ΑΡΧΕΙΟ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ


Επιστολές της Ιεράς Συνόδου

Προηγούμενη σελίδα | Εκτύπωση


Πρός τό Ὑπουργεῖο Περιβάλλοντος γιά τό θόρυβο ἀπὸ τὶς κωδονοκρουσίες καί τίς μικροφωνικές ἐγκαταστάσεις στούς Ναούς.
(8/6/2005).

Αρ. πρωτοκόλλου. 1907
Αριθμός διεκπ. 1332
Ἀθήνησι 7ῃ Ἰουνίου 2005


Πρός
Τό Ὑπουργεῖον Περιβάλλοντος, Χωροταξίας
καί Δημοσίων Ἔργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.).
Γενικήν Διεύθυνσιν Περιβάλλοντος.
Διεύθυνσιν Ε.Α.Ρ.Θ.
Τμῆμα Καταπολεμήσεως Θορύβου.
Ἐνταῦθα.




Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔλαβε καί διεξῆλθεν ἐν τῇ Συνεδρίᾳ Αὐτῆς τῆς 1ης ὁδεύοντος μηνός 'Ιουνίου ἐ.ἔ., τό ὑπ' ἀριθμ. πρωτ. οἰκ. 156812/ 15.4.2005 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι' οὗ διαβιβάζετε προσχέδιον θεσμικῆς ρυθμίσεως διά τήν ἀντιμετώπισιν τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπό τάς κωδωνοκρουσίας καί τάς μεγαφωνικάς ἐγκαταστάσεις τῶν Ἐκκλησιῶν, καί αἰτεῖσθε τάς ἐπ' αὐτοῦ ἡμετέρας ἀπόψεις.
Ὅθεν, ἐκ Συνοδικῆς Ἀποφάσεως, ληφθείσης ἐν τῇ ῥηθείσῃ Συνεδρίᾳ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, γνωρίζομεν ὑμῖν τά ὡς κάτωθι:
Ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἐν τῇ ἀδιαπτώτῳ ποιμαντικῇ μερίμνῃ Αὐτῆς διά τά ἀφορῶντα εἰς τό περιβάλλον θέματα, συνέστησε διά τῆς ἀπό 11.10.1999 Ἀποφάσεως Αὐτῆς τήν Εἰδικήν Συνοδικήν 'Επιτροπήν Θείας καί Πολιτικῆς Οἰκονομίας καί Οἰκολογίας (Κανονισμός ὑπ' ἀριθμ. 138/1999, Φ.Ε.Κ. 256/τ.Α΄/8.11.1999), ἀποβλέπουσα εἰς τήν ἐξέτασιν και ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων καί τῶν κινδύνων, τούς ὁποίους προκαλεῖ ἡ σύγκρουσις τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Θείαν Δημιουργίαν καί βιώνει μέ ἐπώδυνον τρόπον ὁ ἄνθρωπος εἰς τήν καθημερινήν αὐτοῦ ζωήν. Ἐν τῷ πλαισίῳ τούτῳ ἐμελετήσαμεν καί τάς ἐν τῷ ὡς ἄνω προσχεδίῳ διαλαμβανομένας προτάσεις, τάς ὁποίας ἐν μέρει καί συμμεριζόμεθα, γιγνώσκοντες τάς τοῦ θορύβου συνεπείας εἰς τό ἠχητικόν περιβάλλον καί κατανοοῦντες τήν ἀναγκαιότητα λήψεως μέτρων διά τήν προστασίαν αὐτοῦ, δεδομένης τῆς ἤδη ἀναφερθείσης εὐαισθησίας τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἔναντι τῆς μοναδικότητας τοῦ περιβάλλοντος, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ τό ἐκπληκτικόν δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί εἰς τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὄχι μόνον διακεκριμένην θέσιν, ἀλλά καί ἐξαιρετικάς εὐθύνας. Δι' ὅ, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος συμφωνεῖ μέ τάς προτεινομένας ἐν τῷ προσχεδίῳ τούτῳ ῥυθμίσεις, τάς ἀφορώσας εἰς τόν χρόνον καί τόν τρόπον τῆς χρήσεως τῶν ἐξωτερικῶν μεγαφώνων τῶν Ἱερῶν Ναῶν καί τῶν ὡρολογίων εἰς τά κωδονοστάσια αὐτῶν. Ἄλλωστε διά τοῦ συνημμένου ὑπ' ἀριθμ. 