image with the sign of the Greek Church

Κεντρική Σελίδα | Ιερά Σύνοδος | Αρχιεπίσκοπος | 89,5 Radio | Ειδήσεις | Κοινωνία
Βιβλιοθήκη | Μουσείο | Multimedia | Τεχνική Βοήθεια | Σύνδεσμοι | Επικοινωνία


Αρχιεπίσκοπος +Χριστόδουλος
1974-2008
34 χρόνια Αρχιερατείας




Αρχιεπίσκοπος



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA






��������

Προηγούμενη σελίδα


Ὁ βίος τοῦ πιστοῦ διαρκὴς εορτή

19/9/2006

Επ` ευκαιρία του Η΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί,

Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἀρχῶν,

Ἐλλογιμώτατοι, Πανοσιολογιώτατοι καὶ Αἰδεσιμολογιώτατοι κύριοι Καθηγηταὶ καὶ Εἰσηγηταὶ τοῦ Η’ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου,

Ἀγαπητοὶ Σύνεδροι



Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγεν εἰς τὸ φιλόξενον Συνεδριακὸν Κέντρον τῆς Θεοσώστου Μητροπόλεως Δημητριάδος, προκειμένου νὰ ἐνσκύψωμε μετ’ εὐλαβείας πολλῆς εἰς τὸ σπουδαιότατον διὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἡμῶν ζωὴν θέμα τοῦ «Χριστιανικοῦ Ἑορτολογίου» καὶ νὰ σπουδάσωμε ἀπὸ κοινοῦ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς.



Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος διεπίστωνε ὁ Δημόκριτος(1). Ἡ ἑορτὴ γενικῶς εἶναι μιὰ βαθειὰ ψυχικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως βασίμως ὑποστηρίζεται, «κάθε ψυχικὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη καὶ τὸ θέλει μέσα του νὰ ἑορτάσῃ. Νὰ βρῆ τὸν τρόπο, γιὰ νὰ ἐκφράσῃ ὅ,τι πιστεύει κι ὅ,τι ζῆ μέσα του».(2) Ἔτσι ἡ ἑορτὴ ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο ὅλων τῶν πολιτισμῶν, ὅλων τῶν λαῶν, ὅλων τῶν θρησκευμάτων, ὅλων τῶν ἐποχῶν. Στὴν περίπτωσι ὅμως τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν, ἤ, ὀρθώτερα, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑορτῶν, τὰ πράγματα εἶναι πολὺ πιὸ σύνθετα καὶ ἔχουν ἕνα βάθος πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ψυχικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ σχολασμό, ψυχαγωγία καὶ ἔκφρασι τῶν πιστευμάτων καὶ τῶν βιωμάτων του. «Ἑορτάζει καὶ Ἰουδαῖος, ἀλλὰ κατὰ τὸ γράμμα», θὰ παρατηρήσῃ σχετικῶς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· «τὸν γὰρ σωματικὸν διώκων νόμον, εἰς τὸν πνευματικὸν νόμον οὐκ ἔφθασεν. Ἑορτάζει καὶ ἕλλην, ἀλλὰ κατὰ τὸ σῶμα, καὶ τοὺς ἑαυτούς τε θεοὺς τε καὶ δαίμονας· ὧν οἱ μέν εἰσι παθῶν δημιουργοὶ κατ’ αὐτοὺς ἐκείνους, οἱ δὲ ἐκ παθῶν ἐτιμήθησαν. Διὰ τοῦτο ἐμπαθὲς αὐτῶν τὸ ἑορτάζειν (…) Ἑορτάζομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ὡ ς δ ο – κ ε ῖ τ ῶ Π ν ε ύ μ α τ ι».(3) Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀνθρώπινη ἑορτή. Ἡ ἀληθὴς ἐκκλησιαστικὴ ἑορτὴ πόρρῳ ἀπέχει ἀπὸ ὁποιοδήποτε κοσμικό, ἐμπαθές, ἀκάθαρτο ἤ σαρκικὸ στοιχεῖο. Ἀκόμη περισσότερον: Ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ καὶ αὐτὴν τὴν ὄχι ἀπαραιτήτως ἐφάμαρτη ἀνθρώπινη ψυχαγωγία, τὴν ἐν ἀφελότητι καρδίας λαμβάνουσα ἐν πολλοῖς χώραν. Ἔχει χαρακτῆρα Πνευματικό, μὲ κεφαλαῖον τὸ Π. Δηλαδή, Ἁγιοπνευματικό. Οἱ ἑορτὲς τοῦ παλαιοῦ Ἰσραὴλ εἶχαν τελικῶς καταντήσει ξηρὸς τύπος καὶ γράμμα τοῦ Νόμου, χωρὶς τὸ πνευματικὸ βάθος, τὸ ὁποῖο προϋπέθεταν. Ὑπῆρχε ἀπόστασις, χάσμα μέγα συχνά, ἀνάμεσα στοὺς ἑορτάζοντες καὶ τὸ ἀντικείμενον, ἤ μᾶλλον Ὑποκείμενον τῆς ἑορτῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ Γιαχβέ, διὰ στόματος Ἠσαΐου τοῦ Προφήτου ἐδήλωνε μὲ πολλὴ αὐστηρότητα: «τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ Σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου· ἐγεννήθητέ μοι εἰς πλησμονήν, οὐκέτι ἀνήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν».(4) Οἱ ἑορτὲς τῆς εἰδωλολατρίας, ἀκόμη χειρότερα, ἦσαν (καὶ εἶναι!) εὐκαιρίες ἀποχαλινώσεως τῶν ποικίλων παθῶν, ἤ τοὐλάχιστον ἁπλῆς κοσμικῆς ἐπιδείξεως, χθαμαλῆς χαρᾶς, προσκαίρου εὐφροσύνης ἤ διασκεδάσεως, μὲ τὴν ἀρνητικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ἤτοι τῆς διασπάσεως καὶ τοῦ κατακερματισμοῦ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Κάποιες φορές, ἦσαν εὐκαιρίες ἀκόμη καὶ γιὰ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα, ὅπως οἱ ἀνθρωποθυσίες. Οἱ κοσμικές, ἐξ ἄλλου, ἑορτές, ποὺ ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα πληθύνονται παγκοσμίως, στὴν καλλίτερη περίπτωσι ἔχουν νὰ προσφέρουν ψυχαγωγία σὲ ὀριζόντια μόνο διάστασι καὶ ἐλάχιστη, ἤ καὶ καθόλου ψυχῆς ἀγωγὴ καὶ ἀνάτασι. Τὰ στοιχεῖα των εἶναι κεντρόφυγα καὶ ὄχι κεντρομόλα. Γεωμόλα, φυσιομόλα καὶ ποτὲ, σχεδόν, Θεο-μόλα ἤ Θεανθρωπο-μόλα. Ὑπάρχει, λοιπόν, ὀντολογικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἑορτὲς καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀνθρώπινες ἑορτές. Οἱ πρῶτες εἶναι ἑορτὲς «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».(5) Οἱ ἄλλες, ὅσο μεγαλοπρεπεῖς, πανηγυρικές, τελετουργικὰ ἄψογες, θεαματικὲς καὶ ἐντυπωσιακὲς καὶ ἄν εἶναι, στεροῦνται καὶ τῶν δύο. Ἔτσι, ὁ μὲν θεῖος Χρυσόστομος θὰ σημειώσῃ ὅτι «Αὕτη ἀληθὴς ἑορτή, ἔνθα ψυχῶν σωτηρία»(6) ὁ δὲ Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ τῆς Θεολογίας ἐπώνυμος, θὰ διατρανώσῃ ἐπιγραμματικῶς ὅτι «Κεφάλαιον ἑορτῆς μνήμη Θεοῦ»(7) (φράσις, ἡ ὁποία καὶ πολὺ εὐστόχως ἐτέθη ὡς προμετωπὶς τοῦ Συμποσίου τούτου). Οὕτω δοκεῖ τῶ Πνεύματι: Ἄξων καὶ κέντρον τῆς ἑορτῆς μας καὶ συγκεφαλαίωσίς της νὰ εἶναι ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τέλος της, δηλ. σκοπός της, ἡ ψυχικὴ σωτηρία. Καὶ βεβαίως ὅταν λέμε Μνήμη Θεοῦ δὲν ἐννοοῦμε ἁπλῆ ἐνθύμησι τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἁπλῆ ἀνάμνησι τοῦ ἔργου τῆς περὶ ἡμᾶς σωτηριώδους οἰκονομίας Του ἤ κάποιου συγκεκριμένου φυσιζώου θείου γεγονότος, ὅπως λ.χ. ἡ Γέννησις, τὰ Θεοφάνια, ἡ Μεταμόρφωσις, ὁ Σταυρός, ὁ Θάνατος, ἡ Ἀνάστασις, ἡ Ἀνάληψις, ἡ Πεντηκοστὴ κ.ο.κ. Μνήμη Θεοῦ εἶναι ἡ κατὰ χάριν Κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ ἀξιωθοῦμε δηλ. νὰ γίνωμε, κατὰ τὸν Ἀπόστολο, «θείας κοινωνοὶ φύσεως».(8) Μνήμη Θεοῦ εἶναι ἡ ἀσκητικὴ καὶ μυστηριακὴ Έπίγνωσις καὶ Μέθεξις τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν ἁγίων Ἀκτίστων Ἐνεργειῶν Του, αὐτὸ δηλ. τὸ ὁποῖο οἱ Πατέρες ὠνόμασαν «Πάσχειν τὰ Θεῖα».



Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, στὸ 46ο Κεφάλαιο τῆς 7ης Ἑκατοντάδος τῶν Θεολογικῶν Κεφαλαίων του, ἀναφέρει: «Οὐ τὰς ἡμέρας τιμᾶσθαι θέλων ὁ Θεὸς ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, προσέταξε τιμηθῆναι τό τε σάββατον καὶ τὰς νεομηνίας καὶ τὰς ἑορτάς (…) ἀλλ’ ἑαυτὸν τιμᾶσθαι συμβολικῶς διὰ τῶν ἡμερῶν παρεδήλωσεν. Αὐτός γάρ ἐστι σάββατον μέν, ὡς τῶν ἐν σαρκὶ τῆς ψυχῆς μόχθων ἀνάπαυσις καὶ τῶν κατὰ δικαιοσύνην πόνων κατάπαυσις. Πάσχα δέ, ὡς ἐλευθερωτὴς τῶν τῆ πικρᾶ δουλείᾳ κεκρατημένων τῆς ἁμαρτίας. Πεντηκοστὴ δέ, ὡς ἀπαρχὴ καὶ τέλος τῶν ὄντων· καὶ λόγος, ὧ τὰ πάντα φύσει συνέστηκε».(9) Λόγος, λοιπόν, καὶ ἐντελέχεια τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὸν θεόσοφο Μάξιμο, εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ Θεός. Ὅποιος δὲν ἀποδέχεται αὐτὴ τὴν βασικὴ ἀλήθεια προδήλως πλανᾶται. Ἀλλὰ ἄν λόγος καὶ ἐντελέχεια τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἀνενδεὴς Θεός, τότε ἡ ἑορτὴ -κατὰ τὸ ἀνθρώπινον σκέλος της- εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τελετὲς καὶ πανηγυρισμούς. Εἶναι καιρός, δηλαδὴ εὐκαιρία, γιὰ βίωσι τοῦ Μυστηρίου τῆς σωτηρίας, γιὰ ἀπαθὲς Πάθος τῶν Θείων διὰ συντόνου πνευματικοῦ ἀγῶνος καὶ μετανοίας, εὐκαιρία γιὰ κοινωνία καὶ μέθεξι Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε καὶ ἐνωρίτερα. Καὶ ἄν αὐτὸ ἰσχύῃ γιὰ ὅλες τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές, ἰσχύει, πολὺ περισσότερο, γιὰ τὶς Δεσποτικὲς ἑορτές, οἱ ὁποῖες σὲ σχέσι μὲ τὶς ὑπόλοιπες (Θεομητορικές, τοῦ Σταυροῦ, τῶν Ἁγίων κ.λπ.), εἶναι ὅ,τι ὁ ἥλιος σὲ σχέσι μὲ τὴν σελήνη καὶ τοὺς ἀστέρες. Ἰσχύει ἐπίσης, ἐξ ἴσου καὶ γιὰ κάθε Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία καὶ εἶναι ἐπιτομὴ ὅλων συλλήβδην τῶν ἑορτῶν. Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ πλαίσια, ὁ ἱερὸς Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς προτρέπει: «Τοιγαροῦν ἑορτάζωμεν μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς· μὴ κοσμικῶς, ἀλλ’ ὑπερκοσμίως· μὴ τὰ ἡμέτερα, ἀλλὰ τὰ τοῦ ἡμετέρου· μᾶλλον δὲ τὰ τοῦ Δεσπότου· μὴ τὰ τῆς ἀσθενείας, ἀλλὰ τὰ τῆς ἰατρείας· μὴ τὰ τῆς πλάσεως, ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναπλάσεως».(10) Ἑορτασμὸς θεϊκῶς καὶ ὑπερκοσμίως προϋποθέτει, βεβαίως, ἱδρῶτες καὶ καμάτους ἀσκητικούς, δάκρυα καρδιοστάλακτα καὶ κάθαρσι ἐσωτερική. «Καί μοι καθήρασθε τὸν νοῦν καὶ ἀκοὴν καὶ διάνοιαν, ὅσοι τρυφᾶτε τὰ τοιαῦτα (ἐπειδὴ περὶ Θεοῦ καὶ θεῖος ὁ λόγος), ἵν’ ἀπέλθητε τρυφήσαντες ὄντως τὰ μὴ κενούμενα» θὰ τονίσῃ ὁ ἴδιος ἱερὸς Πατήρ.(11) «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῶ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως Χριστὸν ἐξαστράπτοντα καὶ χαίρετε φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ἄδοντες», θὰ μᾶς συστήσῃ ἡ γλυκυτάτη μούσα τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ,(12) προκειμένου νὰ ἑορτάσωμε τὴν ἑορτῶν ἑορτὴν καὶ πανήγυριν πανηγύρεων, δηλ. τὸ Πάσχα. Οἱ πνευματικοὶ ἀγῶνες καὶ τὰ καθαρτήρια δάκρυα θὰ προετοιμάσουν τὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἔλθῃ ἡ πανσθενουργὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεία Χάρις καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὄχι ἁπλῶς τὴν ἰατρεία μας ἀπὸ τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς προξένησαν τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ καὶ τὴν θεραπεία μας ἀπὸ τὰ ἔλκη καὶ τὶς ἀναπηρίες ποὺ μᾶς ἐπέφεραν τὰ ποικίλα ψεκτὰ πάθη, ἀλλὰ και, τὸ καὶ σπουδαιότερον, τὴν ἐν Χριστῶ ριζικὴ ἀνάπλασι καὶ αὔξησί μας καὶ τὴν σωτήρια Μνήμην Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅτι «ἑορτὴ μεγίστη συνειδὸς ἀγαθόν».(13) καὶ ὁ ἱερὸς Θεόδωρος Ἐδέσσης θὰ ὑπογραμμίσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἑορτάζωμε «ἀνακαινίσει νοὸς καὶ ψυχῆς καθαρότητι».(14) Στὴν περίπτωσι αὐτὴ ὁ ἑορτάζων πιστὸς «καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται»(15) καὶ εἰσέρχεται, ἤ μᾶλλον εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ Παρακλήτου, μυστικὰ στὸν θεῖο γνόφο τῆς Χάριτος· κατανύσσεται· λησμονεῖ τὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο· λησμονεῖ ὅλα τὰ χθαμαλὰ καὶ μάταια· λησμονεῖ ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, φωτίζεται καὶ ἡδύνεται ὅλη ἡ ὕπαρξίς του, μεταρσιοῦται, πληροῦται ὅλος ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, κοντολογὶς βιώνει, ἀνάλογα, βεβαίως, μὲ τὸν βαθμὸ τῆς καθάρσεώς του καὶ τὴν ὅλη πνευματική του κατάστασι, τὸν βαρὺ λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δ’ ἐν ἐμοὶ Χριστός».(16) Ἔτσι ἡ ἑορτὴ γίνεται μυστηριακὴ πρόγευσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ: «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος».(17) Γίνεται μετοχὴ τῆς πανηγύρεως καὶ χαρᾶς τῶν πρωτοτόκων εἰς τὴν Χώραν τῶν Ζώντων, «ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ βοώντων ἀπαύστως, Κύριε, δόξα Σοι».(18) Γίνεται, μὲ ἄλλους λόγους, πηγὴ ζωῆς καὶ σωτηρίας.



