαον Ταλιαδῶρον, Ἐμμανουὴλ Χατζημᾶρκον καὶ Χρύσανθον Θεοδοσόπουλον καὶ ἐπικρίνει τοὺς Μεταρρυθμιστὰς τοῦ 1814, ὅτι ἀγνοώντας τοὺς συγχρόνους τους ὀνομαστοὺς Διδασκάλους Μανουὴλ Πρωτοψάλτην, Κωνσταντῖνον Δομέστιχον, Ἀντώνιον πρώην Λαμπαδάριον, Βασίλειον Στεφανίδην καὶ Ἀπόστολον Κώνσταν, κατήργησαν βασικοὺς χαρακτῆρας τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς ἀντικαθιστώντας τους μὲ ἄλλους, χωρὶς νὰ ἀφήσουν γραπτὲς ὁδηγίες τοῦ ἀκριβοῦς τρόπου ἐφαρμογῆς τῆς διδασκαλίας τους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ καταγράφει ὀλίγα παραδείγματα πρὸς τεκμηρίωσιν τῶν ἀπόψεων καὶ θέσεών του.

Τέλος θεωρεῖ ἀναγκαία τὴν γνώση μερικῶν σημαδίων τῆς Παλαιᾶς Μεθόδου καθὼς καὶ τὴν ἑρμηνείαν κλασικῶν συνθέσεων πρὸς ὄφελος τῶν ἐπερχομένων καὶ καταξίωσιν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς.

5. Τὸ ὑπόμνημα τῆς Ὁμοσπονδίας Συλλόγων Ἱεροψαλτῶν Ἑλλάδος, τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλον εἰς τὰς 5 Σεπτεμβρίου 2001 διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς Ἀξιοτίμου κ. Χρήστου Χατζηνικολάου, ὅπου ἐπαινεῖται ἡ προσφορὰ τῶν Τριῶν Διδασκάλων τοῦ 1814 (Μητροπολίτου Μαδύτων Χρυσάνθου, Γρηγορίου Πρωτοψάλτου καὶ Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος) καὶ προτείνεται ἡ ἀπονομὴ τῆς ὀφειλομένης πρὸς αὐτοὺς τιμῆς καί εὐγνωμοσύνης.

6. Τὸ ἀπὸ 12ης Μαρτίου 2002 ἐκτενὲς κείμενον, τὸ ἀποσταλὲν ὑπὸ τοῦ κ. Χρήστου Χατζηνικολάου εἰς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλον, ὑπὸ τὸν τίτλον : «Ἡ Μεταρρύθμιση τῶν Τριῶν Διδασκάλων - (ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις ἄνευ σημασίας)», εἰς τό ὁποῖον ἐκτίθεται λεπτομερῶς καὶ εἰς βάθος ἡ προσφορὰ τῶν τριῶν τούτων Διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσήγαγον νέαν μουσικήν, ἀλλὰ ἡρμήνευσαν εἰς ἡμᾶς τὸ παλαιότατον τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ ἐξαίσιον μέλος. Ἀναφέρει δὲ καὶ ὀνόματα πολλῶν οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀποδέχονται, ὅπως οἱ : Κωνσταντῖνος ὁ Βυζάντιος (Πρωτοψάλτης), Ἰωάννης ὁ Βυζάντιος (Λαμπαδάριος), Στέφανος Μιχαήλ κ.λπ. τοὺς ὁποίους καί ἐγκωμιάζει. Ἐν γένει οἱ Τρεῖς οὗτοι Διδάσκαλοι τοῦ 1814 εἶναι τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς Τέχνης καὶ δημιουργίας εἰς ὅλην τὴν χρονικήν της πορείαν.

7. Τὴν ἀπὸ 19.3.2001 ἀναφοράν εἰς τὸ θέμα, τῆς Καλλιτεχνικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Παγκρητικοῦ Συλλόγου Φίλων τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς «Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης», διὰ τῆς ὁποίας καταδικάζονται τὰ καινοφανῆ Μουσικά δημιουργήματα, ὡς ἄκρως ἐπικίνδυνα διὰ τὴν παραδοθεῖσαν Ἐκκλησιαστικὴν Μουσικὴν Τέχνην.

8. Τὰ ἀπὸ 20.4.2001 ἀποσταλλέντα ἔγγραφα τῆς αὐτῆς Ἑνώσεως, τὰ ἀπευθυνόμενα εἰς τὸν Ἐξοχώτατον Ὑπουργὸν Πολιτισμοῦ κ. Εὐάγγελον Βενιζέλον καὶ εἰς τὸν Ἐξοχώτατον Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων κ. Πέτρον Εὐθυμίου, δι' ὧν παρακαλοῦνται, ἵνα ἐπιληφθοῦν καὶ οὗτοι τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος, προωθοῦντες τὴν κατάλληλον ἐπίλυσίν του.

