ΑΡΧΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
    
Αναζήτηση στο Αρχείο Ειδήσεων

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2017


Προηγούμενη σελίδα | Εκτύπωση


Ἡ κρίση τῆς σύγχρονης κοινωνίας καί ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας
6/2/2012



1. Ἡ ἱστορία ἔχει ἀποδείξει ὅτι δέν εἶναι εὐφυές, οὔτε συνετό νά ὑποτιμᾶ κάποιος τήν ἀλήθεια ἤ νά ὑποτροπιάζει στή μεταδοτική δύναμη τῆς ἀνοησίας. Δυστυχώς ομως σήμερα φαίνεται ότι η ὑποτίμηση μαζί μέ τόν φανατισμό, τήν ἡμιμάθεια καί τήν ἰδιοτέλεια συγκροτοῦν ἕνα νέο ἐπικίνδυνο κράμα κοινωνικοῦ μοντέλου, τό ὁποῖον θεωρεῖ ἀφενός μέν ὅτι ἡ κρίση ἀποτελεῖ τή μεγάλη εὐκαιρία τῆς κοινωνικῆς ἐκμετάλλευσης, ἀφετέρου δέ ὅτι καί οἱ ἐκκλησιαστικές δομές μποροῦν νά τό ἀκολουθήσουν καί νά τό ὑπηρετήσουν.

Ἀντιμετωπίζοντας λοιπόν ὡς Ἐκκλησία τήν πραγματικότητα αυτή, ἐπιβάλλεται νά σταθοῦμε νηφάλια ἀνάμεσα σέ δύο πραγματικότητες: τή σύγχρονη κοινωνία καί τήν ἐκκλησιαστική διακονία.
Ἡ πρώτη φαίνεται ότι ὑπερτιμᾶ τό γεγονός τῆς κρίσεως καί μπορεῖ νά ὁδηγηθεῖ σέ ὑπερβολικά ἀγχώδεις καταστάσεις, κοινωνικές ἐξάρσεις καί ἀναταράξεις. Ἡ δεύτερη όμως, χωρίς νά ὑποτιμᾶ τή κρισιμότητα τῆς καταστάσεως, καί νά τήν παρακάμπτει ὑπεροπτικά, προσπαθεῖ μέ σύνεση καί ὑπευθυνότητα νά ἀνταποκριθεῖ στίς προκλήσεις τῆς κοινωνίας καί ἐναγώνια νά προσφέρει τή διακονία της.

Όμως η ἐλεύθερη διακίνηση, ιδιαίτερα στόν ἑλλαδικό χῶρο, διαφόρων ἀντιλήψεων καί κυρίως ἐπενδυτικῶν τάσεων, ἀποτελοῦν ἀκόμη μία πρόκληση στό χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, αφού ἡ κρίση τῆς σύγχρονης κοινωνίας δεν εἶναι μόνο ἕνα φαινόμενο πολύτροπο καί ἰδιόμορφο, τό ὁποῖο κατά τό ἄμεσο παρελθόν ὑπέδειξε ἀμυδρά καί τά κίνητρά του καί τόν πολυσύνθετο μηχανισμό του, αλλά κυρίως γιατί ἐξαπλώνεται καί ἐξελίσσεται πλέον μέ δεῖκτες καρκινικούς μέσα στόν παγκόσμιο οἰκονομικό καί κοινωνικό ἰστό, όπου ἐκδηλώνει τόν δυναμισμό του καί συγχρόνως ἀναζητᾶ συμμάχους.

Μία ανάλογη ἀναφορά γιά κρίση οἰκονομική, στήν παγκόσμια ἀγορά καί γιά τά ὀδυνηρά ἀποτελέσματά της, πρίν ἀπό μερικά χρόνια, θά ἦταν «γέλωτος ἀξία». Αὐτό ὅμως δέν ἐμποδίζει πλέον οὔτε τήν πραγματικότητα τῆς καταστάσεως νά ἀμφισβητοῦμε, οὔτε γιά τήν ἐπικινδυνότητα τῶν συνεπειῶν της νά ἀδιαφοροῦμε, κυρίως ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἰθύνοντες τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Γι’ αὐτό εἶναι χρήσιμο ἀφενός νά ἐπιχειρήσουμε μία σκιαγράφηση τῆς κρίσης τῆς σύγχρονης κοινωνίας καί τοῦ σχετικοῦ τρόπου ἔκφανσης σήμερα τῆς ἐκκοσμικευμένης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, στά πλαίσια τῆς συνάλληλης σχέσης Κράτους καί Ἐκκλησίας, καί ἀφετέρου νά προσδιορίσουμε τίς προϋποθέσεις καί τούς ὅρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θά συμβάλλουν ὥστε νά ἀποτραπεῖ ἡ πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας πρός μία λειτουργία ἀπόλυτα ἐκκοσμικευμένη και ἡ σύγχρονη κοινωνία νά προκληθεῖ προκειμένου νά ἀναζητήσει τρόπους ἐπίλυσης καί διόρθωσης τῶν «κακῶς κειμένων».

2. Γιά νά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε ὅμως τίς ἐπιμέρους ἀναφορές μας καί νά προσεγγίσουμε σφαιρικά τή σχέση τῆς κρίσης τῆς σύγχρονης κοινωνίας καί τῆς ἐκκοσμικευμένης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ἀξίζει νά διελευκάνουμε τό μοντέλο των σχέσεων τῶν δύο θεσμῶν, δηλαδή τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας, καί νά προσδιορίσουμε τά συνάλληλα ἀποτελέσματα ἀπό τή μεταξύ τους συνύπαρξη.

Τά δύο αὐτά μεγέθη, ἡ Πολιτεία καί ἡ Ἐκκλησία, ἄν καί συνυπάρχουν ἱστορικά, ἐντούτοις μεταξύ τους ὑφίσταται μία σημαντική διαφορά. Ἐνῷ δηλαδή τό Κράτος συγκροτεῖται ὡς ἁπλό ἄθροισμα ἀτόμων μιᾶς συγκεκριμένης ἐδαφικῆς περιφέρειας ἤ ἐθνικῆς ὁμάδας, ἡ Ἐκκλησία δέν συγκροτεῖται ἀθροιστικά ἀπό τά μέλη της ἀλλά γεννᾶ ἐν Χριστῷ τά μέλη της (Α΄ Κορ. 4,15) καί τά ἐντάσσει στό ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ὡς ὀργανικά μέλη. Συνεπῶς ἡ Ἐκκλησία δέν γεννᾶται ἀπό τά μέλη της, ὅπως τό Κράτος, ἀλλά σχετίζεται πρός αὐτά ὑπαρξιακά καί ὀντολογικά καί ὄχι συμβατικά.
Ἡ ἰδιαιτερότητα ὅμως αὐτή, τόσο ὡς πρός τήν ταυτότητα ὅσο καί ὡς πρός τούς σκοπούς, δέν λειτουργεῖ ἀποτρεπτικά ὡς πρός τήν συνύπαρξή τους στό ἴδιο κοινωνικό σύνολο, γι’ αὐτό καί "τό ζήτημα τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας εἶναι μία οὐσιαστική καί κρίσιμη ἐκδοχή τοῦ εὐρύτερου ζητήματος τῶν σχέσεων Κράτους καί Κοινωνίας τῶν πολιτῶν", ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τό ὑπόβαθρο ὥστε μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Κοινωνίας τῶν πολιτῶν νά δημιουργεῖται μία ὤσμωση πολιτιστική, ὄχι πάντοτε ἐπιτυχής, ἀλλά καί μία ἀντίδοση λειτουργίας τῶν δομῶν ἀπό τή μία μορφή κοινωνίας στήν ἄλλη. Ἐπιπλέον μία μετακενωτική διαδικασία ὑπερβάσεως τῶν "οἰκείων ὅρων" ἀπό τή μία ἤ τήν ἄλλη μορφή κοινωνίας, ἡ ὁποία πολλές φορές ἀγγίζει τά ὅρια τοῦ μιμητισμοῦ, πολλές φορές συνεπάγεται καί μία ἐκκοσμικευμένη λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ἡ ὁποία ἀντί νά ὑπηρετεῖ κάτι τό ὑψηλό καί οὐσιαστικό μέ ἀφοσίωση, ἐκφυλίζεται ἤ ἀλλοτριώνεται μέσα ἀπό τήν υἱοθέτηση μεθόδων κοσμικοῦ τύπου, προκειμένου νά ἐπιβεβαιώσει στά μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος τίς ποιμαντικές της δραστηριότητες καί τά ἐνδοκοσμικά ἐνδιαφέροντά της.
Κατά τό ἱστορικό παρελθόν, ἡ ὑπέρβαση τῶν "οἰκείων ὅρων" ἐξεφράζετο μέσα ἀπό μία διαδικασία αὐθαίρετων παρεμβάσεων τῶν ἐκπροσώπων κυρίως τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, δηλαδή τοῦ Κράτους ἤ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, στά ἐσωτερικά τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας (πρβλ. Δ΄ κ΄ Ε΄ αἰῶνες). Παρόλες όμως τίς προσπάθειες πρός ἐπίτευξη μιᾶς συναινετικῆς νομοθετικῆς ρύθμισης τοῦ θεσμικοῦ πλαισίου συμφωνίας καί διάκρισης τῶν "οἰκείων ὅρων", μέσα ἀπό τήν ἀρχή τῆς συναλληλίας, δέν μπόρεσε νά ἐλεγχθεί η τάση τῶν ἐκπροσώπων κυρίως τῆς κρατικῆς (αὐτοκρατορικῆς) ἐξουσίας, ὥστε νά ὑπερβοῦν κατά περίπτωση τούς "οἰκείους ὅρους", γεγονός το οποίο είχε ως ἀποτέλεσμα νά ἐφαρμόσουν μονομερῶς μία ἀντίληψη ἐξουσιῶν "καισαροπαπικοῦ τύπου".
Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἀντίληψη δέν προκάλεσε μόνο ὀξύτατη καί μακροχρόνια σύγκρουση μεταξύ τῆς "Βασιλείας" καί τῆς "Ἱερωσύνης" (!!!) ἀλλά εἶχε καί ὀδυνηρές συνέπειες στήν κοινωνική συνοχή καί στίς εὐρύτερες προοπτικές λειτουργίας τοῦ Κράτους καί τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Εἰκονομαχία).

Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἡ ἀξιολόγηση ὅλων αὐτῶν τῶν συνεπειῶν δέν ἀφοροῦσε μονομερῶς μόνο τό Κράτος ἤ τήν Ἐκκλησία ἀλλά ἀπέδειξε ὅτι ἐπηρέασε ἀρνητικά καί τούς δύο θεσμούς, παρόλες τίς συναινετικές προσπάθειες τοῦ ἱεροῦ Φωτίου. Τελικά τό πρόβλημα φαίνεται ὅτι, τόσο ἱστορικά ὅσο καί θεσμικά, παραμένει γιά πολλούς ἄλυτο καί ἀνυπέρβλητο, σέ σημεῖο μάλιστα νά ὁδηγεῖ τόν ἱ. Φώτιο νά περιγράψει τήν παθογένεια ἄσκησης τῆς ἐξουσίας, νά ὁμιλήσει γιά τόν χαρακτῆρα τοῦ ἔργου τοῦ πολιτικοῦ ἄρχοντος, νά ἐπισημάνει τίς ἀρχές τῆς δυσλειτουργίας τοῦ ἄρχειν, καί νά ὑποδείξει τήν ἀρχετυπική λειτουργία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καί τά πρότυπα τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς.

Μέ τήν ἀποϊεροποίηση τῆς Ἱερωσύνης, ἀπό τήν Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, μέ τήν ἀξιωματική διατύπωση τῆς Αὐγουσταίας Ὁμολογίας (1555), ὅτι cuius regio, eius religio, μέ τά πολιτειοκρατικά πρότυπα τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἤδη ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰῶνα καί μέ τήν ἀνθρωποκεντρική φιλοσοφία τοῦ Διαφωτισμοῦ, τό πρότυπο τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας, ὁδηγήθηκε σέ μία διαλεκτική ἀντιπαράθεση, ἡ ὁποία ἀλλοίωσε ἐν πολλοῖς τόσο τό χαρακτῆρα ὅσο καί τούς ρόλους τῶν δύο Κοινωνιῶν. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ κοινωνικός δυναμισμός τῶν Προτεσταντικῶν Κοινοτήτων (πρβλ. Κοινωνικό Συμβόλαιο τοῦ Ρουσσώ), ὁδήγησε ὄχι μόνο στήν ἀπόρριψη τῶν ἱεροκρατικῶν ἀγκυλώσεων καί τῶν μεταφυσικῶν ἐκδηλώσεων ἑνός θρησκόληπτου τύπου πιστοῦ, ἀλλά καί στήν ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνικῆς θεωρίας, μέ τήν ὁποίαν ἡ νομιμοποίηση τῆς πολιτικῆς θεωρίας, περί τῆς ἀρχῆς τῆς «λαϊκῆς κυριαρχίας», εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν υἱοθέτηση μιᾶς ἀντίληψης διακονίας, ὅπου τό μέν Κράτος ἐνδιαφέρεται καί ἔχει ὡς αποκλειστική ἀποστολή τήν ἐπιμέλεια καί φροντίδα τοῦ σώματος, ἡ δέ ἐκκλησιαστική διακονία περιόρισε τά ὅριά της στήν ἐπιμέλεια καί σωτηρία τῆς ψυχῆς.

Στήν Ἀνατολή, σέ ἀντίθεση πρός τή Δύση, δέν ὑπῆρξε ἡ διαλεκτική αὐτή ἀντιπαράθεση μεταξύ τῆς «Ἱερωσύνης» καί τῆς «Βασιλείας», μέ τάσεις ἱεροκρακτικές ἤ πολιτειοκρατικές. Ἡ λειτουργική δομή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί ἡ κανονική ἐκκλησιαστική παράδοση ὁδήγησαν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά μήν ἀποδεχθεῖ ἀποκλειστικά καί μόνο τό ρόλο τῆς «Βασιλείας», ὡς στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς της, ἀλλά νά ἐκφραστεῖ μέ ὁλόκληρο τό ἐκκλησιαστικό της σῶμα (κλῆρος καί λαός) καί μέ ὅλες τίς πτυχές τῆς διοικητικῆς, πνευματικῆς, ποιμαντικῆς καί φιλανθρωπικῆς διακονίας καί ἀποστολῆς της. Γιά τήν ἐπίτευξη αὐτῆς τῆς ἰσόρροπης σχέσης στηρίχθηκε στήν ἀρχή τῆς συναλληλίας καί στήν ἐφαρμογή τῆς λειτουργίας τῶν διακριτῶν ρόλων.

3. Παράλληλα πρός αὐτήν τή διαλεκτική τῶν δύο μορφῶν κοινωνίας, τοῦ πολίτη καί τοῦ μέλους τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, ἐμφανίζεται ἕνα νέο ἰδεολόγημα στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα, κυρίως στήν κοινωνία τῶν πολιτῶν, μέ τό ὁποῖο προσπάθησαν νά πλήξουν τήν ἐθνική καί τήν θρησκευτική συνείδηση τῶν λαῶν, εἴτε ὡς πρόταση ἑνός ἀνερμά-τιστου ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ κράτους, εἴτε ὡς ἀνάγκη προσαρμογῆς τῆς κοινωνίας στό μοντέλο μιᾶς παγκοσμιοποιημένης ταυτότητας, εἴτε τέλος ὡς μέσο ἐπίλυσης τῶν προβλημάτων, μέ σκοπό τήν ἀνάκαμψη τῆς ἀναπτυξιακῆς ὕφεσης καί τῆς οἰκονομικῆς κρίσης.

Ὅλα τά παραπάνω, ἀποτελέσματα μιᾶς συνεχοῦς μεταβαλλόμενης κοινωνίας τῶν πολιτῶν, δίνουν τήν δυνατότητα μετάβασης ἀπό τή γεωργική κοινωνία σέ μία μορφή ἀστικοποίησης, μία μετάβαση, ἡ ὁποία στά πλαίσια τῆς βιομηχανικῆς ἐπανάστασης, θά ὁδηγήσει μέ βεβαιότητα στή σύγχρονη μορφή κοινωνίας. Τό ἀποτέλεσμα ὅμως αὐτῆς τῆς ἐξελικτικῆς πορείας τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν εἶχε ὡς κατάληξη τήν ἐφαρμογή μιᾶς παγκοσμιοποιημένης μορφῆς οἰκονομίας, διακυβέρνησης καί ἐξουσίας, μέ κύριο χαρακτηριστικό τή γενικευμένη (παγκόσμια) οἰκονομική κρίση, τήν ἀναπτυξιακή ὕφεση, τήν ἀλλαγή τῶν κοινωνικῶν δομῶν καί τήν δημιουργία νέων μοντέλων πολιτικῶν, οἰκονομικῶν, ἐκπαιδευτικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν λειτουργιῶν.

