

|
| ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ |
Ορθοδοξία και Κοινωνία των Πολιτών στο νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι
Δρ Κων/νος Β. Ζορμπάς
Θεολόγος-Κοινωνιολόγος Διευθυντής του Παρατηρητηρίου Κοινωνικών Φαινομένων της Εκκλησίας της Ελλάδος
Αθήνα, 16.3.2005
1. Ευχαριστίες
Υπολογίζοντας στην επιείκειά σας, Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι, επιθυμώ να σας ευχαριστήσω θερμά για την εξαιρετική τιμή της πρόσκλησής Σας. Ελπίζω να συμβάλλω κι εγώ, με τις ελάχιστες δυνάμεις μου, στο σημαντικό έργο του «Λαϊκού Πανεπιστημίου» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εύχομαι να συνεχισθεί η προσπάθεια αυτή της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητας και να τονώσει ακόμη περισσότερο τη δημιουργική έμπνευση της Εκκλησίας μας, για την οποία όλοι είμαστε περήφανοι. Έμπνευση που συνεχίζεται και με μία ακόμη πολύτιμη πρωτοβουλία, του Παρατηρητηρίου Κοινωνικών Φαινομένων της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο φιλοξενείται από την Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος, και επιθυμώ, Μακαριώτατε, να σας ευχαριστήσω και δημοσίως για την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό μου, να μου αναθέσετε το δύσκολο έργο της διεύθυνσης τού παραπάνω νέου εκκλησιαστικού οργανισμού της Εκκλησίας μας.
*
Στο φετινό πρόγραμμα του β’ εξαμήνου του «Λαϊκού Πανεπιστημίου» με το γενικό θέμα: «Η μεγάλη Ευρώπη και η θέση της Ορθοδοξίας στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι», διέγνωσα τη διάθεση για ένα ουσιαστικό διεπιστημονικό διάλογο. Ένα διάλογο στα νέα δεδομένα της κοινωνικής πραγματικότητας, χρησιμοποιώντας μια «γλώσσα που δεν θα είναι αρτηριοσκληρωτική», όπως σημειώσατε στην ομιλία Σας στην πρόσφατη Ιεραρχία. Ανοίγεται με τον τρόπο αυτόν ένα παράθυρο για μια πληρέστερη και πιο σφαιρική προσέγγιση του θέματος γύρω από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Είναι σημαντικό που η σημερινή ομιλία συμπίπτει με μια σειρά πολλαπλών ενημερωτικών εκδηλώσεων και αρχίζουν αύριο (17 Μαρτίου) για την Άνοιξη της Ευρώπης και θα έχουν ως θέμα το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Το θέμα μας προσλαμβάνει σήμερα νέες διαστάσεις, λόγω των ποικίλων κοινωνικών και πολιτισμικών ανακατατάξεων στην Ευρώπη. Με την αναμφιβόλως αναγκαία εξειδίκευση αναγνωρίζεται ότι χρειάζεται η σφαιρικότητα και η αναγκαία διεπιστημονικότητα, γι’ αυτό και η δική μας προσέγγιση θα είναι περισσότερο κοινωνιολογική και λιγότερο θεολογική.
2. Εισαγωγικά ερωτήματα
Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες γίνονται όλο και πιο γρήγορα πλουραλιστικές. Διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις συνυπάρχουν, ο αθεϊσμός επανέρχεται με νέες μορφές, ενώ ανατολικές κυρίως θρησκείες αναπτύσσονται στο σώμα της Ευρώπης.
Ασφαλώς και στην πρώτη πράξη δημιουργίας της Ευρώπης ο γερμανός Konrad Adenauer και ο Robert Schuman, Υπουργός Εξωτερικών Υποθέσεων της Γαλλίας, βασιζόμενος σε μια σημαντική πρόταση του Jean Monnet, που ο ίδιος εξέφρασε στις 9 Μαΐου 1950, οι οπαδοί της Ευρώπης ονειρεύτηκαν διαφορετικά το ξεκίνημα της. Έκτοτε η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποστεί ποικίλες μεταλλάξεις, ενώ οι συγκρούσεις συνεχίζονται: Κόσοβο, Μολδαβία, Κύπρος. Η Ισπανία υποφέρει από την τρομοκρατία, ενώ πολλές γεωγραφικές περιοχές δεν επιθυμούν να ενταχθούν στο γενικότερο εθνικό χώρο, όπως η Καταλονία στην Ισπανία, η Κορσική στη Γαλλία, κ.ά. Κι όλα αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα.
Ποιος λοιπόν είναι ο ρόλος μας, ποια είναι η ευθύνη μας στην οικοδόμηση της Ευρώπης; Οι ηθικές αξίες έχουν άραγε θέση στην ανάπτυξη του νέου ευρωπαϊκού γίγνεσθαι; Οι Εκκλησίες μπορούν να κάνουν αυτή την παρέμβαση; Φέρουν άραγε ευθύνη για το μέλλον της; Από πού και με ποιο τρόπο προέρχεται το ενδιαφέρον αυτό; Πρόκειται άραγε να ανακαλύψουμε ότι είμαστε ευρωπαίοι στην γηραιά ήπειρο(1) ή να την οικοδομήσουμε κομμάτι-κομμάτι(2); Ποια θέματα έχουν σχέση με την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο και ποια θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο του διαλόγου; Και ασφαλώς τι έχουμε να προσφέρουμε εμείς ως ελληνορθόδοξοι; Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε όσο μπορούμε πιο γρήγορα.
3. Κοινωνία των Πολιτών (Civil society)(3)
Θέλοντας να σχηματοποιήσουμε τα νέα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της εποχής μας θα μπορούσαμε να πούμε ότι εάν η οικονομική αγορά χρησιμοποιεί την οικονομική εξουσία, οι κυβερνήσεις την πολιτική εξουσία, τότε η «Κοινωνία των Πολιτών» ενεργοποιεί την πολιτισμική εξουσία. Ο πολιτισμός βρίσκεται παντού· στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, τη γνώση, τα σύμβολα, την ηθική, την ταυτότητα κ.ά. Η «πολιτισμική σφαίρα» της κοινωνίας βρίσκεται στο σύστημα της κοινωνίας που ακουμπά την ανάπτυξη και μεταποιεί την ίδια τη γνώση σε έννοια ιερή, σε τέχνη και σε ηθική. Ο πολιτισμός αποτελεί κομμάτι της κοινωνίας όπου παράγονται η ταυτότητα και η ουσία των πραγμάτων. Το πρώτο αφορά ολόκληρο τον πλανήτη. Κινεί την πολιτική ακόμη και την οικονομία και εκφράζει την ταυτότητα ενός λαού, ενός έθνους ή πολιτισμού. Η ανάγκη περιγραφής της ουσίας των πραγμάτων κυριαρχεί κυρίως στην εκκοσμικευμένη κοινωνία. Η αποστροφή από την πολιτική, την ιδεολογία και τους θεσμούς επαναφέρει στην επικαιρότητα ζητήματα όπως την αρχή της ζωής, του πόνου και του θανάτου. Και τα δύο, ουσία και ταυτότητα, είναι αναγκαία, και τα δύο μαζί προσφέρουν γνωσιολογικές, συναισθηματικές και ηθικές κατευθύνσεις. Με άλλα λόγια ο πολιτισμός είναι η πηγή, που ορίζει και συγκρατεί όλη την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Τι είναι όμως η «Κοινωνία των Πολιτών»; Η Λευκή Βίβλος (White Paper) –Πράσινη Βίβλος (Green Paper)- περιέχει μια σειρά από συστάσεις σχετικά με τα μέσα και την ενίσχυση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, την αύξηση της νομιμότητας των θεσμικών οργάνων και το ρόλο των Εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Ο όρος είναι σχετικά νέος και χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα ως μετάφραση του αγγλικού όρου ‘civil society’(4). Η «Κοινωνία των Πολιτών», εάν και δεν ορίζεται, αποτελεί σίγουρα ένα συμπλήρωμα του Κράτους, διαμέσου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), που προσπαθούν να σταθούν απέναντι στα μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά, οικολογικά ή άλλα προβλήματα. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι Εκκλησίες αποτελούν μέρος της "Κοινωνίας των Πολιτών".