9. Τὸ ἀποσταλέν εἰς τὸν Μακαριώτατον, τὸν Ἰούνιον τοῦ 2001, διὰ τοῦ Προέδρου τῶν Προασπιστῶν τῆς Ἐθνικῆς Μουσικῆς «Οἱ Ὑπέρμαχοι» κ. Βασιλείου Κατσιφῆ, ἔγγραφον περὶ τοῦ λεγομένου «Μουσικολογικοῦ Ζητήματος».

10. Τὴν ἔκθεσιν τοῦ Πρωτοψάλτου Καθηγητοῦ καὶ Μουσικοδιδασκάλου κ. Σπυρίδωνος Χ. Ψάχου, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, τὴν ἀποσταλεῖσαν πρὸς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον κ.κ. Χριστόδουλον, τὴν 4ην Σεπτεμβρίου 2001, ὅπου καὶ πάλιν ἐπαινεῖται ἡ προσφορὰ τῶν Τριῶν Διδασκάλων τοῦ 1814 καὶ ἐπισημαίνεται ἡ ἀνάγκη ἐμμονῆς εἰς τὴν παραδοσιακὴν ἔκφρασιν τῆς Μουσικῆς Τέχνης.

Ἡ Συνοδικὴ Ἐπιτροπὴ Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης καὶ Μουσικῆς, συνεδρίασε τὴν 10ην Ἰανουαρίου 2003 καὶ διεξελθοῦσα τὸ ὡς εἴρηται θέμα, ἀπεφάνθη ὡς ἑξῆς: «Πείθεται ὅτι δὲν ὑπάρχουν λόγοι ἀλλαγῆς τῶν παραδεδομένων στὴ Βυζαντινὴ Ἐκκλησιαστικὴ Τέχνη καὶ Μουσικὴ καὶ ἐμμένει στὴν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καθώς καὶ στὴ νέα μεθοδολογία τῶν Τριῶν Διδασκάλων, Μητροπολίτου Χρυσάνθου, Γρηγορίου Πρωτοψάλτου καὶ Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος (1814) καὶ εὐλαβῶς εἰσηγεῖται πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον διὰ τὰ κατ' Αὐτὴν». Τὴν σχετικὴν Εἰσήγησιν ὑπέβαλε πρὸς τὴν Διαρκῆ Ἱερὰν Σύνοδον διὰ τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 2/13-1-2003 ἐγγράφου αὐτῆς.

Τέλος, ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, εἰς τὴν Συνεδρία Αὐτῆς τῆς 5ης Φεβρουαρίου 2003, ἐνέκρινε τὴν Εἰσήγησιν τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης καὶ Μουσικῆς, διὰ τῆς ὁποίας τονίζεται ὅτι : «ἐμμένομεν εἰς τὴν Ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ εἰς τὴν Μεθοδολογίαν τῶν Τριῶν Διδασκάλων, καθ' ὅσον δὲν ὑπάρχουν λόγοι ἀλλαγῆς τῶν παραδεδομένων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Ἐκκλησιαστικὴν Τέχνην καὶ Μουσικὴν» καὶ ἀπέστειλε τὴν Ἀπόφασιν ταύτην εἰς τὸν Ἀξιότιμον κ. Χρῆστον Χατζηνικολάου, Πρόεδρον τῆς Ὁμοσπονδίας Συλλόγων Ἱεροψαλτῶν Ἑλλάδος καὶ τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου Ἱεροψαλτῶν «Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς καὶ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός».

Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, διακρίνομεν ἐν παντί τὴν μέριμνα τῆς Μητρὸς ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἵνα διασώσῃ ἀκέραιον τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ἦθος καὶ ἵνα μὴ παραφθείρῃ τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν καὶ ἱεροπρεπῆ παράδοσιν διά τῆς εἰσαγωγῆς ἀνωφελῶν καινοτομιῶν καὶ ξενοπρεπῶν ἀλλοιώσεων, καθ' ὅσον γνωρίζει τὴν σπουδαιότητα καὶ ἀναγκαιότητα τῆς Ἱερᾶς ταύτης Παραδόσεως, ὡς συνδέσμου ἀρραγοῦς πρὸς τὸ ἔνδοξον παρελθὸν ἡμῶν καὶ ἐγγύησιν ἐλπίδος διὰ τὸ ἀσφαλὲς μέλλον.


Ἀρχιμ. Σεραπίων Μιχαλάκης
Γραμματεὺς τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς
Ἐκκλησιαστικῆς Τέχνης καὶ Μουσικῆς.




Κεντρική σελίδα