Η πορεία των θεολογικών διαλόγων σήμερα
(8/10/2004).

Εἰσαγωγή



Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι μεταξύ τῶν ἀνά τήν οἰκουμένη χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς θετικῆς ἤ ἀρνητικῆς ἀξιολογήσεώς των, ἀποτελοῦν ἀναντιρρήτως σημαντική ἐξέλιξη καί κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα στίς διεκκλησιαστικές καί διαχριστιανικές σχέσεις τῶν τελευταίων δεκαετιῶν. Ὁ Θεολογικός Διάλογος διεδέχθη τόν Διάλογο τῆς Ἀγάπης καί προέκυψε ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ὕστερα ἀπό μακραίωνη τραγική καί ἐπώδυνη διαίρεση.

Ἡ ἀνάγκη αὐτή συνεχῶς γίνεται ἐπιτακτικώτερη μπροστά στίς παγκόσμιες ἐξελίξεις καί ἀνακατατάξεις, ὄχι μόνον ἰδεολογικές, ἀλλά καί κοινωνικές, πολιτικές, οἰκονομικές, τεχνολογικές καί ἄλλες, καί γιά τήν ἀποτελεσματική ἀντιμετώπιση τῶν πανανθρώπινων προβλημάτων, πού συνεχῶς γίνονται ὀξύτερα καί πολυπλοκώτερα.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μέ τίς ἱστορικές Ἐγκυκλίους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τῶν ἐτῶν 1902, 1904 καί 1920 ἀνέλαβε τήν πρωτοβουλία καί ἐνεθάρρυνε τήν προσέγγιση μεταξύ τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν μέ ἄμεσο στόχο τήν ἀπαλλαγή ἀπό τήν θρησκευτική μισαλλοδοξία καί τήν συνεργασία σέ πρακτικά ποιμαντικά ζητήματα καί ἀπώτερο στόχο τήν προώθηση τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ἡ προσέγγιση αὐτή ἐπιτεύχθηκε ὡς ἕνα σημεῖο στούς Θεολογικούς Διαλόγους, πού διεξάγονται εἴτε ὡς διμερεῖς, μεταξύ Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, εἴτε ὡς πολυμερεῖς, στά πλαίσια τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, κυρίως τῆς Ἐπιτροπῆς « Πίστις καί Τάξις», καί τοῦ Συμβουλίου Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν, πού ἀποτελεῖ μικρογραφία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν σέ Εὐρωπαϊκό ἐπίπεδο.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μετέχει μέ ἐκπροσώπους της, εἴτε Ἱεράρχες, εἴτε Πανεπιστημιακούς Καθηγητές, στούς Θεολογικούς Διαλόγους, τόσο στούς διμερεῖς ὅσο καί στούς πολυμερεῖς, ἀπό τήν ἀρχή τῆς συστάσεώς τους, ἡ δέ παρουσία καί συμμετοχή της εἶναι ἀξιόλογη καί δυναμική.

Παρά τήν σπουδαιότητα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων στήν ἐκκλησιαστική μας ζωή ἡ ὑπεύθυνη πληροφόρηση καί ἐνημέρωση ὄχι μόνον τῶν πιστῶν, ἀλλά καί τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν εἶναι εἴτε ἀνύπαρκτος, εἴτε ἐλλειπής, περιοριζομένη σέ στενό κύκλο ἐξειδικευμένων προσώπων. Ἀλλά καί ὅταν γίνεται, προέρχεται ἀπό ἀνεύθυνα πρόσωπα ἤ ἀπό περιθωριακά ἔντυπα στά πλαίσια ἀσκήσεως κριτικῆς, ὄχι πάντοτε ἀντικειμενικῆς καί καλοπροαιρέτου, τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό ἡ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου νά περιληφθῆ στά θέματα τῆς ἡμερησίας Διατάξεως τῆς παρούσης Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τό θέμα τῆς πορείας τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἀνταποκρίνεται σέ σύγχρονη ἐκκλησιαστική ἀναγκαιότητα καί προσλαμβάνει ἰδιαίτερη βαρύτητα καί ἐπικαιρότητα. Αἰσθάνομαι δέ τήν ἀνάγκη νά ἀπευθύνω τίς ἐγκάρδιες εὐχαριστίες μου στόν Μακαριώτατο Πρόεδρο καί στά σεπτά Μέλη τῆς προλαβούσης Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου γιά τήν ἀνάθεση τῆς παρούσης Εἰσηγήσεως στήν ἐλαχιστότητά μου, καίτοι καί ἄλλοι Ἱεράρχαι γνωρίζουν, ἴσως καλύτερα ἀπό ἐμέ, τό θέμα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, ἀφοῦ μετέχουν σέ αὐτούς ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας μας. Πιστεύω ὅμως ὅτι, κατά τήν συζήτηση πού θά ἐπακολουθήση, θά συμβάλλουν στήν ἀρτιώτερη ἐνημέρωση τῶν Σεβασμιωτάτων Συνέδρων καί στήν λήψη τῶν ἐνδεδειγμένων ἀποφάσεων συμπληρώνοντας τίς ἰδικές μου ἀτέλειες καί παραλείψεις.

Τό θέμα τῆς Εἰσηγήσεώς μου, ὅπως ἀναγράφεται στήν Ἡμερησία Διάταξη, εἶναι: «Ἡ πορεία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων σήμερα». Ἡ διατύπωση τοῦ θέματος ἀποκλείει τήν λεπτομερῆ καί ἀναλυτική ἱστορική ἀναδρομή ὡς πρός τούς Θεολογικούς Διαλόγους, ἐκτός ἀπό τήν ἀπαραίτητη συνοπτική γιά τήν κατανόηση τῶν σημερινῶν ἐξελίξεων, καθώς καί τήν θεολογική ἀνάλυση τοῦ θεματολογίου. Κάτι τέτοιο θά ἦταν, ἄλλωστε, ἀνέφικτο στά πλαίσια μιᾶς Εἰσηγήσεως καί καταπονητικό γιά τό σεπτό Σῶμα τῆς Ἱεραρχίας. Ἑπομένως ἡ Εἰσήγησή μου θά περιορισθῆ στήν παρούσα κατάσταση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, στούς σημερινούς προβληματισμούς, τίς δυσκολίες και τίς προοπτικές τους. Ἐπίσης θά περιορισθῆ στούς διμερεῖς Θεολογικούς Διαλόγους, διότι οἱ πολυμερεῖς συνδέονται μέ τίς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί τό Συμβούλιο Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν, πού εἶναι ἕνα τεράστιο καί ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος θέμα, τό ὁποῖο, φρονῶ ταπεινῶς, ὅτι πρέπει νά ἀποτελέση μελλοντικῶς ἀντικείμενο ἰδιαιτέρας Εἰσηγήσεως.

Ὅταν ὁμιλοῦμε γιά διμερεῖς Θεολογικούς Διαλόγους ἀναφερόμαστε στό Θεολογικό Διάλογο πού διεξάγεται μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας - μέ συμμετοχή ἐκπροσώπων τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχείων καί Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν- καί τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν α) Προχαλκηδονίων, β) Ρωμαιοκαθολικῶν, γ) Παλαιοκαθολικῶν, δ) Ἀγγλικανικῶν, ε) Λουθηριανῶν καί στ) Μεταρρυθμισμένων.

Οἱ πληροφορίες πού ἀκολουθοῦν γιά τούς Θεολογικούς Διαλόγους βασίζονται στίς ἐπίσημες Ἐκθέσεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σέ δημοσιεύματα τοῦ ἑλληνικοῦ καί ξένου ἐκκλησιαστικοῦ Τύπου καί στό ἀξιόλογο βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ἑλβετίας (νῦν Ἀδριανουπόλεως) Δαμασκηνοῦ «Θεολογικοί Διάλογοι – Μία Ὀρθόδοξος Προοπτική», Ἐκδόσεις Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986. Στό σημεῖο αὐτό ὀφείλω νά εὐχαριστήσω τούς Γραμματεῖς τῆς Σ.Ε. Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων γιά τίς διευκολύνσεις τους.


Α' Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Προχαλκηδονίων



Τό θέμα τῆς διεξαγωγῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τίς Ἀρχαῖες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες ἐτέθη γιά πρώτη φορά στήν Διορθόδοξο Ἐπιτροπή πού συνῆλθε τό 1931 στήν Ἱερά Μονή Βατοπεδίου. Ἡ Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη τό 1968 ἀπεφάσισε τήν ἐπίσημη ἔναρξή του καί ἡ πρώτη Συνάντησις τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐπίσημου Διαλόγου ἔγινε τό 1985 στό Chambesy τῆς Γενεύης. Σ’αὐτήν καθορίσθηκε καί ἡ θεματολογία τῆς Β΄ Γενικῆς Συνελεύσεως, πού τελικά συνῆλθε στό Κάϊρο τό 1989 καί ἀσχολήθηκε μέ τό Χριστολογικό Δόγμα. Τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στόν Διάλογο αὐτό ἐξεπροσώπησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως κ. Μελέτιος καί ὁ ἀείμνηστος πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάν. Ρωμανίδης. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1990 συνῆλθε σέ ὁλομέλεια ἡ Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Προχαλκηδονίων στό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Chambesy καί κατ’ αὐτήν ἐπιτεύχθηκε συμφωνία ἐπί τοῦ Χριστολογικοῦ Δόγματος. Οἱ δύο ἀντιπροσωπεῖες συνεφώνησαν στήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως τοῦ Εὐτυχιανισμοῦ καί τοῦ Νεστοριανισμοῦ. Οἱ Ὀρθόδοξοι συνεφώνησαν ὅτι οἱ Ἀνατολικοί μποροῦν νά διατηρήσουν τήν Κυρίλλειο ὁμολογία περί τῆς «μιᾶς φύσεως τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου», ἐφ’ ὅσον μέ αὐτήν ἐννοοῦν τήν διπλῆ ὁμοουσιότητα τοῦ Λόγου, οἱ δέ Ἀνατολικοί συνεφώνησαν ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι δικαιοῦνται νά χρησιμοποιοῦν τήν διατύπωση «δύο φύσεις» ἐφ’ ὅσον δέχονται τήν διάκριση «τῇ θεωρίᾳ μόνῃ». Οἱ δύο πλευρές συνεφώνησαν ἀκόμη νά ἀρθοῦν τά ἀναθέματα καί οἱ καταδίκες τοῦ παρελθόντος, πού χωρίζουν τίς δύο Ἐκκλησίες, ὥστε νά προχωρήσουν σέ πλήρη ἕνωση καί κοινωνία.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, παρά τίς ἀντιρρήσεις ὡρισμένων ἐκκλησιατικῶν κύκλων στήν Ἑλλάδα, ἀνεκοίνωσε ἐπισήμως μέ ἔγγραφό του στίς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τό Αὔγουστο τοῦ 1992, τήν λήξη τοῦ Διαλόγου περί Χριστολογίας καί ἐπρότεινε τήν συνέχιση τοῦ Διαλόγου ἐπί τῶν θεμάτων α) τῆς ἀποδοχῆς ἀπό τούς Προχαλκηδονίους τῆς οἰκουμενικότητος τῶν Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄καί Ζ΄, β) τῆς ἄρσεως τῶν ἑκατέρωθεν ἀναθεμάτων καί γ) τήν ρύθμιση πρακτικῶν ζητημάτων ἀφορώντων σέ θέματα λειτουργικά, δικαιοδοσιακά, μυστηριολογικά, ποιμαντικά καί ἄλλα.