Γιά νά κατανοήσουμε ποιά σημασία ἔχουν αὐτές οἱ «ὀβιδιακές» μεταλλάξεις τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν καί τί συνεπάγονται στήν ἐκκλησιαστική διακονία, στά πλαίσια τῆς παγκοσμιοποίησης, εἶναι ἀνάγκη νά κάνουμε μία σύντομη περιγραφική ἀναφορά τῶν στοιχείων ἐκείνων, τά ὁποῖα εἶναι ἐνδεικτικά καί μόνον τῆς ἐξελικτικῆς πορείας τῆς κρίσης στή σύγχρονη κοινωνία καί τά ὁποῖα παράλληλα θεωροῦνται καί ὡς «σωτήρια» γιά τήν ὑπέρβαση τῆς κρίσης (!!!).

Ἡ μετάβαση ἀπό τήν γεωργική στήν ἀστική κοινωνία ὁδήγησε στήν ἀπρόσωπη καί ἐξατομικευμένη θεώρηση τῆς ζωῆς. Τό βιομηχανικό δέ καί μεταβιομηχανικό μοντέλο δημιούργησε ὅλο αὐτό τό πρόβλημα, τό ὁποῖο σήμερα χαρακτηρίζεται ὡς ἐκκοσμίκευση καί παγκοσμιοποίηση. Ἡ ἐκκοσμίκευση, ὡς μία ἀνθρωπολογική καί κοινωνιολογική θεώρηση τῆς κοινωνίας, χαρτογραφεῖται ἀπό τή σκληρότητα ἤ τήν ἀπροθυμία τοῦ σύγχρονου κοινωνικοῦ περιβάλλοντος νά δεχθεῖ τόν σπόρο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί μαρτυρίας. Ἡ παγκοσμιοποίηση ψηλαφεῖται στίς κοινωνικές δομές, ὡς ἀδιαφορία γιά τόν ἄλλον καί φανερώνεται στό ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τόν οἰκονομισμό καί τήν ἀπληστία. Ἡ συνύπαρξη τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς ἐκκοσμί-κευσης, ὡς ἐξατομίκευση, ἀτομικότητα, ἰδιώτευση τοῦ ἀνθρώπου, ὑποκειμενισμός καί ἐγωκεντρισμός, τείνουν σέ μία ἀλλοτριωμένη λειτουργία τῶν κοινωνικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν, ἀφοῦ ἀποτελοῦν τίς δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου νομίσματος.

Μέ τήν παγκοσμιοποίηση ἐπετεύχθη ἡ οἰκονομική ἐκμετάλλευση τῶν δυνατῶν ἔναντι τῶν ἀδυνάτων, ἡ ὁποία τελικά ἐξελίχθηκε σέ μιά οἰκονομική ἀνάπτυξη μιᾶς μόνο μερίδας χωρῶν τῆς ὑφηλίου σέ βάρος τῶν πιό πτωχῶν, γεγονός τό ὁποῖο ὁδήγησε στό νά ἀπειληθεῖ σοβαρά ἡ εἰρήνη στόν κόσμο καί ἡ κοινωνική συνοχή, σέ ἐπίπεδο μάλιστα τοπικῶν κοινωνιῶν.

Βρισκόμαστε λοιπόν κοινωνιολογικά μπροστά σέ μία κρίση. Ἡ ἐμβληματική φράση τῆς Μάργκαρετ Θάτσερ, «δέν ὑπάρχει κοινωνία ἀλλά μόνο ἄτομα», φαίνεται ὅτι σηματοδοτεῖ τήν ἔλευση μιᾶς νέας περιόδου, ὅπου πλέον ὁ ἄνθρωπος γεννιέται καί ζεῖ ὡς ἄτομο, προσπαθεῖ νά ἐπιβιώσει σέ ἕνα ρευστό σύστημα πολλαπλῶν καί ἐναλλακτικῶν πολιτικῶν καί πολιτισμικῶν δεδομένων καί συσσωματώσεων, ἐνῶ οἱ παλαιές παραδοσιακές μορφές τῆς κοινωνίας εἶναι πλέον ἀνίσχυρες.

Ἔτσι ἔχουμε νά ἀντιμετωπίσουμε ἕναν ἄκρατο ἀτομοκεντρισμό, διαβρωμένο καί ἐμποτισμένο ἀπό ἀντικρατιστικές καί ἀντεθνικές ἰδέες, ἀποδυναμωμένο ἀπό ἰδεολογικούς μηχανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐξασφάλιζαν τήν λειτουργική καί πολιτιστική ὁμοιογένεια τῶν κοινωνιῶν, καί μία παγκόσμια ρευστότητα, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ σέ μία ἀπροσδιοριστία, ὅπου ἡ ἐξεύρεση τρόπου ἀλλαγῆς καί διόρθωσης τῶν «κακῶς κειμένων» εἶναι τό ζητούμενο.

Ἡ πολιτική ἐξουσία θεωρεῖ δεδομένο ὅτι ὀφείλει νά διεκπεραιώνει τίς τρέχουσες ὑποθέσεις, μέ ἀποκλειστικό γνώμονα τίς ἀναπτυξιακές προτεραιότητες καί τήν ἐφαρμογή οἰκονομικῶν μέτρων, μέ ἀποκλειστικό σκοπό τήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τῆς οἰκονομικῆς κρίσης. Γιά πρώτη φορά μετά ἀπό ἕνα αἰῶνα, τό «κοινωνικό ζήτημα» ἐμφανίζεται καθημαγμένο κάτω ἀπό τό ἀμείλικτο πέλμα τοῦ ἀναπτυξιακοῦ ζητήματος.
Εἴμαστε πλέον μπροστά σέ μία ρήξη μέ τό παρελθόν καί στό ἄνοιγμα ἑνός νέου ἱστορικοῦ κύκλου.

Ὁ διάχυτος ὅμως αὐτός κρατικός «μινιμαλισμός», ἡ ἀπεμπλοκή τοῦ δημοσίου χώρου ἀπό τίς ἀποκλειστικές ἰδεολογικές καί ἀξιακές του ἁρμοδιότητες καί ἡ προϊοῦσα ἀποσάθρωση τῶν ἐκπαιδευτικῶν, προνοιακῶν καί ἀσφαλιστικῶν δημοσίων μονοπωλίων, ἐκφράζουν ἕνα νέο ἀμετακίνητο κοινωνικοπολιτικό δόγμα, ὅπου ἡ κοινωνία διασπᾶται σέ παραγωγούς καί καταναλωτές. Τό χρῆμα ἐπενδύεται ἀναπτυξιακά μόνο γιά τόν προσπορισμό κέρδους καί στήν παγκόσμια οἰκονομία λειτουργοῦν ἀναγκαστικά οἱ ἐνδοκρατικές ἀγορές, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν σέ πολεμικές συρράξεις γιά μία μονομερή προώθηση τῶν συμφερόντων τους. Ἔτσι, χάνονται τά ὅρια μεταξύ ἐλευθερίας καί αὐθαιρεσίας, κέρδους καί κερδοσκοπίας, πρωτοβουλίας καί ὑστεροβουλίας.

Τέλος οἱ ἠθικές ἀρχές καθίστανται ἐντελῶς ἀνίκανες νά ἐπηρεάσουν πλέον τούς κανόνες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἀφοῦ αὐτοί καθορίζονται ἀποφασιστικά ἀπό τούς κανόνες τοῦ οἰκονομικοῦ «παιχνιδιοῦ». Οἱ μόνες ἰσχύουσες ἀξίες μέσα στήν οἰκονομία τῆς παγκοσμιοποιημένης ἀγορᾶς εἶναι οἱ ἐκτιμήσεις τῆς χρηματοληπτικῆς δυνατότητας τῶν κρατῶν καί ἡ χρηματιστηριακή ἀξία τῶν κρατικῶν ὁμολόγων καί ὄχι πιά οἱ ἠθικές ἀξίες.

Τί συνεπάγονται ὅλα αὐτά ;
α) Τό «κράτος δικαίου» πραγματώνεται μέ κόστος τήν ἐγκατάλειψη τοῦ «κράτους πρόνοιας», τό ρόλο τοῦ ὁποίου καλοῦνται νά διαδραματίσουν οἱ διάφοροι κοινωνικοί φορεῖς καί ὀργανώσεις, μέσα στούς ὁποίους συγκαταλέγεται καί ἡ Ἐκκλησία.

β) Ἡ μόνη δυνατή καί νομιμοποιημένη μορφή σχέσεως, ἀνάμεσα στήν πολιτική καί στήν οἰκονομία, κατανοεῖται μόνο μέσα ἀπό μία διαδικασία αὐτόνομης καί ἔλλογης ἀναπτυξιακῆς τάξης πραγμάτων.

γ) Ἡ μεταφορά τῶν κέντρων λήψεων καίριων ἀποφάσεων σέ ἕνα ἀπροσδιόριστο καί ἀνεγξέλεγκτο ἐξωπολιτικό καί ἐξωεπικρατειακό παράγοντα, ὁδηγεῖ πρός μία ἀβεβαιότητα.

