Προηγούμενη σελίδα

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Θ' Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε.
(PORTO ALEGRE, 14-23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2006)

Καθηγητής Βλάσιος Ἰω. Φειδᾶς




Ἡ Θ' Γενική Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στό Porto - Alegre τῆς Βραζιλίας (14-23 Φεβρουαρίου 2006), ἦταν ἕνα πολύ σημαντικό γεγονός ὄχι μόνο γιά τίς μελλοντικές προοπτικές τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, ἀλλά καί γιά τόν ἰδιαίτερο ρόλο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στόν Οἰκουμενικό διάλογο, γιά ἐποικοδομητική συνεργασία τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐνώπιον τῶν κοινῶν πιεστικῶν προβλημάτων τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Πράγματι, οἱ παλαιές ἰδεολογικές, ἐθνικιστικές, κοινωνικές καί πνευματικές συγχύσεις τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖες ὀξύνθηκαν κατά τήν τελευταία δεκαετία μετά τή ραγδαία καί ἀπρόβλεπτη κατάρρευση τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ, ἐνέπλεξαν καί τίς θρησκεῖες σέ ξένες πρός τήν πνευματική τους ἀποστολή σκοπιμότητες καί ἐκφράσθηκαν μέ ἀκραῖα νοσηρά φαινόμενα θρησκευτικῆς μισαλλοδοξίας, ἀνεξέλεγκτης βίας, ὀργανωμένης τρομοκρατίας καί κοινωνικῆς ἀναλγησίας. Ὑπό τήν πίεση τῶν διογκουμένων νοσηρῶν αὐτῶν φαινομένων γιά τίς σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν στή σύγχρονη παγκόσμια πολυπολιτισμική κοινωνία, ἡ Η' Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. (Harare, 1999) ἀποφάσισε ὄχι μόνο τήν ἀνανέωση τῶν θεσμικῶν του λειτουργιῶν, ἀλλά καί τήν ἀναπροσαρμογή τῶν μελλοντικῶν του δραστηριοτήτων.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τά πιεστικά αἰτήματα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου γιά εἰρήνη, κοινωνική δικαιοσύνη καί προστασία τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων προσδιόρισαν τόσο τήν ἐπιλογή, ὅσο καί τήν προπαρασκευή τῶν θεμάτων τῆς Θ' Γενικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀξιοποίησε τή συστηματική προετοιμασία τῶν βασικῶν θεμάτων ἀπό εἰδικές Ἐπιτροπές τοῦ Π.Σ.Ε. κατά τήν ἐνδιάμεση ἑπταετία (1999-2006) καί ἐνέταξε τίς συγκροτημένες προτάσεις τους στόν κύριο ἄξονα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐργασιῶν της.

• Στήν Θ' Γενική Συνέλευση ἐκπροσωπήθηκαν ὅλες οἱ μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις (Ὀρθόδοξη, Ρωμαιοκαθολική, Προτεσταντική, Ἀγγλικανική, Παλαιοκαθολική κ.λπ.), ἐνῶ ὁ ἀριθμός τῶν συμμετασχόντων ὑπό ποικίλες ἰδιότητες (ἐκπρόσωποι Ἐκκλησιῶν-μελῶν, μέλη καί σύμβουλοι τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Π.Σ.Ε., παρατηρητές μή μελῶν Ἐκκλησιῶν ἤ Ὁμολογιῶν, Ὀργανώσεων Νέων καί Γυναικῶν, Μή Κυβερνητικῶν Ὀργανώσεων, Δημοσιογράφοι κ.λπ.) πλησίασε τίς τέσσαρες χιλιάδες (4.000) περίπου σέ ὁρισμένες τουλάχιστον συνεδρίες τῆς ὁλομελείας τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως καί στίς ὀργανωμένες δημόσιες ἐκδηλώσεις. Ἡ ἐκπροσώπηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἐντάσσονται καί οἱ ἐκπρόσωποι τῶν προχαλκηδονίων Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν (Ἀρμενικῆς, Κοπτικῆς, Αἰθιοπικῆς, Συροϊακωβιτικῆς), ἀνέρχεται ἀναλογικῶς στό 25% τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐχόντων δικαίωμα ψήφου μελῶν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως καί κατανέμεται ἐπίσης ἀναλογικῶς μεταξύ τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ ὅσες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες διέκοψαν τήν ἐπίσημη συμμετοχή τους στό Π.Σ.Ε. (Βουλγαρία, Γεωργία) ἀπέστειλαν παρατηρητές. Ἡ ἐκπροσώπηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συγκροτήθηκε, μετά ἀπό σχετική ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπό τούς Σεβ. Μητροπολίτες Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο καί Καλαβρύτων κ. Ἀμβρόσιο, τούς θεοφιλ. ἐπισκόπους Θερμοπυλῶν κ. Ἰωάννη καί Ἀχαΐας κ. Ἀθανάσιο, τόν πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτη Γαβριήλ Παπανικολάου, τούς ἐλλογ. Καθηγητές κ. Βλάσιο Φειδᾶ, Κωνσταντίνο Σκουτέρη, Γεώργιο Μαρτζέλο καί Γεώργιο Γαλίτη, τίς ἐρίτ. κ. Αἰκατερίνη Καρκαλᾶ - Ζορμπᾶ καί Μαρίνα Κολοβοπούλου καί τούς κ. Δημοσθένη Θεοχάρη καί Σέργιο Βοΐλα.

