Προηγούμενη σελίδα

Η συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος
στους θεολογικούς διαλόγους
και στην Οικουμενική Κίνηση
- όροι και Προϋποθέσεις -


ὑπό ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Σαββάτου
Ἐπίκουρου Καθηγητῆ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Ὕστερα ἀπό μία μεγάλη χρονική περίοδο ἐνθουσιασμοῦ καί γόνιμου ἔργου τῶν πολυμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, ἡ εἴσοδος στόν χῶρο τῶν προβλημάτων τῆς ἐκκλησιολογίας κυρίως ἀφενός μετρίασε τόν ἀρχικό ἐνθουσιασμό καί ἀφετέρου σχετικοποίησε τήν ἀξία τῶν σημαντικῶν θεολογικῶν προσεγγίσεων, μέ ἀποτέλεσμα πολλές φορές νά ἔχει ἀνα-πτυχθεῖ ἕνας θεολογικός λόγος ἐπιφυλάξεων, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στήν αἴσθηση ἀπουσίας μιᾶς εὐκρινοῦς καί συγκροτημένης ἐκκλησιολογικῆς βάσης, ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση γιά ὁποιαδήποτε ἀξιολόγηση τῆς πορείας τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καί τῆς συμμετοχῆς σ’ αὐτούς, ἀλλά καί τῶν Κοινῶν Ἐπισήμων Θεολογικῶν Κειμένων.

Ἐπιπλέον σήμερα εἶναι προφανής, καί γίνεται συνεχῶς σαφέστερη ἡ διαπίστωση, ὅτι τά σημαντικά ἐπιτεύγματα τῶν Κοινῶν Θεολογικῶν Κειμένων, τῶν ἀντιστοίχων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, δέν βρίσκουν τήν ἀναμενόμενη θετική ἀπήχηση στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα δέ μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων, μέ συνεπαγόμενα ἀποτελέσματα νά ἐκδηλώνε-ται εἴτε μία ἐπιφύλαξη, ὡς πρός τό περιεχόμενο αὐτῶν τῶν Κειμένων, εἴτε μία ἀπόρριψή τους, ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες μάλιστα, ἐξαιτίας μιᾶς παρα-πληροφόρησης, ὁδηγοῦν ἀναγκαστικά καί στή δημιουργία θεολογικῶν μορφωμάτων καί πλασμάτων, τά ὁποῖα ἐκδηλώνονται μέ ἕνα κοινό χαρα-κτηριστικό, μία ἐλλειματική ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἔχει καί ἀνάλογες ἐκκλησιολογικές συνέπειες καί προεκτάσεις.

Ἴσως λοιπόν ἦρθε ὁ καιρός νά ἀφυπνιστοῦμε στό συγκεκριμένο ζή-τημα, τόσο κατηχητικά ὅσο καί ποιμαντικά, καί νά ἀναφερθοῦμε μέ τρό-πο εἰλικρινή γιά τό σκοπό, τόν τρόπο καί τή διαδικασία λειτουργίας, ἀλλά καί γιά τή συμμετοχή μας στή λεγόμενη Οἰκουμενική Κίνηση.

