ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΘΕΟΛΟΓΙΑ»

       Ἡ Θεολογία εἶναι ἐπιστημονικὸ περιοδικό, τὸ ὁποῖο ἐκδίδεται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τήν Θεολογία, ὅπως καὶ τὸ ἐπίσημο Δελτίο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία», ἵδρυσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος τὸ 1923, σὲ μία ἐξαιρετικὰ δύσκολη περίοδο, ὅταν ἡ Ἑλλάδα προσπαθοῦσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς συνέπειες τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Καθὼς σημειώνεται στὸν πρόλογο τοῦ α’ τεύχους, ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος «μόλις ἀνερρήθη ἀπὸ τῆς πανεπιστημιακῆς ἕδρας ἐπὶ τὴν προεδρίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν τοῖς πρωτίστοις αὐτοῦ μελήμασιν ἐλογίσατο τὴν δημοσίευσιν οὐ μόνον τῆς «Ἐκκλησίας» ὡς ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τῆς «Θεολογίας» ὡς ἐπιστημονικοῦ θεολογικοῦ περιοδικοῦ, ἵνα …παράσχῃ καὶ τοῖς παρ’ ἡμῖν θεολόγοις τὰς ἀφορμὰς καὶ μέσα πρὸς δημοσίευσιν τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῶν πονημάτων καὶ μελετῶν». Ἡ ἔκδοση αὐτὴ κάλυψε ἕνα μεγάλο κενό, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, «καιρικῶν ἕνεκα λόγων», δὲν εἶχε μέχρι τότε στὴ διάθεσή της οὔτε δημοσιογραφικὸ ὄργανο οὔτε περιοδικὴ θεολογικὴ ἔκδοση. Ἔκτοτε, τὸ ἔργο τῆς διεύθυνσης τοῦ περιοδικοῦ ὑπηρέτησαν σημαντικὲς θεολογικὲς καὶ ἀκαδημαϊκὲς προσωπικότητες.

       Ἡ διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ, κατὰ τὴν πρώτη περίοδο τῆς ἔκδοσής του (1923-1939), ἀνετέθη ἀπὸ τὸν ἱδρυτή του στὸν Καθηγητὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ Ἀκαδημαϊκὸ Γρηγόριο Παπαμιχαήλ (1874-1956), ὁ ὁποῖος ὡς ἱδρυτὴς τοῦ περιοδικοῦ «Νέα Σιών» τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων καὶ κύριος συνεργάτης τῶν περιοδικῶν «Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος» τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καἰ «Ἐκκλησιαστικὸς Κῆρυξ» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἀλλὰ καὶ ὡς διευθυντὴς τοῦ βραχύβιου περιοδικοῦ «Καινὴ Διδαχή» τῶν Ἀθηνῶν, διέθετε τὴν ἀπαιτούμενη γνώση καὶ ἐμπειρία. Ἡ ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ διεκόπη τὸ 1939 μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἱδρυτῆ του Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου (1938). Ἡ Θεολογία ἐπανεξεδόθη κατὰ τὴν δεύτερη αὐτὴ περίοδο τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1940 καὶ τὴν διεύθυνσή της ἀνέλαβε ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσάνθου, μέλη τῆς ὁποίας ἦταν οἱ Καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, Γεώργιος Σωτηρίου καὶ Παναγιώτης Μπρατσιώτης. Ἡ κήρυξη τοῦ πολέμου καὶ ἡ Κατοχὴ διέκοψαν ἐκ νέου τὴν ἔκδοση τῆς «Θεολογίας» καὶ μάλιστα ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν. Ἡ Θεολογία ἐπανεκδίδεται καὶ πάλι τὸ 1948 καλύπτοντας μὲ τὸν ΙΘ΄ τόμο τὴν περίοδο 1941-1948. Κατόπιν συνέχισε ἀπρόσκοπτα τὴν ἔκδοσή της ὑπὸ τὴν διεύθυνση τετραμελοῦς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἑκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ἀποτελούμενη ἀπὸ τοὺς Καθηγητὲς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Γρηγόριο Παπαμιχαὴλ μέχρι τον θάνατό του (1956) καὶ κατόπιν Παναγιώτη Μπρατσιώτη, Βασίλειο Βέλλα καὶ Ἰωάννη Καρμίρη. Τὸ 1968 ἡ διεύθυνση τῆς «Θεολογίας» ἀνετέθη στὸν Καθηγητὴ καὶ Ἀκαδημαϊκὸ Κωνσταντῖνο Μπόνη, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὸ περιοδικὸ μέχρι τὸ 1982. Στὴ συνέχεια καὶ μέχρι τὸ 2009 τὴ διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ ἀνέλαβε ὁ Καθηγητὴς Εὐάγγελος Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος ἤδη ἀπὸ τὸ 1949 διακονοῦσε εὐδόκιμα τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὡς συντάκτης καὶ κατόπιν ἀρχισυντάκτης τῶν περιοδικῶν «Ἐκκλησία» καί «Ἐφημέριος», συμβάλλοντας στὴν ἐπιτυχῆ καὶ ἀδιάλειπτη πορεία τους. Ἔκτοτε, ἡ Θεολογία ἐποπτεύεται μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δύο περιοδικὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ συνοδικὴ ἐπιτροπὴ μὲ ἐνιαύσια θητεία.