Ἡ ἑλλαδική ἀντιπροσωπία προετοιμάσθηκε καταλλήλως σέ ὅλα τά θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τόσο σέ συνεργασία μέ τήν ἀντιπροσωπία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (Σεπτέμβριος 2005), ὅσο καί σέ ἰδιαίτερες συνεδρίες τῆς ἑλλαδικῆς ἀντιπροσωπίας (Δεκέμβριος 2005, Ἰανουάριος 2006) μέ εἰδικές Εἰσηγήσεις γιά τά κύρια θέματα τῆς Συνελεύσεως. Ὁ συντονισμός τῆς ὀρθοδόξου παρουσίας στίς ἐργασίες τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἀναλήφθηκε κατά τά καθιερωμένα ἀπό τήν ἀντιπροσωπία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὄχι μόνο μέ συσκέψεις τῶν ἀρχηγῶν, ἀλλά καί μέ προγραμματισμένη συνεδρία ὅλων τῶν μελῶν τῶν ὀρθοδόξων ἀντιπροσωπιῶν, οἱ ὁποῖες ἀποδείχθηκαν ἰδιαίτερα χρήσιμες γιά τήν ἔγκαιρη καί ὑπεύθυνη ἐνημέρωση γιά τήν πορεία τῶν θεμάτων ὀρθόδοξου ἐνδιαφέροντος. Ἡ θετική ἀνταπόκριση τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τοῦ Π.Σ.Ε. στίς προτάσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἑλλαδικῆς ἀντιπροσωπίας Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου γιά τή συμμετοχή μελῶν της στίς σημαντικές Ἐπιτροπές τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, προσέφερε ἄμεση πληροφόρηση γιά τήν ἐξέλιξη τῆς ὅλης ἐπεξεργασίας τῶν σχεδίων κειμένων πρίν αὐτά εἰσαχθοῦν πρός ἀξιολόγηση στίς συνεδρίες τῆς ὁλομελείας, ἰδιαίτερα σέ θέματα ὀρθοδόξου ἐνδιαφέροντος. Ἔτσι, ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συμμετεῖχαν στίς Ἐπιτροπές Διοικητικῶν Ὑποθέσεων (θεοφιλ. Ἐπίσκοπος Ἀχαΐας Ἀθανάσιος), Προγραμματισμοῦ (ἐλλογ. καθηγητής Κωνστ. Σκουτέρης), Πολιτικοῦ Σχεδιασμοῦ καί Προγράμματα Νέων (πανοσιολ. Ἀρχιμ. Γαβριήλ Παπανικολάου), Προγράμματα Γυναικῶν (ἐρίτ. Αἰκ. Καρκαλᾶ - Ζορμπᾶ) κ.λπ., ἐνῶ ἡ Μ.Κ.Ο. "Ἀλληλεγγύη" παρουσίασε σέ δύο προγραμματισμένες ἐκδηλώσεις τίς προοπτικές τῶν κοινωνικῶν της προγραμμάτων (κ. Σέργιος Βοΐλας).

