Προηγούμενη σελίδα

ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ
«ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ»


Τό ἐπιστημονικό Συνέδριο, τό ὁποῖο ὀργάνωσε ἡ ἁρμόδια Ἐπιτροπή τοῦ Βατικανοῦ γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, πραγματοποιήθηκε ἀπό τίς 21 μέχρι τίς 25 Μαΐου τρ. ἔ. στήν αἴθουσα συνεδριῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καί εἶχε ὡς κύριο θέμα τίς ποικίλες προοπτικές τῆς θεωρίας τοῦ λεγομένου "Λειτουργήματος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου" στόν χορό τῶν Ἀποστόλων κατ' ἀναφοράν καί πρός τή θεωρία τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Ἡ ἐκπροσώπηση τῆς ὀρθοδόξου καί τῆς ρωμαιοκαθολικῆς πλευρᾶς ἦταν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου καί ὑποδηλώνει τή σημασία, τήν ὁποία ἀποδίδει τό Βατικανό στίς ἐργασίες καί τά συμπεράσματα τοῦ Συνεδρίου αὐτοῦ, προφανῶς καί κατ' ἀναφοράν πρός τά γνωστά ἀδιέξοδα τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου.

Στό Συνέδριο αὐτό, τό ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στά πλαίσια τῶν προτάσεων τῆς οἰκουμενικῆς Ἐγκυκλίου τῆς Ὰγίας Ἓδρας "Ut unum sint" γιά μία κοινή προσέγγιση ἤ ἑρμηνεία τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ἐκπροσωπήθηκαν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τά Πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Σερβίας, Ρουμανίας, και Βουλγαρίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ δέν ἀπέστειλε ἐκπρόσωπο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Οἱ προτάσεις τῆς ὡς ἄνω Ἐγκυκλίου ἐπικεντρώνονται στήν ἀξιολόγηση τῶν κριτηρίων τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τῆς πρώτης χιλιετίας κατ' ἀναφοράν πρός τίς ἐξελίξεις τοῦ παπικοῦ θεσμοῦ κατά τή δεύτερη χιλιετία, ὥστε νά ἀποκατασταθῆ ἡ κανονική βάση του καί νά μή θεωρεῖται ὡς ἡ πέτρα σκανδάλου γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συνέβη κατά τή δεύτερη χιλιετία τόσο στήν Ἀνατολή, ὅσο καί στή Δύση. Τή ρωμαιοκαθολική ἄποψη γιά τούς σκοπούς τοῦ Συνεδρίου προέβαλε μέ χαρακτηριστική συνέπεια ὁ Καρδινάλιος Kasper στήν εἰσηγητική του ὁμιλία, χωρίς νά περιορίσει τά ὅρια τῶν προτάσεων γιά τό συγκεκριμένο ζήτημα.

Ἡ φιλοξενία καί οἱ ἐργασίες τοῦ Συνεδρίου θά μποροῦσαν νά χαρακτηρισθοῦν ἄψογες, διότι τό κύριο θέμα ἀναπτυσσόταν μέ εἰσηγήσεις ἀπό τίς δύο πλευρές γιά κάθε εἰδικώτερη προοπτική του, ἤτοι τό λειτούργημα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου α) στήν Καινή Διαθήκη, β) στίς Οἰκουμενικές συνόδους, γ) στήν Πατερική γραμματεία, καί δ) στή σύγχρονη πραγματικότητα. Οἱ ἀντίστοιχες εἰσηγήσεις ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου παρουσιάσθηκαν ἀπό τούς καθηγητές π. Θεόδωρο Στυλιανόπουλο, τόν εὐλαβῶς ὑπογραφόμενο Βλάσιο Φειδᾶ, τόν π. Nicolae Dura καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη Ζηζιούλα, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριξαν μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα ὅτι οὔτε ἡ Καινή Διαθήκη, οὔτε ἡ Ἐκκλησιαστική παράδοση τῆς πρώτης χιλιετίας τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουν ἤ ἀναγνωρίζουν ἕνα ἰδιαίτερο λειτούργημα τοῦ Πέτρου τόσο σέ σχέση πρός τούς ἄλλους ἀποστόλους, ὅσο καί σέ σχέση μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης.

Οἱ ρωμαιοκαθολικοί εἰσηγητές τῶν ἀνωτέρω ζητημάτων προέβαλαν στίς εἰσηγήσεις τόσο τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ λειτουργήματος τοῦ Πέτρου στόν χορό τῶν Ἀποστόλων, χωρίς βεβαίως νά τόν διαφοροποιοῦν ἀπό τό κοινό ἀποστολικό λειτούργημα, ὅσο καί τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ λειτουργήματος τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης στήν Ἐκκλησία γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς ὅμως νά χρησιμοποιήσουν τίς γνωστές αὐτές ἑρμηνεῖες τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας γιά τήν ὑποστήριξη τοῦ δόγματος τῆς Α' Βατικανῆς συνόδου (1870) γιά τό παπικό πρωτεῖο καί ἀλάθητο, ὅπως γίνεται συνήθως στή σχετική ρωμαιοκαθολική βιβλιογραφία.

Οἱ συνεδρίες τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου διεξήχθησαν ὑπό τήν ἐναλλακτική προεδρία ὀρθοδόξου καί ρωμαιοκαθολικοῦ, ὅταν οἱ εἰσηγητές ἦσαν ρωμαιοκαθολικός, ἤ ὀρθόδοξος ἀντιστοίχως, καί κατεκλείοντο ἀπό δίωρες ἐποικοδομητικές συζητήσεις γιά τό θέμα κάθε συνεδρίας. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου, ὁ Θεοφιλ. Ἐπίσκοπος Πετρώνιος, ο π. Στυλιανόπουλος, ὁ π. Nicolae Dura καί ὁ εὐλαβῶς ὑπογραφόμενος Πέτρος Βασιλειάδης ἄσκησαν τήν προεδρία σέ συνεδρίες, στίς ὁποῖες οἱ εἰσηγητές ἦσαν ρωμαιοκαθολικοί, ἐνῶ ρωμαιοκαθολικοί ἄσκησαν τήν προεδρία σέ συνεδρίες, στίς ὁποῖες εἰσηγητές ἦσαν ὀρθόδοξοι.

