Προηγούμενη σελίδα
Ιερωσύνη και Άσκηση

Πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη


Εἰσαγωγικά τινα

Τό θέμα «ἱερωσύνη καί ἄσκηση» στοχεύει νά ἀναδείξει τό πῶς συνδυάζονται οἱ δύο αὐτές πραγματικότητες στό ἕνα καί τό αὐτό πρόσωπο, αὐτό τοῦ ἱερέα. Ἄν γινόταν ἀντιστροφή τῶν δύο αὐτῶν ὅρων καί ἐτίθετο πρῶτα ὁ ὅρος ἄσκηση καί μετά ὁ ὅρος ἱερωσύνη, τότε τό βάρος τῆς διαπραγμάτευσης θά ἐτίθετο στήν ἄσκηση, ἡ ὁποία, βεβαίως, δέν ὁδηγεῖ κατ’ ἀνάγκην στήν ἱερωσύνη. Μάλιστα δέ ὑπάρχουν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες στόν ἀσκητή δέ συνιστᾶται ἡ ἀνάληψη τῶν πνευματικῶν ὑποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης(1). Ἐνῶ, ὅπως ἐτέθη τό θέμα, μέ τό νά προηγεῖται ἡ ἱερωσύνη καί νά ἕπεται ἡ ἄσκηση ὑποδεικνύεται ὅτι ἡ εἰσήγησή μας πρέπει νά καταδείξει τό πῶς ἡ λειτουργία τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος ἐμπεριέχει τό στοιχεῖο τῆς ἀσκήσεως. Θά ἔλεγα δέ εὐθύς ἐξ ἀρχῆς κάτι ἀκόμη ἐντονώτερο: ἡ ἱερωσύνη προϋποθέτει τήν ἄσκηση, ὡς πνευματική προετοιμασία, ἀλλά καί ἡ ἄσκηση συνοδεύει διά βίου τόν ἀσκοῦντα τό ἱερώτατο χάρισμα τῆς ἱερωσύνης.

Διατυπώνοντας τίς πιό πάνω εἰσαγωγικές σκέψεις δέν θά ἤθελα νά μοῦ ἀποδοθεῖ κάποια πρόθεση λογοπαιγνίου ἤ, τέλος πάντων, σχολαστικίζουσα διάθεση. Ἀντίθετα, εἶναι προφανές ὅτι ἐπιθυμῶ νά τονίσω εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὅτι οἱ δύο αὐτές ἱερές πραγματικότητες θά παρουσιαστοῦν συνδυαστικά, ἄρρηκτα συνδεδεμένες, ὅπως ἐξάλλου τό ἀπαιτεῖ τό ἀληθινό φρόνημα τῆς ὀρθόδοξης παράδοσής μας.

Γιά καθαρά ὅμως μεθοδολογικούς σκοπούς θά δοῦμε πρῶτα τόν ἱερέα ὡς ἀσκούμενο πρόσωπο καί στή συνέχεια θά παρουσιάσουμε τήν ἄσκηση ὡς κύριο χαρακτηριστικό στή λειτουργία καί ἐν γένει φανέρωση τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος.

Τά συμπεράσματα τῆς παρούσας εἰσήγησης θά ἔλθουν στό τέλος νά συνοψίσουν τά ἐκτεθέντα καί νά δείξουν ἐναργέστατα ὅτι σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, χρειάζεται νά εἶναι ζωντανή στή ζωή τοῦ ἱερέα ἡ ζεύξη τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος καί τῆς λειτουργίας του μέ τήν πνευματική καί σωματική ἄσκηση. Οὔτε πάλι ἐπιτρέπεται, στό ὄνομα τοῦ αἰτήματος τοῦ δῆθεν ἐκσυγχρονισμοῦ, ὁ ἱερέας νά ἀπεμπολήσει δομικά στοιχεῖα τῆς ὕπαρξής του, ὅπως εἶναι ἡ πολυσχιδής σωματική καί πνευματική ἄσκηση. Ἐξάλλου τά τελευταῖα ἐκκλησιαστικά γεγονότα δυστυχῶς ἐπιβεβαίωσαν τά ὡς ἄνω καί κατέδειξαν ὅτι ἡ μόνη σίγουρη ὁδός γιά τήν ἀναστήλωση τῆς εἰκόνας τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσώπων μέσα στή σύγχρονη ἑλληνική κοινωνία εἶναι ἡ μετά σπουδῆς καί ἐνθουσιασμοῦ ἐπιστροφή στούς ὅρους καί τούς τρόπους τῆς ἀληθινῆς ἄσκησης, πού ἀνέκαθεν θεμελιώνουν ἕνα στέρεο πνευματικό φρόνημα καί ἐγγυῶνται ἀληθινή καί ἐνάρετη βιοτή.