• Ὁ προγραμματισμός τῶν ἐργασιῶν τῆς Θ' Γενικῆς Συνελεύσεως ὀργανώθηκε μέ ἰδιαίτερη προσοχή τόσο γιά τά καθιερωμένα παραδοσιακά στοιχεῖα τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ Π.Σ.Ε. (Μελέτη Ἁγίας Γραφῆς, ἐναρκτήρια καί καθημερινή προσευχή, θεματικές καί θεαματικές ἐκδηλώσεις κ.λπ.), ὅσο καί γιά τά κύρια θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως (νέο θεσμικό πλαίσιο σχέσεων Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Π.Σ.Ε., αὐστηρότερα θεολογικά κριτήρια γιά τήν ἀπόδοση τῆς ἰδιότητας τοῦ μέλους, τό κῦρος τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετώπιση τῶν νοσηρῶν φαινομένων τῆς πείνας, τῆς βίας καί τῆς τρομοκρατίας στίς σχέσεις ἀνθρώπων καί λαῶν, διεύρυνση τῆς οἰκουμενικῆς ἐπιμορφώσεως, ἐνίσχυση τοῦ ρόλου τῶν Νέων καί τῶν Γυναικῶν στήν Οἰκουμενική κίνηση κ.λπ.). Ἡ ἐποπτική ἐνημέρωση γιά τή συστηματική προετοιμασία τῶν σχεδίων κειμένων καί τῶν προτάσεων γιά τά θέματα μετά τήν Η' Γενική Συνέλευση (Harare, 1999) συνοδεύθηκε ἀπό μία πλούσια σχετική βιβλιογραφία, ἡ ὁποία προσέφερε ὄχι μόνο τά σχέδια κειμένων, ἀλλά καί μία θεολογική ὑποστήριξη τῶν εἰσηγουμένων προτάσεων ἤ δράσεων γιά τήν ἀξιολόγησή τους ἀπό τή Γενική Συνέλευση. Ἔτσι, τονίσθηκε μέ χαρακτηριστική ἔμφαση στίς ἐναρκτήριες ὁμιλίες τοῦ Προέδρου τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς Σεβ. Aram, Καθολικοῦ τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κιλικίας, καί τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Π.Σ.Ε. Δρος Samuel Kobia ἡ ἰδιαίτερη σημασία τῶν ἀποφάσεων τῆς Θ' Γενικῆς Συνελεύσεως γιά τίς μελλοντικές προοπτικές τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως.

Οἱ ἐργασίες τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως πραγματοποιήθηκαν σέ διαδοχικές συνεδρίες τῆς Ὁλομελείας τῶν οἰκουμενικῶν, ὁμολογιακῶν καί περιφερειακῶν συζητήσεων, τῶν Ἐπιτροπῶν καί τῶν ὁμάδων ἐργασίας, στίς ὁποῖες διαμορφώθηκαν εἰσηγήσεις καί προτάσεις γιά τή συμπλήρωση καί βελτίωση τῶν εἰσηγήσεων καί τῶν προτάσεων τῶν σχεδίων προγραμματικῶν κειμένων σέ ὅλα τά θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἐνεργός συμμετοχή τῶν ἑλλήνων καί τῶν ἄλλων ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων κατά τίς συζητήσεις τῶν σχεδίων κειμένων καί τῶν νέων προτάσεων ὑπῆρξε κατά τή γενικώτερη ἐκτίμηση σημαντική καί ἐποικοδομητική τόσο γιά τίς νέες προοπτικές τῆς ἀποστολῆς τοῦ Π.Σ.Ε., ὅσο καί γιά τήν ἰδιαίτερη συμβολή τῆς Ὀρθοδοξίας στίς προοπτικές αὐτές. Πράγματι, ἡ ἔγκαιρη προετοιμασία καί ἡ ἐποικοδομητική παρουσία τῶν ἐκπροσώπων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συντονίσθηκαν πρός τήν πληρέστερη ἀξιοποίηση τῶν ἤδη διαμορφωμένων θετικῶν προϋποθέσεων γιά τήν οὐσιαστική ἀναβάθμιση τοῦ ρόλου τῆς Ὀρθοδοξίας σέ ὅλες τίς θεσμικές λειτουργίες τοῦ Π.Σ.Ε., γι' αὐτό καί τό κύριο ἐνδιαφέρον ἐπικεντρώθηκε κυρίως στίς κρίσιμες ἀποφάσεις τόσο γιά τήν ἀναθεώρηση τῶν καταστατικῶν ἀρχῶν τῆς σχέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό Π.Σ.Ε., ὅσο καί γιά τήν κατάλληλη ὀρθόδοξη ἐκπροσώπηση στά ἐπιτελικά καί στά θεσμικά του ὄργανα.