Ἡ διαρκὴς ἀλληλοδιαδοχὴ τῶν ἑορτῶν μέσα στὸν χρόνο μετατρέπει τὸ κοσμικὸ ἡμερολόγιο σὲ ἑορτολόγιο καὶ «ἔτσι, ὅλος ὁ βίος τοῦ πιστοῦ γίνεται μιὰ διαρκὴς ἑορτή», ὅπως πολὺ σωστὰ παρατηρεῖ ὁ, ἐν μέσῳ ἡμῶν εὑρισκόμενος καὶ πρῶτος εἰσηγητὴς τοῦ παρόντος Συμποσίου, Καθηγητὴς κ. Ἰωάν. Φουντούλης, «Ζῆ στὴ γῆ, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ πολιτεύεται. Καὶ τὴν οὐράνια αὐτὴ πολιτεία καὶ ἀτελεύτητη ἑορτή, ὅπου ‘Θεός… ἐν μέσῳ θεῶν’(19) καὶ ἄγγελοι μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους πανηγυρίζουν εἰκονίζει καὶ αἰσθητοποιεῖ τὸ ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας».(20) Τὸ ἐκκλησιαστικό μας ἑορτολόγιο, λοιπόν, εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τοῦ χρόνου μας καὶ ἡ μεταμόρφωσίς του σὲ Αἰωνιότητα· εἶναι ἡ Κατὰ Ἀνατολὰς Πύλη τῆς Civitas Dei· εἶναι ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο τῆς καθημερινῆς θλίψεως καὶ στενοχωρίας στὸν πλατυσμό, τὴν ἄνεσι καὶ τὴν εὐρυχωρία τῆς νοητῆς Γῆς τῆς Ἐπαγγελίας· εἶναι ἡ Κλίμαξ εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἡ μετάγουσα καὶ ἡ τρίβος ἡ ὄντως εὐθεία, ἡ ὁδηγοῦσα εἰς τὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν δι’ ἡμᾶς «ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῶ ἀνδρὶ αὐτῆς».(21) Τὸ Πρόγραμμα τοῦ Συμποσίου, ἐξ ὅσων ἤδη γνωρίζομεν, καλύπτει ἐπαρκῶς ὅλον τὸ φάσμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑορτῶν: Δεσποτικάς, Θεομητορικάς, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τῶν Ἁγίων, τῆς Κυριακῆς, ἀπὸ αὐτῆς ἤδη τῆς γενέσεώς των μέχρι καὶ σήμερον, ἐνῶ προβλέπεται νὰ ἐξετασθοῦν καὶ αἱ ἑορταὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αἱ τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου καὶ σύγχρονοι κοσμικαὶ ἑορταί, ὥστε νὰ δοθῆ μία κατὰ τὸ δυνατὸν πληρεστέρα εἰκών καὶ νὰ ἀντλήσωμε τὰ ἀνάλογα συμπεράσματα. Ἀκόμη, εἰδικὴ ἀναφορὰ πρόκειται νὰ γίνῃ εἰς τὰς λειτουργικὰς καὶ τυπολογικὰς συνεπείας ἐπὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου ἐκ τῆς γενομένης διορθώσεως τοῦ ἡμερολογίου. Τόσον τὸ ἐπιστημονικὸν κῦρος, ὅσον καὶ ἡ μεμαρτυρημένη συνέπεια εὐσεβοῦς δόγματος καὶ θεοφιλοῦς πρακτικοῦ βίου τῶν ἐπὶ μέρους λίαν ἀγαπητῶν μας κ. κ. εἰσηγητῶν, ἐγγυῶνται καὶ προμνηστεύονται ὄχι μόνον τὴν ἐμβριθῆ καὶ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς ἐξέτασιν τοῦ ὅλου θέματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσφαλῆ μυσταγωγικὴν χειραγωγίαν τῶν συνέδρων καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος εἰς τὸ ἀπόθετον θεολογικὸν κάλλος τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἑορτολογίου, ὁπότε καὶ δὲν ἐπιθυμοῦμεν προσωπικῶς νὰ εἴπωμεν ἐπ’ αὐτοῦ πλείονα. Ὅμως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπευθύνου ἐκκλησιαστικοῦ ποιμένος καὶ πρωθιεράρχου, νὰ σημειώσω ὀλίγα τινὰ πρακτικώτερα, ὡς ἔκφρασιν ἐντόνου καὶ ἐμπόνου ποιμαντικῆς ἀγωνίας .