1. Ἡ συμμετοχή στούς Θεολογικούς Διαλόγους καί στήν Οἰκουμε-νική Κίνηση εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων, στίς ὁποῖες ἀποφασίστηκε ἡ συμμετοχή στούς παραπάνω Διαλόγους καί στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν κυρίως, μέ σκοπό ἀφενός νά συζητή-σουν ἀπό κοινοῦ ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τά θεολογικά προβλή-ματα, τά ὁποῖα διασποῦν τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα καί διχάζουν τήν παγκόσμια κοινότητα τῶν λαῶν, καί ἀφετέρου νά διαλεχθοῦν «ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ» μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες καί λοιπές ὁμολογίες, μέ σκοπό τήν «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» κοινωνία καί ἑνότητα τῆς πίστης. Ἐπιπλέον σ’ αὐτή τήν πορεία πρός τήν «ἐν Χριστῷ καί Πνεύματι Ἁγίῳ» ἑνότητα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς Μία Ἐκκλησία, ἔχει τή πεποίθηση, ὅτι ἐκφράζει τήν ἀλήθεια καί δίνει τή μαρτυρία τῆς εἰς Χριστόν πίστης καί τῆς παράδοσης, θεωρεῖ δέ ὅτι ἕνας ἀπό τούς σκοπούς τῆς ἀποστολῆς της, στή σύγχρονη πραγματικότητα, εἶναι ὅτι αὐτή τήν ἀλήθεια, τῆς πίστης καί τοῦ περιεχομένου τῆς παράδοσής της, ὠφείλει νά τήν προβάλλει καί νά τήν μεταδίδει καί στίς ἄλλες ἐκκλησίες καί λοιπές ὁμολογίες μέ ἕνα τρόπο δ ι α λ ο γ ι κ ό καί ὄχι μεμονωμένα, ἀποσπασματικά ἤ προσηλυτιστικά, γιατί εἶναι πεποίθησή της, ὅτι κάθε τι τό ὁποῖο εἶναι ἐκτός τοῦ διαλόγου, εἶναι ξένο στήν ἐκκλησιαστική της αὐτοσυνειδησία καί στό τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τή δράση καί τή παρουσία της στόν χριστιανικό κόσμο. Ἀντίθετα ὁ διάλογος «ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ», ὡς ἡ μόνη ὁδός πρός τήν «ἐν κοινωνίᾳ ἑνότητα» εἶναι στοιχεῖο συστατικό τῆς ἀποστολῆς της καί σεβασμός στήν ὕπαρξη καί ἐλευθερία τῶν ἄλλων.

2. Βασική ὅμως ἐκκλησιολογική προϋπόθεση συμμετοχῆς στούς Διαχριστιανικούς ἤ Διαθρησκευτικούς Διαλόγους ἀποτελοῦν καί οἱ σχετικές ἐκκλησιαστικές ἀποφάσεις τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες προϋποθέτουν τή συμφωνία τῶν ἀντιστοίχων Ἱ. Συνόδων τῆς Ἱεραρχίας των, γι’αὐτό ἔχουν καί τήν ἀνάλογη ἐκκλησιολογική βαρύτητα, ὅπως θά εἶχαν ἀνάλογη ἐκκλησιολογική βαρύτητα καί οἱ τυχόν ἀποφάσεις γιά τή μή συμμετοχή. Ἐπιπλέον οἱ συμμετέχοντες Κληρικοί (Ἐπίσκοποι ἤ Πρεσβύτεροι) καί Λαικοί Θεολόγοι ἐνεργοῦν κατ’ ἐντολήν τῶν ἀντιστοίχων Συνοδικῶν Ὀργάνων, τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καί ὄχι ὡς μεμονωμένα πρόσωπα. Τό γεγονός αὐτό ἄλλωστε ἐπεσήμανε καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σέ Ἐγκύκλιο, τοῦ ἔτους 1971, ὅπου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ὁ διάλογος διεξάγεται ὑπό τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκπροσωπουμένης ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν ὑπευθύνων θεολογικῶν παραγόντων, ἐνεργούντων ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας».