Εἶναι λοιπόν εὐνόητον ὅτι ἡ ὅλη ὀρθόδοξη παρουσία στήν Θ' Γενική Συνέλευση προσδιορίσθηκε σαφῶς ἀπό τίς συγκροτημένες εἰσηγήσεις καί προτάσεις τῆς σημαντικῆς Μεικτῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπό ἴσο ἀριθμό ἐκπροσώπων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ ὁποία ἀποφασίσθηκε στήν Η' Γενική Συνέλευση (Harare, 1999) καί ἐργάσθηκε μέ ἐντυπωσιακή συνέπεια γιά τήν ἀναβάθμιση τοῦ ρόλου τῆς Ὀρθοδοξίας μέ γνώμονα τίς παλαιές ὀρθόδοξες προτάσεις (Desiderata Σόφιας) καί τίς σχετικές ἀποφάσεις τῆς Γ' Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ, 1986). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ εἰσηγήσεις καί οἱ προτάσεις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπικεντρώθηκαν ἀφ' ἑνός μέν στήν τροποποίηση τῶν καταστατικῶν διατάξεων γιά τή διαδικασία λήψεως τῶν ἀποφάσεων σέ σοβαρά ζητήματα οἰκουμενικοῦ διαλόγου, ἀφ' ἑτέρου δέ στόν αὐστηρότερο καθορισμό τῶν θεολογικῶν καί τῶν ἐκκλησιολογικῶν κριτηρίων τόσο κατά τή διαδικασία ἀποδοχῆς νέων μελῶν στούς κόλπους τοῦ Π.Σ.Ε., ὅσο καί κατά τόν πολυμερῆ θεολογικό διάλογο γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν.