Στὶς χαλεπὲς ἡμέρες μας, ἀγαπητοί μου, ποὺ κέντρον τοῦ ἐνδιαφέροντος δὲν εἶναι πλέον οὔτε ὁ Θεάνθρωπος, ὡς ὤφελε, οὔτε κἄν ὁ ἄνθρωπος, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ ἄνευ Θεοῦ Οὐμανισμός, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ θηριώδη καὶ ψυχοκτόνα πάθη, ὡς μὴ ὤφελε, μὲ κορυφαῖα των ἐκεῖνα τῆς κτηνώδους φιληδονίας, τῆς ἀποφωλίου φιλαργυρίας καὶ τοῦ ἀχαλινώτου δαιμονικοῦ ἐγωϊσμοῦ, οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται, κατὰ φυσικὴ νομοτέλεια, ὄχι μόνο ἀπέραντη μοναξιὰ καὶ ἀνία, ἀλλὰ καὶ ἀπουσία ἀληθινοῦ νοήματος ζωῆς καὶ ἐλπίδος. Αὐτὰ τὰ τρομερὰ βιώματα εἶναι τὰ σαγόνια τοῦ θανάτου ποὺ καθημερινῶς ροκανίζουν τὴν ὅλη ψυχοσωματική των ὕπαρξι. Ἀγωνίζονται, λοιπόν, μὲ μυρίους τρόπους νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν συμφορὰ αὐτή. Εἶναι τυχαία, ἆραγε, ἡ μέχρι φρενίτιδος στροφὴ στὰς ἀδιακόπους περιηγήσεις μέχρι τὰ πιὸ μακρινὰ καὶ ἐξωτικά, συχνά, μέρη τοῦ κόσμου, στὰς συνεχεῖς διασκεδάσεις καὶ στὰ χωρὶς φραγμοὺς ποικίλα «γλέντια»; Εἶναι τυχαία ἡ ἐπινόησις ὅλο καὶ νέων κοσμικῶν ἑορτασμῶν καὶ πανηγυρισμῶν φολκλορικοῦ, ἀθλητικοῦ, καλλιτεχνικοῦ (ἐκτὸς ἤ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν), πολιτιστικοῦ (πάλιν ἐκτὸς ἤ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν), φυσιολατρικοῦ, πολιτικοῦ κ.λπ. περιεχομένου; Τὴν μία ἄγεται ἑορτὴ τοῦ α΄ἤ τοῦ β΄ ἀγροτικοῦ προϊόντος, τὴν ἄλλην τοῦ α΄ ἤ τοῦ β΄ ἁλιεύματος, τὴν ἑπομένην τῶν ἀνθέων, τὴν ἄλλην τοῦ δάσους, τὴν μεθεπομένην τοῦ περιβάλλοντος, τὴν ἄλλην τοῦ καρναβάλου, τῶν ἐρωτευμένων, τῆς γυναικός, τοῦ παιδιοῦ, τῆς μητέρας, τοῦ πατέρα, τοῦ ἐργάτου, τῆς γραμματέως, τῆς εἰρήνης, τῆς α΄ ἤ β΄ ἐπετείου κ.ο.κ. Ὅλα αὐτὰ κράζουν καὶ βοοῦν μεγαλοφωνότατα ὅτι ὑπάρχει μεῖζον πρόβλημα ἐσωτερικόν! Ὑπάρχει αὐχμὸς πνευματικός, πεῖνα καὶ δίψα ψυχική! Ὑπάρχει ὑπαρξιακὸν κενόν! Καὶ αὐτὴ ἡ πεῖνα καὶ δίψα ἐπιχειρεῖται νὰ κορεσθῆ μὲ ἀσωτικὰ ξυλοκέρατα καὶ μὲ ἀντλήματα ἀπὸ φρέατα συντετριμμένα. Αὐτὸ τὸ ὑπαρξιακὸν κενὸν ἐπιχειρεῖται νὰ καλυφθῆ μὲ πομφόλυγας καὶ τὸ μεῖζον ἐσωτερικὸν πρόβλημα νὰ ἐπιλυθῆ μὲ καταπλάσματα, μὲ ἐπῳδὲς γραϊδίων καὶ μὲ πεποικιλμένα περίαπτα. Θὰ εἴπῃ κάποιος: Τόσο ξέρει ὁ κόσμος, τόσο κάνει! Σωστά!... Ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀκριβῶς ἐγείρεται ἡ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εὐθύνη τῶν πιστῶν, ἡ εὐθύνη ὅλων μας!