δ) Ἡ ἀποσύνδεση τοῦ κράτους ἀπό τίς ἱστορικά παγιωμένες παραδοσιακές ρίζες καί ἀξίες του δημιουργοῦν τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ προαιώνιες ἀρχές τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐπιείκειας καί τῆς ἀλληλεγγύης δέν φαίνεται νά συνιστοῦν πλέον αὐτονόητες πολιτικές προτεραιότητες.

Μέ τήν πρωτοκαθεδρία αὐτῆς τῆς ἀναπτυξιακῆς λογικῆς δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἄλλο κριτήριο ἀξιολογικό τῆς εὔρυθμης λειτουργίας τῶν θεσμῶν παρά μόνο ἀπό τήν συμβολή τους στήν οἰκονομική ἀνάπτυξη, ἐνῶ τό κοινωνικό κράτος πνέει τά λίσθια. Ἡ σημαντικότερη ὅμως κοινωνική καί κοσμοθεωρητική ἐξέλιξη τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ ὁλοκληρωτική ἐπικράτηση τῆς ἰδεολογικῆς ἐξατομίκευσης, σέ σημεῖο μάλιστα ὅπου, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρωπολογικῶν καί κοινωνιολογικῶν συνεπειῶν, ἡ Θρησκεία καί ἡ Ἐκκλησία θεωροῦνται ὡς μία ὑπόθεση ἀτομική ἤ ἰδιωτική, καί τό Κράτος διαβλέπει, ὅτι μπορεῖ νά τίς ἀντιμετωπίσει ἀποκλειστικά καί μόνο ὡς κάποιον ἄλλον δημοσιονομικό ὀργανισμό ἤ ἑταῖρο.

4. Ἄς προσεγγίσουμε πιό συγκεκριμένα αὐτή τή δυσλειτουργία, ἡ ὁποία προκαλεῖται ἀφενός ἀπό τήν ὤσμωση τῶν προβλημάτων μεταξύ κοινωνίας καί διακονίας καί ἀφετέρου ἀπό τήν κρίση ἀξιοπιστίας πού μαστίζει σήμερα τίς Θρησκεῖες καί τίς Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἀναζητοῦν τόν ρόλο τους μέσα σ’ αὐτήν τήν κρίση τῆς κοινωνίας μονομερῶς καί ἀποκλειστικῶς, δηλαδή ὡς φορέων ἐπίλυσης ἤ βελτίωσης μόνων κοινωνικῶν προβλημάτων, ὅπως εἶναι ἡ πεῖνα, ἡ ἀνεργεία, ἡ οἰκονομική ἀνέχεια κ.ἄ.

α) Ὁ Χριστιανισμός εἰδικότερα δέν εἶναι Θρησκεία ἀλλά Ἐκκλησία, δηλαδή εὐχαριστιακή κοινότητα ἀπό τήν ὁποίαν ἀπορρέουν τά πάντα καί πρός αὐτήν συγκλίνουν. Τό σημαντικό ἐπίσης εἶναι ὅτι δέν ἔχει διαχρονικά μία τάση ἐσωστρεφοῦς διάθεσης ἤ στασιμότητας, ἀλλά ἀντιλαμβάνεται τό ρόλο της, ἀκόμη καί μέσα στήν κοινωνία τῶν πολιτῶν καί τοῦ κόσμου τούτου μεταμορφωτικά καί μάλιστα σέ μία δυναμική πορεία πρός τό μέλλον, γι’ αὐτό καί δίνει προτεραιότητα στήν κοινωνία, στήν συνύπαρξη καί στή μετοχή. Δέν ἀντιλαμβάνεται τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου διασπασμένη σέ δημόσια ἤ ἰδιωτική, οὔτε τήν ἐπιβίωσή του ὡς μία διαδικασία αὐστηρά πολιτική, ὡς μία ἀντιπαράθεση μεταξύ τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ τρόπου ὕπαρξης.

β) Ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία, χαρακτηρίζεται ἀπό ἕναν ἀσκητισμό, ὡς αὐταπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος πρός χάριν τοῦ ἄλλου, ὡς αὐτοθυσία τοῦ ἐγώ γιά τήν ἐπανεύρεση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὡς αὐτοπεριορισμό τῆς ἀτομικότητας τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ συνύπαρξη μέ τόν συν-άνθρωπο, δηλαδή ἡ ἐπίτευξη τῆς φιλαλληλίας, ἡ ὁποία ἀντιπαρατίθεται πρός τήν φιλαυτία.

γ) Ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία εἶναι "ἐν τῷ κόσμῳ" ἀλλά ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό βασικό μήνυμα ζωῆς πού φέρνει ἡ Ἐκκλησία καθώς καί ἡ θεμελιώδης δομή της (ἡ λατρεία, ἡ κανονική διάρθρωση κ.λ.π) δέν ἐπιδέχονται καμμία ἀνανέωση ἀφοῦ ἐκφράζουν καί «εἰκονίζουν» κάτι ἄλλο πέραν ἀπό τήν ἱστορία καί τόν παρόντα κόσμο, γι’ αὐτό καί ὁ ἐκσυγχρονισμός δέν χωρεῖ σέ πνευματικούς θεσμούς και ιεροκανονικές δομές, παρά μόνο στό βαθμό πού οἱ θεσμοί αὐτοί ἐνωτίζονται τίς ἀγωνίες καί τά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου μιᾶς συγκεκριμένης ἐποχῆς καί ἀντλοῦν τήν ἀπάντηση πού θά δώσουν μέσα ἀπό τίς σταθερές καί ἀμετάβλητες ἀρχές τῆς παράδοσης, στήν ὁποία στηρίζονται. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἡ παράδοση δέν εἶναι κάτι στατικό (παραδοσιαρχία, συντηρητισμός, συγκεκριμένη φορμαλιστική συμπεριφο-ρά) ἀλλά ἑρμηνεύεται μόνο ὡς πρός τά ἐρωτήματα πού τῆς θέτει κάθε ἐποχή, καί ὄχι ἀποκλειστικά ἀπό τίς ἀπαντήσεις της, καί επιπλέον ἀξιολογεῖται ἀπό τή χρήση τῶν ὅρων καί τῶν ἐκφράσεων μέ τίς ὁποῖες δομεῖ καί καταθέτει τήν ἀπάντησή της.

Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διακατέχεται ἀπό τό ἄγχος νά ἐμφανίσει σύγχρονο πρόσωπο, γιατί αὐτό πού ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτήν, δέν εἶναι κάτι ἀνάλογο μέ τά ἄλλα «σύγχρονα πρόσωπα», ἀλλά κάτι διαχρονικό, σταθερό καί αἰώνιο, τήν ἀλήθεια τοῦ «ἀληθῶς ὑπάρχειν».

δ) Ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία εἶναι διακονία καί ὄχι ἐξουσία ἤ διοίκηση. Εἶναι ἕνας ὅρος μέ τόν ὁποῖον ἐκφράζεται ἕνα εὐρύ περιεχόμενο ἐκκλησιαστικῶν δράσεων, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά περιγράφονται καί ἀπό κάποιες πολιτικοῦ τύπου νομοθεσίες, τά ὅρια ὅμως καί ἡ ἄσκηση αὐτῶν τῶν δράσεων καθορίζονται ἀπό τούς ἱερούς κανόνες καί τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰδοποιός διαφορά συνεπάγεται ὅτι δέν μπορεῖ νά ταυτίζεται ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί αὐθεντίας μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη μορφή ἐξουσίας ἤ νά υἱοθετεῖ μεθόδους καί πρότυπα ἄλλων κοσμικῶν ἐξουσιῶν ἤ κοινωνικῶν φορέων καί δομῶν.

ε) Ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἑνότητα καί τή διάκριση κλήρου καί λαοῦ, ὡς ἀναγκαία στήν ὅλη δομή καί λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ, ὅτι ἡ διάκριση αὐτή εἶναι καθαρά χαρισματική καί λειτουργική καί ἄρα ἱεραρχική καί ὄχι ὅπως λανθασμένα θεωρεῖται σήμερα ὡς μία ἀξιολογική ἱερωσύνη δημοσιοϋπαλληλικοῦ τύπου ἤ ὡς ἕνας τῦπος ὑπαλληλοποίησης τοῦ κλήρου.
Ἡ χαρισματική, ἱεραρχική καί λειτουργική διάκριση τῆς ἱερωσύνης καί ἡ ἀξιολογική ἐκτίμηση τοῦ διακονικοῦ της χαρακτῆρος περιγράφεται ἀπό τούς ἱερούς κανόνες καί ἀσκεῖται ἀπό τούς κανονικούς φορεῖς τῆς διακονίας, τόν ἐπίσκοπο καί τά συνοδικά ὄργανα, καί ὄχι ἀπό συμβούλια ἤ δομές ὑπηρεσιακῆς διοίκησης, ξένα πρός τήν ἱεροκανονική παράδοση, γι’ αὐτό καί κάθε ἄλλη μέθοδος, ξένη πρός τήν παράδοση αὐτή, τείνει στήν ἀποδυνάμωση ἤ περιθωριοποίηση τοῦ λειτουργήματος τοῦ ἐπισκόπου.