3. Ἡ παραπάνω ἐκκλησιολογική προϋπόθεση παραμένει πάντοτε τό κριτήριο καί γιά τήν ἀξιολόγηση τόσο τῆς ὅλης πορείας τῶν ἐπισήμων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καί τῶν ἐπιμέρους ἀποφάσεών τους, ὅσο καί τῶν κειμένων τῶν Ἐπισήμων Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν, ὡς «Κοινῶν Θεολογικῶν Κειμένων». Τά Κείμενα αὐτά, ὡς μία πρώτη συγκλίνουσα ἔκφραση τῆς παραδεδομένης κοινῆς ἀποστολικῆς καί συνοδικῆς πίστης καί παρόδοσης, ἀποτελοῦν τήν ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τήν ὁποιαδή-ποτε μορφή ἀποκατάστασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, καί, ἐξαιτίας ἀκριβῶς τῆς ἐκκλησιολογικῆς τους σπουδαιότητας, τίθενται ad referen-dum πρός τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, καί ὑπό τήν αἵρεση ἤ τήν ἔγκριση καί τῶν ἀντιστοίχων Ἱερῶν Συνόδων τῆς Ἱεραρχίας τους, ὥστε «καί τό ἐπιτυγχάνειν οὐκ ἄχρηστον καί τό διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον» (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος). Μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐπιπλέον ἀποκλείεται κάθε μορφή θεολογικῆς ὑπέρβασης ἤ συγκρητιστικῆς αὐθαιρεσίας, ἀπό μέ-ρους τῶν ἐκπροσώπων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, καί συγχρόνως ἀπο-δυναμοῦται κάθε τάση σύγκλισης ἑτερόκλητων θεολογικῶν παραδόσεων.

4. Ὑπό τήν παραπάνω ἐκκλησιολογική προϋπόθεση ἀποφασίστηκε καί ἡ ἔγκριση τοῦ θεματολογίου τῶν Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων, μέ τό ὁποῖον δίδεται προτεραιότητα σέ καθαρῶς θεολογικά θέματα, κοινά στίς διάφορες ἐκκλησιαστικές παραδόσεις. Ἡ παροῦσα ἐπιλογή δέν ἦταν τυχαία, οὔτε ὑποκρύπτει ἄλλες ἐνδοτικές κινήσεις. Ἀποτελεῖ ἁπλᾶ μία μέθοδο διαλόγου, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ κοινή ὁμολογία τῆς παραδεδομένης ἀποστολικῆς καί συνοδικῆς πίστης καί παράδοσης, ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀνάγκη εἶναι νά ἐπανεύρουμε δ ι α λ ο γ ι κ ά, καί ὄχι μεμονωμένα, τό παρελθόν τῆς κοινῆς χριστιανικῆς παράδοσης, ἀφοῦ ὡς γνωστόν, «ὅτε διίστανται τινές ἀλλήλων καί οὐ χωροῦσι πρός λόγους, δοκεῖ μείζων εἶναι καί ἡ μεταξύ τούτων διαφορά. Ὅτε δ’ εἰς λόγους συνέλθωσι καί ἑκάτερον μέλος ν ο υ ν ε χ ῶ ς ἀ κ ρ ο ά σ η τ α ι τ ά π α ρ’ ἑ τ έ ρ ο υ λ ε γ ό μ ε ν α, εὑρίσκεται πολλάκις ὀλίγη ἡ τούτων διαφορά» (Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός). Αὐτό ἐπιπλέον σημαίνει, ὅτι σκοπός τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων δέν εἶναι ἡ συσχέτιση (correlation) παραλλήλων παραδόσεων ἀλλά ὁ προσδιορισμός, ἡ ἐπανεξέταση καί ἡ ἀποκατάσταση (reintegration) τῆς ἀλλοιωθεῖσας παράδοσης, τόσο λεκτικά ὅσο καί κατά περιεχόμενο, ἀφοῦ «ἕτερον ἐστιν ἡ ὑπέρ τῆς εὐσεβείας ἀντιλογία καί ἕτερον ἡ τῆς πίστεως ὁμολογία, καί ἐπί μέν τῆς ἀντιλογίας οὐκ ἀνάγκη περί τάς λέξεις ἀκριβολογεῖσθαι τόν ἀντιλέγοντα…ἐπί δέ τῆς ὁμολογίας ἀκρίβεια διά πάντων τηρεῖται καί ζητεῖται» (Μ. Βασίλειος).