Το περιεχόμενό της ορίζεται στην Υποσημείωση 9 της Λευκής Βίβλου ως εξής: "Η κοινωνία των πολιτών περιλαμβάνει συνδικαλιστικές ενώσεις και οργανώσεις εργοδοτών ("κοινωνικοί εταίροι"), κυβερνητικές οργανώσεις, επαγγελματικά επιμελητήρια, φιλανθρωπικές οργανώσεις, οργανώσεις λαϊκής βάσης, οργανώσεις στις οποίες πολίτες συμμετέχουν υπό ιδιόμορφες καταστάσεις στην τοπική και δημοτική ζωή, εκκλησιαστικές και θρησκευτικές κοινότητες". Τονίζεται ακόμη ότι «η κοινωνία των πολιτών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προβολή των ανησυχιών του πολίτη και την παροχή των υπηρεσιών που εξυπηρετούν τις ανάγκες του λαού. Οι εκκλησιαστικές και θρησκευτικές κοινότητες θα συμβάλλουν κι αυτές σημαντικά… Πρόκειται για μια ευκαιρία να εμπλακούν πιο ενεργά οι πολίτες στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης και να τους προσφερθεί ένα διαρθρωμένο πλαίσιο για αντίδραση, κριτική, διαμαρτυρία»(5).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το Πρόγραμμα «Δώστε μια ψυχή στην Ευρώπη», που είχε αρχίσει με τον Πρόεδρο Ντελόρ, και στις αρχές του έτους ολοκληρώθηκε. Αντί αυτού ο Επίτροπος Jan Figel, σε πρόσφατο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες (3-4.2.2005) με θέμα την ενεργοποίηση των πολιτών της Ευρώπης, αποφάσισε την ενεργοποίηση ενός νέου Προγράμματος με τίτλο «σκέφτομαι την Ευρώπη» (think Europe) με σκοπό την αναζήτηση των αξιών των ευρωπαίων πολιτών. Το Πρόγραμμα θα αρχίσει το 2007 και θα ολοκληρωθεί το 2013. Βλέπουμε πόση σημασία δίδεται στις ημέρες μας το θέμα των πολιτών στην Ευρώπη!
Με άλλα λόγια η «Κοινωνία των Πολιτών» αναφέρεται στις ομάδες ή τους οργανισμούς που λειτουργούν εκτός των επίσημων δομών και θεσμών ενός Κράτους. Περιλαμβάνουν τους κοινωνικούς εταίρους, δηλαδή τις συντεχνίες και τους συνδέσμους εργοδοτών, τις ΜΚΟ που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά για ένα κοινό σκοπό, όπως είναι οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι ομάδες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι σύνδεσμοι καταναλωτών, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί, οι οργανισμοί νεολαίας, οι οικογενειακοί οργανισμοί, οι θρησκευτικές κοινότητες και όλοι οι οργανισμοί στους οποίους συμμετέχουν οι πολίτες σε τοπικό επίπεδο και σε επίπεδο δήμου. Η ιδέα της κοινωνίας των πολιτών, γίνεται όλο και πιο σημαντική και θεωρείται ότι είναι ένας τρόπος με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επανασυνδεθεί με τους πολίτες. Είναι εύστοχη, λοιπόν, η απορία για το εάν και κατά πόσο οι Εκκλησίες μπορούν να ενταχθούν στην «Κοινωνία των Πολιτών». Για την Εκκλησία όμως η «Κοινωνία των Πολιτών» δεν τίθεται ως πόλος αντιπαράθεσης ή ως κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη ζωή και τη δράση της. Η ίδια συνεχίζει να φροντίζει και να πορεύεται μαζί με τον άνθρωπο, ανεξάρτητα ή σε συνεργασία με τη λειτουργία των ΜΚΟ. Δίδει προτεραιότητα στον άνθρωπο και στις σχέσεις του με το Θεό και τους συνανθρώπους βασισμένες σε μια «Κοινωνία των Πιστών», λειτουργούσα σωστικά και για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Ίσως εδώ θα πρέπει να αναζητήσουμε και την ιδιαιτερότητα λειτουργίας της ΜΚΟ «Αλληλεγγύη» της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το περιεχόμενο της έννοιας «Κοινωνία των Πολιτών» θα μπορούσε να έχει μεγάλη σημασία για τις Εκκλησίες κυρίως όταν τίθενται ερωτήματα αυτοκριτικής: Πρώτον, υπάρχουν κάποιες αξίες στην «Κοινωνία των Πολιτών» που μπορούν να προστεθούν στις ήδη υπάρχουσες αξίες της Εκκλησίας ή και αντιστρόφως. Δεύτερον, η ύπαρξη της «Κοινωνίας των Πολιτών» έγινε άραγε αιφνίδια στην κοινωνία μας ή προϋπήρχε; Τρίτον, τί είναι αυτό που ανάγκασε τη δημιουργία της και δεν μπόρεσε να το συμπληρώσει η Εκκλησία;(6)
4. Η ηθική της Ευρώπης
Μέσα στην ιστορία της ευρωπαϊκής κοινότητας σίγουρα η έννοια της ηθικής δεν είναι απούσα. Η ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) πρόκειται για μια πρώτη σημαντική απόφαση και έχει ως στόχο τον εκμοντερνισμό της αγροτικής ανάπτυξης της υπαίθρου. Ασφαλώς υπάρχει και η πλευρά της αλληλεγγύης. Αλληλεγγύη από τις πλούσιες αγροτικές περιοχές (π.χ. Γαλλία) προς άλλες φτωχότερες. Μεταφορά ενός μεγάλου οικονομικού ποσού από τις πλούσιες Χώρες σε άλλες φτωχότερες (Ιρλανδία, Πορτογαλλία, Ελλάδα). Το κοινωνικό ευρωπαϊκό πρωτόκολλο που υιοθετήθηκε από τη Σύνοδο Κορυφής του Maastricht κ.ά. Υπάρχουν ηθικά στοιχεία που μπορεί να τα εντοπίσει κανείς σε θέματα βιοηθικής.
Σήμερα έχουμε δύο πολύ σημαντικά κείμενα στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως: Το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης και το Σχέδιο της Συνθήκης για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρώπης (δηλαδή το Ευρωσύνταγμα, όπως το γνωρίζουμε όλοι μας). Γιατί αυτά τα κείμενα είναι σημαντικά; Πρώτον, διότι αποβλέπουν στην επαγρύπνηση των πολιτών της Ευρώπης και δεύτερον, διότι αποσκοπούν στη διασφάλιση της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στην Ευρώπη των 25 Κρατών-μελών, στην οικονομία, την πολιτική και την κοινωνία.
Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά τους σε σχέση με το θέμα μας, κυρίως σ’ αυτό που ονομάζουμε «νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι».
4.1. Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης
Με τη Συνθήκη του Maastricht θεσπίσθηκε η Ένωση της Ευρώπης και κατά κάποιο τρόπο και ο ευρωπαίος πολίτης (citoyenneté européenne)(7). Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι ο πολίτης έχει δικαιώματα. Έπρεπε να ορισθούν αυτά τα δικαιώματα. Το 1997, και με την αναθεωρητική Συνθήκη του Amsterdam, αποφασίσθηκε η σύνταξη μιας Χάρτας για τα δικαιώματα των πολιτών, η οποία ολοκληρώθηκε στη Νίκαια, το 2001. Για τη σύνταξη της Χάρτας αυτής έγιναν πολύτιμες προσπάθειες. Η «Κοινωνία των πολιτών» έλαβε μέρος στο διάλογο αυτό και κατατέθηκαν προτάσεις από μεγάλα δίκτυα οργανώσεων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οργανώσεις αλληλεγγύης απέναντι στους μετανάστες, πρόσφυγες και όσων ζητούν άσυλο.