Ὁ προγραμματισμένος ἄνετος χρόνος γιά συζητήσεις ἐπί τοῦ θέματος κάθε συνεδρίας ἀποδείχθηκε ἐξαιρετικά ἐπιτυχημένη ἐπιλογή, γιατί ἔδωσε τή δυνατότητα ὑψηλοῦ ἐπιπέδου συζητήσεων καί προτάσεων στίς προβαλλόμενες ἀπό τίς εἰσηγήσεις ἀποκλίνουσες ἤ καί διαφορετικές ἑρμηνεῖες πηγῶν ἤ γεγονότων τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος καί εἰδικώτερα τῆς περιόδου τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν συνόδων. Στίς συζητήσεις αὐτές ἡ συμμετοχή τῶν ὑπογραφομένων ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό Συνέδριο αὐτό ὑπῆρξε ὄχι μόνο συνεχής, ἀλλά καί θεμελιωμένη μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα ἀποδείκνυαν ὅτι μέχρι τό μεγάλο σχίσμα τοῦ 1054 ὁ πάπας Ρώμης ἦταν ὁ Πατριάρχης τῆς Δύσεως στόν θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, γι' αὐτό καί ἐτιμᾶτο ὡς ὁ Πρωτόθρονος Πατριάρχης μέ ἐξαιρετικές τιμές. Ὡστόσο, κατά τήν περίοδο αὐτή, οὔτε ὁ παπικός θρόνος προέβαλε τό λειτούργημα τοῦ Πέτρου ὡς ἔρεισμα ἐξαιρετικῆς αὐθεντίας ἤ πρωτείου, οὔτε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς γνώρισε ἤ δέχθηκε μία τέτοια ἀξίωση.

Οἱ θέσεις αὐτές τῶν Ὀρθοδόξων γιά τήν ἔνταξη τοῦ πάπα Ρώμης στόν θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, ὡς τοῦ Πατριάρχου τῆς Δύσεως, ὑποστηριζόμενες καί ἀπό κορυφαίους συγχρόνους ρωμαιοκαθολικούς Θεολόγους (Y. Congar, J. Ratzinger κ. ἄ.), βρῆκαν εὐρύτερη ἀπήχηση στήν πλειονότητα τῶν ρωμαιοκαθολικῶν συνέδρων, ἰδιαίτερα μετά τή διευκρίνηση ὅτι τιμητική πρωτοκαθεδρία δέν εἶναι ἁπλῶς τιμητική, ἀφοῦ συνδέεται μέ πλῆθος οὐσιαστικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἁρμοδιοτήτων. Σύγκληση καί προεδρία Οἰκουμενικῶν ἤ Μειζόνων Συνόδων, καταρτισμός καί εἰσήγηση τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διεύθυνση τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀνωτέρω συνοδικῶν ὀργάνων, ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθῆς πίστεως ἤ τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτέλεση τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων κ.λπ.). Ἡ ἔνσταση ὁρισμένων ρωμαιοκαθολικῶν συνέδρων ὅτι σήμερον δέν ὑπάρχει πλέον ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν καί ὅτι δέν εἶναι δυνατή ἡ ἐπιστροφή στόν θεσμό αὐτό, ἡ ὁποία προβάλλεται καί στή σχετική ρωμαιοκαθολική βιβλιογραφία, ἀντιμετωπίσθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη πλευρά ἀφ’ ἑνός μέν μέ τόν ἰσχυρισμόν ὅτι ἡ οἱαδήποτε λύση περί τοῦ «πρώτου» εἰς τήν ἑνωμένη Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἑδράζεται ἐπί θεολογικῶν ἑπιχειρημάτων, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τήν κανονική ἀρχή, κατά τήν ὁποία ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν δηλώνει τίς κανονικές σχέσεις μεταξύ τῶν κεφαλῶν τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἀποκλείοντας σέ ὁποιαδήποτε κεφαλή αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας νά ἀξιώση ἄμεση σχέση μέ τό ὅλο σῶμα τῶν ἐπισκόπων τῆς ἀνά τήν Οἰκουμένη Ἐκκλησίας, ὅπως συμβαίνει μέ τό παπικό πρωτεῖο.

Κρίνουμε σκόπιμο, τέλος, νά σημειώσουμε ὃτι ὁ εὐρύτερος (οἰκουμενικός/πολυμερής, καί ὂχι διμερής Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικών) διάλογος πού ἐγκαινίασε ἡ παπική ἐγκύκλιος Ut Unum Sint, καθώς καί ἡ θεολογική προσέγγιση τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης μέσω τοῦ «Λειτουργήματος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου», ἔχουν ἢδη δημιουργήσει μιά δυναμική, πού δύσκολα θά μπορέσει νά ἀνατρέψει στό μέλλον ἡ Ὀρθόδοξη πλευρά, ἐάν δέν ἐπιδιώξουμε τήν ἐπιστροφή στόν καθαυτό θεολογικό διάλογο. Περαιτέρω καθυστέρηση μέ τό αἰτιολογικό τῆς οὐνίας θά φέρει τούς Ὀρθοδόξους σέ μειονεκτική θέση.


Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ

ΒΛΑΣΙΟΣ ΦΕΙΔΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ


Προηγούμενη σελίδα