ΑΡΧΕΙΟ ΕΓΚΥΚΛΙΩΝ


Εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου

Προηγούμενη σελίδα | Εκτύπωση


Προς τον Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη
(15/11/2007).

Ἀριθμ. Πρωτ. 3512
Ἀριθμ. Διεκπ. 2159
Ἀθήνῃσι 8ῃ Ὀκτωβρίου 2007


Πρός
Τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην
Περγάμου κ. Ἰωάννην,
Συμπρόεδρον τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς
ἐπί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.


Σεβασμιώτατε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ,

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετά τήν δημοσίευσιν τοῦ κειμένου «Ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις πού ἀφοροῦν ὁρισμένες ὄψεις γύρω ἀπό τή διδασκαλία περί Ἐκκλησίας», τό ὁποῖον προσυπέγραψε καί ὁ Πάπας Ρώμης (29 Ἰουνίου 2007), τάς ἐκφρασθείσας ἐπιφυλάξεις, καί κατόπιν Εἰσηγήσεως τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, σχετικῶς πρός ὡρισμένας ἐκκλησιολογικάς θέσεις τοῦ ὡς ἄνω κειμένου, ἀπεφάσισεν ἐν τῇ Συνεδρίᾳ Αὐτῆς τῆς 5ης Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., ἵνα ἀπευθυνθῇ πρός τήν ὑμετέραν Σεβασμιότητα, ὡς Συμπρόεδρον τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά ἐπισημάνῃ ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις, ὡς πρός τάς ἐκκλησιολογικάς ἀντιλήψεις τοῦ ὡς εἴρηται Κειμένου.

Εἰς τάς «Ἀπαντήσεις» ἀναφέρονται τά ἑξῆς:

α. Ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία, ἡ ὁποῖα διατηρεῖ τά γνήσια στοιχεῖα, τά ὁποῖα καθώρισεν ὁ Χριστός διά τήν Ἐκκλησίαν (!!!), εἶναι ἡ «καθολική Ἐκκλησία», αὐτή εἶναι ἡ πραγματική καί ἡ ὁρατή Ἐκκλησία ἐντός τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία ἱδρύθη ὑπό τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς. Ἡ «καθολική Ἐκκλησία» εἶναι ἡ μία καί μοναδική Ἐκκλησία.

β. Ἡ «καθολική Ἐκκλησία» ὑφίσταται εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία διοικεῖται ὑπό τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου καί τῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς κοινωνίαν μετ' αὐτοῦ.

γ. Ἡ «ἐκκλησιολογική ἀποκλειστικότης», ἡ ὁποία ὁδηγεῖ καί εἰς τήν «ἐκκλησιαστικήν ἀξιολόγησιν» ὅλων τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν», οἱ ἐπίσκοποι τῶν ὁποίων δέν εὑρίσκονται εἰς κοινωνίαν μετά τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου, συνεπάγεται ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι αὐταί ἔχουν «ἐκκλησιολογικόν ἔλλειμα». Ἐπί πλέον αἱ συγκεκριμέναι «Ἀπαντήσεις» τολμοῦν νά χαρακτηρίσουν τάς Ἐκκλησίας αὐτάς ὡς «Ἐκκλησίας ἰδιαιτέρας ἤ τοπικάς», ἔστω καί ἄν ἀναγνωρίζουν εἰς αὐτάς τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων των καί τήν ὕπαρξιν τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς.

δ. Ὁ ὅρος «Sussiste nella…» (ὑφίσταται ἐν τῇ…), τόν ὁποῖον θεωροῦν, κατά περιεχόμενον, ἰσχυρότερον τοῦ ὅρου «εἶναι», ἐκφράζει ἀφ' ἑνός τήν πλήρη ταύτισιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν «καθολικήν Ἐκκλησίαν» μέσα εἰς τήν ἱστορίαν καί ἀφ' ἑτέρου τήν μοναδικότητα τῆς «καθολικής Ἐκκλησίας». Εἰς τήν «καθολικήν Ἐκκλησίαν» δηλαδή ὑπάρχουν πάντα τά στοιχεῖα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα τήν καθιστοῦν μέσα εἰς τήν ἱστορίαν ὡς «κοινωνίαν πνευματικήν καί ὁρατήν», μέ ἀποκλειστικόν ὅρον ἀναφορᾶς καί κοινωνίας τήν σχέσιν τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου μέ τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, ἐνῶ εἰς τάς ἄλλας «Ἐκκλησίας» (!!!) ἀναγνωρίζεται ἁπλῶς ἡ ὕπαρξις κάποιων μόνον στοιχείων ἐκκλησιαστικότητος.