Πρός τόν σκοπό αὐτό συνῆλθε, γιά τελευταία φορά, ἡ Μικτή Θεολογική Ἐπιτροπή Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Προχαλκηδονίων στό Chambesy τόν Νοέμβριο τοῦ 1993. Οἱ δύο Ἀντιπροσωπεῖες συνεδρίασαν χωριστά καί κάθε μία ἐτοίμασε ἕνα σχέδιο κειμένου συμφωνίας, τό ὁποῖο παρουσίασαν στήν Ὁλομέλεια, γιά νά ἀρχίση ἡ συζήτηση ἐπί τῶν δύο αὐτῶν κειμένων. Αἰφνιδίως ὅμως ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Ἀντιπροσωπείας τῶν Προχαλκηδονίων Μητροπολίτης Δαμιέττης Παΐσιος ἐδήλωσε ὅτι τό κείμενο τῶν Ὀρθοδόξων παρουσιάζει πολλά προβλήματα γιά τούς Ἀνατολικούς καί ἐζήτησε νά διασκεφθῆ κατ’ ἰδίαν ἡ Ἀντιπροσωπεία τους γιά νά καθορίση τήν στάση της. Τήν ἑπομένη ἡμέρα ὁ Μητροπολίτης Παΐσιος παρουσίασε στήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τήν ἀπάντηση τῶν Ἀνατολικῶν στό κείμενο τῶν Ὀρθοδόξων, μέ τήν ὁποία οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἠρνοῦντο νά δεχθοῦν τίς μετά τήν Γ΄ Οἰκουμενικές Συνόδους καί μάλιστα τήν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, ἀξίωναν ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων νά εἶναι γενική καί ὄχι ὀνομαστική καί ἡ ἀποκατάσταση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας νά πραγματοποιηθῆ σταδιακά.

Ἀκολούθησαν διαμάχες καί ἀντιλογίες ὀξεῖες μεταξύ τῶν Ἀντιπροσωπειῶν καί τελικά ἀπεφάσισαν νά πληροφορήσουν τίς Ἐκκλησίες τους γιά τήν ὅλη κατάσταση, ἀφοῦ, ἄλλωστε ἡ Μικτή Ἐπιτροπή δέν εἶναι ἀποφασιστικό ἀλλά εἰσηγητικό ὄργανο, καί νά προτείνουν τά πρέποντα. Ἡ συνάντηση ἔληξε μέ τήν ἔκδοση ἑνός τυπικοῦ ἀνακοινωθέντος. Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά ὁ διάλογος μέ τούς Προχαλκηδονίους εἰσέρχεται σέ νέα φάση, κατά τήν ὁποία πρέπει νά ἐξετασθοῦν ἐξαντλητικῶς τά θέματα περί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί σέ ποιό βαθμό εἶναι ἀπαραίτητο νά δεχθοῦν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι τήν μετά τό 451 Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ δυνατότητα νά γίνη δεκτή ἡ ἄποψη τῶν Προχαλκηδονίωνπερί ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἐλευθέρως ἀπό κάθε Ἐκκλησία ἤ Οἰκογένεια Ἐκκλησιῶν καί κυρίως νά γίνη διασάφηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὁρολογίας, διότι διεπιστώθη ὅτι δέν κατανοοῦν ταυτόσημα τούς διαφόρους θεολογικούς ὅρους οἱ Ἀνατολικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι.

Ἀπό τήν Συνάντηση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου τοῦ 1993 καί μέχρι σήμερα τά θέματα τοῦ ἐπισήμου Διορθοδόξου Διαλόγου μέ τούς Προχαλκηδονίους παραμένουν στάσιμα καί οὐδέποτε πλέον συνεκλήθη ἐπισήμως ἡ Διορθόδοξος Θεολογική Ἐπιτροπή.

Τέλος, σημειώνομε ὅτι τό 1997 ὁ τότε Μητροπολίτης Ἑλβετίας Δαμασκηνός ἀπηύθυνε πρόσκληση ad personam στόν Σεβ. Μητροπολίτη Περιστερίου κ. Χρυσόστομο, στόν Αἰδεσιμολ. Πρωτοπρ. π. Γεώργιο Μεταλληνό καί στούς Ἐλλογιμ. Καθηγητάς κ.κ. Βλάσιο Φειδᾶ καί Γεώργιο Μαρτζέλο γιά νά συμμετάσχουν σέ κοινή Συνέλευση τῶν Μικτῶν Ἐπιτροπῶν ἐπί λειτουργικῶν καί ποιμαντικῶν ζητημάτων τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους, πού πραγματοποιήθηκε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1997 στή Δαμασκό τῆς Συρίας. Ὅμως σέ αὐτήν τελικά δέν ἐκλήθησαν καί δέν ἔλαβαν μέρος οἱ ἐκπρόσωποι στόν Διάλογο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί οὐδείς ἀπό ἐκείνους πού ἔλαβαν μέρος ἐπληροφόρησε τήν Ἐκκλησία μας γιά τά ἀποτελέσματα καί τίς ἀποφάσεις αὐτῆς τῆς «κοινῆς συνελεύσεως».


Β΄ Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν



Ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν ἄρχισε ἐπισήμως τό 1980 στήν ἱερή νῆσο Πάτμο καί στή συνέχεια στή Ρόδο. Προηγήθηκε ὁ Διάλογος τῆς Ἀγάπης, ὕστερα ἀπό τήν ἱστορική συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καί τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ στά Ἱεροσόλυμα τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964 καί οἱ ἐργασίες δύο Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν, Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς, πού ἐργάσθηκαν κεχωρισμένα κατά τά ἔτη 1976 καί 1977 καί σέ κοινή συνάντηση στή Ρώμη τόν Ἰούνιο τοῦ 1978, κατά τήν ὁποία κατέληξαν σέ πλήρη συμφωνία γιά τήν θεματολογία καί μεθοδολογία τοῦ Διαλόγου. Κατά τήν συνάντηση στήν Πάτμο καί Ρόδο ὡς γενικό θέμα τῶν συζητήσεων ἐπελέγη «τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὑπό τό φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος». Τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξεπροσώπησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος καί ὁ Καθηγητής κ. Μέγας Φαράντος, οἱ ὁποῖοι καί συνεχίζουν νά ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησία μας στόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς.

Τό 1982 συνῆλθε στό Μόναχο ἡ Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς, ὕστερα ἀπό τήν πρώτη συνάντησή της στήν Πάτμο και Ρόδο, καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό θέμα πού ἐξελέγη πρός συζήτηση κατά τήν πρώτη συνάντηση καί παραλλήλως ἀνέθεσε σέ ὑποεπιτροπές νά μελετήσουν διάφορες πτυχές τοῦ θέματος «Πίστις, Μυστήρια καί ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας».

Ἡ τρίτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 1983 καί ἐπεξεργάσθηκε τό πιό πάνω θέμα καί ἀκολούθησε ἡ τέταρτη Συνάντηση στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας τό 1986, κατά τήν ὁποία ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται στόν ὁρίζοντα τοῦ Διαλόγου τά πρῶτα σύννεφα. Στήν Συνάντηση τοῦ Μπάρι δέν ἔλαβαν μέρος οἱ Ἐκκλησίες Ρωσίας, Γεωργίας, Ἱεροσολύμων καί Ἑλλάδος. Ἡ ἀπουσία μάλιστα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχε τήν ἔννοια τῆς διαμαρτυρίας γιά διάφορες ἐνέργειες τοῦ Βατικανοῦ, μέ τίς ὁποῖες ἐστήριζε καί ἔμμεσα ἀναγνώριζε τήν σχισματική Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων (ἔκθεση εἰκόνων τῆς «Μακεδονίας» στό Βατικανό, Οὐνία κ.λ.π.).

Ἡ πέμπτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου συνῆλθε τόν Ἰούνιο τοῦ 1988 στό Valaamo τῆς Φινλανδίας, ἐπεξεργάσθηκε καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης καί τήν σημασία τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.

Τόν Ἰούνιο τοῦ 1990 συνῆλθε στο Freising τῆς Γερμανίας (πλησίον τοῦ Μονάχου) ἡ ἕκτη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς καί ἐπεξεργάσθηκε τό θέμα «Ἐκκλησιολογικαί καί Κανονικαί συνέπειαι τῆς Μυστηριακῆς Δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, Συνοδικότης καί Αὐθεντία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ». Ἡ Συνάντηση τοῦ Freising ὑπῆρξε πολύ σημαντική γιά τούς Ὀρθοδόξους, διότι γιά πρώτη φορά ἐξεδόθη ἀπό τήν Μικτή Ἐπιτροπή τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου κείμενο, μέ τό ὁποῖο κατεδικάζετο ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος ἑνότητος, πού ἀντιβαίνει στήν κοινή Παράδοση τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Τό κείμενο αὐτό ἱκανοποιοῦσε πλήρως τούς Ὀρθοδόξους καί ἀποτελοῦσε σημαντικό σταθμό στήν πορεία τοῦ Διαλόγου.