Όλη αυτή η εργασία είχε ως αποτέλεσμα το άνοιγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην κοινωνία. Στόχος ήταν η συγγραφή μιας Χάρτας των δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών, των βασικών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή όλων των ανθρώπων που βρίσκονται στο γεωγραφικό χώρο της Ένωσης, είτε πρόκειται για τους πολίτες της, είτε για εργάτες νόμιμους του τρίτου κόσμου, είτε για παράνομους ή ακόμη και αυτούς που ζητούν άσυλο.
4.2. Το περιεχόμενο του Χάρτη
Στο Προοίμιο αναφέρεται ότι: «Οι λαοί της Ευρώπης, εγκαθιδρύοντας μεταξύ τους μία διαρκώς στενότερη ένωση, αποφάσισαν να μοιραστούν ένα ειρηνικό μέλλον θεμελιωμένο στις κοινές αξίες. Η Ένωση, έχοντας επίγνωση της πνευματικής και ηθικής κληρονομιάς της εδράζεται στις αδιαίρετες και οικουμενικές αξίες της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Ερείδεται στις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Η Ένωση τοποθετεί τον άνθρωπο στην καρδιά της δράσης της, καθιερώνοντας την ιθαγένεια της Ένωσης και δημιουργώντας ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».
Μια πρώτη ανάλυση του παραπάνω κειμένου, βλέπουμε ότι αρχίζει με τη φράση «οι λαοί της Ευρώπης». Αυτό σημαίνει την αναγκαιότητα της (επαν)ένωσης της Ευρώπης. Μας λέει ακόμη στη πρώτη αυτή φράση ότι ο αντικειμενικός στόχος είναι το ειρηνικό μέλλον κι αυτό το μέλλον βασίζεται σε κοινές αξίες, που περιγράφονται στην επόμενη παράγραφο. Στο κέντρο, «στην καρδιά της δράσης», ο άνθρωπος. Και εδώ αρχίζει η ουσία του θέματος. Ως τί εκφράζεται ο άνθρωπος; Ως πρόσωπο ή ως άτομο; Από τα δρώμενα σήμερα των λεγόμενων «ατομικών δικαιωμάτων» καταλαβαίνουμε τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει. Πώς μπορεί να λειτουργήσει ο άνθρωπος όταν η οικονομία και ο ανταγωνισμός, όπως θα δούμε στη συνέχεια, υπερέχει όλων των άλλων;
Στην προσπάθεια συγγραφής της Χάρτας υπήρξαν δύσκολες συζητήσεις κυρίως σε ότι αφορούσε το θέμα της θρησκευτικής κληρονομιάς: Στην προτελευταία συγγραφή της Χάρτας, ύστερα από την πρόταση της Γερμανίας, το κείμενο μιλούσε για θρησκευτική κληρονομιά ("patrimoine religieux"). Η Γαλλία αντέδρασε. Φθάσαμε σε μια κοινή αποδεκτή λύση σημειώνοντας ότι η Ευρώπη έχει «επίγνωση της πνευματικής και ηθικής κληρονομιάς της». Βέβαια πρέπει να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι υπήρξαν σημαντικές γλωσσολογικές διαφορές στο ίδιο κείμενο. Στο γερμανικό κείμενο π.χ. τονίζεται το «geistig-religiösen und sittlichen Erbes», δηλαδή η «πνευματικο-θρησκευτική και ηθική κληρονομιά». Στα ελληνικά δεν υπάρχει αυτό. Καταλήξαμε στο σημερινό κείμενο που γράφει ότι η Ευρώπη, δηλαδή όλοι εμείς, εμπνεόμαστε «…από την πολιτιστική, τη θρησκευτική και την ανθρωπιστική κληρονομιά, από την οποία αναπτύχθηκαν οι παγκόσμιες αξίες των απαράβατων και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και του κράτους δικαίου».
Εκτός από τον τρόπο με τον οποίο διαχωρίζονται τα πολιτικά δικαιώματα και τα κοινωνικο-οικονομικά δικαίωμα, η Χάρτα δεν είναι και τόσο πρωτότυπη στις ιδέες της: μερικές φορές διαπιστώνει κανείς ότι οι έννοιες δεν αναλύονται σε βάθος, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, η Χάρτα πηγαίνει πολύ πιο μακριά από την ευρωπαϊκή Συνέλευση για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που αποτελεί και τον κορμό της: εισάγει π.χ. την έννοια του πολιτισμού, τις αξίες, την ιδιαιτερότητα ανδρών και γυναικών, παρουσιάζει ένα ορισμό «ανοικτό» για την έννοια της οικογένειας, της αξιοπρέπειας και του δικαιώματος στην ακεραιότητα του προσώπου. Κι ασφαλώς όλα αυτά δεν μπορεί να παραμείνουν αδιάφορα από την πλευρά των Εκκλησιών. Η Εκκλησία της Ελλάδος, όπως και άλλες ευρωπαϊκές Εκκλησίες, αντέδρασαν ποικιλοτρόπως στην όλη διαδικασία και εκφράσανε την άποψή τους για την οικογένεια και την «μη καταδίκη στις πρακτικές των εκτρώσεων και της ευθανασίας».
4.3. Το νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι
Στο άρθρο 2 σημειώνεται ότι: «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη, σε μια κοινωνία πλουραλιστική, ανοχής, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και απαγόρευσης των διακρίσεων». Στη συνέχεια περιγράφονται οι αξίες που αναλύονται σε περισσότερα Κεφάλαια: ισότητα, αλληλεγγύη, δικαιώματα των πολιτών, δικαιοσύνη.
Από τα παραπάνω εύστοχα θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς: εάν αυτή είναι η ευαισθησία των κειμένων τότε πώς θα δώσουμε σώμα και περιεχόμενο στην προσπάθεια αυτή, και ποιος θα εγγυηθεί την επιτυχία της; Αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα: Από την μία, όπως είναι φυσικό, υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα: η Ένωση έχει την ικανότητα να οδηγήσει τα κράτη μέλη σε μια κοινή εσωτερική και εξωτερική πολιτική; Το δεύτερο ερώτημα αφορά την πολιτική οικονομία και την κοινωνική πολιτική της Ένωσης: Με άλλα λόγια ποιο είναι το κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης για την αντιμετώπιση των τυχών πιέσεων της παγκοσμιοποίησης; Σε ότι αφορά την εξωτερική πολιτική: ποια είναι η κοινή εξωτερική πολιτική, ποια είναι η κοινή πολιτική συνεργασίας, ποια είναι η αμυντική πολιτική;
Λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυντικό χαρακτήρα των κοινωνιών, τόσο στις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις όσο και στις ανθρώπινες σχέσεις, πνευματικές και θρησκευτικές, πώς ορίζονται τα παραπάνω κοινά πολιτικά στοιχεία σε σχέση με τις αναφερόμενες αξίες; Ασφαλώς και δεν υποτιμάται η τεράστια δυσκολία συγκερασμού αντιλήψεων, ενδιαφερόντων και συμφερόντων και επομένως η αξία των όσων επιτεύχθηκαν μέχρι σήμερα. Μένει όμως ένα ουσιώδες: ο πνευματικός προσανατολισμός της Ευρώπης.