Γι’ αὐτό καί θεωροῦμε ἐξαιρετικά ἐπίκαιρη τήν ἐπιλογή ὡς γενικοῦ θέματος τοῦ Ζ’ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου τό θέμα «Τό μυστήριον τῆς ἱερωσύνης» καί ἐλπίζουμε ὅτι οἱ εἰσηγήσεις θά ὁδηγήσουν στήν ἀναζωπύρωση τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος(2).


Α. Ὁ ἱερέας ὡς ἀσκούμενο πρόσωπο

1. Ἡ ἄσκηση ὡς ἀπαραίτητη συνθήκη τοῦ χριστιανικοῦ βίου

Στήν Ἀγία Γραφή σπάνια θά βροῦμε τούς ὅρους ἀσκεῖν, ἄσκηση, ἀσκητής. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπολογούμενος ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα Φήλικα, εἶπε γιά τόν ἑαυτό του: «ἐν τούτῳ δέ καί αὐτός ἀσκῶ ἀπρόσκοπτον συνείδησιν ἔχειν πρός τόν Θεόν καί τούς ἀνθρώπους διά παντός»(3). Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει τό ρῆμα ἀσκεῖν, χωρίς ἰδιαίτερη ἐννοιολογική χρήση, καθόσον θά μποροῦσε στή θέση του νά μπεῖ τό ρῆμα ἐπιτελεῖν(4). Ἐνῶ στήν περίπτωση τοῦ μαρτυρίου τῶν ἑπτά παίδων αὐτοί ὀνομάζονται ἀσκηταί εὐσεβείας(5). Ἡ δέ ἐν γένει προσπάθεια πιστῆς τήρησης ἀπό μέρους τους τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ ἀποκαλεῖται ἄσκηση(6).

Ὅμως, ἐνῶ λείπει ἀπό τήν Ἁγία Γραφή αὐτολεξεί ὁ ὅρος ἄσκηση, ὡς πρός τό περιεχόμενό του θά λέγαμε ὅτι ἀπό τήν ἀρχή ἕως τίς τελευταῖες της σελίδες ἡ Ἁγία Γραφή δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά προτρέπει τόν ἄνθρωπο στήν ἀνάληψη τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα, νά περιγράφει τίς πτυχές τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί νά παραπέμπει στόν ἀγωνοθέτη Θεό, ὁ ὁποῖος θά ἀνταμείψει τούς τίμιους ἀγωνιστές. Θά ἦταν μάταιο πρᾶγμα ἡ παράθεση καί ἀνάλυση τῶν σχετικῶν χωρίων, ἀφοῦ πρόκειται γιά κάτι τόσο προφανές. Καί εἶναι βέβαια τόσο προφανές τό πρᾶγμα, διότι παραπέμπει στά ὀντολογικά δεδομένα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Δηλαδή ὁδηγεῖ ἀναπότρεπτα στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, στήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων καί δι’ αὐτῆς στήν ἀσθένεια, πλέον, τῆς ἀνθρώπινης φύσης(7). Ἔκτοτε ὁ πνευματικός ἀγώνας, ἡ ἄσκηση ὡς κινητήρια δύναμη στόν πνευματικό ἀγώνα, ὡς χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, ταυτίζεται μέ τήν προσπάθεια ἐπιστροφῆς στό Θεό, ὑποταγῆς στό ἅγιο θέλημά Του. Ἀφοῦ ἡ πτώση, ἡ ὑποδούλωση στά πάθη, ἀπομακρύνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό, ἡ ἀποκάθαρση, ὁ συστηματικός πνευματικός ἀγώνας, ἡ ἄσκηση τῆς ταπείνωσης καί τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν συνιστοῦν τήν πορεία ἐπιστροφῆς πρός τό Θεό.