Ἐν τῷ μεταξύ μετά τήν Περεστρόϊκα καί τήν πτώση τοῦ Κομμουνιστικοῦ Καθεστῶτος στίς χῶρες τοῦ λεγόμενου ὑπαρκτοῦ Σοσιαλισμοῦ τό πρόβλημα τῆς Οὐνίας ἔγινε ὀξύτερο, κυρίως στήν Ρωσία, Οὐκρανία, Λευκορωσία, Ρουμανία καί Τσεχοσλοβακία, διότι οἱ Οὐνῖτες ἄρχισαν νά διεκδικοῦν, συχνά μέ βίαιο τρόπο, Ναούς καί ἐκκλησιαστικά ἀκίνητα ἀπό τούς Ὀρθοδόξους. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος συνεκάλεσε ἐκτάκτως στήν Κωνσταντινούπολη τόν Δεκέμβριο τοῦ 1992 τήν Διορθόδοξο Θεολογική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά νά ἐκτιμήση τήν ἔκρρυθμη κατάσταση στίς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί νά καθορίση τήν στάση τῶν Ὀρθοδόξων στόν Διάλογο. Ἡ Διορθόδοξος Ἐπιτροπή ὁμοφώνως ἀπεφάσισε ὅτι ἡ ἀναβίωση τῆς Οὐνίας συνοδεύεται ἀπό κατάφωρο παραβίαση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί ὅτι ὁ Θεολογικός Διάλογος μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ὀφείλει νά καταστῆ ἀποτελεσματικός μηχανισμός γιά τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων πού δημιουργεῖ ἡ ἀναβίωση τῆς Οὐνίας καί ἑπομένως τό θέμα τῆς Οὐνίας, κάτω ἀπό τίς παροῦσες συνθῆκες, πρέπει νά εἶναι τό μοναδικό τοῦ Διαλόγου.

Κατά τήν ἴδια περίοδο ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ὁ Πρόεδρός της μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ δέχθηκαν πολλές καταγγελίες καί διαμαρτυρίες ἀπό Προκαθημένους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά βιαιοπραγίες καί ἄλλες ἐνέργειες τῶν Οὐνιτῶν εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων. Ἔτσι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀφ’ ἑνός ἀπέστειλε γράμματα διαμαρτυρίας πρός τόν Πάπα γιά τίς βιαιότητες τῶν Οὐνιτῶν πρός τούς Ὀρθοδόξους καί ἀφ’ ἑτέρου ἐδήλωσε διά τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Προπαρασκευαστική Συνάντηση τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς τῆς Ρόδου (Ἰούνιος 1993) ὅτι θά ἀπεῖχε ἀπό τήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, πού θά συνήρχετο στό Balamand τοῦ Λιβάνου ὕστερα ἀπό ὁλίγες ἡμέρες.

Τό παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀκολούθησαν καί ἄλλες ὀκτώ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί ἔτσι ἡ ἑβδόμη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, συνῆλθε στό Balamand ἀπό 17-24 Ἰουνίου 1993 χωρίς νά μετάσχουν σε αὐτήν ἐννέα Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιζήμιο γιά τούς Ὀρθοδόξους, διότι τό Βατικανό, ἐκμεταλλευόμενο τήν ἀπουσία ἐννέα Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί μή ἔχοντας νά ἀντιμετωπίση τήν σθεναρή ἀντίδρασή τους, ἐπέτυχε νά ἀνατρέψη τίς εὐνοϊκές γιά τούς Ὀρθοδόξους ἀποφάσεις τοῦ Freising καί νά δικαιώση τήν ὕπαρξη τῆς Οὐνίας. Τό κείμενο πού ἐξέδωκε ἡ ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου στό Balamand ἔγινε στόχος αὐστηρῆς κριτικῆς ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί κυρίως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ὕστερα ἀπό ἐμπεριστατωμένη εἰσήγηση τῆς Μονίμου Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, τό ἀπέρριψε ὡς ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο καί θεολογικῶς διάτρητο καί μέ τό ἀπό 15-12-1994 ἐπίσημο ἔγγραφό της ἐκοινοποίησε τίς θέσεις της ἐπί τοῦ ἐπιμάχου τούτου κειμένου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί σέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Μετά τήν Συνάντηση τοῦ Balamand οἱ περισσότερες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐπέδειξαν ἀπροθυμία νά συμπράξουν στήν συνέχιση τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ἔτσι ὁ Διάλογος ἀνεστάλη ὥς τό 1997 καί 1998, ὁπότε συνῆλθε δύο φορές ἡ Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή τοῦ Διαλόγου στήν Arricia τῆς Ἰταλίας καί ἐτοίμασε ἕνα κείμενο γιά τό θέμα τῆς «ὑπάρξεως τῆς Οὐνίας ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιολογικῆς».

Ἡ ὀγδόη Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε ἀπό 9-19 Ἰουλίου τοῦ 2000 στή Βαλτιμόρη τῶν Η.Π.Α. ὑπό τήν συνπροεδρία τοῦ Καρδιναλίου Cassidy καί τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ. Στυλιανοῦ, γιά νά ἐπεξεργασθῆ τό κείμενο περί τῆς ἐκκλησιατικῆς καταστάσεως τῆς Οὐνίας, πού εἶχε ἐτοιμάσει ἡ Μικτή Συντακτική Ἐπιτροπή στήν Arricia τό 1998. Ὅμως οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐκπρόσωποι ἐθεώρησαν τό ἀπό κοινοῦ ἐγκριθέν κείμενο τῆς Arricia πολύ σκληρό γιά τήν Οὐνία. Εἰς αὐτό συνετέλεσε ἐπιστολή τοῦ Πάπα πρός τόν ἐπικεφαλῆς τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Βατικανοῦ Καρδινάλιον Cassidy, μέ τήν ὁποία ὑπενθυμίζετο σ’ αὐτόν ὅτι “διά τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν αἱ Ἀνατολικαί Καθολικαί Ἐκκλησίαι ἔχουν τό αὐτό κῦρος(dignity) τό ὁποῖον ἔχουν καί ὅλαι αἱ λοιπαί Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς πλήρη κοινωνίαν μέ τόν Ἐπίσκοπον τῆς Ρώμης”. Ἡ παπική ἐπιστολή ἀρχικῶς ἀπεκρύβη ἀπό τήν Ἀντιπροσωπεία τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά τελικῶς ὁ Καρδινάλιος Cassidy, κάτω ἀπό τήν ἐπιμονή τῶν Ὀρθοδόξων καί κυρίως τοῦ Καθηγητοῦ κ. Μέγα Φαράντου, ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἠναγκάσθη νά τήν παρουσιάση. Ἀκολούθησαν ἔντονες συζητήσεις, διχογνωμίες καί ἀντεγκλήσεις ὄχι μόνον μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀλλά καί μεταξύ τῶν μελῶν τῶν ἰδίων Ἀντιπροσωπειῶν, μέ ἀποτέλεσμα ἡ Ὁλομέλεια νά μή μπορέση νά ἐπεξεργασθῆ καί νά ἐγκρίνη ἕνα κοινό κείμενο καταδίκης τῆς Οὐνίας καί περιορίσθηκε στήν σύνταξη ἑνός τυπικοῦ κοινοῦ ἀνακοινωθέντος μέ τό ὁποῖο ἔληξαν οἱ ἐργασίες τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου.

Μετά τήν συνάντηση τῆς Βαλτιμόρης ὁ Ρωμαιοκαθολικός Συμπρόεδρος Καρδινάλιος Cassidy παρητήθη λόγῳ ὁρίου ἡλικίας καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τόν Καρδινάλιο W. Kasper. Παρητήθη ἐπίσης καί ὁ Ὀρθόδοξος Συμπρόεδρος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανός καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ.Ἰωάννη. Ἄν λάβωμε ὑπ’ ὄψιν τίς θέσεις τοῦ Βατικανοῦ, πού διετυπώθησαν κατά τήν Συνάντηση τῆς Βαλτιμόρης, δέν φαίνεται εὐοίωνο τό μέλλον τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ἀφοῦ σύμφωνα μέ ρητή ἐντολή τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού ἀκολουθεῖ τήν ἀπόφαση τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου, ἡ Διορθόδοξος Θεολογική Ἀντιπροσωπεία στόν Διάλογο δέν δύναται νά προχωρήση στή συζήτηση ἄλλων θεολογικῶν θεμάτων μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς πρίν νά γίνη ἀπό κοινοῦ ἀποδεκτή ἡ καταδίκη τῆς Οὐνίας. Ἔτσι σήμερα ὁ Θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν παραμένει στάσιμος, παρά τήν ἐπιθυμία καί τῶν δύο μερῶν γιά τήν συνέχιση καί τήν πρόοδό του. Ἡ ἐπιθυμία αὐτή ἀποτυπώνεται καί στήν κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β΄ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά τήν τελευταία συνάντησή τους στήν Ρώμη μέ τήν εὐκαιρία τῆς θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Βατικανοῦ (21-6-2004). Ἡ κοινή Δήλωση μεταξύ ἄλλων λέγει: «Ὀφείλομεν νά συνεχίσωμεν τό ὁριστικόν καθῆκον ἡμῶν ἐπανενεργοποιήσεως (τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου τῆς Καθολικῆς μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) τό ταχύτερον δυνατόν»… «Ἡ σημερινή συνάντησις ἡμῶν ἐν Ρώμῃ ἐπιτρέπει ἡμῖν, ἐπί πλέον, ὅπως ἀδελφικῶς ἀντιμετωπίσωμεν μερικά προβλήματα καί παρεξηγήσεις τά ὁποῖα προσφάτως προέκυψαν. Ἡ μακρά ἐφαρμογή τοῦ Διαλόγου Ἀγάπης ἔρχεται εἰς συνδρομήν ἡμῶν, ὥστε νά ἀντιμετωπίσωμεν τάς δυσκολίας ἐν ἠρεμίᾳ καί νά μή ἐπιβραδύνωμεν ἤ καί ἀμαυρώσωμεν τήν συντελεσθεῖσαν πορείαν πρός πλήρη κοινωνίαν ἐν Χριστῷ. Ἐνώπιον ἑνός κόσμου, ὅστις ὑποφέρει ἐκ τῶν πάσης φύσεως διαιρέσεων καί ἀνισοτήτων, ἡ σημερινή συνάντησις ἡμῶν ἐπιθυμεῖ, ὅπως κατά τρόπον συγκεκριμένον καί δυναμικόν ἐπισημάνη τήν σπουδαιότητα τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ Χριστιανοί καί αἱ Ἐκκλησίαι ζῶσιν ἐν εἰρήνῃ καί ἁρμονίᾳ μετ’ ἀλλήλων, ἐπί συνεπεῖ ἐπιβεβαιώσει τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος κατά τρόπον πιστότερον καί πειστικώτερον».