Ὅσοι βιώνουν τὸ παν-μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας μετέχοντες στὸ Δεῖπνον τῆς Βασιλείας, γευόμενοι Ἄρτον Οὐράνιον, πίνοντες Ποτήριον Ζωῆς καὶ μεταλαμβάνοντες τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ,(22) ὅσοι δηλαδὴ γνωρίζουν ἐμπειρικῶς τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου καὶ δύνανται νὰ ψάλλουν μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους: «εἴδομεν τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινὸν, ἐλάβομεν Πνεῦμα Ἐπουράνιον, εὕρομεν Πίστιν Ἀληθῆ, Ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες»,(23), ὅλοι ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους «πᾶς ὁ χρόνος ἑορτῆς ἐστι καιρὸς (…) διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῶν δοιθέντων ἀγαθῶν»,(24) ὀφείλουν τὴν ἱερὰν ἐμπειρίαν των νὰ τὴν εἴπουν ἐν τῶ φωτί καὶ νὰ τὴν κηρύξουν ἐπὶ τῶν δωμάτων(25) καὶ ἐν ἀγάπῃ νὰ βοηθήσουν, ἱεραποστολικῶ τῶ τρόπῳ θὰ ἔλεγα, ὅσους δύνανται, προκειμένου νὰ βροῦν καὶ αὐτοὶ τὸν πολύτιμον μαργαρίτην καὶ τὴν θέσιν των μεταξὺ τῶν κεκλημένων τοῦ Δείπνου.(26) Ἰδίως οἱ τοῦ ἱεροῦ καταλόγου, ὑποχρεούμεθα πρῶτοι νὰ δίδωμε τὸ παράδειγμα. Ἡ ὅλη ἱερατεία μας πρέπει νὰ ἀποπνέῃ ἄρωμα ἑορτῆς, τὸ ὁποῖον Χρυσοστομικῶς προσδιορίζεται πρωτίστως ὡς: «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις καὶ ψυχῆς εὐλάβεια καὶ πολιτείας ἀκρίβεια».(27) Πρῶτοι ἐμεῖς νὰ βιώνωμε τὴν Μνήμην Θεοῦ, ὅπως τὴν περιεγράψαμε ἐνωρίτερον, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ προσκαλοῦμε πειστικῶς καὶ τοὺς ἄλλους μὲ τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε»(28) καὶ μὲ τὸ «Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ.. Εἰσέλθετε πάντες εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ἡμῶν… Πλούσιοι καὶ πένητες μετ’ ἀλλ΄ηλων χορεύσατε… Πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς Πίστεως. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος».(29) Εἶναι κρῖμα, εἶναι εὐθύνη ἰδική μας, οἱ πιστοὶ νὰ ἀγνοοῦν τὴν φυσίζωον χάριν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς, οἱ ναοὶ νὰ μὴν ὑπερπληροῦνται πάντοτε μέχρι κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου ἀπὸ τὰ χριστώνυμα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας και, κατὰ συνέπειαν, ὁ λαός, διψῶν καὶ λιμώττων νὰ στρέφεται ἀλλοῦ, εἰς κενὰς τραπέζας καὶ εἰς ἀνύδρους νεφέλας ματαίων καὶ ψυχοκτόνων πανηγύρεων καὶ ἑορτασμῶν τοῦ αἰῶνος τούτου τοῦ ἀπαταιῶνος. Εἶναι καιρός, ἔργῳ καὶ λόγῳ νὰ δείξωμε ὅτι ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξις, ἡ πρόχειρος καὶ σχεδὸν καθημερινὴ ἑορτή μας, εἶναι χαρὰ καὶ εὐλογία - ὄχι καθῆκον θρησκευτικό. Εἶναι ἀνάσα ζωῆς καὶ ἀναψυχὴ καὶ ἀνάπαυσις, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κάγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς»,(30) καὶ ὄχι κάποια διατεταγμένη ὑπηρεσία ἤ συμβατικὴ ὑποχρέωσις. Εἶναι νηφάλιος μέθη καὶ πανήγυρις Δαυϊτική: «καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου»(31) καὶ ὄχι μίζερος εὐσεβισμὸς τῆς Μελχόλ, θυγατρὸς Σαούλ.(32) Ὁ λαός μας νὰ διδαχθῆ νὰ διακρίνῃ καὶ νὰ ζῆ τὸν Χριστὸν ὄχι μόνον ὡς τὸν Δίκαον Κριτήν, οἷος καὶ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὡς τὴν Πάντων Χαράν, ὅπως ἐπίσης εἶναι. Πίσω ἀπὸ τὸ πῦρ, τὸ σκότος, τὸν γνόφον, τὴν θύελλαν καὶ τὴν μεγάλην φωνὴν(33) τοῦ Γολγοθᾶ, νὰ βλέπῃ τὸ ἀνατέλλον φῶς, τὴν χάριν καὶ τὴν χαρὰν τοῦ κενοῦ Μνημείου, τὴν πανήγυριν τῆς Μιᾶς τῶν Σαββάτων, τὴν λαμπρότητα τῆς Ὀγδόης Ἡμέρας. Μετὰ τὸ Τετέλεσται!(34) τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, νὰ τείνῃ εὐήκοον οὖς γιὰ νὰ ἀκούσῃ τὸ Χαίρετε!(35) τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Πίσω ἀπὸ τὸν κόπον τῆς ἀσκήσεως καὶ τὴν ἐξάντλησιν τῆς νηστείας καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, καὶ τὴν ὑπομονὴν εἰς τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ λυπηρὰ τοῦ βίου, νὰ βλέπῃ τὴν ἀνάπαυσιν τῶν υϊῶν τῆς Βασιλείας καὶ τὴν τρυφὴν τοῦ Δείπνου τοῦ Γάμου τοῦ Ἀρνίου(36) καὶ τὴν γλυκύτητα τῆς συγχωρούσης καὶ τὸν στέφανον τῆς ζωῆς(37) δωρουμένης Ἀγάπης!