2855/1489/9.7.2003 Ἐγκυκλίου Σημειώματος ἡμῶν ἐζητεῖτο «ὅπως... ληφθῇ ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια διά τήν μετά προσοχῆς καί διακρίσεως χρῆσιν τῶν κωδώνων τῶν Ἱερῶν Ναῶν καί τήν διακοπήν τῶν κτύπων τῶν ὡρολογίων αὐτῶν κατά τάς ὥρας κοινῆς ἡσυχίας καί μάλιστα κατά τήν διάρκειαν τῆς νυκτός. Ὡσαύτως, δέον ὅπως περιορισθῇ ἡ χρῆσις τῶν ἐξωτερικῶν μεγαφωνικῶν ἐγκαταστάσεων τῶν Ἱερῶν Ναῶν μόνον κατά τάς μεγάλας ἑορτίους ἡμέρας, κατά τάς ὁποίας παρατηρεῖται συρροή πιστῶν καί ἐκτός τῶν Ἱερῶν Ναῶν».
Ἄντικρυς ἀντίθετος, ὅμως, εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς τάς προτάσεις περί τῆς χρήσεως τῶν ἱερῶν κωδώνων. Οὗτοι καθιερώθησαν ὡς ἱερά ἀντικείμενα, χρησιμοποιούμενα εἰς δημοσίαν Θείαν Λατρείαν καί προστατευόμενα ὑπό τοῦ Συντάγματος καί τῶν Νόμων τοῦ Κράτους.
Οἱ ἱεροί κώδωνες, «τά τετρακόσια σήμαντρα καί οἱ ἑξηνταδυό καμπάνες», ἐξήγγειλαν τήν ὑποδούλωσιν τοῦ Γένους ἡμῶν, ἀπό τήν Ἁγίαν Σοφίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «τό μέγα μοναστήρι». Ἡ κροῦσις των δέ ἔπαυσε μόνον κατά τάς ἀλγεινάς καί ζοφεράς ἡμέρας τῆς σκλαβιᾶς. Οὗτοι, ὅμως, ἐδόνησαν καί πάλιν τόν Ἑλληνικόν ἀέρα, ὅταν ὁ ἔνδοξος στρατός τοῦ Ἔθνους εἰσήρχετο ἐλευθερωτής εἰς τήν Τριπολιτσάν, τήν Καλαμάταν, τήν Θεσσαλονίκην, τά Ἰωάννινα, τήν Κορυτσάν, τούς Ἁγίους Σαράντα· ὅταν τό τετιμημένον Πολεμικόν Ναυτικόν προσέπλει εἰς τάς νήσους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀρχιπελάγους· ὅταν ἡ Κυανόλευκος ἀνερριπίζετο εἰς τόν ἱερόν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως. Ἀλλά καί σήμερον ἐπικρατεῖ τό ὡραιότατον καί εὐσεβέστατον ἔθος νά κρούωνται οἱ κώδωνες τῶν εὑρισκομένων παρά θῖν' ἁλός Ἱερῶν Ναῶν καί Μονῶν ὅταν πλέουν ἔναντι τῶν παραλίων πλοῖα Ἑλληνικά, ὡς ἐνισχυτική εὐλογία εἰς τούς ὑπερποντίους καί ἐπικινδύνους πλόας των. Ποῖος ἔχει τό δικαίωμα, ἀλλά καί τήν δύναμιν νά τό ἀπαγορεύσῃ;
Πρός τούτοις, παρουσιάζεται καί τό οὐσιαστικόν πρόβλημα ὅτι ἡ προτεινομένη μείωσις τῆς μάζας τῶν ἱερῶν κωδώνων εἶναι ἀδύνατος, καθ’ ὅσον δι’ αὐτήν ἀπαιτεῖται τεραστίας καί δυσβαστάκτου ἐκτάσεως οἰκονομική δαπάνη.
Ἀντιθέτως τό ἀκουστικόν περιβάλλον ρυπαίνεται ἐπικινδύνως ἀπό τούς ἐκκωφαντικούς ἤχους τῶν κέντρων διασκεδάσεως καί δή τῶν νυκτερινῶν καί ἀπό τόν ἀνεξέλεκτον θόρυβον τῶν ὀχημάτων καί ὄχι ἀπό τήν εὔλαλον πρόσκλησιν τῶν πιστῶν νά μεταβοῦν λίαν πρωί εἰς τήν Ἐκκλησίαν «πού Χριστούγεννα σημαίνει».