Στην όλη την προσπάθεια του υπό επεξεργασία ευρωπαϊκού Συντάγματος δεν ζητήθηκε να τεθεί στο Προοίμιο η επίκληση της Αγίας Τριάδος, κατά το Σύνταγμα της Ελλάδος ή κάποια ανάλογη αναφορά κατά το Σύνταγμα της Ιρλανδίας ή της Αμερικής. Από την Εκκλησία της Ελλάδος ζητήθηκε όμως, και μάλιστα κατά τον πιο επίσημο τρόπο, να είναι ένα Σύνταγμα δίκαιο όσον αφορά την Ιστορία και τον Πολιτισμό της Ευρώπης και να δημιουργεί ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο να διασφαλίζεται και στο μέλλον η καθαρή παρουσία όλων εκείνων των γνωρισμάτων της ταυτότητας των ευρωπαϊκών λαών, τα οποία φέρουν ευκρινώς τη σφραγίδα του Ευαγγελίου(8). Δυστυχώς όμως, στο σχέδιο εξοστρακίζεται, όχι μόνον ο Θεός, αλλά και ο Χριστιανισμός. «Το Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σφραγίζεται εις το Προοίμιόν του δια της αδυναμίας της Ευρώπης ίνα αρθρώση την πίστην της…», έλεγε η Εκκλησία της Ελλάδος, στο Ανακοινωθέν της 17.6.2003, «περί του νέου ευρωπαϊκού Συντάγματος». Το σχέδιο της συνταγματικής Συνθήκης ουδεμία αναφορά κάνει στον Xριστιανισμό και τις χριστιανικές ρίζες της Eυρώπης. Oι συντάκτες του κειμένου αυτού πρέπει εν πρώτοις να ήταν ανιστόρητοι, αφού δείχνουν να το αγνοούν, που για πολλούς ιστορικούς, Έλληνες και Ξένους, είναι κοινοτοπία: H Eυρώπη (η Eνωμένη Eυρώπη των οκτώ πρώτων αιώνων) και ο πολιτισμός της στηρίχθηκε στο ρωμαϊκό Kράτος (πού θα εκχριστιανιστεί βαθμηδόν), τον ελληνικό πολιτισμό (ελληνορωμαϊκό) και τον Xριστιανισμό. Eίναι αδύνατο, συνεπώς, και αδιανόητο συνάμα, να μιλά κανείς για την Eυρώπη, χωρίς να μνημονεύει τα τρία αυτά θεμέλιά της.
4.4. Θεός και Ευρωπαϊκό Σύνταγμα
Το Σύνταγμα συντάχθηκε in absentia Dei, παρά την εμμονή να ονομασθεί ο Θεός στο Σύνταγμα, μέσα από τις προσπάθειες τόσο του ίδιου του προκαθημένου της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αλλά και των Πολωνών επισκόπων.
Ίσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ως προς την ουσία μιας παρόμοιας πρότασης και ως προς την θέση, για την οποία προσωπικά έχω πεισθεί, ότι μια θετική απάντηση στο παραπάνω αίτημα θα ήταν μεγάλο λάθος. Ουσιαστικά επρόκειτο να ονομασθεί ο «Θεός» στο κείμενο ως η βάση των αξιών, όπως το εξηγούσε στην πρώτη Διακήρυξή της η COMECE (Commission des Épiscopats de la Communauté européenne, 21.05.02), και ζητούσε «να αναγνωρισθεί το σύνολο των πηγών από τις οποίες οι πολίτες μιλούν για τις αξίες τους». Ως παράδειγμα έφεραν το Προοίμιο του Συντάγματος της Πολωνίας, στο οποίο αναφέρεται «τόσο σε όσους πιστεύουν στο Θεό, ως την πηγή της αλήθειας, της δικαιοσύνης, του καλού και του όμορφου, όσο και σε αυτούς που δεν μοιράζονται αυτή την πίστη αλλά σέβονται τις πανανθρώπινες αξίες που προέρχονται από άλλες πηγές». Το πειστήριο αυτής της πρότασης ήταν ότι οι Εκκλησίες που προέρχονταν από τις πρώην κομμουνιστικές Χώρες, η θρησκεία και η πίστη στον Θεό, επέτρεψαν στους πολίτες να αμυνθούν απέναντι στον κομμουνισμό, και ότι τελικά, ο Θεός ενήργησε ως «αντίδοτο» στον ολοκληρωτισμό.
Κανείς δεν αμφισβητεί την λογική αυτής της πρότασης. Αλλά δεν μας βοηθά να απαντήσουμε ότι μια αναφορά στο Θεό δεν θα ήταν ένα σημαντικό λάθος. Γιατί αλήθεια θα ήταν λάθος; Κατά την ταπεινή μας άποψη οι λόγοι είναι οι εξής:
- Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας ότι ζούμε σε μια πλουραλιστική Ευρώπη. Όποιοι και εάν είναι οι όροι που χρησιμοποιούνται, πρέπει να δεχθούμε ότι εμείς οι Χριστιανοί θα είμαστε πάντοτε προνομιούχοι όχι γιατί θα αναγράφονταν ο όρος «Θεός» στο Ευρωσύνταγμα, αλλά γιατί πιστεύουμε στο Θεό!
- Λένε ότι η αναφορά στο Θεό εγγυάται μια σταθερή βάση στις αξίες μέσα στην κοινωνία. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι, οι κοινωνίες των κρατών όπου το Σύνταγμα κάνει αναφορά στο Θεό, δεν είναι πλέον ηθικές –με την έννοια του morale-, σε ότι αφορά τις ευαγγελικές αξίες. Ένα παράδειγμα: Οι Πολωνοί επιμένουν πολύ στις οικογενειακές αξίες στην κοινωνία, αξίες καθαρά χριστιανικές. Διαπιστώνουμε όμως τα εξής: Ο μέσος όρος των γεννήσεων στην Πολωνία, μία Χώρα καθαρά καθολική, ανέρχεται στο ποσό των 1,1% (ο μέσος όρος για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους πρέπει να είναι περίπου στο 2,1%), ενώ στη Γαλλία, μια Χώρα καθαρά λαϊκή -pays laïque- ανέρχεται στο 1,9%. Όποιοι και εάν είναι οι λόγοι για την ποσοτική αυτή διαφορά, και είναι πάρα πολλοί, αυτοδικαίως θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς για ποια από τις δύο Χώρες η οικογένεια παίζει σημαντικό ρόλο! Το ίδιο μήπως πρέπει να πούμε και για την Ελλάδα;
- Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι, από την 11 Σεπτεμβρίου 2001, που είναι ένα πολιτικό γεγονός, τόσο στην Αμερική όσο και στις ισλαμικές περιοχές, η Al Quaeda, θα μας υπενθυμίζουν πάντοτε ότι στο όνομα του Θεού φτάνουμε δυστυχώς στα άκρα, στη βία και στο φονταμενταλισμό.
- Τέλος, κατά την ταπεινή μας άποψη, υπάρχει μια πολύ σημαντική θεολογική ερώτηση. Υπάρχει μια εμμονή στα εκκλησιαστικά κείμενα να τονίζεται ότι χωρίς την αναφορά στον Θεό δεν υπάρχει καμία ελπίδα, άρα ούτε και αληθινή ηθική. Εάν αυτό είναι αληθές, τότε, όλοι μας στην Ευρώπη, έχουμε καταδικασθεί στην απελπισία, στην ηθική ακολασία και στη βία. Εάν αυτοπροσδιοριζόμαστε όμως ως μια «κοινωνία πιστών» στο Θεό δεν πρέπει να πιστέψουμε στη δύναμη του διαλόγου, για να οικοδομήσουμε μαζί μια καλύτερη κοινωνία;
4.5. Χριστιανικές αξίες και Ευρωσύνταγμα
Η αναφορά στις χριστιανικές αξίες που ζητήθηκε από τις περισσότερες Εκκλησίες, όπως και από πολλές κυβερνήσεις (Πολωνία, Ισπανία, Ιταλία, Ιρλανδία) αξιολογείται διαφορετικά.
- Πρώτον, γιατί οι ίδιες οι Εκκλησίες μάς υπενθυμίζουν μια ιστορική πραγματικότητα, ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί τον πυλώνα της Ευρώπης. Το να μην το αναγνωρίζει κανείς αναδεικνύει ασέβια και μίσος προς την ιστορία του.
- Δεύτερον, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι τόσο οι χριστιανικές αξίες όσο και αυτές του δικαίου έχουν τις ρίζες τους στην Ελλάδα και το ρωμαϊκό δίκαιο(9).