Μὴ ἐπιθυμῶν νὰ μηκύνω περαιτέρω τὸν λόγον, ἐκφράζω τὰ θερμά μου συγχαρητήρια καὶ τὰς εὐχαριστίας, ὡς καὶ τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Ἐκκλησίας, τόσον πρὸς τὴν Εἰδικὴν Συνοδικὴν Ἐπιτροπὴν Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως καὶ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, Σεβ. Μητροπολίτην Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ, ἤτοι τοὺς διοργανωτὰς τοῦ Συμποσίου, ὅσον καὶ πρὸς τὴν Θεόσωστον Ἱερὰν Μητρόπολιν Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ καὶ τὸν Ποιμενάρχην της, Σεβ. Μητροπολίτην κ. Ἰγνάτιον, τοὺς φιλοξενοῦντας ἡμᾶς καὶ αἴρω χεῖρας εὐλογίας καὶ εὐλογῶ ἀπὸ κέντρου ψυχῆς καὶ καρδίας τόσον ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν διοργανωτῶν, τῶν εἰσηγητῶν, τῶν λοιπῶν ἐργατῶν (φανερῶν καὶ ἀφανῶν), τῶν χορηγῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ Η΄΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Συμπόσιον, τῶν ἐργασιῶν τοῦ ὁποίου τὴν ἔναρξιν καὶ μετὰ χαρᾶς κηρύσσω, εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υϊοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.-