• Οἱ εἰσηγήσεις καί οἱ προτάσεις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς υἱοθετήθηκαν μέ μικρές τροποποιήσεις ἀπό τήν Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ Π.Σ.Ε. καί παραπέμφθηκαν στήν Θ' Γενική Συνέλευση τόσο γιά τήν τελική ἔγκρισή τους, ὅσο καί γιά τήν ἀναγκαία τροποποίηση τῶν σχετικῶν καταστατικῶν διατάξεων, ὥστε νά εἶναι ἄμεση ἡ ἐφαρμογή τους στίς ἐργασίες τῆς Συνελεύσεως. Σημαντικώτερη ἀπό τίς εἰσηγήσεις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν ἡ πρόταση γιά τήν καθιέρωση τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) κατά τή λήψη τῶν ἀποφάσεων σέ σοβαρά ζητήματα πίστεως ἤ προγραμμάτων δράσεων τοῦ Π.Σ.Ε., γιατί ἡ ἐπίσημη ἔγκρισή του ἀφ' ἑνός μέν θά καταργοῦσε τήν ἀρχή τῆς πλειοψηφίας κατά τή συζήτηση κειμένων γιά σοβαρά ζητήματα πίστεως, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε μόνιμη αἰτία ἀντιθέσεων τῶν ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων, ἀφ' ἑτέρου δέ θά κατοχύρωνε τήν αὐτοδυναμία τοῦ λόγου τῆς Ὀρθοδοξίας στόν οἰκουμενικό διάλογο γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε μόνιμη ἀξίωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά μία συνεπῆ συμμετοχή στό Π.Σ.Ε.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ συναινετική ἀποδοχή τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) καί ἡ ἄμεση ἐφαρμογή της κατά τίς ἐργασίες τῆς Θ' Γενικῆς Συνελεύσεως θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ ὡς ἡ σημαντικώτερη ἐπιτυχία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὄχι μόνο γιά τήν ἄρση τῶν αἰτίων τῶν ὀρθοδόξων ἐπιφυλάξεων, ἀλλά καί γιά τήν ἀναβάθμιση τοῦ θεσμικοῦ της ρόλου στούς σκοπούς τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως. Ἡ ἐπιτυχία αὐτή ἐπισφραγίσθηκε καί μέ τήν ὁμόφωνη ἔγκριση ὅλων τῶν σχετικῶν καταστατικῶν διατάξεων γιά τή διαδικασία λήψεως τῶν ἀποφάσεων ὄχι μόνο σέ σοβαρά ζητήματα πίστεως, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς θεσμικές λειτουργίες τοῦ Π.Σ.Ε., ἔστω καί ἄν ὁρισμένες ἀπό αὐτές παραπεμφθοῦν ὡς ἐξαιρετικά ἐπείγουσες μέ αὐξημένη πλειοψηφία (85%) σέ διαδικασία λήψεως ἀποφάσεως μέ τήν ἀρχή τῆς πλειοψηφίας. Εἶναι λοιπόν εὐνόητον ὅτι τό νέο αὐτό θεσμικό πλαίσιο ἐξουδετερώνει μέ ἄμεσο ἤ ἔμμεσο τρόπο ὅλες σχεδόν τίς ἐκπεφρασμένες παλαιές ἐπιφυλάξεις γιά τή συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στά θεσμικά ὄργανα τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, ἀφ' ἑνός μέν γιατί ἡ ὁποιαδήποτε σημαντική ἀπόφαση προϋποθέτει πλέον ὡς ἀπαραίτητη τή ρητή συναίνεση ἤ τή μή ἀντίθεση τῶν ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τό 25% στή σύνθεση τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καί ὅλων τῶν θεσμικῶν ὀργάνων τοῦ Π.Σ.Ε., ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί ὁποιαδήποτε πρακτική δυσχέρεια κατά τή διαδικασία θά ἀντιμετωπίζεται ἀπό ἰσομερῆ εἰδική ἐπιτροπή στά πλαίσια τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ ὁποία θά ἐγγυᾶται τήν πιστή τήρηση τῶν νέων καταστατικῶν διατάξεων κατά τήν ἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας.

Ἡ ἄμεση ἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὄχι μόνο κατά τήν ἀποδοχή της καί κατά τήν ἔγκριση τῶν τροποποιήσεων τῶν σχετικῶν καταστατικῶν διατάξεων, ἀλλά καί κατά τήν ἀποδοχή τῶν προγραμματικῶν εἰσηγήσεων τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως γιά τίς μελλοντικές δράσεις τοῦ Π.Σ.Ε. στά κρίσιμα θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως λ.χ. ὁ αὐστηρός καθορισμός τῶν θεολογικῶν κριτηρίων γιά τήν ἀποδοχή νέων μελῶν στούς κόλπους τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ ἀναγωγή τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ὡς βασικοῦ κριτηρίου γιά τήν ἐκκλησιολογική προσέγγιση τοῦ ζητήματος τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας στούς διμερεῖς καί στούς πολυμερεῖς θεολογικούς Διαλόγους τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, ἡ ἐνθάρρυνση τῶν Διαθρησκειακῶν Διαλόγων γιά τήν ἐκτόνωση νοσηρῶν φαινομένων θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καί μισαλλοδοξίας, ὁ προγραμματισμός τῶν ἀναγκαίων δράσεων ἤ πρωτοβουλιῶν γιά τήν ἀποτελεσματικώτερη ἀντιμετώπιση τῶν ἐπικινδύνων πλέον διαστάσεων ἀνεξέλεγκτης βίας καί ὀργανωμένης τρομοκρατίας στίς σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν, ἡ πληρέστερη ἀξιοποίηση τοῦ δυναμισμοῦ τῶν Νέων στίς προοπτικές τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, ἡ συστηματικώτερη προβολή τῆς ἀποστολῆς τοῦ Π.Σ.Ε. γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς εἰρήνης, τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων σέ μία πολυπολιτισμική παγκόσμια κοινωνία κ.λπ.