5. Μέ τήν παροῦσα μέθοδο Θεολογικοῦ Διαλόγου δέν σημαίνει ὅτι δέν ἀναγνωρίζονται οἱ ὑπάρχουσες διαφορές (distinctions), οἱ ὁποῖες μάλι-στα κατέληξαν κατά καιρούς καί σέ θεολογικές ἀντιθέσεις (contradi-ctions), ἀλλ’ ἀντίθετα θεωροῦνται ὡς ὑπαρκτές καί ἀποδεχτές, ἀφοῦ αὐτές τελικά πρέπει νά ἀρθοῦν γιά τήν ἐπίτευξη μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

6. Σκοπός τῶν θεολογικῶν συζητήσεων, ἐπί ὁμοιοτήτων καί ζητη-μάτων ἑνούντων, εἶναι ἡ προσπάθεια ἐπανεύρεσης τῶν ἀρχῶν ἐκείνων καί τῶν προϋποθέσεων μιᾶς κοινῆς θεολογικῆς χριστιανικῆς πίστης καί παράδοσης, ἡ ὁποία θά ἀποτελέσει καί τή κοινή βάση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου. Πῶς θά συζητήσουμε δηλαδή τίς ὑπάρχουσες θεολογικές διαφορές, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἐμφανιστεῖ στή διάρκεια τοῦ χρόνου, ὅταν δέν ἔχουμε ἀναγνωρίσει, ἐπικυρώσει καί ὁμολογήσει πρῶτα τά σημεῖα στά ὁποῖα ὑπάρχει σύμπτωση παραδόσεων;

7. Ἡ παροῦσα ἐκκλησιολογική προϋπόθεση καί ἡ ἐφαρμοσθεῖσα μέθοδος Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἐπιβεβαιώνει, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἰδεολογική ἀλλά κυρίως καί πρωτίστως ἐκκλησιολογική. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὅταν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐπεσήμαναν σημεῖα, τά ὁποῖα ἐθεωροῦντο μέχρι πρότινος, ὡς ἑνοῦντα, καί τά ὁποῖα στό χρόνο ἀπ-- εδείχθησαν καί αὐτά ὡς σημεῖα θεολογικῆς τριβῆς, γιά διάφορες ἐκκλησιαστικές παραδόσεις, δέν δίστασαν ἀκόμη καί νά διακόψουν τή συμμετοχή στούς συγκεκριμένους Διμερεῖς Θεολογικούς Διαλόγους, γιατί θεώρησαν, ὅτι σέ τελευταία ἀνάλυση, τό ἀπόλυτο κριτήριο γιά τήν ἀξιολόγηση τῶν ὁποιωνδήποτε θεολογικῶν συγκλίσεων εἶναι μία κοινή προσέγγιση, κυρίως στό κρίσιμο ζήτημα τῆς ἐκκλησιολογίας, καί μάλιστα ὅπως αὐτό ἔχει ἀποτυπωθεῖ ἤδη καί στίς μελλοντικές προοπτικές τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων.

8. Ἡ συμμετοχή στούς Ἐπίσημους Διμερεῖς Θεολογικούς Διαλό-γους τῶν νεωτέρων χρόνων ἔχει ὡς ἐλάχιστη ἐκκλησιολογική προϋπόθε-ση τή συνεπή προσέγγιση τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τῶν Χριστια-νικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, κυρίως ἀπό ἄποψη ὁμολογιακή καί ἐκκλησιαστικῆς δομῆς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ παύση ἤ ἡ ἀναστολή τοῦ Ἐπίσημου Θεολογικοῦ Διαλόγου, μεταξύ τῆς Ὀρθόδοξης καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε. Ἀκόμη ἀποτέλεσμα μιᾶς τέτοιας ἐκκλησιολογικῆς θεώρησης τῶν θεολογικῶν προβλημάτων, στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης καί τῶν Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγου, εἶναι, μετά ἀπό μία ἐνθουσιαστική καί γόνιμη συμμετοχή στό Π.Σ.Ε., ἡ ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀντιμετώπιση τῶν ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα ἄφοβα καί ἀδίστακτα ἐκφράστηκαν καί στό τελικό κείμενο τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς γιά τή συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων στό ΠΣΕ, μέ θέμα: «Ἡ ἀναβάθμιση τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὁρθοδόξων στό ΠΣΕ, (2003)» (πρβλ. τμήμα Α΄, ΙΙ), ἐνῶ συγχρόνως κατετέθησαν προτάσεις στήν Κεντρική Ἐπιτροπή γιά ἀλλαγές στόν ΚΧΠΣΕ, τόσο ὡς πρός τήν ἰδιότητα μέλους τοῦ Π.Σ.Ε., ἐπί τῇ βάσει θεολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν κριτη-ρίων, ὅσο καί γιά τά θέματα τῆς «συμπροσευχῆς».