- Τρίτον, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι ζούμε σε πλουραλιστικές δημοκρατικές κοινωνίες (π.χ. ποιον Θεό θα εννούσαμε) οι οποίες αντιπαραβάλλονται με δραματικό τρόπο στην ερώτηση της κοινής βάσης του πολιτισμού, της κοινωνίας και της ηθικής. Διαπιστώνουμε ότι οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες έχουν όλο και περισσότερο εγκαταλείψει τις βασικές αρχές που έχουν κληρονομήσει και παραμένουν μεροληπτικά χριστιανικές με ένα λανθάνοντα τρόπο. Το κράτος δικαίου, μοντέρνο και φιλελεύθερο, δεν μπορεί πλέον από μόνο του να εγγυηθεί αυτές τις αρχές σε ένα γενικό διάλογο για τις αξίες. Οι Εκκλησίες είναι υποχρεωμένες να πάρουν μέρος στη γενική συζήτηση, μαζί με τα διαφορετικά φιλοσοφικά και πνευματικά κινήματα, ειδικά με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και τις μη χριστιανικές θρησκείες(10).
4.6. Οι Εκκλησίες και το άρθρο Ι-52
Πρέπει να δούμε όμως και αυτή τη νέα διάσταση που προσδιορίζεται σαφέστατα με το άρθρο Ι-52, που αφορά άμεσα τις ίδιες τις Εκκλησίες. Το άρθρο αυτό περιγράφει το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων και αναφέρει:
«1. Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι Εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.
»2. Η Ένωση σέβεται επίσης το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις.
»3. Η Ένωση διατηρεί ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις εκκλησίες και τις οργανώσεις αυτές, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα και συμβολή της.»
Το άρθρο αυτό βρίσκεται στο Κεφάλαιο VI με τον τίτλο: «Ο δημοκρατικός βίος της Ένωσης». Στην αρχή θέτει τη βάση των δημοκρατικών συστημάτων και αμέσως μετά εισάγει ένα άρθρο για τη συμμετοχική δημοκρατία. Μεταξύ άλλων, σημειώνει, ότι «τα θεσμικά όργανα διατηρούν ανοιχτό, διαφανή και τακτικό διάλογο με τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών» (Άρθρο 47, 2). Βλέπουμε ότι το άρθρο 52, 3 είναι ακριβώς το ίδιο με το άρθρο 47.
Γιατί το άρθρο 52 είναι σημαντικό για τις Εκκλησίες;
- Οι Εκκλησίες, για το νομοθέτη, αποτελούν, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, μέρος της «Κοινωνίας των Πολιτών». Άρα συμμετέχουν αυτομάτως στον διάλογο σύμφωνα με το άρθρο Ι-47. Γιατί επανέρχεται το θέμα του διάλογου στο άρθρο 52; Πιστεύουμε για δύο λόγους: 1°) Γιατί υπάρχουν ομάδες, οι οποίες δεν επιθυμούν να έχουν ένα παρόμοιο διάλογο με τις Εκκλησίες. Είναι λοιπόν αναγκαίο να υπάρχει η υπογράμμιση αυτή. 2°) Με όσα αναγράφονται στο άρθρο Ι-52: Οι Εκκλησίες, οι θρησκείες και οι φιλοσοφικές και μη ομολογιακές οργανώσεις μπορούν να συμβάλλουν θετικά στο διάλογο, κι αυτό γιατί οι Εκκλησίες έχουν μια πολύ συγκεκριμένη και ολιστική εικόνα για τον άνθρωπο και την κοινωνία.
- Οι Εκκλησίες αποτελούνται από μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες, μερικές φορές και το σύνολο του ίδιου του πληθυσμού. Είναι φυσικό, από δημοκρατικής πλευράς, να εισακουσθούν.
- Τί σημαίνει όμως η φράση: «Η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι Εκκλησίες…»; Αυτό διασφαλίζει το υπάρχον εθνικό δίκαιο; Τι γίνεται όταν θίγεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, που τόσο έντεχνα υποστηρίζετε από την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Το άρθρο 13 του ελληνικού Συντάγματος επιβάλλει τον απόλυτο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας όλων των πολιτών, oρθοδόξων και μη, τόσο ατομικά όσο και μέσω των θρησκευτικών και μη ομολογιακών ενώσεών τους (Εκκλησιών, κοινοτήτων κ.ά.). H πλήρης εφαρμογή της θρησκευτικής ελευθερίας καλύπτει μία κρίσιμη σειρά θεμάτων όπως τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους, την ίδρυση ναών και ευκτηρίων οίκων από μη ορθοδόξους, το περιεχόμενο του αναλυτικού προγράμματος στη θρησκευτική εκπαίδευση, την αντιμετώπιση του φαινομένου του προσηλυτισμού κ.ά. Υπάρχει διαφορά μεταξύ της θρησκευτικής ισότητας των ατόμων και της ισότητας των θρησκευτικών κοινοτήτων; Στο πεδίο της θρησκευτικής ισότητας πρέπει να γίνει μία βασική διάκριση ανάμεσα στη μεταχείριση των ατόμων ως θρησκευτικών οντοτήτων. H θρησκευτική ισότητα σε ατομικό επίπεδο είναι απόλυτα επιβεβλημένη χωρίς περιθώρια πολιτικών επιλογών. Στο επίπεδο όμως της συλλογικής θρησκευτικής ισότητας πρέπει να γίνει μία βασική πολιτική και κοινωνική επιλογή για το εάν η θρησκευτική ισότητα μεταξύ Εκκλησιών ή θρησκευτικών ομάδων και κοινοτήτων θα επιβληθεί στο υψηλότερο δυνατό, στο χαμηλότερο δυνατό ή σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο(11);
Βρισκόμαστε πράγματι ενώπιον μιας νέας στροφής της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι προκλήσεις για τις Εκκλησίες δεν βρίσκονται ούτε στο Προοίμιο, ούτε στο άρθρο 52. Εάν αναφερθήκαμε ήταν για να δείξουμε ότι πολύ ενέργεια δαπανήθηκε για το τίποτε. Οι αληθινές ερωτήσεις πρέπει να επικεντρώνονται στο ‘solidaritatus interna et externa’ της Ένωσης και στην πολιτική εφαρμογή του ευαγγελικού μηνύματος όπως: ποιο είναι το μέλλον των κοινωνικών δικαιωμάτων, ποιες είναι οι πολιτικές ενάντια στην φτώχεια, την μετανάστευση και το άσυλο, στην αξιοπρέπεια του ανθρωπίνου προσώπου, στις σχέσεις συνεργασίας με τις Χώρες του Νότου, στις βασικές αρχές που θα πρέπει να διακρίνουν την εξωτερική και την αμυντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας δούμε μερικά παραδείγματα.
4.7. Μετανάστευση και θρησκευτικότητα
Η γηραιά ήπειρος βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τα εκατομμύρια των πολιτών, μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς, που απέκτησαν την υπηκοότητα μιας ευρωπαϊκής χώρας, αλλά είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Με τον τρόπο αυτό το Ισλάμ καθίσταται πλέον ευρωπαϊκή θρησκεία. Το ανακύπτον πρόβλημα είναι αυτό της θρησκευτικής ενσωμάτωσης στις αντίστοιχες κοινωνίες. Ακόμη και σε χώρες πλήρους χωρισμού κράτους-εκκλησίας, υπάρχει απουσία κρατικής αρωγής πολιτιστικής ενσωμάτωσης όπως είναι αυτός της θρησκείας. Π.χ. η απουσία τόπων λατρείας. Πράγμα επικίνδυνο, καθώς προστίθεται το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι ευρωπαίοι πολίτες ανήκουν σε χαμηλά κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ακόμη, η «θρησκευτική γκετοποίηση» καθιστά εξαιρετικά δυσκολότερη υπόθεση την αναζήτηση της διαμόρφωσης ενός «ευρωπαϊκού Ισλάμ», μιας θρησκείας συμβατής με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αντιλήψεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιών(12). Και το θέμα αυτό είναι αρκετό σοβαρό, διότι με πρόσφατη Έκθεση, επιβεβαιώνεται αυτό το οποίο τονίζαμε πάντοτε, ότι δηλαδή δεν συμφέρει π.χ. στην ίδια την Τουρκία η είσοδός της στην ευρωπαϊκή οικογένεια(13). Όπως βέβαια και η πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και των Διακρίσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης για το μάθημα των Θρησκευτικών και την κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες.