Γ΄ Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Παλαιοκαθολικῶν



Οἱ λεγόμενοι Παλαιοκαθολικοί, εὐθύς μετά τήν ἀπόσχισή τους ἀπό τήν Ρώμη καί τήν ἀπόρριψη τῶν ἀποφάσεων τῆς Α΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ τό 1870, ἐστράφησαν πρός τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί ἄρχισαν ἐπαφές καί θεολογικές συζητήσεις μέ Ὀρθοδόξους θεολόγους. Μέ τούς Παλαιοκαθολικούς ἑνώθηκε τό 1889 καί ἡ λεγόμενη Ἐκκλησία τῆς Οὐτρέχτης, ἡ ὁποία ἀπό τό 1725 εὑρίσκετο σέ διάσταση μέ τή Ρώμη. Μέ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συνῆλθε τό 1931 στήν Βόννη τῆς Γερμανίας ἡ πρώτη Συνδιάσκεψη Ὀρθοδόξων καί Παλαιοκαθολικῶν μέ συμμετοχή τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πλήν τῆς Ρωσικῆς. Ἡ Συνδιάσκεψη αὐτή ὕστερα ἀπό μακρές καί ἐπίπονες θεολογικές συζητήσεις κατέληξε σέ πλήρη σχεδόν συμφωνία σέ θέματα πίστεως καί ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἐξαιρέσει τοῦ ζητήματος τῆς μυστηριακῆς διακοινωνίας, (intercommunio) μεταξύ Παλαιοκαθολικῶν καί Ἀγγλικανῶν, καί ἔθεσε τίς σταθερές βάσεις γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ Ὀρθοδόξου καί Παλαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἐξελίξεων στήν Εὐρώπη καί τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πού ἀκολούθησε τό ἔργο αὐτό δέν εὐοδώθηκε.

Τό 1961 ἡ Α΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις ἀπεφάσισε τήν προώθηση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Παλαιοκαθολικούς καί τό 1963 ἡ Γ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις συνέστησε Διορθόδοξο Θεολογική Ἐπιτροπή γιά νά προπαρασκευάση τόν Διάλογο, ἡ ὁποία συνῆλθε στό Βελιγράδι τό 1966 καί κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἐλάχιστες οἱ θεολογικές διαφορές μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται σέ θέματα περί Ἐκκλησίας, Μυστηρίων, Filioque καί διακοινωνίας μέ τούς Ἀγγλικανούς καί ὅτι θά ἔπρεπε νά ζητηθοῦν ἐπίσημα κείμενα γιά τήν διδασκαλία τῶν Παλαιοκαθολικῶν σέ αὐτά τά θέματα. Οἱ Παλαιοκαθολικοί ἀπέστειλαν στήν Διορθόδοξο Θεολογική Ἐπιτροπή τά ζητηθέντα δογματικά κείμενα καί αὐτή συνῆλθε σέ δύο Διασκέψεις στό Chambesy τό 1970 καί στή Βόννη τό 1971 καί ἐπρότεινε τήν ἔναρξη τοῦ ἐπίσημου Θεολογικοῦ Διαλόγου, ὁ ὁποῖος καί ἄρχισε μέ τήν Α΄ Γενική Συνέλευση τῆς Ὁλομελείας τόν Αὔγουστο τοῦ 1975 στό Διορθόδοξο Πατριαρχικό Κέντρο τοῦ Chambesy. Σ’ αὐτήν, τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξεπροσώπησαν οἱ Καθηγηταί Ἰωάν. Καρμίρης καί Ἰωάν. Καλογήρου.

Ἀκολούθησαν καί ἄλλες Συνελεύσεις τῆς Ὁλομελείας τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου, στό Chambesy τόν Αὔγουστο τοῦ 1977, στή Βόννη τόν Αὔγουστο τοῦ 1979, στήν Μονή Ζαγκόρσκ στή Ρωσία τό Σεπτέμβριο τοῦ 1981, στό Chambesy τόν Ὀκτώβριο τοῦ1983, στό Amersfoort τῆς Ὁλλανδίας τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1985 καί στήν Καβάλα τό 1987, πού ὑπῆρξε καί ἡ τελευταία. Κατά τίς συνελεύσεις αὐτές καταρτίσθηκαν, ἐγκρίθηκαν καί ἐδημοσιεύθηκαν κοινά κείμενα ἀφορῶντα σέ ὁλόκληρο τό θεματολόγιο τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου καί ἐπῆλθε συμφωνία ὡς πρός τήν δογματική διδασκαλία τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.

Ἡ τελευταία Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου, πού συνῆλθε στήν Καβάλα, παρέπεμψε στά ἁρμόδια ἐκκλησιαστικά ὄργανα καί τῶν δύο συνδιαλεγομένων μερῶν τόν καθορισμό τῶν προϋποθέσεων καί τοῦ τρόπου ἀποκαταστάσεως τῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ὅμως παρά τήν ἐπιτυχῆ διεξαγωγή καί περάτωση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου πέρασαν 16 ἔτη χωρίς νά προχωρήσουν οἱ δύο Ἐκκλησίες σέ ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Τοῦτο προφανῶς ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι οἱ Παλαιοκαθολικοί δέν ἐπιθυμοῦν νά διακόψουν τήν διακοινωνίαν (intercommunio) πού διατηροῦν μέ τούς Ἀγγλικανούς καί ἀκόμη διότι εὐθύς ἀμέσως μετά τήν περάτωση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ὀρθοδόξους ἐπροχώρησαν σέ διακοινωνία μέ τούς Λουθηριανούς.


Δ΄ Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Ἀγγλικανῶν



Ὁ Θεολογικός Διάλογος μέ τούς Ἀγγλικανούς ἐπισήμως ἄρχισε τό 1973, ὅμως ἔχει μακρά προϊστορία. Ἡ ἀρχή του ἀνάγεται στήν ἀλληλογραφία μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως (1527-1639) καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καντερβουρίας Γεωργίου Abbot (1562-1633) καί ἄλλων ἐπισήμων Ἀγγλικανῶν κατά τόν 17ον αἰώνα, καθώς καί στίς θεολογικές ἐπιστολές, τίς διαλέξεις καί τά συγγράμματα τοῦ Μητροφάνους Κριτοπούλου, μετέπειτα Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, πού κατά τήν ἴδια περίπου ἐποχή ἐσπούδαζε στήν Ἀγγλία. Θεολογικό Διάλογο ἀνέπτυξαν, ἐπίσης, οἱ Ἀγγλικανοί λεγόμενοι Ἀνωμόται, κυρίως μέ ἀλληλογραφία, μέ τό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καθώς καί μέ τόν Τσάρο τῆς Ρωσίας Μεγάλο Πέτρο κατά τήν δεύτερη δεκαετία τοῦ 18ου αἰῶνος (1716-1724). Κατά τόν 19ο αἰώνα τό ἐνδιαφέρον τῆς λεγομένης «Κινήσεως τῆς Ὀξφόρδης» (1833-1845), ἐντός τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν πατερική παράδοση τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας ἐνίσχυσε τήν ἐπιθυμία τῶν Ἀγγλικανῶν γιά θεολογικές ἐπαφές καί συζητήσεις μέ τούς Ὀρθοδόξους καί μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐνδιαφέροντος αὐτοῦ ἐντάσσονται καί οἱ ἀξιόλογες θεολογικές συζητήσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου Ἀλεξάνδρου. Ἐνδιαφέρον γιά τήν προώθηση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ἀγγλικανούς ἐπέδειξε καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ , καθώς καί ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν καί μετέπειτα Οἰκουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης (1871-1935), ὁ ὁποῖος μάλιστα διεξήγαγε θεολογικές συζητήσεις στήν Ἀγγλία καί στήν Ἀμερική μέ Ἀγγλικανούς θεολόγους. Τό 1920 στήν Ἀγγλικανική Σύνοδο τοῦ Lambeth ἐστάλη ἐπίσημη Ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπό τόν Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Φιλάρετο καί ἔκαμε συζητήσεις στό θέμα τῆς διακοινωνίας (intercommunio), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀναγνωρίση τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό κῦρος τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν τό 1922. Ἀκολούθησε ἡ ἀναγνώρισή τους ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων (1923), τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου (1923), τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας (1930) καί τό Πατριαρχεῖο τῆς Ρουμανίας (1936).

Μετά τό Ἀγγλικανικό Συνέδριο τοῦ Lambeth τό 1930 καί τίς θεολογικές συζητήσεις μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανῶν συνεκροτήθη Μικτή Δογματική Ἐπιτροπή γιά περαιτέρω μελέτη τῶν θεολογικῶν προβλημάτων, ἡ ὁποία συνῆλθε τόν ἑπόμενο χρόνο (1931) καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο συμφωνίας γιά τά συζητηθέντα θέματα. Ὕστερα ἀπό ἀπραξία καί σιωπή τριάντα ἐτῶν, λόγῳ τῶν παγκοσμίων γεγονότων, ἡ Μικτή Δογματική Ἐπιτροπή ἀνασυγκροτήθηκε καί δραστηριοποιήθηκε μετά τήν ἱστορική ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καντερβουρίας Μιχαήλ Ramsey στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1962 ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρα.

Μέ τίς σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ἀγγλικανισμοῦ ἀσχολήθηκαν οἱ Α΄, Γ΄, καί Δ΄ Πανορθόδοξες Διασκέψεις καί ἀπεφασίσθη ἡ προώθηση τῆς προπαρασκευῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου. Ὕστερα ἀπό χωριστές προπαρασκευαστικές συναντήσεις τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, Ὀρθοδόξου καί Ἀγγλικανικῆς, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1969-1973, ἔγινε ἡ ἔναρξη τοῦ ἐπισήμου, πλέον, Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανῶν τό 1973 στήν Ὀξφόρδη τῆς Ἀγγλίας. Ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁρίσθηκε ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης, πού παρητήθη στό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 καί ἀντεκατεστάθη ἀπό τούς Καθηγητάς Ἰωάννη Ρωμανίδη καί Κων. Σκουτέρη, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ καί σήμερα τήν Ἐκκλησία μας στό Διάλογο μέ τούς Ἀγγλικανούς.