ε. Ἡ «κοινωνία τῶν Ἐπισκόπων μετά τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου» καθορίζεται ὡς ἡ οὐσιαστική προϋπόθεσις, μέ τήν ὁποίαν ὁριοθετοῦνται καί ὅλαι αἱ ἐκκλησιαστικαι δομαί καί περιγράφονται αἱ ἐσωτερικαί ἀρχαί καί ὅροι, διά ἑκάστην «ἰδιαιτέραν» Ἐκκλησίαν, ἀλλά καί διά τήν «καθολικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ μή ἐπίτευξις τῆς κοινωνίας αὐτῆς ἀποτελεῖ τό ἐμπόδιον διά τήν μή φανέρωσίν της μέσα εἰς τήν ἱστορίαν ἑκάστης «Ἐκκλησίας» ὡς Ἐκκλησίας. Μέ βάσιν αὐτήν τήν ἀρχήν κατανοεῖται καί ἡ ἔννοια αὐτῆς ταύτης τῆς «καθολικότητας» τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅλαι αὐταί αἱ ἐκκλησιολογικαί ἀναφοραί τῶν «Ἀπαντήσεων» ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος θεωρεῖ ὅτι:

α. Εἶναι ἀνακόλουθοι πρός τά Ἐπίσημα καί κοινά Κείμενα τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως δέ πρός τό κείμενον τοῦ Νέου Βαλάμου (1988), ἀλλά καί εἰς ἀναφοράν πρός τό ὑπό διαπραγμάτευσιν κείμενον τῆς Μόσχας (1990), [Βελιγράδι (2006) καί Ρώμης (2007)].

β. Χρήζει περαιτέρω θεολογικῆς ἀναλύσεως καί προσδιορισμοῦ, ὡς πρός τό θεολογικόν του περιεχόμενον, ἀπό μέρους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὅρος «καθολική Ἐκκλησία», εἰς σχέσιν πρός τό πρωτεῖον τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, «ὡς πατριάρχου τῆς Δύσης», ἄλλως ἡ ὑποφώσκουσα ἀνακολουθία καί ἀνακρίβεια, θά δημιουργήσῃ περαιτέρω προβλήματα εἰς τήν μελλοντικήν πορείαν τοῦ συγκεκριμένου Θεολογικοῦ Διαλόγου, ὡς καί κατά τό παρελθόν, μέ ἀνάλογα θέματα (Κείμενον Balamand).

γ. Ὁ μόνος τρόπος θεολογικῆς προσεγγίσεως καί ἐμβάθυνσεως τοῦ ὅρου «καθολική Ἐκκλησία» ἐν σχέσει καί ἀναφορᾷ πρός τό λειτούργημα τοῦ διαδόχου τοῦ Πέτρου εἶναι ὁ Θεολογικός Διάλογος, χωρίς ὅμως ἡ συμμετοχή εἰς αὐτόν νά συνεπάγηται καί τήν ἀποδοχήν τῆς ἐκφρασθείσης, εἰς τάς ἐν λόγῳ «Ἀπαντήσεις», θεωρίας τῆς ἐλλειματικῆς ἐκκλησιολογίας, τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀποκλειστικότητος καί τῆς μοναδικότητος.

Διά ὅλους τούς ὡς ἄνω λόγους ἡ Ἱερά Σύνοδος θεωρεῖ ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν καί πρό τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς θεολογικῆς ἐπεξεργασίας τοῦ ὑπό μελέτην κειμένου, νά διευκρινισθοῦν οἱ ὡς ἄνω θεολογικοί ὅροι, ἐκ μέρους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.

Ταῦτα γνωρίζοντες τῇ ὑμετέρᾳ Σεβασμιότητι ὡς Ὀρθοδόξῳ Προέδρῳ τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν παρακαλοῦμεν, ὅπως γνωστοποιήσητε εἰς τάς εἰς τόν Διάλογον συμμετεχούσας ἀντιπροσωπείας τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν τάς ἐν λόγῳ ἐπιφυλάξεις τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ Κειμένου καί θέσητε αὐτάς ὑπ' ὄψιν τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας κατά τάς προσεχεῖς ἐν Ρεβέννᾳ Συνεδρίας τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου, κατά τάς ὁποίας θά συζητηθῶσι θέματα ἐκκλησιολογικά.

Ἐπί δέ τούτοις, κατασπαζόμενοι τήν ὑμετέραν Σεβασμιότητα ἐν Κυρίῳ, διατελοῦμεν μετ' ἀγάπης.


Τοῦ Μακαριωτάτου Προέδρου ἀπουσιάζοντος


† Ὁ Νέας Κρήνης καί Καλαμαριᾶς ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Προεδρεύων




Ὁ Ἀρχιγραμματεύς


† Ἀρχιμ. Κύριλλος Μισιακούλης