Σε καμία άλλη ευνομούμενη ευρωπαϊκή Πολιτεία δεν θα μπορούσαν να συμβαίνουν αυτά και τόσα άλλα, που κατατυραννούν το Πατριαρχείο, την Ομογένεια αλλά και τους πολίτες. Και καθώς συμβαίνουν όλα αυτά θα πρέπει να θυμηθούμε την εκκλησιαστική ιστορία και ειδικά τον Μαρτίνο Λούθηρο, στα δύσκολα χρόνια 1528-1529, όταν οι Οθωμανοί Τούρκοι είχαν προελάσει θριαμβευτικά προς την Κεντρική Ευρώπη και (στις 27.9.1529 και αργότερα το 1683) είχαν φθάσει προ των πυλών της Βιέννης. Με το φόβο και τον τρόμο του δυτικού ανθρώπου, ο οποίος βλέπει για πρώτη φορά τόσον απειλητικά μπροστά του το σπαθί και τη φωτιά του Ισλάμ, ο Λούθηρος θέτει σειρά σοβαρών προβλημάτων και προσπαθεί να δώσει θεολογικές προσεγγίσεις. Κάνει, λοιπόν, την ερώτηση, που φαίνεται υποθετική: Τι θα πράξω, εάν κινήσουν δύο τουρκικοί στρατοί εναντίον αλλήλων, ένας που ονομάζεται μωαμεθανικός (mohametisch) και ένας που αυτοαποκαλείται χριστιανικός; Θα πάω, λέγει, το μέρος του πρώτου! Γιατί; Επειδή οι Τούρκοι είναι ό,τι είναι, γιατί αγνοούν το λόγο του Θεού, ενώ «unsere christlichen Turken» –οι δικοί μας χριστιανοί Τούρκοι- και το λόγο του Θεού γνωρίζουν και ιεροκήρυκες έχουν, αλλά «ντροπιάζουν το όνομα του Χριστού, καθώς παινεύονται ως Χριστιανοί και όμως είναι άθλιοι Τούρκοι»!
4.8. Ορθοδοξία και Ευρώπη
Η Ορθοδοξία και η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος δεν σιώπησε ενώπιον όλων των παραπάνω προσκλήσεων. Το άρθρο 52 ανοίγει επίσημα και θεσμικά πλέον την πόρτα της συμμετοχής της στον πολιτικό διάλογο για όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέματα. Και για να είναι η συμμετοχή της αποτελεσματική και καρποφόρα υπάρχουν μερικές προϋποθέσεις:
Πρώτα απ’ όλα οι πιστοί είμαστε και πολίτες. Και όπως ο κάθε πολίτης, συμμετέχουμε κι εμείς υπεύθυνα στη διαδικασία της ολοκλήρωσης της Ευρώπης. Οι προαναφερόμενες αξίες της Χάρτας και του νέου Συντάγματος δεν μπορούν να λειτουργήσουν «μαγικά». Αυτές οι αξίες πρέπει να ολοκληρωθούν μέσα στο νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, πρέπει να λάβουν περιεχόμενο για τους ανθρώπους. Αυτό δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει, όπως και δεν έχουμε κατανοήσει το μέγεθος της δικής μας ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης στα θέματα αυτά.
Τι κοινωνία επιθυμούμε; Θα αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί από εκείνη την μορφή της παγκοσμιοποίησης που θέλει τα πάντα να αρχίζουν και να τελειώνουν στην οικονομία, με όλα τα γνωστά αποτελέσματα της κοινωνικής περιθωριοποίησης; Ή θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε την ορθόδοξη εμπειρία μας για να αναπτύξουμε μια κοινωνία αλληλεγγύης και σεβασμού, σε όλες της τις διαστάσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο με τον υπόλοιπο κόσμο; Θα λάβουμε μέρος στις δύσκολες συζητήσεις για τα ηθικά διλήμματα που αγγίζουν τις κοινωνίες μας, γύρω από θέματα σεξουαλικότητας, της οικογένειας, της βιοτεχνολογίας; Ως χριστιανοί μπορούμε να συνεργασθούμε με την «Κοινωνία των Πολιτών» και με διαφόρους φορείς που έχουν ίδιος στόχους με μας;
Είμαστε μέλη της «μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής εκκλησίας». Αυτό σημαίνει ότι όλοι μας συμμετέχουμε υπεύθυνα στο έργο της Εκκλησίας μας, δηλαδή στην καρδιά της κοινωνίας μας, μαρτυρώντας τις ευαγγελικές αξίες και της ανθρωπότητας. Από τη μία συμμετέχουμε ως λαϊκοί στο έργο της «κοινωνίας των πιστών» και από την άλλη συμμετέχουμε ως πολίτες στην «κοινωνία των πολιτών». Συμμετέχουμε στις συζητήσεις, είτε πρόκειται για θέματα ηθικής είτε για θέματα πολιτικής, τα οποία συνδέονται άμεσα με την Εκκλησία και τις ενοριακές μας κοινότητες. Έχουμε δικαίωμα στον λόγο, στην αξιολόγηση της ανθρώπινης εμπειρίας, της πίστης, στην ενεργοποίηση της ηθικής και των αποφάσεων που λαμβάνονται στο δημόσιο βίο μας.
Έχουμε λόγο απέναντι στους «αδυνάτους» και τους «πτωχούς», απέναντι σε όλους αυτούς που χάνουν την αξιοπρέπειά τους στην κοινωνία ή στη ζωή. Η παρουσία μας σε όλους τους οργανισμούς δεν αρκεί να είναι απλώς συμμετοχική. Η επιλογή μας να συμμετέχουμε στις ποικίλες διεργασίες για τους πτωχούς και τους αδυνάτους μάς διαφοροποιεί από άλλες παρόμοιες ομάδες. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε συνείδηση των πράξεών μας και αυτό μάς δίδει το δικαίωμα να θέτουμε ερωτήματα προς πάσα κατεύθυνση για όλους αυτούς που αποφασίζουν πολλές φορές χωρίς εμάς.
5. Η Ορθοδοξία απέναντι στην «Κοινωνία των Πολιτών» και το νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι
5.1. Ετερότητα
Ας μου επιτρέψετε να μοιρασθώ μαζί σας ένα ακόμη ερώτημα: για να έχουμε τα θεμιτά αποτέλεσμα δεν πρέπει να οργανώσουμε τις προσπάθειές μας; Αυτή τη σημαντική στιγμή για το μέλλον του ανθρώπου στην Ευρώπη, θα είμαστε απλοί παρατηρητές ή θα συμμετάσχουμε ενεργά ως ισότιμοι πολίτες; Τι χρειάζεται για την επιτυχία του στόχου αυτού; Η Εκκλησία
να ενεργοποιήσει το πνεύμα της «συμμετοχικής δημοκρατίας», που εισάγει τον ισότιμο διάλογο, που μπορεί να αφουγκράζεται τη φωνή των πιστών, όλων των πιστών μέσα στην πλουραλιστική αυτή κοινωνία.
να βρει τη θέση της στο δημόσιο διάλογο, όχι με λόγο προτρεπτικό αλλά παρηγορητικό, ταπεινά και χωρίς να θέλει να κρατά για πάντα την αλήθεια μέχρι την αιωνιότητα. Να μην λησμονεί ότι βρίσκεται «εν πορεία» μαζί με τους πιστούς, άνδρες και γυναίκες.