Ἀκολούθησαν οἱ Συνελεύσεις τῆς Ὁλομελείας τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τό 1976 στή Μόσχα, πού ἀποτελεῖ σημαντικό σταθμό στήν πορεία τοῦ Διαλόγου, διότι κατά τήν Συνέλευση αὐτή οἱ Ἀγγλικανοί παραδέχθησαν τήν ἀπάλειψη τοῦ Filioque ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό 1977 στό Cambridge, τό 1978 στήν Ἱερά Μονή Πεντέλης τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου γιά πρώτη φορά ἐτέθη ἐπισήμως τό θέμα τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντέδρασαν σθεναρῶς καί ἐτόνισαν: «Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν δυνάμεθα νά θεωρήσωμεν τάς προτάσεις τῶν Ἀγγλικανῶν, ὅπως χειροτονήσουν γυναῖκας, ὡς ἕν ζήτημα καθαρῶς ἐσωτερικόν, διά τό ὁποῖον δέν πρέπει νά ἐνδιαφέρωνται οἱ Ὀρθόδοξοι. Ἐν ὀνόματι τοῦ κοινοῦ Κυρίου ἡμῶν Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἱκετεύωμεν τούς ἀδελφούς Ἀγγλικανούς νά μή προχωρήσουν περαιτέρω πρός τήν κατεύθυνσιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἤδη διαιρεῖ τήν Ἀγγλικανικήν Κοινωνίαν καί θά ἀποτελέσῃ καταστροφικήν ἀνατροπήν ὅλων τῶν ἐλπίδων μας διά τήν ἐπίτευξιν ἑνότητος μεταξύ τοῦ Ἀγγλικανισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας. Πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἄν συνεχίσῃ ὁ μεταξύ ἡμῶν διάλογος ὁ χαρακτήρ του θά μεταβληθῆ ριζικῶς».

Δύο χρόνια μετά τήν Συνέλευση τῶν Ἀθηνῶν ἡ ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε στό Landaff τῆς Οὐαλίας καί ἀκολούθησαν οἱ Συνελεύσεις στό Chambesy τόν Ἰούλιο τοῦ 1981, στό Canterbury τόν Ἰούλιο τοῦ 1982, στήν Ὀδησσό τό Σεπτέμβριο τοῦ 1983 καί στό Δουβλῖνο τόν Αὔγουστο τοῦ 1984. Μετά τήν Συνέλευση τῆς Ὁλομελείας στό Δουβλῖνο διεκόπη σιωπηρῶς ὁ Διάλογος ἔνεκα τῶν ἐπιφυλάξεων τῶν Ὀρθοδόξων γιά τίς ἐκκλησιολογικές ἐξελίξεις στόν Ἀγγλικανισμό (χειροτονίες γυναικῶν, ἐσωτερικές διαιρέσεις κ.λ.π.). Ὁ Διάλογος ἐπανήρχισε μέ τήν Συνέλευση τῆς Ὁλομελείας στό Βάλαμο τῆς Φινλανδίας τό 1989 μέ μειωμένη ὅμως σύνθεση τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀκολούθησαν οἱ Συνελεύσεις τῆς Ὁλομελείας τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου στό Τορόντο τοῦ Καναδά τό Σεπτέμβριο τοῦ 1990, στό Λονδῖνο τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1996 καί στήν Κωνσταντινούπολη τόν Ἰούνιο τοῦ 1997. Σ’ αὐτήν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ἐλλογιμ. Καθηγητής κ. Κων. Σκουτέρης, μέ ἐντολή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μετέφερε τήν ἔντονο ἀνησυχία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό ζήτημα τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν στόν βαθμό τοῦ Πρεσβυτέρου καί τοῦ Ἐπισκόπου, στήν ὁποία ἡ Ἀγγλικανική Ἐκκλησία εἶχε προχωρήσει καί προοδευτικῶς ὁλοκληρώσει, παρά τίς ἐσωτερικές διαφωνίες καί κλυδωνισμούς.

Παρά τίς ἐπιφυλάξεις τῶν Ὀρθοδόξων γιά τόν Διάλογο μέ τούς Ἀγγλικανούς τόν Φεβρουάριο τοῦ 2001, τέσσερα χρόνια μετά τήν Συνέλευση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, συνῆλθε στόν Βόλο ἡ ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς καί ἐνέκρινε κοινό κείμενο ἐπί τοῦ θέματος «Ἐπισκοπή, Ἐπίσκοπος, Πρωτεῖον». Ἀκολούθησε ἡ Συνέλευση τῆς Ἐπιτροπῆς στήν Ἀντίς Ἀμπέμπα τῆς Αἱθιοπίας τόν Φεβρουάριο τοῦ 2003, στήν ὁποία ἐπροχώρησε περισσότερο ἡ προετοιμασία τοῦ θέματος «Ἱερωσύνη καί Ἐκκλησία». Ἡ τελευταία Συνέλευση τῆς Ὁλομελείας τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανῶν ἔγινε τόν Ἰούνιο (21-26) τοῦ 2004 στό Cantebury τῆς Ἀγγλίας καί συζήτησε τό θέμα: «Γυναῖκες καί Ἄνδρες, Διακονήματα καί Ἐκκλησία». Τό ζήτημα τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν ὑπῆρξε καί πάλι ἀπό τά κεντρικά θέματα τοῦ Διαλόγου. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ νέου κειμένου συμφωνίας ἔχει προγραμματισθῆ γιά τό 2006, ἀφοῦ προηγηθοῦν δύο ἀκόμη Συναντήσεις τῆς Ὁλομελείας.

Παρά τό γεγονός ὅτι ἐπέρχεται συμφωνία μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀγγλικανῶν στά περισσότερα ζητήματα τοῦ θεματολογίου τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἡ χειροτονία γυναικῶν καί ἄλλες ἐξελίξεις στήν Ἀγγλικανική Ἐκκλησία ἀποτελοῦν ἀνασταλτικούς παράγοντες καί ὑψώνουν ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στήν πορεία τοῦ Διαλόγου σήμερα.


Ε΄ Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Λουθηρανῶν



Ὁ Θεολογικός Διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς Λουθηρανούς ἐπισήμως ἀρχίζει τό 1981, ἄν καί οἱ ρίζες του βρίσκονται στόν 16ον αἰῶνα καί συγκεκριμένα στήν προσπάθεια του Φιλίππου Μελάγχθονος νά προσεγγίση τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μέ τίς θεολογικές πρωτοβουλίες τῆς Πατριαρχίας Ἰωάσαφ τοῦ Β' (1555-1565) καί τήν θεολογική άλληλογραφία μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β' καί τῶν Λουθηρανῶν θεολόγων τῆς Βυτεμβέργης (1576-1581).

Ἡ Α' Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις πού συνῆλθε τό 1976 στό Chambesy ἀπεφάσισε τήν σύσταση Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς γιά τήν προετοιμασία τοῦ Διαλόγου μέ τούς Λουθηριανούς. Παραλλήλως συνεστήθη καί ἀντίστοιχος προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή ἀπό τούς Λουθηρανούς. Οἱ δύο προπαρασκευαστικές Ἐπιτροπές ἐργάστηκαν χωριστά καί ἐτοίμασαν τήν Συνέλευση τῆς Ὁλομελείας τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου, πού συνῆλθε τό 1981 (27 Αὐγούστου -4 Σεπτεμβρίου) στό Espoo τῆς Φινλανδίας καί ὥρισε ὡς θέμα τοῦ Διαλόγου «Συμμετοχή εἰς τό Μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας». Στήν Συνέλευση αὐτή ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχαν ὁρισθῆ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Φωκῖδος κ. Ἀθηναγόρας καί ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής Πρωτοπρ. Ἰωάν. Ρωμανίδης. Ἀκολούθησαν οἱ Συνελεύσεις τῆς Ὁλομελείας τόν Μάϊο τοῦ 1983 στήν Λεμεσό τῆς Κύπρου, τό 1985 στήν Pennsylvania τῶν Η.Π.Α. καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό θέμα «ἡ θεία Ἀποκάλυψις», τό 1987 στήν Κρήτη καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο μέ θέμα «Γραφή καί Παράδοσις», τό 1989 στό Bad Segeberg τῆς Γερμανίας καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο γιά τό θέμα «Κανών καί Θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς», τό 1990 στό Παρίσι, τό 1991 στή Μόσχα καί τό 1993 στό Sonderberg τῆς Δανίας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες Συνελεύσεις ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα τῆς «Αὐθεντίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων».

Ἡ Θ' Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε στή Sigtuna τῆς Σουηδίας τό 1998 καί ἐξέδωκε κοινό κείμενο μέ τόν τίτλο: " Ἡ αὐθεντία ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τό φῶς τῶν Οίκουμενικῶν Συνόδων: Σωτηρία –Χάρις -Δικαίωσις καί Συνεργεία". Οἱ δύο ἑπόμενες Συνελεύσεις τῆς Ὁλομελείας, Ι καί ΙΑ, ἔγιναν στή Δαμασκό τῆς Συρίας τό 2000 καί 2002 καί ἐξεδόθη κοινό κείμενο ἐπί τοῦ ἀνωτέρου θέματος. Τέλος, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2003 συνῆλθε στήν Κρήτη ἡ Μικτή Συντονιστική Ἐπιτροπή γιά νά ἐτοιμάση σχέδιο κειμένου γιά τήν προσεχῆ ΙΒ' Ὁλομέλεια. Οἱ ἐσωτερικές ἐξελίξεις τῶν τελευταίων ἐτῶν στήν Λουθηριανή θεολογία μέ τήν στροφή πρός τήν πατερική παράδοση καί τήν ἀναθεώρηση τῆς περί μυστηρίων διδασκαλίας θά μπορούσαμε νά εἰποῦμε ὅτι συνιστοῦν θετικές προϋποθέσεις γιά τήν συνέχιση τοῦ Διαλόγου, παρά τίς θεολογικές δυσκολίες.