Τό βασικό πλαίσιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα κάθαρση - φωτισμός - θέωση, πού εἶναι καί τό ἀναντικατάστατο θεραπευτικό πρόγραμμα σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, παραμένει ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός ἀποκατάστασης τῆς σχέσης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό καί ταυτόχρονα ὁ μόνος σίγουρος τρόπος ἀποκατάστασης τῆς ἀκεραιότητας τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Ἀκεραιότητα ἡ ὁποία διασπάστηκε σέ ἀτέλειωτα κομμάτια ἐξαιτίας τῶν πολλαπλῶν κακῶν ἐνεργημάτων τῶν παθῶν τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ἔφτασε ὁ ἄνθρωπος νά παρουσιάζει τόσα «πρόσωπα», ὅσα εἶναι τά ἄπειρα ἐνεργήματα τῶν παθῶν ἐπάνω του. Μόνο ἡ σοβαρή ὡς ἄνω ἀσκητική προσπάθεια μπορεῖ νά βάλει κάποια τάξη στό χάος πού ὑπάρχει μέσα στόν μεταπτωτικό ἄνθρωπο(8). Μέ ἁπλά λόγια, νά συναισθανθεῖ, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος τό χάλι του καί νά ἀρχίσει νά ἐργάζεται γιά τήν ἐπούλωση τῶν πληγῶν πού δημιουργεῖ πάνω του ἡ ἁμαρτία καί ὁ διάβολος, συνεργούσης φυσικά καί τῆς δικῆς του ἐμπάθειας.

Ἔτσι δέν εἶναι καινοτομία ἤ κάποια ἐμμονή τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ πατρός Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ τονισμός αὐτοῦ τοῦ πλαισίου τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὡς τῆς μόνης σοβαρῆς, ἀσφαλοῦς καί εἰς βάθος κατανόησης τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρώπινης πτώσης καί τῆς διά τῆς πνευματικῆς καί σωματικῆς ἄσκησης ἐπανόδου του στό ἀρχαῖο κάλλος. Οὔτε πάλι εἶναι ἐφεύρημα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου ὁ ὅρος «ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία», πού χρησιμοποιεῖ στά ἔργα του προκειμένου νά τονιστεῖ ἡ διαδικασία κατανίκησης τῶν παθῶν μέ τόν πνευματικό ἀγώνα καί τήν ἄσκηση, συνδραμούσης τῆς θείας χάριτος, ἡ ὁποία ἀνάπτει τό σπινθήρα γιά τήν ἔναρξη τοῦ ἀγώνα καί ἐνισχύει καί φωτίζει γιά τήν αἴσια ἔκβασή του.

Ὅλα τά σύγχρονα θεολογικά ἀλλά καί τά πατερικά συγγράμματα - ἐγχειρίδια πού διαλαμβάνουν συστηματικά τίς ἀρχές τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἔχουν περίπου τήν ἴδια δομή(9). Στήν Κλίμακα τοῦ Ἰωάννου παρατηροῦμε ὅτι μόλις ἀπό τόν 26ο λόγο καί πέρα ἡ διαπραγμάτευση «ἀποδεσμεύεται» ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν παθῶν. Γιά νά φτάσει στόν 29ο λόγο νά γίνει λόγος «περί τοῦ ἐπιγείου οὐρανοῦ τῆς θεομιμήτου ἀπαθείας καί τελειότητος». Ἀκόμη, ὁ ὅσιος Ἰωάννης μόλις στόν προτελευταῖο λόγο (30ο) ἀναφέρεται στήν τριάδα τῶν ἀρετῶν, πίστη, ἐλπίδα καί ἀγάπη.

Ὁμοίως καί ὁ ἅγιος Ἰσαάκ πρός τό τέλος τῶν λόγων του ἀναφέρεται στήν πνευματική θεωρία - κατανόηση τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ, στίς λεπτές διακρίσεις τῶν πνευματικῶν ἀλλοιώσεων κ.ἄ.