• Συνεπῶς, ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική κίνηση καί εἰδικώτερα στήν κύρια θεσμική της ἔκφραση (Π.Σ.Ε.), παρά τίς εὐνόητες ἤ καί εὔλογες ἐπιφυλάξεις παραδοσιαρχικῆς ἐσωστρέφειας ὁρισμένων ὁμάδων τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, ἀποδείχθηκε ἐξαιρετικά σημαντική γιά τήν εὐρύτερη προβολή τῆς ἀξιόπιστης μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τά σύγχρονα πιεστικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Πράγματι, οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στίς ἀρχές ἤδη τοῦ Κ' αἰώνα μέ τίς περίφημες Πατριαρχικές Ἐγκυκλίους (1902, 1904, 1920) καί τή θετική ἀνταπόκριση τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἄνοιξαν μία νέα προοπτική ὄχι μόνο γιά τίς διορθόδοξες, ἀλλά γιά τίς διεκκλησιαστικές σχέσεις. Ἔτσι, σέ μία ἐποχή πολλαπλῶν ἐθνικιστικῶν, ἰδεολογικῶν, πνευματικῶν καί κοινωνικῶν συγχύσεων (ἐκκοσμικευμένος Κρατισμός, ἰδεολογικός Διεθνισμός, Μοντερνισμός κ.λπ.) ἡ ὁδός τῆς διαχριστιανικῆς συνεργασίας παρουσιαζόταν ὡς ἡ μόνη προοπτική ἄμεσης διαλεκτικῆς ἀντιπαραθέσεως πρός τή γενικώτερη ἀμφισβήτηση τῆς παραδοσιακῆς πνευματικῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν κοινωνία. Οἱ ἀνεπίσημες οἰκουμενικές Διασκέψεις τῆς Γενεύης (1920), Λωζάνης (1928) καί Ἄμστερνταμ (1937), παρά τήν ἀρχική ἀρνητική στάση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐνίσχυσαν τίς τάσεις αὐτές, οἱ ὁποῖες, μετά τίς τραγικές συνέπειες τοῦ Β' Παγκοσμίου πολέμου γιά τούς ὀρθόδοξους κυρίως λαούς τῆς Ἀν. Εὐρώπης, προσέλαβαν θεσμικό χαρακτήρα μέ τήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (1948), χωρίς ὅμως τή συμμετοχή μέχρι τό 1961 τῶν ὑπό κομμουνιστικό καθεστώς Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά εὐνόητους λόγους.

Ἡ ὀρθότητα τῆς διορατικῆς ἐπιλογῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπιβεβαιώθηκε ὄχι μόνο ἀπό τήν ἐπίσημη προσχώρηση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική κίνηση, ὅπως αὐτή διακηρύχθηκε μέ τό Διάταγμα Περί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (Unitatis redintegratio) τῆς Β' Βατικανῆς συνόδου (1962-1965), ἀλλά καί ἀπό τήν ἐντυπωσιακή ἀκτινοβολία τῆς πατερικῆς θεολογίας στούς πολυμερεῖς καί στούς διμερεῖς Θεολογικούς Διαλόγους γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, στά κοινά θεολογικά κείμενα τῶν ὁποίων προβάλλονται μέ ἐντυπωσιακή ἀποδοχή τά καθιερωμένα κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Πράγματι, ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἀναγνώρισε ἐπισήμως στό Διάταγμα Περί Οἰκουμενισμοῦ τῆς Β' Βατικανῆς συνόδου (1962-1965) τήν αὐθεντική συνέχεια στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὄχι μόνο τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως στήν πίστη, τή μυστηριακή ἐμπειρία, τήν κανονική ὀργάνωση καί τήν ἀσκητική πνευματικότητα τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ της βίου (Unitatis redintegratio, 3, 14-18), τά ὁποῖα ἐπηρέασαν καί τό ὅλο ἔργο τῆς Συνόδου.