Χαρακτηριστική περίπτωση μιᾶς ἱερωσύνης δημοσιοϋπαλληλικοῦ τύπου ἀποτελεῖ ἡ διοργάνωση συνδικαλιστικοῦ ὀργάνου τῶν κληρικῶν, τό ὁποῖο δραστηριοποιεῖται ἐρήμην τόσο τοῦ ἐπισκόπου, σέ τοπικό ἐπίπεδο, ὅσο καί τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, σέ ἐπίπεδο περιφερειακό. Ἡ φιλελεύθερη αὐτή καί προτεσταντικοῦ τύπου θεώρηση τῆς ἱερωσύνης, ὁδήγησε πολλές φορές σέ πόλωση ἤ καί ἀντιπαλότητα μεταξύ τοῦ Ἐπισκόπου καί τοῦ συνδικαλιστικοῦ ὀργάνου τῶν κληρικῶν, ἐνῶ ἐνισχύει καί τήν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ κληρικός μπορεῖ νά δραστηριοποιεῖται αὐτονομημένα, διαφοροποιημένος ἀπό τήν ὅλη Ἐκκλησία, τόν ἐπίσκοπο καί τή σύνοδο, τίς ἀποφάσεις τῆς ὁποίας μπορεῖ νά κρίνει καί νά κατακρίνει.

Πρός τόν χαρισματικό, λειτουργικό καί ἱεραρχικό χαρακτήρα τῆς ἱερωσύνης ὀφείλει νά τείνει καί ἡ δομή καί λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης, γιά τήν ὁποία δέν εἶναι δυνατόν νά υἱοθετοῦνται ἐκκοσμικευμένα πρότυπα ἐκπαίδευσης, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ μία ἐξισορρόπηση, μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί τῆς δημόσιας παιδείας. Ἡ μίξη αὐτή μέ βεβαιότητα ὁδηγεῖ ἀρχικά σέ ἀλλοτρίωση τοῦ ὅλου πνεύματος τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐκκλησιαστικῆς σκοποθεσίας καί στή συνέχεια σέ ἀποτυχία. Ἡ ἱστορία ἔχει ἐπιβεβαιώσει κατά τό παρελθόν ὅλες αὐτές τίς ἐπιφυλάξεις.

στ) Ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία, ἐκφράζει ἕναν ἄλλο λόγο, θεολογικό καί ὄχι ἰδεολογικό. Ἡ πίστη εἶναι ἐμπειρία καί βίωμα, ἀποτελεῖ τήν εὐχαριστιοκεντρική βίωση τοῦ γεγονότος τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμέ-νης Ἀλήθειας, τήν ὁποίαν καλεῖται ὁλόκληρο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, νά βιώσει καί νά διατυπώσει λειτουργικά ἀλλά καί νά ἀποδεχτεῖ ἐμπειρικά, ὥστε νά τό κάνει περιεχόμενο ζωῆς. Δυστυχῶς ὅμως, σήμερα ἡ πίστη καί τό περιεχόμενο τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμένης Ἀλήθειας κατανοεῖται ὡς ἕνα «ἰδεολόγημα», τό ὁποῖο διασώζει, ἐπικροτεῖ ἤ ταυτίζεται ἕνα καί μόνο ἀποκλειστικό σύστημα. Εἴτε τό σύστημα τοῦ ὑπερσυντηρητισμοῦ, τό ὁποῖο ἀντιστρατεύεται τήν ἑνότητά της, μέσα στό ἴδιο ἐκκλησιαστικό σῶμα, εἴτε τό ἄλλο σύστημα τοῦ προοδευτισμοῦ, τό ὁποῖο ἀλλοτριώνει καί ὁδηγεῖ σέ διάσπαση. Οἱ ἐκπρόσωποι καί τῶν δύο αὐτῶν συστημάτων, χωρίς νά ἔχουν συνειδητοποιήσει, ὅτι μέ τήν ἔκφραση μιᾶς ἐκκοσμικευμένης καί απολυτοποιημένης ἀντίληψης καί μέ τήν ἐπιβολή τῶν δικῶν τους ἰδεολογικῶν ἀρχῶν συμβάλλουν στήν ἀλλοτρίωση τοῦ θεολογι-κοῦ καί κηρυγματικοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας. Σ’ αὐτήν τήν ἀντιπαλότητα ἤ τή διάσταση, συμμετέχει καί ὁ θεολογικός κόσμος, ἀλλά αὐτό εἶναι μία ἄλλη παράμετρος τοῦ θέματος, ἡ ἀνάλυση τοῦ ὁποίου δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Τί συνεπάγεται αὐτή ἡ διάσταση καί ἀλλοτρίωση; Νά εἶναι δυσδιάκριτο τό αὐθεντικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ Ἀλήθειας καί ἑρμη-νείας τῆς Ἀλήθειας ἀπό τήν «αἵρεση». Ἔτσι μέ μεγάλη εὐκολία διακηρύσ-σονται «κυοφορούμενες αἱρέσεις» ἤ ἀναπτύσσονται κατηγορητήρια κατά ἐπισκόπων καί από άλλους συνεπισκόπους γιά «αἵρεση», ἐπειδή ἡ πρόταση ἤ ἡ ἑρμηνεία τους δέν ταυτίζεται μέ τήν δική τους ἀντίληψη ἤ σκέψη, ἐπειδή τό λεξιλόγιό τους κατανοεῖται καί ἑρμηνεύεται μονοδιάστατα και ὄχι «συν-αφειακά». Ἐν ὀνόματι δέ αὐτῆς τῆς ἰδεολογοποιημένης κατανόησης τοῦ θεολογικοῦ λόγου τό διάστημα μεταξύ τῆς ἐσωστρέφειας ἤ τῆς ἐξωστρέ-φειας τῶν θεολογικῶν προτάσεων εἶναι δυνατόν νά ὁδηγήσει σέ σχίσματα καί παρασυναγωγές, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Μ. Βασιλείου. Ὁ ὀρθός ὅμως θεολογικός καί κηρυγματικός λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ μεσότης καί ὄχι ἡ ἀκρότης, ἐνῶ ὁ ὅρος «αἱρετικός» τείνει πλέον νά δηλώσει κάθε ἕναν, ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ μέ τήν ἄποψή μας, σέ πεῖσμα ὅσων ὁ ἱερός Φώτιος καί ἡ ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν περιορίζοντας σαφῶς τόν ὅρο αἵρεση μόνο σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ παράβαση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τήν ἵδρυση ἰδίας «Ἱεραρχίας».
Μία τέτοια ἀλλοίωση τοῦ θεολογικοῦ καί τοῦ κηρυγματικοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑφίσταται μόνο σέ ἐπίπεδο «θεωρητικό» ἀλλά ἔχει ἄμεση συνέπεια καί στήν ἴδια τή ζωή καί τή συμπεριφορά τῶν ἐκφραστῶν τους ἀλλά καί στή ἴδια τή λειτουργία τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν.

Ἔτσι :
¡) Ὑπό τήν ἐπίφαση τῆς παραδοσιαρχίας ἤ τῆς ἐσωστρέφειας, τοῦ προοδευτισμοῦ ἤ τῆς ἐξωστρέφειας, καί μέ ἀντίληψη καθαρά ἐκκοσμικευμένης νοοτροπίας, ὁδηγοῦν τήν χαρισματικήν ἱερωσύνη εἴτε στήν εἰκόνα ἑνός προτεσταντικοῦ τύπου εὐσεβισμοῦ (pietismus), ὅπου ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση καί συμπεριφορά ἀποτελοῦν τήν ἔνδειξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους παρουσίας, εἴτε στήν εἰκόνα μιᾶς ἱερωσύνης δυτικοῦ τύπου, ἡ ὁποία δραστηριοποιεῖται μέσω τοῦ κοινωνικοῦ ἀκτιβισμοῦ καί ἡ ὁποία ἐκφράζει μία ἄλλη ἀκόμη πτυχή τῆς ἐκκοσμίκευσης.