Σημειώσεις

1. Παρὰ Ἰω. Στοβαίῳ, 154, 38.

2. Διονύσιος Ψαριανός, Μητροπολίτης Κοζάνης, ΕΞΑΠΛΑ, σ. 89.

3. Λόγος ΜΑ΄ Εἰς τὴν Πεντηκοστήν. Ε.Π.Ε. 5, 114.

4. Ἠσαΐου α΄, 14-15.

5. Ἰωάν. δ΄, 24.

6. Εἰς τὴν Γένεσιν, Α΄, Ε.Π.Ε. 2, 12.

7. Λόγος ΛΘ΄ Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα, Ε.Π.Ε. 5, 90.

8. Β΄ Πέτρ., α΄, 4.

9. ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ, Τόμ. Β΄, Ἀθ. 1958, σελ. 176.

10. Λόγος ΛΗ΄ , Εἰς τὰ Θεοφάνια, Ε.Π.Ε., 5, 40.

11. Ἔνθ’ ἀνωτ.

12. Α΄ ώδὴ τοῦ Κανόνος τῆς Ἀναστάσεως.

13. Περὶ Ἄννης, Ε΄, Ε.Π.Ε. 8Α, 115-116.

14. Κεφάλαια Πάνυ Ψυχωφελῆ Ρ΄, λγ΄, ἐν ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Τόμ. Α΄, Ἀθ. 1957, σελ. 309.

15. Ἀναβαθμὸς δ΄ ἤχου.

16. Γαλ. β΄, 20.

17. Ψαλμ. 33, 9.

18. Β΄ ίδιόμελον τῶν Αἴνων τῆς Μεγ. Τρίτης.

19. Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ, Κανὼν εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν, ὠδὴ η΄, τροπάριον α΄.

20. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ Α΄, Θεσσαλονίκη 1995. σελ. 113.

21. Ἁποκ. κα΄, 2.

22. Πρβλ. Ἑβρ. ιβ΄, 10.

23. Ὕμνος τῆς Πεντηκοστῆς, ἐπισφραγιστικὸς τῆς Θείας Λειτουργίας.

24. Ἰω. Χρυσόστομος: Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ΙΕ΄, Ε.Π.Ε. 18, σ. 418-420.

25. Πρβλ. Ματθ. ι΄, 27.

26. Πρβλ. Λουκ. ιε΄, 15-24.

27. Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους, ΚΗ΄, Ε.Π.Ε. 18Α, σ. 214.

28. Ἰωάν. α΄, 46.

29. Πασχάλιος Κατηχητικὸς Λόγος τοῦ Ἁγ. Ἰωάν. Χρυσοστόμου.

30. Ματθ. ια΄, 28.

31. Β΄ Βασιλ. στ΄, 21.

32. Ἔνθ’ ἀνωτ. στ΄ 16 καὶ 22-23.

33. Πρβλ. Δευτερ. ε΄, 22.

34. Ἰωάν. ιθ΄, 30.

35. Ματθ. κη΄, 9.

36. Πρβλ. Ἀποκ. ιθ΄, 9.

37. Ἀποκ. β΄, 10.



Προηγούμενη σελίδα