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, πάλι, πρός τό τέλος τῶν λόγων του ἀναφέρεται στήν ἀπάθεια, στή θεία ἔλλαμψη, στήν πνευματική θεωρία (θέα) τῶν θείων ἐνεργειῶν κ.ἄ.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἐπιστολή του «Πρός τήν σεμνοτάτην ἐν μοναζούσαις Ξένην», ἀκολουθώντας τήν κλασσική πατερική ὁδό τῆς ἀνάλυσης τῶν παθῶν καί τῆς διαδικασίας τῆς κάθαρσης μέ τήν ἄσκηση τῆς ταπείνωσης καί τῆς προσευχῆς, στό τέλος τῆς ἐπιστολῆς - πραγματείας ἀναφέρεται στά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως αὐτό τῆς διοράσεως καί προοράσεως. Μάλιστα δέ κατακλείει τήν ἐπιστολή ἐπανερχόμενος στήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τό πνευματικό πένθος προκειμένου νά διασφαλιστοῦν τά διά τῆς προηγουμένης πνευματικῆς διαδικασίας παραχωρηθέντα ἀπό τό Θεό πνευματικά ἀγαθά. Στήν κατακλείδα περίπου τοῦ ἔργου μέ τά λόγια «δεῦτε καί ἡμεῖς ἐν μακαριστῇ πτωχείᾳ προσπέσωμεν καί κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν˙ ἵνα καί τά προημαρτημένα ἀπαλείψωμεν καί πρός τήν κακίαν ἀκινήτους ἑαυτούς ποιήσωμεν καί τοῦ Παρακλήτου ἐπιτύχωμεν…», βλέπουμε ὅτι τό κατά Θεόν πένθος ὄχι μόνον εἶναι προϋπόθεση γιά τήν πνευματική προκοπή, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, διασφαλίζει τά κεκτημένα πνευματικά ἀγαθά καί δή τή χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος(10).

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό «Συμβουλευτικό Ἐγχειρίδιο», μετά τά σχετικά περί φυλακῆς τῶν αἰσθήσεων ξεχωριστά γιά τήν κάθε μία καί γιά ὅλες μαζί τίς αἰσθήσεις, στό τέλος τοῦ ἔργου του ἀναφέρεται στίς «πνευματικές καί οἰκεῖες τοῦ νοῦ ἡδονές» καί μᾶς ὑποδεικνύει σαφέστατα ὅτι, ἄν δέν προηγηθεῖ ἡ προαναφερθεῖσα ἀσκητική διαδικασία, ἡ πνευματική δηλαδή καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει λόγος γιά πνευματικούς καρπούς, γιά καταστάσεις χάριτος καί κατά Θεόν μακαριότητος.

Στό βιβλίο τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Σωφρονίου γιά τόν ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, ἐνῶ στό πρῶτο μέρος βλέπουμε περιγραφόμενη τή σφοδρότητα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καί τῆς ἄσκησης τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ὅπως ἐπίσης καί τήν ἐν εἴδει ἀπολογίας παρουσίαση πρός τόν δυτικό ἄνθρωπο τοῦ βάθους καί τοῦ πλούτου τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς παράδοσης ἀπό μέρους τοῦ Γέροντα Σωφρονίου -πού σέ λίγα σημεῖα ἴσως κουράζει τούς μετόχους τῆς ἀνατολικῆς πνευματικῆς παράδοσης - ὅταν ἀρχίζει τό δεύτερο μέρος, μέ τίς γραφές τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, τότε αὔρα λεπτή καταλαμβάνει τήν ψυχή κάθε ἀναγνώστη. Πλέον ἐδῶ μιλάει ὁ κεκαθαρμένος καί φωτισμένος καί στήν κατάσταση τῆς θεώσεως εὑρισκόμενος ἅγιος Σιλουανός καί τά λόγια του ἔχουν τήν αὔρα τοῦ παναγίου Πνεύματος, γι’ αὐτό καί τά δέχεται ὁ ἀναγνώστης ὅλα ἀσυζητητί καί εἰσχωροῦν βαθιά στήν ὕπαρξή του, χωρίς ἄλλες σκέψεις καί στοχασμούς.