Στή Δύση ἡ Ἐκκλησία ταυτίστηκε μέ τόν κοινωνικό της ρόλο, τόν ὁποῖον ἀκόμη καί μοναχικά τάγματα τόν ὑπηρέτησαν μέ ἐξειδικευμένες καί μονομερεῖς πρωτοβουλίες, μέ σκοπό νά ἀνακουφίσουν τόν ἄνθρωπο «κοινωνικά». Ὅμως ἡ σύγχρονη οἰκονομική κρίση καταρρίπτει σιγά - σιγά αὐτό τό κοινωνικό πρόσωπο τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί τό οἰκοδόμημα τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας, μέ ἀποτέλεσμα σήμερα ὅλη αὐτή ἡ ἐφήμερη καί κοσμική διάσταση τῆς ἀκτιβιστικῆς ἱερωσύνης καί τοῦ μοναχισμοῦ νά ἀναζητεῖ τρόπους καί μέσα ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς ταυτότητάς τους καί χώρους δικαίωσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους ὕπαρξης καί δράσης ὡς ἱερέων ἤ μοναχῶν πλέον (!!!).

¡ ¡) Ἀκόμη καί ἡ διάσταση τῆς φιλανθρωπίας, ὡς κοινωνική πρόνοια, κατανοεῖται ὑπό τούς ὅρους ἑνός φορέως ἤ συστήματος πρόνοιας καί φιλανθρωπίας, ὅπου εἶναι δυνατόν νά λειτουργεῖ ἐρήμην τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκόπου, ὡς κατεξοχήν ποιμένος καί ὑπευθύνου τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας (πρβλ. Ἀποστολ. Διαταγές 2,27, 4. Ἰουνίου, Ἀπολογία 1,67,69) καί μάλιστα ὑπό τόν τύπον ὄχι τῆς ἐνοριακῆς ὀργάνωσης ἀλλά μιᾶς ἀποκλειστικῆς καί εἰδικῆς δομῆς διενοριακῆς ἤ διεπισκοπικῆς ἄσκησης τῆς φιλανθρωπίας (Μ.Κ.Ο.).

Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι νά κάνει κοσμικές δομές, παρόμοιες καί παράλληλες μέ τίς δομές ἑνός κράτους, γιά νά λύσει τά κοινωνικά προβλήματα.
Ὁ ὑγιής φιλανθρωπικός ρόλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προσωπικός. Δέν ἀπευθύνεται σέ κατηγορίες ἀνθρώπων ἀλλά δέχεται τόν κάθε ἄνθρωπο, ὡς πρόσωπο, σεβόμενη τήν ἐλευθερία του. Δέν βασίζεται σέ ἀριθμούς, οὔτε ἀξιολογεῖ τό ἔργο της ἀριθμητικά, ὅσο γοητευτικό καί ἐπικοινωνιακό καί ἄν εἶναι αὐτό.

¡ ¡ ¡) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἀντισταθεῖ σέ αὐτόν τόν τύπο τῆς φιλανθρωπίας καί νά μήν τόν κάνει αὐτοσκοπό τῆς ἀποστολῆς της καί τῆς δράσης της, γιατί θά χρειαστεῖ χρήματα, τά ὁποῖα θά ἀναζητήσει σέ χώρους ἔξω ἀπό τό ἐνοριακό πλαίσιο, καί τό ὁποῖο θά ἔχει ὡς ἐπακόλουθο μύριες ὅσες ἐξαρτήσεις καί ὑποχωρήσεις, συναλλαγές καί ἀνταλλάγματα, μέ ἀποτέλεσμα στό τέλος νά μήν ὁμοιάζει μέ Ἐκκλησία ἀλλά μέ ἀνώνυμη ἑταιρεία καί ἐνδεχομένως στά πρόθυρα τῆς πτώχευσης.

ζ) Ὁ Χριστιανισμός ὡς Ἐκκλησία, ἔχει μία διαφορετική θεώρηση λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖο περιγράφεται στίς κανονικές παραδόσεις καί δομές. Ἀποτελεῖ τόν κατ’ ἐξοχή κορμό τῆς διοικήσεως καί τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί κανένας ἐκκλησιαστικός ἤ πολιτειακός νομοθέτης δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τή λειτουργία του μέ ὁποιαδήποτε ἄλλης μορφῆς διοικητικό ὄργανο, συλλογικοῦ ἤ ἀτομικοῦ χαρακτήρα. Ἡ Σύνοδος εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπό τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦτο γιατί κάθε διαχωρισμός μεταξύ δόγματος καί βασικῶν διοικητικῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁπλᾶ ἀτυχής ἀλλά καί ἐπικίνδυνος. Οἱ κανονικοί θεσμοί τῆς Ἐκκλησίας δέν κατανοοῦνται χωρίς τήν ἀναφορά τους στίς θεολογικές ἐκεῖνες ἀρχές, οἱ ὁποῖες διέπουν τήν φύση τῆς Ἐκκλησίας και όπως Αυτή «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις» .

Κανένας θεσμός στήν Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς κανονικός καί ἐκκλησιολογικός θεσμός ἐάν δέν συνδέεται ἀπαραίτητα μέ τή βαθύτερη δογματική πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ κανονικές, λειτουργικές καί ἱστορικές πτυχές τοῦ θεσμοῦ τῆς Συνόδου σχετίζονται μέ τήν ὅλη δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί τό Ὀρθόδοξο Κανονικό Δίκαιο ὀφείλει νά μήν ἐπιτρέπει ἐξελίξεις καί μεταβολές ἱστορικοῦ χαρακτήρα, οἱ ὁποῖες καθοιονδήποτε τρόπο θίγουν τό ἐκκλησιολογικό περιεχόμενο λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ.

Δυστυχῶς ὅμως καί στόν θεσμό αὐτό, ὄχι μόνο συλλογικοῦ ἤ ἀτομικοῦ χαρακτήρα συμφέροντα ἀλλά κυρίως λανθασμένης ἀντίληψης λειτουργίας του, τείνουν νά μετατρέψουν το ρόλο της Συνόδου σέ Διοικη-τικό Συμβούλιο κάποιου Σωματείου ἤ Ἱδρύματος, τό ὁποῖο λύει τρέχοντα θέματα διοικητικῆς φύσεως ἤ βουλευτήριο ἀπόψεων καί ἀντιλήψεων- ἀτόμων ἤ συλλόγων ἀπό τίς ἀποφάσεις τοῦ ὁποίου ἱκανοποιοῦνται προσ-ωπικές θέσεις, ἰδιοτέλειες, σκοπιμότητες καί ἀλλότριες ἐπιδιώξεις.

Οἱ παρανοήσεις αὐτές, οἱ ὁποῖες ἄλλοτε ὁδηγοῦν σέ περιπέτειες τόν ἐκκλησιαστικό βίο, ἄλλοτε δέ σέ ἐσφαλμένες ἐκτιμήσεις συγκεκριμένων περιστατικῶν (ὅπως συμβαίνει μέ διάφορες ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἤ τήν ἐφαρμογή πολιτειακῶν νόμων γιά τήν "κανονική" καθαίρεση καί ἔκπτωση ἱεραρχῶν), πάντοτε δέ σέ διάβρωση τῶν θεολογικῶν θεμελίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας, σέ καταστρατήγηση τῆς κανονικῆς ἀρχῆς τῆς ἐδαφικότητας, σέ διεκδίκηση ἀπό Ἐκκλησίες ὑπερόριων μορφῶν δικαιοδοσίας καί παρεμβάσεων, μέ κίνδυνο τή διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀνάπτυξη ἑνός ἐκκλησιαστι-κοῦ ἐπεκτατισμοῦ, μέ ἀποτέλεσμα τόν κίνδυνο μιᾶς διάσπασης τῆς πανορθόδοξης ἑνότητος ἤ τήν ἐμφάνιση μιᾶς διάθεσης ἐσωστρέφειας, ἡ ὁποία κατανοεῖται ὡς αὐτάρκεια ἤ καί ἀδιαφορία κάποιων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἔναντι ἄλλων, γεγονός τό ὁποῖον και πάλιν ὑπονομεύει τό μέλλον τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνεργασίας.

η) Καί ἐρχόμεθα στό τελευταῖο στοιχεῖο, τό ὁποῖο πιστεύαμε ὅτι στήν σημερινή τάση ἐκκοσμίκευσης θά διατηροῦσε τόν «ἀντιστασιακό» του χαρακτῆρα, ὅπως γινόταν παλαιότερα μέσα στό χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί διακονίας, καί ἀναφέρομαι συγκεκριμένα στήν παρουσία καί στήν δράση τοῦ γνήσιου Ὀρθόδοξου Μοναχισμοῦ, τόν ἄλλον πνεύμονα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας.