Στ΄. Ὁ Θεολογικός Διάλογος μετά τῶν Μεταρρυθμισμένων



Ὁ Θεολογικός διάλογος μέ τούς Μεταρρυθμισμένους εἶναι ὁ νεώτερος ἀπό ὅλους καί ἄρχισε μόλις τό 1986, ὕστερα ἀπό πρόταση τοῦ Παγκόσμιου Συνδέσμου Μεταρρυθμισμένων Ἐκκλησιῶν πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἔτσι τόν Μάρτιο τοῦ 1986 ἔγινε στό Chambesy τῆς Γενεύης ἡ πρώτη Συνάντηση τῆς Μικτῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς, κατά τήν ὁποία συνεζητήθη ἡ μέθοδος διεξαγωγῆς τοῦ Διαλόγου καί ὡς πρῶτο θέμα πρός συζήτηση ἐπελέγη: «Τό Δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπί τῇ βάσει τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως». Ὕστερα ἀπό ἐργασίες δύο ἐτῶν τῆς Μικτῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε τόν Μάρτιο τοῦ 1988 στό Leunberg τῆς Ἑλβετίας ἡ Α' Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, μέ ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τούς Ἐλλογιμ. Καθηγητάς κ.κ. Βλάσ. Φειδᾶ καί Χρῆστο Βούλγαρη. Κατά τίς διεξαχθεῖσες θεολογικές συζητήσεις διαπιστώθηκε διαφορά ἀπόψεων σέ ὡρισμένα θέματα, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ σχέση μεταξύ ἁγιασμοῦ καί θεώσεως, ἡ ἔννοια τῆς Παραδόσεως, ὁ ἐκκλησιαστικός χαρακτῆρας τῆς Θεολογίας, οἱ δομές τῆς Ἐκκλησίας κ.ἄ. Ἀπεφασίσθη νά συνεχισθῆ ὁ Διάλογος ἐξετάζοντας τό δόγμα περί τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ Β' Ὁλομέλεια, πού συνῆλθε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 στό Μίνσκ τῆς Λευκορωσίας ἀσχολήθηκε μέ τό πιό πάνω θέμα καί προετοίμασε σχέδιο κοινοῦ κειμένου καί ἡ Γ' Ὁλομέλεια πού συνῆλθε στή Ζυρίχη τόν Μαρτιο τοῦ 1992, ἐξέδωκε κοινό κείμενο περί τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μετά διετίαν, τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1994, συνῆλθε στή Λεμεσό τῆς Κύπρου ἡ Δ' Ὁλομέλεια καί ἐξέδωκε κοινή δήλωση περί τῆς Χριστολογίας, στήν ὁποία ὑπογραμμίζονται τά σημεῖα συμφωνίας ἀλλά καί διαφοροποιήσεως μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Μεταρρυθμισμένων. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1996 συνῆλθε στό Aberdeen τῆς Σκωτίας ἡ Ε' Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξέτασε τό θέμα «ταυτότης καί ἑνότης ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ» καί ἐξέδωκε κοινή περίληψη ἐπί τῶν σημείων συμφωνίας καί διαφοροποιήσεων τῶν δύο πλευρῶν. Τόν Ἰούνιο τοῦ 1998 συνῆλθε στή Ζάκυνθο ἡ ΣΤ' Ὁλομέλεια καί ἐξέδωκε κοινή δήλωση ἐπί τοῦ θέματος: «Ἡ 'Εκκλησία Σῶμα Χριστοῦ».

Ἡ Ζ΄ Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς συνῆλθε στο Pittsburg τῶν Η.Π.Α. καί ἐξέτασε τά θέματα: Βάπτισμα, Χρῖσμα, Ἀποστολικότης τῆς Ἐκκλησίας. Στό πρῶτο θέμα ὑπῆρξε ἀπόλυτη συμφωνία, ἐνῶ στό δεύτερο ἀπόλυτη διαφωνία, διότι οἱ Μεταρρυθμισμένοι ἀπορρίπτουν τό Μυστήριον τοῦ Χρίσματος. Στό θέμα τῆς Ἀποστολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπικέντρωσαν τήν Ἀποστολικότητα στήν ἀδιάκοπο Ἀποστολική Διαδοχή τῶν Ἐπισκόπων, στόν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τήν Ἱερά Πράδοση, οἱ δέ Μεταρρυθμισμένοι μόνο στή συνέχεια τοῦ Ἀποστολικοῦ κηρύγματος.

Ἡ Η΄ Ὁλομέλεια, τέλος, τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου συνῆλθε πρό ἑνός ἔτους, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2003 στό Sibiu τῆς Ρουμανίας καί ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα: «Ἡ Ἁγιότης τῆς Ἐκκλησίας». Κατ’ αὐτήν διεπιστώθη πλήρης ἀσυμφωνία, διότι οἱ μέν Ὀρθόδοξοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Ἁγιότητα εἶναι μιά ἰδιαιτέρα ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κατάσταση ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δέ Μεταρρυθμισμένοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ἁγιότητα ὑπάρχει αὐτομάτως καί παραμένει διαπαντός σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν εἴσοδόν τους εἰς Αὐτήν καί ὅτι δύναται νά ὑπάρχει καί σέ ἀνθρώπους ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτός τοῦ Χριστιανισμοῦ.


Ἀξιολόγηση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων



Ὕστερα ἀπ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὡς τώρα κρίνομε σκόπιμο νά προβοῦμε σέ μία σύντομη ἀξιολόγηση τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων.

1) Ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή τῆς Εἰσηγήσεώς μας οἱ Θεολογικοί Διάλογοι προέκυψαν ἀπό την ἀνάγκη προσεγγίσεως, συνεργασίας καί ἑνότητος ταῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν γιά τήν ἀπό κοινοῦ ἀντιμετώπιση ἐξωτερικῶν κινδύνων καί μεγάλων κοινωνικῶν προβλημάτων, καθώς καί γιά τήν ἀντίσταση στήν ὀργανωμένηκαί συνεχῶς αὐξανομένη ἀπώθηση τῆς πατροπαραδότου χριστιανικῆς θρησκείας στό περιθώριο τοῦ δημόσιου καί κοινωνικοῦ βίου τῶν λαῶν, κυρίως τῆς Δύσεως. Ὁ στόχος αὐτός τῆς συνεργασίας σέ σημαντικό μέτρο ἐπετεύχθη, ὅπως λ.χ. στήν κοινή ἀντίδραση τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν στόν ἐπιχειρούμενο Χριστιανικό ἀποχρωματισμό τῆς Εὐρώπης καί τήν ἀπεμπόληση τῆς Χριστιανικῆς της ταυτότητος μέ τό νέο Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα. Στήν κοινή αὐτή Χριστιανική ἀντίδραση ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διαδραμμάτισε ρόλο πρωταγωνιστικό.

Ὅμως παρά τήν πολλαπλῶς ἐκπεφρασμένη βούληση τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, παρά τίς κοπιώδεις ἐργασίες τῶν Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν, τά ἀποτελέσματα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἕως σήμερα στό θεολογικό πεδίο δέν εἶναι τά ἀναμενόμενα. Ὑπῆρξαν ἀσφαλῶς βήματα προόδου καί θεολογικῶν προσεγγίσεων, ἀλλά καί παλινδρομήσεις, καί διαφωνίες καί στασιμότητες.


2) Ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στούς Θεολογικούς Διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους δέν συνεπάγεται ἄρνηση ἤ ἀπώλεια τῆς αὐτοσυνειδησίας της ὡς τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁμιλοῦμε γιά Ἐκκλησίες στούς Διαλόγους κάνομε χρήση τῆς λέξεως ὡς τεχνικοῦ ὅρου καταχρηστικῶς στόν κοινό λόγο. Τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι θεωροῦμε τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ὡς μία τῶν «ὁμολογιακῶν Ἐκκλησιῶν» οὔτε ὅτι ταυτίζομε τίς «Ἐκκλησίες» πρός τήν Μία Ἐκκλησία, οὔτε ὅτι προσχωροῦμε κατά κάποιο τρόπο στήν θεωρία τῶν «κλάδων» ἤ τῆς “περιεκτικότητος”, τίς ὁποῖες ἀπορρίπτει ἡ Ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ δέ διάκριση μεταξύ «Ἐκκλησιῶν» καί «Ὁμολογιῶν» ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός τῆς χρήσεως τοῦ τεχνικοῦ ὅρου “ Ἐκκλησίες”, ἔστω καί καταχρηστικῶς, μέ κριτήριο τήν πίστη στά βασικά χριστιανικά δόγματα καί τήν ἀδιάσπαστη συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς.

Ἑπομένως ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στούς Θεολογικούς διαλόγους χωρίς προηγουμένως νά ἔχει ξεκαθαρισθῆ τό θέμα περί Ἐκκλησίας μέ τούς διαλεγομένους ἀποτελεῖ σημαντική παραχώρηση τῶν Ὀρθοδόξων ὑπέρ τῆς ἑνότητος.


3) Ἡ μέθοδος πού ἐπελέγη γιά τήν ἔναρξη τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἀπό τά σημεῖα πού ἑνώνουν καί ὄχι ἀπό αὐτά πού χωρίζουν τίς Ἐκκλησίες δημιουργεῖ στήν ἀρχή κλῖμα εὐφορίας καί αἰσιοδοξίας πού ὅμως μεταβάλλεται καί ἀντιστρέφεται μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί τήν πρόοδο τῶν συζητήσεων, διότι ὑποχρεωτικῶς ὁ Διάλογος ὁδηγεῖ ἀπό τά θέματα συμφωνίας εἰς αὐτά τῆς διαφωνίας. Ἔτσι ἀπομακρύνεται ὁ ὀρίζοντας τῆς ἐπιθυμητῆς ἑνότητος

4) Τά μέλη τῶν Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν, κυρίως ἀπό τήν πλευρά τῶν Ὀρθοδόξων, δέν ἔχουν σαφεῖς ἐκκλησιαστικές ὁδηγίες γιά τήν ὑπερβαση τῶν ἐμφανιζομένων κατά τήν πορεία τῶν θεολογικῶν συζητήσεων δυσχερειῶν, μέ συνέπεια νά ἐκδηλώνονται πικρίες, διαφωνίες καί ἐπικρίσεις ἐνίοτε μεταξύ των. Γεγονός, πού ὄχι μόνο δυσκολεύει τόν Διάλογο, ἀλλά καί ἐκθέτει τούς Ὀρθοδόξους στά ὅμματα τῶν συνομιλητῶν τους. Εἶναι ἑπομένως ἀναγκαία ἡ παρακολούθηση, ἡ καθοδήγηση καί ἡ ἐνίσχυση τῶν Συνοδικῶς ὁριζομένων Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν καί ἡ Συνοδική ἔγκριση τῶν συμφωνιῶν πού ἐπιτυγχάνονται διά τῶν ἐκδιδομένων κοινῶν κειμένων, διαφορετικά δέν θά ἔχουν ἐπίσημο ἐκκλησιατικό, ἀλλά ἁπλῶς καί μόνον ἀκαδημαϊκόν χαρακτῆρα.

5) Ἡ Συνοδική ἔγκριση τῶν κατά τούς Θεολογικούς Διαλόγους ἐπιτυγχανομένων συμφωνιῶν καθίσταται περισσότερον ἀναγκαία καί ἐπιβεβλημένη διότι ἡ ἐπιλογή τῆς μεθόδου τῶν Ἐπιτροπῶν κατά τήν διεξαγωγή τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων παρακάμπτει τήν καθιερωμένη στήν ἀρχαία ἀδιαίρετη Ἐκκλησία ἀρχή τῆς Συνοδικῆς διαδικασίας. Τό ἔργο τῶν Ἐπιτροπῶν ἐκκλησιολογικῶς κατανοεῖται μόνον ὡς προκαταρτική ἐργασία καί κατ'ἀναφοράν (ad referendum) πρός τήν τελική κυριαρχική Συνοδική κρίση.