Η Εκκλησία έχει ένα σημαντικό ρόλο να παίξει στο σήμερα και το αύριο της Ευρώπης: Το Κεφάλαιο 25 του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, περιγράφει τα κριτήρια της εγρήγορσης που θέτει ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο. Το Κεφάλαιο 16 του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, με την παραβολή του άδικου διαχειριστή, συμπληρώνει την πρώτη. Ο ίδιος ο Χριστός αναφερόμενος στην ευθύνη του ανθρώπου για το έργο που καλείται κάθε φορά να επιτελέσει, ομιλεί για τον κακό και πονηρό διαχειριστή των ταλάντων, τα οποία του έχουν εμπιστευθεί. Και λέγει κάτι, που θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως νουθεσία, αν όχι και ως αυστηρή προειδοποίηση προς όλους. Λέγει ο Κύριος: «Σε καθέναν που έχει –έχει διότι έκαμε καλά τη δουλειά του- θα του δοθεί με το παραπάνω και θα έχει περίσσευμα. Ενώ από όποιον δεν έχει –επειδή υπήρξε αμελής-, θα του πάρουν και τα λίγα που έχει» (Μθ., 25:29).
5.2. Ορθοδοξία και Κοινωνία των Πολιτών
Η ενότης της Ευρώπης είναι πρωτίστως πνευματικό πρόβλημα. Η ενότης είναι οικουμενική, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ο οποίος σημειώνει: «την υπέρ της οικουμένης πρόνοιαν έκαστον ημών των προσευχομένων αναδέχεσθαι επέταξεν. Ουδέ γαρ είπε, Γεννηθήτω το θέλημά σου εν εμοί ή εν ημίν…αλλά, πανταχού της γης, ώστε λυθήναι την πλάνην, και φυτευθήναι την αλήθειαν, και εκβληθήναι κακίαν άπασαν και επανελθείν αρετήν»(14). Μόνο μέσα από μια υπαρξιακή βεβαιότητα περί του κοινού τέλους, καταργούνται οι ατομικές επιδιώξεις, που δίνουν αιτία για τις ιστορικές συγκρούσεις.
Η Ορθοδοξία εισέρχεται στο νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ως πνευματικό μέγεθος, και ασφαλώς όχι ως οικονομικό. Οι Εκκλησίες ασφαλώς και δεν έχουν τον τελικό λόγο στις πολιτικές αποφάσεις. Μπορούν όμως να έχουν αποφασιστικό ρόλο στην προσπάθεια διαμόρφωσης αυτής της κοινωνίας. Η ορθόδοξος διδασκαλία τοποθετεί στο επίκεντρο την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του ανθρωπίνου προσώπου. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί μια αόριστη υπαρξιακή οντότητα στην κοινωνία των πολιτών αλλά δημιούργημα του ίδιου του Θεού. Να πάμε ακόμη πιο μακριά από μια απλή "ηθικιστική" προσέγγιση του ανθρώπου, όπως την είδε ο δυτικός ανθρωπισμός και η φιλοσοφία. Ηθικό είναι αυτό που δεν απομακρύνει τον Θεό από τον άνθρωπο και συντηρεί «τη λειτουργία του αυτεξούσιου μέσα μας, διατηρεί την αρμονία της ψυχοσωματικής μας ισορροπίας και προκαλεί την ανάγκη του Θεού και την αίσθηση της αιώνιας προοπτικής στη ζωή μας»(15).
Η Εκκλησία, λοιπόν, ενισχύεται από τη συνείδησή της ότι αποτελεί κάτι το όλως διαφορετικό μέσα στον κόσμο και έχει τη δυνατότητα να καταστεί ουσιαστικός εταίρος, επηρεάζοντας τον τρόπο της σκέψης και ενισχύοντας τη βούληση των ευρωπαίων πολιτών για αποδοχή μιας νέας κοινωνίας αλληλεγγύης, καταλλαγής και συνύπαρξης. Θα μπορούσαμε να πάμε ακόμη πιο μακριά. Στην νέα κοινωνία της Ευρώπης, οι πιστοί πρέπει να ζουν και να μαρτυρούν την πίστη τους, χωρίς την αγωνία των στατιστικών αριθμών, χωρίς προσηλυτισμό και άγχος, αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στον πειρασμό της απόγνωσης και της εξουσίας(16).
6. Αντί Επιλόγου
«Και έσται όταν ερωτήση σε ο υιός σου αύριον λέγων. Τι έστι τα μυστήρια και τα δικαιώματα και τα κρίματα, όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν;»(17). Στο ερώτημα αυτό απαντά ο ίδιος ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος: «Τούτη την ώρα των σαρωτικών μεταλλαγών που η παγκοσμιοποίηση επιφέρει στους λαούς ο ελληνορθόδοξος χαρακτήρας είναι απαραίτητος στην κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα και η παράδοση …οφείλουμε να τα καλλιεργήσουμε αναπόσπαστα δηλ. να μην επιτρέψουμε να γίνουμε πολτός μέσα στην Ευρώπη χωρίς συνείδηση πολιτισμού, αλλά ασφαλώς ούτε και εθνοσωβινιστές. Τώρα είναι η ώρα για τη μεγάλη έξοδο της Εκκλησίας μας προς την Ευρώπη με κοινό παρονομαστή τον Χριστιανισμό απέναντι στους κινδύνους του τεχνοκρατισμού, των απρόσωπων δομών, του έντεχνου περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της πνευματικής φτώχειας», (Εισήγηση στην Ιεραρχία, 17.2.2005).
Η εκκλησιολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας προσδιορίζει τα όρια μέσα από τα οποία οι πιστοί μπορούν να αυτο-προστατευθούν, ενώ την ίδια στιγμή μάς τοποθετεί απέναντι σε κάθε τι το νέο, δίδοντας σημασία στην αξία του ανθρωπίνου προσώπου, ως μέλος αναγεννημένο και μεταμορφωμένο από τα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας. Η Ορθοδοξία παραμένει πάντοτε μια θρησκεία «εν παντί» και πάντοτε ανανεωμένη και ανανεούσα Εκκλησία του Χριστού. Είναι παρούσα σε όλα τα προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο και τον κόσμο, δίδοντας πάντοτε μια ασφαλή πρόταση ζωής και για το μέλλον του κόσμου και της Ευρώπης(18).
Βρισκόμαστε στις αρχές του Τριωδίου και θέτω και προς εσάς τον προβληματισμό μου.
Πρώτον, εκείνο που θεωρούμε κέρδος από την όλη συζήτηση δεν είναι οι όποιες οιμωγές για την επιχειρούμενη συνταγματική…θεοκτονία! Ο Θεός δεν κάθεται σαν διακονιάρης στο κατώφλι της Ευρώπης, ζητώντας άσυλο. Κτυπά όμως την πόρτα της ψυχής μας. Το κλείσιμο της πόρτας μας θεωρείται μάλλον η δική μας αυτοκτονία, παρά η …θεοκτονία. Επομένως, καθήκον μας είναι να ακολουθήσουμε τη συμβουλή για επαναγωγή εις βάθος «επανάγαγε εις το βάθος…» (Λουκ., 5:4) και στον αυτοέλεγχο. Εκεί, όπου υπάρχουν οι απαντήσεις για τα λάθη και τις παραλείψεις μας, που συνέβαλαν ακριβώς στην αποδυνάμωση της πίστης, και εκφράζονται και στο σχέδιο του Ευρωσυντάγματος για το οποίο φέρουμε ευθύνη και εμείς οι ίδιοι.
Δεύτερον, πόσο κατανοητός γίνεται σήμερα ο λόγος του Ιωάννου όταν αναφέρεται στην Αποκάλυψη: «Ιδού δέδωκα ενώπιον σου θύραν ανεωγμένη, ην ουδείς δύναται κλείσαι αυτήν» (Αποκάλ., 3:8). Δεν έχω την πρόθεση ούτε το δικαίωμα, Μακαριώτατε, να τολμήσω οποιοδήποτε συσχετισμό. Διερωτώμαι απλώς εξομολογητικά: Μήπως ο Θεός ανοίγει και σήμερα εισόδους προς τη Βασιλεία του, που μας αφήνουν εντελώς ανυποψίαστους; Μήπως κατεργάζεται τη μεταμόρφωση του κόσμου εκεί που εμείς δεν μπορούμε να μπούμε; Μήπως αντί να κρίνουμε τον «κόσμο», είναι προτιμότερο, δηλαδή πιο σύμφωνο προς το παράδειγμα και το θέλημα του ίδιου του Θεού, να πλησιάσουμε τον «κόσμο» της Ευρώπης με κατανόηση και συμπάθεια και με διάθεση παρακλήσεως και παραμυθίας;
Στόχος μας στο νέο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι δεν θα πρέπει να είναι η διαφύλαξης «ως κόρην οφθαλμού» της αρχής της εκκλησιοποίησης του κόσμου και όχι της κοσμικότητας της Εκκλησίας;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Εισήγηση στο «Λαϊκό Πανεπιστήμιο» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παρά τη γραπτή επεξεργασία του κειμένου με νέα επιστημονικά δεδομένα, διατηρεί πολλά στοιχεία του προφορικού λόγου.