Ἕνα στοιχεῖο σημαντικό, τό ὁποῖο ἄν καί λειτουργοῦσε πάντοτε ἀνανεωτικά, ἐν τούτοις διαφύλαττε τά διαχρονικά ἐχέγγυα τῆς παράδοσης, στήριζε ἀναγεννητικά τόν ἄνθρωπο καί προσπαθοῦσε μέσα ἀπό τήν ἄσκηση, τήν προσευχή, τή μετάνοια καί τό ἐκκλησιαστικό ἦθος νά μεταμορφώσει τά τοῦ κόσμου πράγματα καί νά ὑποδείξει τό μέτρο καί τόν τρόπο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Αὐτό συνεπάγετο ὅτι ὁ μοναχισμός δέν ἦταν ἀντικοινωνικός ἀλλά ἐπεδίωκε τήν ἔξοδο ἀπό τά σχήματα τοῦ κόσμου, ἐπικροτοῦσε τή δημιουργική ἐλευθερία μέσα ἀπό τήν αὐταπάρνηση, ἦταν ὁ τρόπος μετάβασης σέ μία ἄλλη κοινωνική διάσταση τῆς ζωῆς, ὅπου μέσα ἀπό τήν ἄσκηση, τή διακονία καί τήν ἐργασία (ἐργόχειρο) προσπαθοῦσε νά ἀλλάξει τό σκοπό τῆς ζωῆς καί νά τήν ἀνανεώσει χωρίς νά τήν καταστρέψει.

Δυστυχῶς ὅμως, ὅπως μᾶς ἐπιβεβαιώνουν καί τά τελευταῖα γεγονότα τῶν ἡμερῶν, ἀντί τό μοναχικό ἰδεῶδες νά μεταμορφώσει τόν κόσμο, μᾶλλον μεταμορφώνεται καί ἐκκοσμικεύεται, μέ ἀποτέλεσμα, ἡ ὀργανική σύνδεση μονῆς καί ἐπισκόπου νά ἀμφισβητεῖται, γεγονός τό ὁποῖο ὁδηγεῖ στήν υἱοθέτηση ἀκέφαλων ἐκκλησιαστικά μοναστικῶν κοινοτήτων. Βεβαιότητα καί σιγουριά δέν ἀντλοῦν πολλές μονές ἀπό τήν ἐκκλησιαστικότητά τους, δηλαδή ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀπό τά «Σωματεῖα φίλων ἱερῶν μονῶν καί ὑποστήριξης». Οἱ φιλανθρωπικές δραστηριότητές τους δέν ἀποτελοῦν ἔκφραση τοῦ διακονικοῦ χαρακτῆρος καί προέκταση τῆς μοναστηριακής τους ἐργασίας ἀλλά ἐπ-εκτείνονται μέσα ἀπό διάφορα εἴδη ἐπιχειρηματικῶν δομῶν, ὅπου οἱ Μ.Κ.Ο. καί οἱ off Short ἑταιρεῖες θεωροῦνται ὡς ὁ ἀποδοτικότερος τρόπος ἱκανοποίησης τῶν ἐπενδυτικῶν καί χρησιμοθηρικῶν ἐπιδιώξεών τους.

5. Μέ τό ὄχημα λοιπόν τῆς παγκοσμιοποίησης εἰσῆλθε στήν ἑλληνική σύγχρονη κοινωνία τῶν πολιτῶν ἡ οἰκονομική κρίση καί ἡ ἀναπτυξιακή ὕφεση, ἡ ὁποία τείνει νά διαταράξει τόν κοινωνικό ἱστό καί νά ὁδηγήσει σέ διάσπαση τήν κοινωνική συνοχή ἀλλά καί μέ ὅλα ὅσα ἀναφέραμε ὡς συνέπειες κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές, κοινωνιολογικές καί ἐκπαιδευτικές. Ἀλλά καί ἡ ἐκκλησιαστική διακονία, στόν ἑλ-ληνικό χῶρο δέν ἔμεινε ἀμέτοχη. Στήν ἐκκοσμικευμένη μορφή λειτουργίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν καί θεσμῶν ἐμφωλεύει ὁ ἄμεσος κίνδυνος νά ἀμαυρώσουμε τήν ἐκκλησιαστική μας ταυτότητα καί νά ἀπωλέσουμε τήν ἑνότητά μας.

Μία τέτοιου εἴδους ὅμως ἐκκλησιαστική διακονία, ἡ ὁποία πάσχει ἀπό ἔλλειμμα αὐτοκριτικῆς καί πλεόνασμα ἀπολογητικῆς διάθεσης, συνεπάγεται μία ἀπροθυμία νά ὑπερβεῖ τά θεολογικά στερεότυπα καί τά κοινωνικά πρότυπα, ὅσο καί τίς ἐπιμέρους πολιτισμικές, οἰκονομικές καί ἄλλες διαφορές, καί νά ἑνώσει τή φωνή της μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες στό ὄνομα καί γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου, γιατί διακατέχεται ἀπό τό φοβικό σύνδρομο τῆς ἐλλειμματικῆς αὐτοπεποίθησης τόσο ὡς πρός τήν πίστη ὅσο καί ὡς πρός τήν δυναμικότητα τῆς Ἀλήθειας, τήν ὁποίαν ὄφειλε νά ἐκφράζει.
Ποιές ὅμως εἶναι οἱ αἰτίες, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν τήν ἐκκλησιαστική μας διακονία σέ αὐτή τήν κρίση ταυτότητας;
Πρῶτον ἡ ὑπό τήν μορφή τῆς συναλληλίας ἐμφανιζόμενη τάση ἐναρμόνισης καί ἐξισορρόπησης μεταξύ τῆς κανονικότητας καί τῆς νομιμότητας, ἔστω καί ἄν παλαιότερα ἐτονίζετο, ὅτι σέ τοπικό ἐπίπεδο ἡ σχέση Κράτους καί Ἐκκλησίας «εὑρίσκεται εἰς τό μεταίχμιο μεταξύ τοῦ συστήματος τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας καί ἑνός καθεστῶτος συναλληλίας. Διότι σαφής τυγχάνει ἡ βούλησις τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου, ὅπως ἡ Ἐκκλησία παύσῃ νά ὑπόκειται εἰς τήν Πολιτείαν, ἑκατέρας τούτων ἀσχολουμένης μέ τά καθ’ ἑαυτήν ἴδια ζητήματα, ἀμφοτέρων δέ συνεργαζομένων ἐν ἰσοτιμίᾳ διά τά κοινά». Οἱ τελευταῖες ἐξελίξεις τόσο σέ νομοθετικό ὅσο καί σέ ἐπίπεδο συνεργασίας Κράτους καί Ἐκκλησίας ἐπιβεβαιώνουν πλέον γιά τήν ὕπαρξη μιᾶς «οἰονεί» μορφῆς συναλληλίας, σεβασμοῦ καί ἀποδοχῆς τῆς ἀρχῆς τῶν διακριτῶν ρόλων, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἐν ὀνόματι τῶν ὁποιωνδήποτε οἰκονομικῶν καί κοινωνικῶν μεταρ-ρυθμίσεων ἔχει υἱοθετήσει πλέον ὡς μονόδρομο τό δόγμα τῆς «νόμῳ κρατούσης Πολιτείας».

Δεύτερον ἡ Ἐκκλησία, μέσα στίς ἴδιες τίς δομές της υἱοθετεῖ πρότυπα κοσμικά ἐξ ἀντιγραφῆς μέ σκοπό, εἴτε γιά νά ἐπιβιώσει οἰκονομικά, εἴτε γιά νά ἀνταποκριθεῖ ἀποτελεσματικότερα στίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου της. Ὅμως τά ἐξ ἀντιγραφῆς αὐτά πρότυπα, ἐάν δέν ὁριοθετηθοῦν καί δέν τεθοῦν κόκκινες γραμμές, λειτουργοῦν στό ἴδιο τό σῶμα τοῦ θεσμοῦ ἀλλοτριωτικά, μέ ἀποτελέσματα ἀνάλογα καί ἀντίστοιχα μέ αὐτά πού περιέγραψα παραπάνω (γιά παράδειγμα σέ λίγο καιρό τό i-pad καί τό laptop θά ἀποτελέσουν στοιχεῖα τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῶν κληρικῶν, ὅπως ἤδη ἔχει γίνει μέ τίς τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές ἤ ἰντερνετικές ἀναμεταδόσεις τῆς Θείας Λειτουργίας γιά λόγους ποιμαντικούς, καί τό περιεχόμενο τοῦ λειτουργικοῦ κηρύγματος, τό ὁποῖο θεωροῦμε ὅτι πρέπει νά ἔχει ὁπωσδήποτε καί προεκτάσεις ἐθνικές ἤ κοινωνικές, μέ τίς ὁποῖες ἐμφανίζεται ἡ τάση ὑποκατάστασης τῆς ἐπί τό αὐτό σύναξης τῆς ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ φανερούμενης Ἐκκλησίας, καί ὅλα αὐτά προκαλοῦνται ἐπειδή ὑπάρχει ὄχι μόνο μία ὤσμωση πολιτιστική ἀλλά κυρίως καί μία ἀντίδοση ἰδιωμάτων καί διάθεση μιμητισμοῦ.