Ἐν τῇ ρυθμίσει, λοιπόν, τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος θεωρεῖ ὅτι πρέπει νά ληφθῇ ὑπ' ὄψιν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος διά τοῦ ὁποίου προστατεύεται τό περιβάλλον καί ἀπό τήν ἠχητικήν ρύπανσιν, ὁ Ν. 1650/1986 ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὡς ἄνω ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθώς ἐπίσης καί ἡ ὑπ’ ἀριθμ. 49/2002 Ὁδηγία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου σχετική μέ τήν ἀξιόλογησιν καί τήν διαχείρισιν τοῦ θορύβου. Παραλλήλως, ὅμως, πρέπει νά ληφθῇ ὑπ' ὄψιν καί τό ἄρθρον 13 τοῦ Συντάγματος, τό ὁποῖο κατοχυρώνει τό ἀτομικόν δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, εἰδικήν ἐκδήλωσιν τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ καί ἡ ἐλευθερία τῆς λατρείας.
Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω καί δοθέντος ὅτι αἱ κωδωνοκρουσίαι ἀποτελοῦν μέσον χρησιμοποιούμενον κατά τήν λατρείαν καί πρός διευκόλυνσιν αὐτῆς, ἡ ὅποια κανονιστική ρύθμισις τῶν κωδωνοκρουσιῶν διά Κοινῆς Ὑπουργικῆς Ἀποφάσεως δέν δύναται νά ἐπιβάλῃ περιορισμούς οἱ ὁποῖοι νά καθιστοῦν ἰδιαιτέρως προβληματικήν τήν ἄσκησιν τῆς λατρείαν, ἰδίως εἰς τάς περιπτώσεις ἐκείνας κατά τάς ὁποίας ἡ θεία λατρεία ἀσκεῖται ἐν ὑπαίθρῳ, ὅπως π.χ. ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανείων, ἡ τελετή τῆς Ἀναστάσεως, αἱ τελεταί τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς (περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου, πένθιμοι κωδωνοκρουσίαι κ.λπ.).
Ἐξ ἄλλου αἱ κωδωνοκρουσίαι ἔχουν ἀποτελέσει πλέον, εἰδικῶς διά τόν ἑλλαδικόν χῶρον, στοιχεῖον τοῦ θρησκευτικοῦ πολιτιστικοῦ περιβάλλοντος, ἰδίως κατά τάς ὡς ἄνω θρησκευτικάς ἑορτάς καί συνεπῶς δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπαγορευθοῦν, διότι τό θρησκευτικόν πολιτιστικόν περιβάλλον, ὅπως ἐδέχθῃ τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, προστατεύεται ὑπό τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος (βλ. Σ.τ.Ε. 245/1997), καθ’ ἥν στιγμήν, μάλιστα, κρούονται λίαν ἀσμένως εἰς τάς Χώρας τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Διερωτώμεθα, ἀκόμη, ποία θά εἶναι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων τῶν ἑτεροθρήσκων, καί δή τῶν Μουσουλμάνων, οἱ ὁποῖοι πολλάκις τῆς ἡμέρας, στεντορίᾳ καί διατόρῳ τῇ φωνῇ, προσεύχονται.
Συνεπῶς ἡ ὁποιαδήποτε κανονιστική ρύθμισις τῆς ἐκ κωδωνοκρουσιῶν ἠχητικῆς ρύπανσης πρέπει νά ἐπιχειρηθῇ ἐν ὄψει τῶν ὡς ἄνω παραγόντων, διότι ἄλλως θά εἶναι ἀντισυνταγματική καί θά ἀκυρωθῇ ὑπό τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐάν προσβληθῇ, εἴτε ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἴτε καί ὑπό ἑνός Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ.
Ταῦτα γνωρίζομεν ὑμῖν καί παρακαλοῦμεν διά τά καθ' ὑμᾶς.



Ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

Ὁ Ἀρχιγραμματεύς.




† Ὁ Χριστιανουπόλεως Σεραφείμ.




ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ:
1. Ἐξοχώτατον
κ. Γεώργιον Σουφλιᾶν,
Ὑπουργόν Περιβάλοντος, Χωροταξίας καί Δημοσίων Ἔργων.
Ἐνταῦθα.
2. Ἐξοχώτατον
κ. Νικήταν Κακλαμάνην,
Ὑπουργόν Ὑγιείας καί Κοινωνικῆς Ἀλληλεγγύης.
Ἐνταῦθα.