6) Κατά τήν κατάρτιση τοῦ θεματολογίου τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἤ κατά τήν σύνταξη τῶν κοινῶν θεολογικῶν κειμένων, στήν περίπτωση διαφωνιῶν ἤ διχογνωμιῶν δέν εἶναι ἐπιτρεπτό ἐκκλησιολογικῶς νά ἰσχύση ἡ κανονική ἀρχή τῆς πλειονοψηφίας πού κατοχυρώνεται ἀπό τόν 6ο Κανόνα τῆς Α' ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325) «κρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος» . Ἡ ἀρχή τῆς πλειονοψηφίας θά ἠμποροῦσε νά ἐφαρμοσθῆ μόνον σέ ἀμιγῶς διαδικαστικά ζητήματα τοῦ ἔργου τῶν Θεολόγων Διαλόγων καί ὄχι σέ θέματα πού ἅπτονται ἀμέσως ἤ ἐμμέσως, τῆς πίστεως. Διότι «ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως ὑπέρκειται οἱασδήποτε ἀθροιστικῆς ἀξίας ἤ ὑποκειμενικῶν γνωμῶν ἤ τουλάχιστον δέν ταυτίζεται κατ'ἀνάγκην πρός τήν τῶν πλειόνων γνώμην».

7) Σημαντική δυσκολία στήν πορεία τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ἐκτός ἐκείνης, πού συνίσταται στήν ἀσάφεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁδηγιῶν καί τῶν ἀντικειμενικῶν κριτηρίων, εἶναι ἡ διαφορετική γλῶσσα πού χρησιμοποιοῦν οἱ ἐπί μέρους ἀντιπροσωπεῖες. Εἶναι γνωστό ὅτι τό περιεχόμενο τῶν ἴδιων θεολογικῶν ὅρων φορτιζόμενον ἀνάλογα μέ τήν ὁμολογιακή ἐκκλησιαστική καί θεολογική εὐαισθησία κάθε Ἀντιπροσωπείας, Ἐκκλησίας ἤ Ὁμολογίας, πού συμμετέχει στό Διάλογο, διαφοροποιεῖται καί προσλαμβάνει ποικίλη θεολογική σημασία καί ἀξία. Ἡ διαπίστωση αὐτή ὁδηγεῖ αὐτούς, πού συμμετέχουν σέ κάθε Διάλογο, στήν ἀνάγκη «χρησιμοποιήσεως ἀμφισήμων ἤ πολυσήμων διατυπώσεων», πού προσφέρονται σέ ποικίλη ἑρμηνευτική προσέγγιση ἀπό τά ἐνδιαφερόμενα μέρη. Ἔτσι ἀναπτύσσεται μία ἰδιότυπη τεχνική στήν σύνταξη τῶν κοινῶν θεολογικῶν κειμένων, πού ἀποσκοπεῖ ὄχι μόνο στήν ὑπέρβαση τῶν θεολογικῶν δυσχεριῶν γιά τήν ἐπίτευξη συμφωνίας, ἀλλά καί στήν «τεχνητή παράκαμψη» οὐσιωδῶν θεολογικῶν διαφορῶν.

8) Σημαντικό στοιχεῖο στήν ἀξιολόγηση τοῦ ἔργου τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων εἶναι ἡ συγκρότηση πολλῶν Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν ἀπό κάθε Ἐκκλησία ἤ Ὁμολογία, διότι κάθε μία συμμετέχει στούς ἐπίσημους Θεολογικούς Διαλόγους μέ ὅλες τίς ἄλλες σημαντικώτερες Ἐκκλησίες ἤ Ὁμολογίες. Κάθε Ἐπιτροπή συμμετέχει σέ ἕνα ἤ περισσότερους Διαλόγους καί συντάσσει κοινά θεολογικά κείμενα γιά κάθε συγκεκριμένο Θεολογικό Διάλογο. Συμβαίνει ὅμως, λόγῳ τῆς συγγενείας τοῦ θεματολογίου ὅλων τῶν διμερῶν Διαλόγων, οἱ Θεολογικές Ἐπιτροπές τῆς ἴδιας Ἐκκλησίας, ὅταν μάλιστα ἔχουν διαφορετική συγκρότηση, νά συμμετέχουν στήν σύνταξη καί ὑπογραφή κοινῶν θεολογικῶν κειμένων γιά τό ἴδιο θέμα μέ διαφορετικό περιεχόμενο, λόγῳ τῆς διαφορετικῆς θεολογικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τοῦ ἄλλου μέρους τοῦ Διαλόγου. Ἔτσι,κάθε Ἐκκλησία ἤ Ὁμολογία εὑρίσκεται ξαφνικά ἐμπρός σέ διαφορετικά, γιά τό ἴδιο θέμα, θεολογικά κείμενα.

9) Τό πρόβλημα εἶναι ὀξύτερο γιά τά μέλη τῶν Ὀρθοδόξων Ἀντιπροσωπειῶν ἕνεκα τῆς διοικητικῆς διοργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ τοπικές Ἐκκλησίες. Ἐδῶ ἔχομε πολλές Ὀρθόδοξες Ἀντιπροσωπεῖες στόν ἴδιο Θεολογικό Διάλογο, πού δέν ἔχουν τόν ἀναγκαῖο συντονισμό ὄχι μόνο στά πλαίσια τῶν διμερῶν Διαλόγων, ἀλλά οὔτε στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου Ἀντιπροσωπείας τοῦ ἰδίου Διαλόγου. Γιά τήν λύση τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ προβλήματος καί τήν ὑπέρβαση τῶν δυσκολιῶν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καθιέρωσε τίς Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικές Διασκέψεις καί Συναντήσεις, μέ συντονιστικό ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί σκοπό τήν προετοιμασία καί συμφωνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἀντιπροσωπειῶν στά ὑπό συζήτηση καί ἐπεξεργασία θέματα κάθε Θεολογικοῦ Διαλόγου.

10) Σημαντικό θετικό στοιχεῖο στήν ἀξιολόγηση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων εἶναι ἡ στροφή τῶν ἑτεροδόξων πρός τήν πατερική παράδοση τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας καί ἡ ἀναθεώρηση ὡρισμένων ἀποκλινουσῶν ἀπό τήν παράδοση αὐτήν διδασκαλιῶν τους, ὡς συνέπεια τῆς δυναμικῆς καί πειστικῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τήν διαλεκτική ἐπικοινωνία της μέ αὐτούς. Καρποί τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων εἶναι: Ἡ ἐγκατάλειψη ἤ ὁ περιορισμός τοῦ ἀθέμιτου ἀτομικοῦ προσηλυτισμοῦ ἀπό τούς Προτεστάντες καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ δυτικοῦ χριστιανικοῦ κόσμου γιά τήν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα (λατρεία, μοναχισμό, τέχνη κ.ἄ.), ἡ ἀπάλειψη τοῦ Filioque ἀπ’τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἡ σημαντική προσφορά τῶν Ὀρθοδόξων στήν ἐκκλησιολογία καί μάλιστα στή μυστηριολογία τῶν Δυτικῶν, ἡ ἐπίδραση τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας στήν θεολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ τῆς Δύσεως, πού εἶναι καταφανής ἀκόμα καί στά ἐπίσημα συνοδικά κείμενα τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου, καθώς καί στά θεολογικά κείμενα τοῦ Προτεσταντισμοῦ στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί στό Συμβούλιο Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν. Εἶναι χαρακτηριστικό τό ἀκόλουθο κείμενο ἀπό τό Διάταγμα τῆς Β' Βατικανῆς Συνόδου: «Οἱ πάντες ὀφείλουν νά μάθουν ὅτι εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουν, νά σέβωνται, νά διαφυλάττουν καί νά ἀναπτύσσουν τήν τόσο πλούσια λειτουργική καί πνευματική κληρονομιά τῆς Ἀνατολῆς, μέ σκοπό νά διαφυλάξουν πιστῶς τήν πληρότητα τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως καί νά πραγματοποιήσουν τήν καταλλαγή τῶν ἀνατολικῶν καί δυτικῶν χριστιανῶν».

11) Ἀλλά καί ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, χωρίς νά διακινδυνεύση τήν ἀκεραιότητα τῶν δογμάτων της, χωρίς ἴχνος ὑποχωρήσεως ἤ συμβιβασμοῦ ἔναντι τῶν ἑτεροδόξων, ὠφελήθηκε πολλαπλῶς ἀπό τούς Θεολογικούς Διαλόγους διότι ἀνανέωσε τόν ἐσωτερικό πνευματικό βίο της, ἐβελτίωσε τήν ὀργάνωσή της, ἐνίσχυσε τήν βαθύτερη γνωριμία καί συνεργασία μεταξύ τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἐκαλλιέργησε συστηματικότερα τήν Θεολογία της καί μάλιστα τήν ἀντιρρητική, ἐνεβάθυνε στήν πατερική παράδοση καί θεολογία, ἐμελέτησε μέ ἐμβρίθεια τήν Ἱστορία της, ἀξιοποίησε τόν πνευματικό πλοῦτο της καί ἀνέπτυξε ὅλο τόν δυναμισμό της στήν διαλεκτική ἐπικοινωνία της μέ τούς Ἑτεροδόξους.



Συμπεράσματα



1.- Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι ἀνεξαρτήτως ἀπό τίς κατά καιρούς διατυπούμενες ἐπιφυλάξεις γι'αὐτούς ἀπό ἐκκλησιαστικούς κύκλους καί τήν θετική ἤ ἀρνητική ἀξιολόγησή τους, ἀποτελοῦν σημαντικό ὄργανο προσεγγίσεως καί συνεργασίας τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, πού τήν ἀναγκαιότητά τους καθιστοῦν ὅλο καί περισσότερο ἐπιτακτική μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ παγκόσμιες κοινωνικές ἐξελίξεις καί τήν βιώνουν ἐνσυνείδητα οἱ Χριστιανοί.