Στό γνωστό βιβλίο «Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας» τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἰωσήφ, στό δεύτερο μέρος, στήν 65η ἐπιστολή-πραγματεία «πρός ἡσυχαστήν ἐρημίτην», πού εἶναι διαιρεμένη σέ 12 μικρά κεφάλαια καί ὅπου ἀναλύονται βασικές πλευρές τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καί πολιτείας, μόλις στό τελευταῖο κεφάλαιο γίνεται λόγος περί ἀγάπης. Μάλιστα δέ οὐσιαστικά, κατά μίμηση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί ἄλλων μή ὀνομαζομένων πατέρων, γίνεται ἕνας ὕμνος τῆς ἀγάπης εἴτε ἀπό τό Θεό πρός ἐμᾶς, εἴτε τῇ βοηθείᾳ Ἐκείνου ἀπό ἐμᾶς πρός τό Θεό. Τήν «ἀλληλοφιλαδελφία», πού εἶναι γιά μᾶς ὕψιστο ἐφετό, ὁ Γέρων Ἰωσήφ τή θεωρεῖ ἁπλά ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης. Ἡ ὄντως ἀγάπη εἶναι «ἐνέργεια τῆς θείας Ἀγάπης»(11). Τά τελευταῖα περί ἀγάπης στό τέλος τοῦ βιβλίου ἔρχονται πάλι νά μᾶς ὑπενθυμίσουν ὅτι, ἄν δέν προηγηθοῦν τά προηγούμενα ἀσκητικά στάδια καί παλαίσματα, τότε τά λόγια περί ἀγάπης εἶναι ἄνευ ἀντικειμένου, κενά περιεχομένου, φληναφήματα εὐσεβοῦς, ἔστω, φαντασίας.

Τέλος, στήν ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας μέ τίτλο «Ἄσκησις καί θεωρία», ὅπου καταχωρίζονται κάποια κείμενα τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Σωφρονίου (Σαχάρωφ), ὑπάρχει καί ἕνα κείμενο μέ τίτλο «Περί τῶν βάσεων τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως», τό ὁποῖο ἔχει τήν κάτωθι χαρακτηριστική ἐναρκτήρια παράγραφο: «Τό παρόν θέμα παρουσιάζεται ὡς τό πλέον ἐπίκαιρον οὐχί μόνον δι’ ὅσους καλοῦνται ἀσκηταί ὑπό τήν στενήν οὕτως εἰπεῖν εἰδικήν τῆς λέξεως ἔννοιαν, ἤτοι διά τούς μοναχούς, ἀναχωρητάς καί ἐρημίτας, ἀλλά καί διά πάντα χριστιανόν ἐν γένει. Ἐπί πλέον, τό ἐπίκαιρον καί "σύγχρονον" τοῦ θέματος τούτου εἰς πάντας τούς αἰῶνας, εἰς πᾶσαν ἐποχήν, παραμένει τό αὐτό ἐξ ἐπόψεως οὐσίας, ὡς πρός τήν ποιότητα ζωῆς τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔχομεν ἐπί τοῦ προκειμένου ὑπ’ ὄψιν»(12).

Τέλος, «ἡ χριστιανική ἄσκηση δέν γίνεται γιά νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ δύναμη ἤ ἡ καρτερία μας. Δέν σημαίνει νά θέτουμε ὁρισμένους στόχους ρεκόρ. Αὐτό θά ἦταν μία ἄθληση πού ἔχει καί αὐτή τήν ἀξία της. Δέν σημαίνει ἀκόμη νά ἔχουμε σκοπό τό βασανισμό τοῦ ἑαυτοῦ μας. Τοῦτο ἀποτελεῖ θρησκοληψία καί ἀπανθρωπιά. Ἡ οὐσιαστική ἄσκηση τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη προετοιμασία γιά τήν ἀποδοχή τῆς ἀγάπης, τῆς πνοῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»(13).


2) Ἡ ἄσκηση ὡς προετοιμασία καί πνευματικό ὑπόβαθρο τοῦ ἱερέα.