1. Βλ. Ελένη Αρβελέρ-Maurice Aymard, Oι Ευρωπαίοι, έκδ. Σαββάλας, Τομ. Ι-ΙΙ, Αθήνα 2003.
2. «Γιατί η Eυρώπη θα κυριαρχήσει στον 21ο αιώνα» πρόκειται για τον τίτλο ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος βιβλίου, που μόλις κυκλοφόρησε (βλ. Μ. Leonard, «Why Europe Will Run the 21st Century», εκδ. Fourth Estate, Λονδίνο 2005). Το βιβλίο αποτελεί μια ιδιαίτερα αισιόδοξη άποψη για το μέλλον της Ευρώπης. Είναι ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας τονίζει ότι η υπεροχή αυτή έναντι της Αμερικής είναι γιατί «αντίθετα με την Ευρώπη, η οποία βλέπει κάθε άλλο κράτος ως δυνητικό σύμμαχο και φίλο, η Αμερική βλέπει έναν κόσμο όπου κάθε άλλη ανεξάρτητη δύναμη αντιπροσωπεύει έναν εν δυνάμει εχθρό!». H ισχύς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιθέτως, πηγαίνει σε βάθος και πλάτος: χώρες που περιέχονται στη σφαίρα επιρροής της αλλάζουν σταθερά και για πάντα. Για πενήντα σχεδόν χρόνια, η Ευρώπη έχει επιδοθεί στην οικοδόμηση μιας «κοινότητας δημοκρατικών χωρών». Και καθώς η Ινδία, η Βραζιλία, η N. Αφρική και η Κίνα αναπτύσσονται οικονομικά και ζητούν να εκφρασθούν πολιτικά, το ευρωπαϊκό πείραμα θα αντιπροσωπεύει το ελκυστικό πρότυπο για τη μεγιστοποίηση της ευημερίας τους και κατοχύρωση της ασφάλειάς τους. Έτσι, το πιθανότερο είναι να συμμαχήσουν με την E.E., εξέλιξη που θα οδηγήσει σ' ένα νέο «ευρωπαϊκό αιώνα». Ήδη η σφαίρα επιρροής της Ευρώπης περιλαμβάνει σήμερα (σύμφωνα με τον συγγραφέα) ούτε λίγο ούτε πολύ 109 χώρες της υφηλίου και πρόκειται να διευρυνθεί.
3. «Civil society plays an important role in giving voice to the concerns of the citizens and delivering services that meet people's needs. …. Civil society increasingly sees Europe as offering a good platform to change policy orientations and society. …. It is a real chance to get citizens more actively involved in achieving the Union’s objectives and to offer them a structured channel for feedback, criticism and protest».
4. Βλ. Επισκόπου Αχαίας Αθανασίου, Θέματα σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, Περιοδικό Εκκλησία, 6(2002)421. Toυ ιδίου, Αναζητώντας μια ψυχή για την Ευρώπη, Περιοδικό Τόλμη, 24(2002)24-27. Πρβλ. Kων. Ζορμπά, Η ανθρώπινη αξία στις κοινωνικές ουτοπίες, όπ. παρ., σελ. 216.
5. Η αναφορά στην Λευκή Βίβλο για το θέμα των θρησκευτικών κοινοτήτων έχει ως εξής: "Churches and religious communities have a particular contribution to make", σελ. 28. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Romano Prodi έκανε ειδική αναφορά στην παραπάνω θέση σε ομιλία του στο Μιλάνο της Ιταλίας. Πρβλ. ακόμη και τη σχετική ομιλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου προς τους έλληνες Ευρωβουλευτές, στις 9.2.2002, Περιοδικό Εκκλησία, 2(2002)89-93.
6. Βλ. περισσότερα στο σχετικό Συνέδριο του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ΚΕΚ) με γενικό θέμα: “Churches and Civil Society in the Midst of Changes”, Loccum/Γερμανία, 2-4.3.2002 και τα Πορίσματα “Towards a common position of the Chuches in Europe describing their role in civil society”. Για τη θέση των Εκκλησιών στην κοινωνία των πολιτών βλ. «Civil Society in the midst of changes. Open discussion of the Church and Society Commission of the Conference of European Churches», Loccum 22.2.2002. Γ. Πιπεράκη, Η εν Ορθοδοξία Ηνωμένη Ευρώπη. Ορθόδοξοι άγιοι της Δυτικής Ευρώπης, εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 1997.
7. H Συνθήκη του Μάαστριχτ προκάλεσε μεγάλους πονοκεφάλους στις αρχές της δεκαετίας του '90. Οι Δανοί ήταν οι πρώτοι που την απέρριψαν, το 1992, για να την εγκρίνουν έναν χρόνο αργότερα, όταν εξαιρέθηκαν από το ευρώ και την κοινή αμυντική πολιτική. Αλλά και στη Γαλλία η ίδια συνθήκη εγκρίθηκε με πολύ μικρή διαφορά, της τάξεως του 2%. H Συνθήκη της Νίκαιας απορρίφθηκε το 2001 από τους Ιρλανδούς, οι οποίοι την ενέκριναν έναν χρόνο αργότερα, αφού προηγήθηκε μεγάλη εκστρατεία υπέρ των ευρωπαϊκών θεσμών.
8. Βλ. Κων. Ζορμπά, Θρησκεία-Ευρώπη-Πολιτισμός, έκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2003.
9. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, Ριζώματα χαράς και ελπίδας. Ο λόγος και ο ρόλος της Ορθοδοξίας στην Ενωμένη Ευρώπη, εκδ. Κλάδος Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σελ. 39. Ριζώματα χαράς και ελπίδας…, όπ. παρ., σελ. 36-38. Περιοδικό Εκκλησία, 8-9(2002)570.
10. Ομιλία του Cardinal Miloslav Vlk στο 9(ο) Συμπόσιο του Conseil des Conférences épiscopales européennes (Rome 1996).
11. Ελ. Βενιζέλος, Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 6.3.2005.
12. Εφημερίδα Η Καθημερινή 20.2.2005, σελ. 13.
13. Βλ. σχετικά και την Έκκληση για τη διαφύλαξη της Ευρωπαϊκής Ταυτότητας, Περιοδικό Ευθύνη, 396(2004)615-617.
14. Εις το κατά Ματθαίον Ομιλ. ΧΙΧ, PG, 57:280.
15. Νικ. Χατζηνικολάου, (νυν Μεσογαίας και Λαυρεωτικής), Ελεύθεροι από το γονιδίωμα. Προσεγγίσεις Ορθοδόξης Βιοηθικής, εκδ. Κέντρο Βιοιατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας, Αθήνα 2002, σελ. 94-95.
16. Στ. Ζουμπουλάκη, Ο Θεός στην πόλη. Δοκίμια για τη θρησκεία και την πολιτική, όπ. παρ., σελ. 47.
17. Δευτερονόμιον, 16:20.
18. Νικ. Χατζηνικολάου, Ελεύθεροι από το γονιδίωμα. Προσεγγίσεις Ορθοδόξης Βιοηθικής, όπ. παρ., σελ. 94. Πρβλ. Αλεξ. Σμέμαν, Ευχαριστία, σελ. 325.
|
|