2.- Οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συμμετέχουν στούς Θεολογικούς Διαλόγους μέ συντονιστικό τό ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μέ συνείδηση τοῦ χρέους τῆς ὁμολογίας καί μαρτυρίας τῆς ἀνόθευτης καί ἀκίβδηλης χριστιανικῆς πίστεως καί τῆς δυναμικῆς προβολῆς της στόν ἀνά τήν Οἰκουμένη Χριστιανικό κόσμο. Ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδοξίας στούς Διαλόγους μέ τούς Ἑτεροδόξους ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, συνέπεια πρός τήν ἱστορία καί τήν παράδοσή της, ἀφοῦ ὁλόκληρη σχεδόν ἡ συνοδική καί πατερική γραμματεία εἶναι, σέ τελευταία ἀνάλυση, διάλογος μέ τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς, μέ σκοπό τήν μεταστροφή τους στήν ὀρθή πίστη.

3.- Τούτη ἡ Μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό μέρους τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πού συμμετέχουν στούς Θεολογικούς Διαλόγους γιά νά εἶναι πειστική πρέπει νά εἶναι ὁμόθυμη καί δυναμική, χωρίς ἐσωτερικές διχογνωμίες, ἀνταγωνισμούς καί ἰδιοτελεῖς σκοπιμότητες. Γι' αὐτό εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ προετοιμασία καί κατάρτιση τῶν Ὀρθοδόξων Ἀντιπροσωπειῶν σέ κοινές προπαρασκευαστικές γιά κάθε Διάλογο διασκέψεις καί ὁ καθορισμός τῆς γραμμῆς πλεύσεως μέ συνοδικές ἀποφάσεις καί ὁδηγίες, πού θά εἶναι ὑποχρεωτικές γιά ὅλες τίς ἀντιπροσωπεῖες πρός ἀποφυγήν τοῦ θλιβεροῦ φαινομένου τῶν διαφωνιῶν μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἀντιπροσωπειῶν, ἀλλά ἀκόμη καί τῶν μελῶν τῆς ἴδιας Ἀντιπροσωπείας, πού μᾶς ἐκθέτει στά ὄμματα τῶν συνομιλητῶν μας τῆς ἄλλης πλευρᾶς.

4.- Ἰδιαίτερη προσοχή πρέπει νά δίδεται στήν ἐπιλογή τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας κάθε Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πρέπει νά εἶναι πρόσωπα μέ πλήρη θεολογική κατάρτιση καί βαθειά γνώση τῶν συζητουμένων σέ κάθε Διάλογο θεμάτων, μέ εὐχέρεια στίς χρησιμοποιούμενες στούς Διαλόγους ξένες γλῶσσες, μέ διαλεκτική ἱκανότητα καί ἤρεμο καί ὄχι ἐριστικό καί ὀξύθυμο χαρακτήρα.

5.-Ἡ εἰλικρινής καί ὑπεύθυνη πληροφόρηση τοῦ Ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἐπί τῆς πορείας τῶν διαφόρων φάσεων καί σταθμῶν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, καθώς καί ἐπί τῶν ἐκδιδομένων κοινῶν κειμένων συμφωνίας ἤ καί διαφωνίας εἶναι ἐπιβεβλημένη καί ἀναγκαία ποιμαντική ἐνέργεια, ἀφοῦ, ἄλλωστε, τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει, σέ τελευταία ἀνάλυση, τό ἀναφαίρετο δικαίωμα νά κρίνη την ἀποδοχή ἤ τήν ἀπόρριψη οἱουδήποτε ἀποτελέσματος τῶν Διαλόγων. Δυστυχῶς ἕως σήμερα δέν ὑπάρχει ἐπαρκής καί ὑπεύθυνη πληροφόρηση οὔτε τοῦ λαοῦ, οὔτε τοῦ κλήρου, μηδέ τῶν Ἱεραρχῶν ἐξαιρουμένων ἐπί τῆς πορείας τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Αὐτή περιορίζεται μόνο στόν κύκλο τῶν ἐξειδικευμένων προσώπων καί ἡ πληροφόρηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, ὅταν κάποτε γίνεται, ἐπιχειρεῖται ἀπό ἀνεύθυνους κύκλους καί μάλιστα γίνεται ἐπιλεκτικά, ἀνάλογα μέ τίς ἀντιλήψεις τους.

6.-Οἱ Θεολογικοί Διάλογοι ἔχουν διανύσει ἕως σήμερα μακρύ δρόμο μέ πολλά στάδια καί ἡ πορεία τους στό μέλλον προβλέπεται μακροχρόνια μέ ἀκόμα περισσότερα στάδια, ὥσπου νά καταλήξουν σέ θετικά ἤ ἀρνητικά ἀποτελέσματα. Ἑπομένως δέν πρέπει κάθε στάδιο αὐτῆς τῆς πορείας νά ἐκλαμβάνεται ὡς ἐξάντληση τῆς ὅλης διαδικασίας, ὅπως γίνεται συχνά ἀπ’ ἐκείνους πού εἴτε ὑπερεκτιμοῦν τούς Διαλόγους ἀπό ὑπερβολική αἰσιοδοξία, εἴτε τούς ἐπικρίνουν ἀπό ὑπερσυντηρητισμό.

7.- Ἡ συμμετοχή καί παρουσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στούς Θεολογικούς Διαλόγους ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα καί σημασία. Διότι ἡ Ἐκκλησία μας περικλείει στούς κόλπους της ἀξιόλογους θεολόγους διαχριστιανικοῦ κύρους καί ἀναγνωρίσεως, εἶναι ἐλεύθερη ἀπό πολιτικές καί ἄλλες ἐπιρροές καί σκοπιμότητες, ἔχει τήν δυνατότητα και τήν ἱκανότητα νά συλλαμβάνη τίς εὐαισθησίες καί νά ἐνωτίζεται τήν φωνή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος στά θέματα τῆς πίστεως καί ἔχει μεγάλο κύρος μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Συχνά ἡ φωνή τῶν Ἀντιπροσώπων της ἀσκεῖ καταλυτική ἐπιρροή, τόσο στούς Θεολογικούς Διαλόγους, ὅσο καί στίς Προπαρασκευαστικές Διορθόδοξες Διασκέψεις. Ἡ ἀπουσία της εἴτε γιά λόγους διαμαρτυρίας ὅπως π.χ. ἀπό τήν Ὁλομέλεια τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς στό Balamand τοῦ Λιβάνου, εἴτε γιά ἄλλους λόγους ἀπό Διαλόγους, ἀποδυναμώνει τίς θέσεις τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς καί ὁδηγεῖ σέ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Γι’ αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο καί ἐπιβεβλημένο νά μετέχει στούς Θεολογικούς Διαλόγους μέ αὐστηρά ἐπιλεγμένους ἐκπροσώπους, ἀκόμη καί ὅταν διαφωνεῖ, γιά νά δίδη τήν μαρτυρία της καί νά ἐπηρεάζη τίς ἀποφάσεις.


Μακαριώτατε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἀδελφοί καί Πατέρες,

Τελειώνοντας τήν Εἰσήγησή μου φρονῶ ταπεινῶς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, μοναδική ταμιοῦχος τῆς Χάριτος, κάτοχος καί θεματοφύλακας τῆς Ἀληθείας στήν ἀποστολική της πληρότητα καί γνησιότητα δέν ἔχει τίποτα νά φοβηθῆ ἀπό τό ἄνοιγμα καί τήν στροφή της πρός τούς Ἑτεροδόξους. Ὀφείλει νά δίνη τήν μαρτυρία της καί νά προβάλη πρός ὅλους τήν Ἀλήθεια τῆς πίστεως συνεπής πρός τήν Οἰκουμενικότητά της. Ὁ σύγχρονος Χριστιανικός κόσμος καί ὄχι μόνον αὐτός, ἔχει ἀνάγκη ἀπό αὐτό τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἐσωστρέφεια, ἡ ἐγωϊστική αὐτάρκεια, ἡ μισαλλοδοξία εἶναι καταστάσεις νοσηρές καί ξένες πρός τήν λυτρωτική ἀποστολή της. Ἄν νομίζωμε ὅτι προβάλλοντας στόν ἐκτός τῆς Ὀρθοδοξίας κόσμο τήν Ἀλήθεια θά τήν νοθεύσωμε, τότε μειώνομε τήν ἀποτελεσματικότητά της, ὑποτιμοῦμε τήν ἀντοχή της, ἀδικοῦμε τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια, γιατί, ἄς μή ξεχνοῦμε, ὅτι χαρακτηριστικό γνώρισμά της εἶναι ἡ ἀντοχή ἀπέναντι σέ κάθε τι πού δέν εἶναι ἀληθινό. Δέν εἶναι εὔθραυστη ἡ Ἀλήθεια. Τό ψεῦδος εἶναι εὔθραυστο. Γιατί, λοιπόν, νά σκεπάσουμε τόν «λύχνον» τῆς Ὀρθοδοξίας “ὑπό τόν μόδιον”καί νά μή τόν τοποθετήσουμε στόν λυχνοστάτη τῆς Οἰκουμένης, γιά νά φωτίση τήν πορεία τοῦ σημερινοῦ προδωμένου, κουρασμένου, πληγωμένου καί ἀπελπισμένου ἀνθρώπου πρός τήν λύτρωση;

Εἶναι καθοδηγητικοί στίς σχέσεις μας μέ τούς Ἑτεροδόξους οἱ λόγοι τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου, κατά τήν μνημειώδη εἰσαγωγική Ὁμιλία του ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τό 1999, πού ἀναφέρονται, βέβαια, στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλ΄λάδος, ἀλλά πού ἔχουν ἐφαρμογή γιά ὅλη τήν Ὀρθοδοξία: «Οὔτε τήν Ἐκκλησία μας πρέπει νά καταδικάσουμε στήν ἀπομόνωση, οὔτε νά συντελέσουμε στήν κατασυκοφάντησή της ὡς ἀπομονωμένης καί μισαλλόδοξης, ἀλλά καί οὔτε πρέπει νά τήν ἐμπλέξουμε σέ ἄκριτους καί ἄκαρπους οἰκουμενιστικούς δαιδάλους, πού μόνο σύγχυση προσφέρουν στό λαό μας, ἐν ὄψει καί ἐκείνων πού εἶναι ἔτοιμοι νά ἀδράξουν τήν εὐκαιρία γιά νά στηλιτεύσουν τήν Ἐκκλησία καί νά συναγάγουν περί ἑαυτούς τούς ἀστηρίκτους. Μέριμνά μας πρέπει νά εἶναι οἱ σωστοί χειρισμοί καί ἡ συνετή διαχείριση τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων, ὥστε μόνον ὠφέλεια νά προέρχεται γιά τήν Ἐκκλησία μας» («Λόγος Εὐθύνης» σελ. 48).