9. Ἡ συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σέ Διμερεῖς Θεο-λογικούς Διαλόγους, Ὀργανισμούς ἤ Συμβούλια δέν σημαίνει ὅτι προϋπο-θέτει τήν ἄμεση ἀναγνώριση μιᾶς ἐκκλησιολογικῆς δομῆς ἤ μιᾶς ὁμολο-γιακῆς ἔκφρασης, πολλῷ δέ μᾶλλον μιᾶς ἀναγνωρίσεως τοῦ Συμβουλίου ἤ τοῦ Ὀργανισμοῦ, ὡς «Ὑπέρ-Ἐκκλησίας», ἡ ὁποία μπορεῖ νά τείνει, ὥστε νά ὑποκαταστήσει καί τίς Ἐπίσημες Ἐκκλησίες (πρβλ. Κ.Χ.Π.Σ.Ε. ἄρθρο IV (1960), κατά Δήλωση Γ.Σ. Τορόντο 1948). Ἀντίθετα μάλιστα δηλοῦται, ὅτι τό Π.Σ.Ε. εἶναι «κοινωνία Ἐκκλησιῶν», οἱ ὁποῖες ὡς minimum τῆς ὁμολο-γιακῆς τους ἔκφρασης υἱοθετοῦν τήν πίστη στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί στό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας (βλ. Ἄρθρο Ι).

10. Ἡ ὁποιαδήποτε λοιπόν σοβαρή ἔνσταση ἤ ἐπιφύλαξη εἶναι θεμιτή καί ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά τύχει καί τῆς ἀνάλογης προσοχῆς καί ἐξέτασης, ὅμως ἀπό τά ἀντίστοιχα συνοδικά ὄργανα καί μόνο, γιατί τό «charisma veritatis certum» (βέβαιο χάρισμα τῆς ἀληθείας) δέν μπορεῖ νά ἐκφράζεται ὑπό μεμονωμένων ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἀλλά μόνο ὑπό τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συγκεντρώνεται περί τῶν ἀληθῶν ποιμέ-νων της καί συγκεκριμένως περί τῶν ἐπισκόπων της. Συνεπῶς ὁποιαδή-ποτε ἐνδοεκκλησιαστική τάση ἀνάπτυξης τῆς θεωρίας, ἐν ὀνόματι τοῦ «λαοῦ τοῦ Θεοῦ» καί ἐπί τῇ βάσει κριτηρίων τῆς λεγόμενης λαϊκῆς-ἐκκλη-σιαστικῆς του ἔκφρασης, θεωροῦντες τούς ἑαυτούς τους, ὅτι ἐκφράζουν τήν «ἐκκλησιαστική συνείδηση» εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἀπορριπτέα. Ἀπό τήν ἱστορία ἔχουμε διδαχθεῖ, ὅτι ὅπου προέχει ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ἡ ὀργάνωση καί ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση λειτουργοῦν μόνο πρός οἰκο-δομή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπου ὅμως προέχει τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἡ ὀργάνωση καί ἡ συνείδηση, τότε ἡ ὀργάνωση γίνεται αὐτοσκοπός, μέ ἀποτέλεσμα «τά εἰς μέρη πλείονα διηρημένα» (Μ. Βασίλειος).



Προηγούμενη σελίδα