       Ἡ συμβολὴ τῆς «Θεολογίας» στὴν καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς ὀρθόδοξης θεολογίας στάθηκε μοναδικὴ καὶ ἐξελίχθηκε ὡς τὸ ἐγκυρότερο ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας. Στὶς σελίδες της φιλοξένησε ἄρθρα καὶ μελέτες ὄχι μόνο ἀκαδημαϊκῶν ἀλλὰ καὶ νέων θεολόγων ἢ ἐπιστημόνων συναφῶν κλάδων καὶ ἐπιστημῶν. Ἡ δυνατότητα μάλιστα ἔκδοσης τοῦ περιοδικοῦ ἀνὰ τρίμηνο κράτησε ὄχι μόνο ἀμείωτο τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀναγνωστῶν του ἀπὸ τεῦχος σὲ τεῦχος, ἀλλὰ καὶ τὰ δημοσιεύματά του στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπικαιρότητας. Στή Θεολογία δημοσιεύονται πρωτότυπες καὶ ἀνέκδοτες ἐπιστημονικὲς πραγματεῖες, ἄρθρα, δοκίμια καὶ βιβλιοκρισίες, δηλαδή, κείμενα καὶ μελέτες οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στοὺς διάφορους τομεῖς τῆς θεολογικῆς, κυρίως, ἐπιστήμης. Ἡ Θεολογία, πέραν τῆς ἑλληνικῆς, δημοσιεύει ἐπιστημονικὲς πραγματεῖες καὶ στὴν ἀγγλική, γαλλικὴ ἢ γερμανικὴ γλώσσα.

       Ἐνῶ κατὰ τὴν προπολεμική της περίοδο ἡ Θεολογία ἐξέδιδε τέσσερα τεύχη τῶν ἑκατὸ σελίδων τὸ καθένα, μεταπολεμικὰ τριπλασίασε τὴν ὕλη της καὶ κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες κάθε ἐτήσιος τόμος της ὑπερβαίνει τὶς χίλιες σελίδες. Ἡ κάλυψη τῆς δαπάνης ἔκδοσης τῆς «Θεολογίας», ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ἐπίσημων περιοδικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ νομοθετικὰ εἰσπράττεται ἕνα ποσοστὸ ἀπὸ τὴ μισθοδοσία τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου, δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις ὥστε μὲ τὰ ἔσοδα αὐτὰ νὰ χρηματοδοτοῦν καὶ ἄλλες ἐκδοτικὲς προσπάθειες. Ἔτσι, ἐξεδόθησαν στὸ παρελθὸν τό «Βιβλιογραφικὸν Εὑρετήριον Πραγματειῶν τῆς Θεολογίας 1923-1962» ἀπὸ τὸν Ἀρχιμ. Χρυσόστομο Ρουμελιώτη, τὰ τεύχη τῆς «Ἑλληνικῆς Θεολογικῆς Βιβλιογραφίας» (ἔτη 1977-1983) ἀπὸ τὸν Ἀδαμάντιο Ἀνεστίδη καὶ ἡ «Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη» (22 θεματικοὶ τόμοι).

       Κατὰ τὴν πρώτη περίοδο ἔκδοσής της (1923-1939) ἡ Θεολογία στοιχειοθετήθηκε καὶ τυπώθηκε στὸ τυπογραφεῖο «Φοίνιξ» στὴν ὁδὸ Σταδίου. Ἀργότερα, ἀπὸ τὸ 1956 τὴν ἔκδοσή της ἀνέλαβε τὸ Τυπογραφεῖο τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας. Ἀρχικὰ τὰ γραφεῖα τοῦ περιοδικοῦ στεγάσθηκαν στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἀθηνῶν, στὴν ὁδὸ Ἁγίας Φιλοθέης, ὅπως καὶ τὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Κατόπιν, ὅταν οἱ ὑπηρεσίες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μεταφέρθηκαν στὸ Κολωνάκι στὸ παλαιὸ Θεολογικὸ Οἰκοτροφεῖο τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας στὸ χῶρο τῆς Μονῆς Πετράκη, ἡ Θεολογία καὶ τὰ ἄλλα περιοδικὰ μεταστεγάσθηκαν καὶ αὐτὰ στὸν ἴδιο χῶρο. Σήμερα ἡ Θεολογία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα περιοδικὰ καὶ τὶς συνοδικὲς ὑπηρεσίες στεγάζονται στὸ συνοδικὸ μέγαρο τῆς Μονῆς Πετράκη στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν Ἰωάννου Γενναδίου καὶ Ἰασίου.

       Ἀγγίζοντας ἤδη τὴν ἔνατη δεκαετία παρουσίας του στὰ θεολογικὰ γράμματα, τὸ περιοδικό Θεολογία ἀποτελεῖ ἤδη πολύτιμη παρακαταθήκη γιὰ τὴν θεολογικὴ ἔρευνα διεθνῶς ἀλλὰ καὶ ἱστορικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἑλληνικὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη. Οἱ προκλήσεις τῶν καιρῶν, ἀλλὰ κυρίως οἱ θεολογικὲς καὶ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας φανερώνουν ὅτι στὶς μέρες μας ἡ Θεολογία δίχως νὰ ἀποβάλει τὸν ἀκαδημαϊκὸ καὶ ἐπιστημονικό της χαρακτήρα, μπορεῖ νὰ γίνει ἕνα πιὸ δυναμικὸ καὶ ἐνδιαφέρον περιοδικό. Ἐπιστρέφοντας στὴν τριμηνιαία ἔκδοσή της, ἡ Θεολογία θὰ κυκλοφορεῖ τέσσερα τεύχη ἀνὰ ἔτος. Ἀπὸ αὐτά, τὰ δύο τεύχη θὰ εἶναι ποικίλης θεολογικῆς ὕλης καὶ τὰ ἄλλα δύο θὰ ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα κάθε φορὰ θεολογικὰ ἀφιερώματα.