Ἀνάλογη ὑπῆρξε ἡ θεολογική ἐπίδραση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως τόσο στούς Παλαιοκαθολικούς καί τούς Ἀγγλικανούς, ὅσο καί στίς μεγάλες Προτεσταντικές Ὁμολογίες (Λουθηρανούς, Μετερρυθμισμένους), οἱ ὁποῖοι, παρά τίς οὐσιαστικές ἐκκλησιολογικές διαφορές καί τίς προεκτάσεις τους στή μυστηριακή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζουν πλέον τό κριτήριο τῆς Πατερικῆς παραδόσεως καί τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων, ὄχι μόνο κατά τήν ἀξιολόγηση τῆς αὐθεντικῆς συνέχειας τῆς ἀποστολικῆς πίστεως στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί κατά τή σύνταξη τῶν κοινῶν κειμένων γιά διαμφισβητούμενα ζητήματα πίστεως, στούς διμερεῖς κυρίως Θεολογικούς Διαλόγους. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι ὁ διαπρεπής προτεστάντης θεολόγος Κ. Barth ὄχι μόνο ἀξιοποιεῖ συστηματικά στό πλούσιο θεολογικό του ἔργο τή θεολογία τῶν ἐγκρίτων ἑλλήνων Πατέρων τῶν πρώτων αἰώνων, ἀλλά καί δέν διστάζει νά χαρακτηρίση "οὐρλιαχτά λύκων" τίς ὁποιεσδήποτε ἀμφισβητήσεις ἀπό προτεστάντες θεολόγους τοῦ ἀστασίαστου κύρους τῶν θεολογικῶν τους προτάσεων γιά τήν αὐθεντική ἑρμηνεία τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ἡ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική κίνηση γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, ἡ ὁποία εἶναι αὐτονόητη καί ὀφειλετική μέριμνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὄχι μόνο δέν παρέσυρε τήν ὀρθόδοξη θεολογία σέ μινιμαλιστικούς θεολογικούς πειρασμούς, ἀλλ' ἀντιθέτως ἐνίσχυσε τή στροφή της πρός τήν Πατερική παράδοση τόσο γιά τήν ἀνανέωση τοῦ θεολογικοῦ της λόγου, ὅσο καί γιά τήν ἀξιόπιστη προβολή του στόν οἰκουμενικό διάλογο. Ἔτσι, παρά τή γνωστή κρίση τῶν θεολογικῶν σπουδῶν στίς ἐμπερίστατες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀν. Εὐρώπης, ἡ πατερική ἀκτινοβολία στίς ὀρθόδοξες προτάσεις ὄχι μόνο ἀνέδειξε τό διαχρονικό τους κῦρος, ἀλλά καί ἐπηρέασε βαθύτατα τήν ἀνασύνδεση τῶν θεολογικῶν τάσεων τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Δύσεως μέ τά καθιερωμένα διαχρονικά κριτήρια τῆς Πατερικῆς παραδόσεως καί τῆς λειτουργικῆς ἐμπειρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Βεβαίως, παραμένει ἀκόμη στό περιθώριο τοῦ Οἰκουμενικοῦ διαλόγου τό ζήτημα τῶν σημαντικῶν ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν, οἱ ὁποῖες πηγάζουν ἀπό τή διαφορετική προσέγγιση ἤ ἑρμηνεία τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας στίς διάφορες χριστιανικές παραδόσεις τῆς Δύσεως, ἀλλά τά διαχρονικά κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας παραμένουν πάντοτε ἡ βασική θεολογική πρόταση γιά ἐποικοδομητικό διάλογο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ἀποφάσεις τῆς Θ' Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. γιά τήν καθιέρωση τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) στή λήψη τῶν ἀποφάσεων παρέχει εὐρύτατο πεδίο προβολῆς τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, γι' αὐτό καί ἡ κατάλληλη προετοιμασία τῶν ὀρθοδόξων προτάσεων εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τήν ἀξιόπιστη προβολή τους πρός τούς ἐγγύς καί τούς μακράν.





Προηγούμενη σελίδα