Ἡ ἐκκλησιαστική διακονία μπορεῖ νά ἀντιδράσει καί τώρα πού εἶναι ἀκόμη νωρίς νά θέσει, μέ βάση τό σεβασμό πρός τήν κανονική παράδοσή της, ὅρους καί προϋποθέσεις, ὄχι μόνο συνεργασιῶν ἀλλά καί υἱοθέτησης προτύπων. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέκαθεν δημιούργησε πολιτισμό, ὄχι ταυτιζόμενη μέ ἐφήμερες κοσμικές δυνάμεις, ἀλλά προβάλλουσα αἰώνιες πνευματικές ἀρχές. Τέτοιες βασικές καί θεμελιώδεις ἀρχές εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀκεραιότητα καί μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου, ἡ ὁλότητα καί ὁ σεβασμός τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί ὅλα ὅσα συναφῆ μέ αὐτά ἐκφράζουν τόν πολιτισμό ἑνός λαοῦ. Γι’ αὐτό καί ἔχει χρέος ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά πάρει συγκεκριμένη θέση καί ἀνάλογη στάση, ὡς πρός τούς κινδύνους πού ἐγκυμονεῖ ἡ παγκοσμιοποιημένη μορφή τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, μέσα στόν ὁποῖον ἡ ἀτομοκρατία, ὁ εὐδαιμονισμός, ἡ χρησιμοθηρία καί ἡ λογικοκρατία συγκροτοῦν τήν μορφή του καί ἀπό τά ὁποῖα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κινδυνεύει ὑπαρξιακά.

6. Ποιό εἶναι τό χρέος καί οἱ δυνατότητες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπέναντι στήν κρίση τῆς σύγχρονης κοινωνίας καί στήν τάση ἐκκοσμίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας;

Ἡ Ὀρθοδοξία : Πρῶτον δέν μπορεῖ νά ἀσκήσει δημιουργική κριτική τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ, χωρίς νά ἔχει βαθιά συνείδηση τῆς παράδοσης καί τῆς κληρονομιᾶς της.

Δεύτερον ἡ κριτική τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῆς κρίσης τῆς σύγχρονης κοινωνίας γιά νά εἶναι ἐποικοδομητική καί δημιουργική δέν πρέπει νά εἶναι πολεμική ἀλλά ἀποτέλεσμα συμπαθοῦς καί φιλανθρώπου συγκαταβάσεως στόν σύγχρονο ἄνθρωπο καί τά ὑπαρξιακά του προβλήματα.

Τρῖτον δέν πρέπει νά λησμονεῖ πλέον ὅτι ὁ δυτικός ἄνθρωπος δέν εἶναι ὁ ἄλλος, ὁ ἀπέναντι καί ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ ἐνορίτης, ὅπως θά εἶναι καί τά παιδιά του καί τά παιδιά τῶν παιδιῶν του.

Τέταρτον ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας γιά νά εἶναι ἐποικοδομητική καί δημιουργική, πρέπει νά λειτουργήσει σωστά ἡ Ἐνορία.

Πέμπτον πρέπει νά ἀρθρώσει λόγο σωτήριο γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τά ἀδιέξοδα πού ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει. Ἕκτον νά προβάλλει ἕνα πρότυπο καί μία στάση ζωῆς, ὥστε νά δημιουργήσει τήν ἐναλλακτική λύση στά ἀδιέξοδα πού δημιουργεῖ ὁ ἀτομισμός τῶν κοινωνιῶν καί ὁ εὐδαιμονισμός τοῦ πολιτισμοῦ μας, διαμορφώνοντάς του μία νέα συνείδηση.
Μόνο μία συγκροτημένη καί σωστή ἐνορία, ὡς εὐχαριστιακή κοινότητα, καί ἕνας πατροπαράδοτος μοναχικός βίος, σύμφωνος πρός τήν ἱστορία του καί τήν πατερική καί θεολογική παράδοσή του εἶναι δυνατόν νά καταστοῦν φορεῖς δράσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ἡ ὁποία μέ τόν τρόπο αὐτό θά προστατεύσει καί τήν ἴδια, ἀπό τήν ἀφομοίωση καί τό μιμητισμό, ἀλλά καί θά ἀποτελέσει τήν μικρή ζύμη πού ὅλον τό φύραμα ζυμοῖ.
Ἰδιαίτερα ὁ μοναχισμός πού ἔχει παρεξηγηθεῖ στίς μέρες μας καί ἔχει πολεμηθεῖ μέσα στήν ἴδια τήν Ὀρθοδοξία πρέπει νά ξανακερδίσει τήν ἐκτίμηση καί τόν σεβασμό. Τό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά ὄχι μόνο αὐτό, πρέπει νά ἀποτελέσει ὑγιές σημεῖον ἔλξης πολλῶν νέων ἀνθρώπων, ὥστε νά καταστεῖ καί πάλι μία ζωντανή παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στόν σύγχρονο κόσμο.

Τό τελευταῖο πρόβλημα τό ὁποῖο πρέπει ἡ Ὀρθοδοξία νά ἀντιμετωπίσει, προκειμένου νά συμβάλλει οὐσιαστικά στήν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων κρίσης τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι ἡ ἔντονη κρίση ταυτότητας πού προέρχεται ἀπό μία θεολογική σύγχυση, πού δυσκολεύει τήν ἀνάπτυξη σαφῶν θεολογικῶν κριτηρίων, μία ἀσυνέπεια μεταξύ θεολογικῶν ἀρχῶν καί πρακτικῆς καί μία ἀγκίστρωση ἀπό τό Κράτος ἀπό τό ὁποῖο ἀντλεῖ ἀσφάλεια.
Τό ξεκαθάρισμα τῶν θεολογικῶν κριτηρίων εἶναι σήμερα ἐπεῖγον θέμα γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ἡ διαλεκτική μεταξύ παράδοσης καί σύγχρονου κόσμου εἶναι ἀπαίτηση, μάλιστα σέ ἕναν κόσμο ὅπου οἱ σύγχρονες φιλοσοφίες καί ἰδεολογίες τείνουν νά παραμορφώσουν τό πρόσωπο καί τήν ἐλευθερία του. Ἡ ὁριοθέτηση τῶν καθαρῶν σχέσεων συναλληλίας καί ὁ σεβασμός στήν λειτουργία τῶν διακριτῶν ρόλων, μέ ἕνα νέο πλαίσιο σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, θά δώσει στήν Ἐκκλησία περισσότερες δυνατότητες δράσης καί συμβολῆς στήν ἐπίλυση τῶν διαφόρων ποιμαντικῶν προβλημάτων καί ἐπιβίωσης τοῦ ποιμνίου της.

Μακαριώτατε,
Μία θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας ἐμποτισμένης μέ τίς ἀρχές τῆς θεολογικῆς, λειτουργικῆς, κανονικῆς καί πατερικῆς παράδοσης θά καταστήσει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἕνα ἰσχυρό ἀνάχωμα προ-κειμένου νά ἀποφευχθεῖ ἡ σκύλλα τῆς βαβυλωνείου παγκοσμιοποίησης καί ἡ χάρυβδη τῆς ἀλλοτριωτικῆς ἐκκοσμίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί διακονίας, ἀλλά συγχρόνως θά ἀποτελέσει καί μία οὐσιαστική συμβολή στήν ὑπέρβαση ἤ καί τήν ἐπίλυση πολλῶν προβλημάτων τῆς κρίσης καί τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ἀρκεῖ νά μήν χάσουμε τήν ταυτότητά μας καί τήν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία.
Μόνο μία Ὀρθοδοξία ζωντανή, ἀνοικτή, πού δέχεται μέ στοργή καί ἀγάπη ὅλους, πού ζῆ μέ τήν αἴσθηση τῆς καθολικῆς εὐθύνης της στόν ἑνοποιούμενο σύγχρονο κόσμο μπορεῖ νά παραμείνει ἄτρωτη ἀπό τίς ποικίλες μορφές τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς ἐκκοσμίκευσης, γιατί μόνον ὅταν ἕνα σῶμα εἶναι δυνατό, ὑγιές καί ἀκμαῖο μπορεῖ εὐκολότερα νά ἀπορρίψει κάθε τι ξένο πού ἐπιδιώκει νά τό ἀλλοιώσει ἐνῶ μέ ταχύτερους ρυθμούς μπορεῖ νά ἐπουλώσει καί τίς κατά καιρούς πληγές του.

Λόγος του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, πού ἐκφωνήθηκε τήν 6ην Φεβρουαρίου 2012, στό Διορθόδοξο Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατά τήν κοινήν Σύσκεψιν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν Καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.


Προηγούμενη σελίδα | Εκτύπωση