Μετά ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν στό προηγούμενο κεφάλαιο κατανοοῦμε πλέον πολύ καλά ὅτι, ἀφοῦ γιά τόν κάθε χριστιανό ἡ ἄσκηση εἶναι ἀπαράβατη, ἀναγκαία συνθήκη τοῦ βίου του, αὐτό ἰσχύει γιά τόν ὑποψήφιο ἱερέα ἤ τόν ἤδη «ἐνδεδυμένον τήν τῆς ἱερατείας χάριν»(14) κατά μείζονα λόγο. Ὁ ἱερέας καλεῖται ἐκ τῆς ἀποστολῆς του νά ἐνστερνιστεῖ ὅλο τό ἀσκητικό πρόγραμμα πού ἀναφέραμε γιά τήν πνευματική συγκρότησή του, ἀλλά καί γιά νά μπορέσει ἀργότερα νά τό διδάξει στό ποίμνιό του. Δέν εἶναι νοητό ὁ ἱερέας νά ἔχει λιγότερες πνευματικές ὑποχρεώσεις ἀπό τούς χριστιανούς του. Δέ θά πρέπει συνειδησιακά νά ἀναπαύεται ὅταν βλέπει στό ποίμνιό του χριστιανούς μέ μεγαλύτερο πνευματικό ζῆλο. Ἐκ τῆς θέσεως καί τοῦ χαρίσματός του εἶναι πρῶτος καί ὁδηγός στήν χριστιανική κοινότητα. Αὐτό πρέπει νά ἔχει σίγουρα καί ἕνα πνευματικό ἀντίκρισμα. Πρέπει νά εἶναι πρῶτος καί στό ἀσκητικό φρόνημα, στούς πνευματικούς ἀγῶνες. Διαφορετικά, ἄν ὁ ἴδιος εἶναι ἀμελής πνευματικά καί ράθυμος, ὄχι μόνο θά ἔχει πνευματική τύφλωση, ἀλλά θά βλάψει καί ὅσους τόν ἐμπιστεύονται πνευματικά. Δηλαδή θά ἔχουμε τέλεια ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «μήτι δύναται τυφλός τυφλόν ὁδηγεῖν; οὐχί ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται;»(15). Καί ἀκόμη, τό νά ἐπιφορτίζει τούς χριστιανούς μέ πολλές πνευματικές ὑποχρεώσεις καί ὁ ἴδιος νά ἔχει ἀμελῆ βίο, αὐτό εἶναι καί μία μορφή βαριᾶς ὑποκρισίας, τήν ὁποία ἐπίσης καταδίκασε τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου: «καί ὑμῖν τοῖς νομικοῖς οὐαί, ὅτι φορτίζετε τούς ἀνθρώπους φορτία δυσβάστακτα, καί αὐτοί ἑνί τῶν δακτύλων ὑμῶν οὐ προσψαύετε τοῖς φορτίοις»(16).

Κάθε τίμιος ἱερέας σέ ὁ,τιδήποτε ἱερατικῶς πράττει, ἀλλά καί ἀκόμη, θά ἔλεγα, σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς του, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ ἕνα διπλό βαθύτατα ὑπαρξιακό ἐρώτημα: «ποιός εἶμαι; τίνι παρίσταμαι;». Τό ἐρώτημα αὐτό εἶναι πανάρχαιο. Ἀπό τό Μωϋσῆ τό θεόπτη(17), τόν Ἠσαΐα τόν προφήτη(18) καί ἄλλα ἱερά πρόσωπα, πού ἀνέλαβαν μία ἀποστολή τοῦ Θεοῦ χάριν τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέχρι καί τόν τελευταῖο σημερινό ἱερέα, συνειδησιακά προβάλλει τό ἴδιο ἐρώτημα: «ποιός εἶμαι ἐγώ; πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀναξιότητά μου; πῶς ὁ Θεός μοῦ ἐμπιστεύεται τόσο μεγάλη ἀποστολή»; Δηλαδή, ὁ Θεός μοῦ ἀναθέτει ἔργο θεϊκό, ὅπως εἶναι ἡ καθοδήγηση καί ὑποβοήθηση τῶν ἀνθρώπων στό δρόμο τῆς σωτηρίας, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν ἐμπιστεύθηκε οὔτε στούς ἀπόλυτα πιστούς διακόνους του, τούς ἁγίους ἀγγέλους.(19) Οἱ ἀπαντήσεις στά ὡς ἄνω ὑπαρξιακά ἐρωτήματα προσδιορίζουν τό πνευματικό ἐπίπεδο τῆς ἱερατικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ κάθε ἱερέα. Τό ζητούμενο ἐδῶ φυσικά δέν εἶναι ἡ ἀπάντηση στά ἐρωτήματα, ἀφοῦ αὐτά ἀπαντῶνται συνειδησιακά σέ προσωπικό πεδίο ἤ στήν ἐξομολογητική διαδικασία τοῦ ἱερέα ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ του πατρός ἤ θά ἀπαντηθοῦν στόν ἴδιο τό Θεό ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως καί μισθαποδοσίας(20). Τό ζητούμενο ἐδῶ εἶναι ἡ περιγραφή στοιχειωδῶς τῆς πνευματικῆς συγκρότησης τοῦ ἱερέα.

Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Συμεών τό Νέο Θεολόγο, «ὁ μή γεννηθείς ἄνωθεν οὐ δύναται ἰδεῖν τόν γεγεννηκότα Θεόν οὐδέ γνωρίσαι τόν εἰς τοῦτο πεφθακότα διά τοῦ Πνεύματος»(21). Στήν ἀνάλυση αὐτῆς τῆς θέσης, ἀφοῦ κάνει μνεία καί ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου πρός τό Νικόδημο: «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»(22), καθώς καί «τό γεγενημένον ἐκ τῆς σαρκός σάρξ ἐστι, καί τό γεγενημένον ἐκ τοῦ πνεύματος πνεῦμά ἐστι»(23), θεωρεῖ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν πνευματική ἀναγέννηση ὄχι μόνο ὡς ὁδό ἀσφαλοῦς θεογνωσίας, ἀλλά καί ὡς τό ἀσφαλές κριτήριο γιά τήν ἀναγνώριση τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, ὁ ὁποῖος θά ἔχει τά ἴδια σημεῖα τῆς διά Πνεύματος Ἁγίου, ἄνωθεν δηλαδή γέννησης(24). Σίγουρα ἐδῶ μποροῦν νά ἐγερθοῦν ἐνστάσεις, στό ὅτι δηλαδή ἀπαιτεῖται τέτοια καί τόση ὡριμότητα γιά τήν ἀνεύρεση ἀπλανοῦς ὁδηγοῦ. Ἔστω καί ἄν δεχθοῦμε κάποια δικαιολόγηση αὐτῆς τῆς ἔνστασης, θά εἶναι ἀδικαιολόγητος ἕνας ὑποψήφιος ἱερέας ἤ ἤδη ἱερέας, ἐάν δέν ἀγωνισθεῖ γιά ἕνα τόσο σοβαρό θέμα καί δέν τό κάνει, τουλάχιστον, αἴτημα προσευχῆς.

Δέν ἀναφέρουμε περισσότερα γιά τή βασική θέση τοῦ Ἁγίου Συμεών ὡς πρός τήν πνευματική ἀναγέννηση τοῦ πνευματικοῦ τέκνου, χάριτι Θεοῦ, στίς ἀγκάλες τοῦ πνευματικοῦ πατρός, μέ συνέπεια ἀπό καθοδηγούμενος νά γίνεται ἐκ πείρας πλέον ἔμπειρος στήν καθοδήγηση ἄλλων ἀνθρώπων(25), γιά τό λόγο ὅτι γιά τήν πνευματική πατρότητα ὑπάρχει εἰδική εἰσήγηση στό Συνέδριο καί, ἐπιπλέον, μπορεῖ κανείς νά ἀνατρέξει καί σέ εἰδική διατριβή γιά τό θέμα αὐτό(26). Τήν ἐπιμονή ὅμως τοῦ ἁγίου Συμεών στήν πνευματική ἀναγέννηση καί ὡρίμανση τοῦ πνευματικοῦ τέκνου, προκειμένου νά ἀναλάβει ποιμαντικές φροντίδες, τήν καταλαβαίνουμε καλύτερα ἀπό τήν ἀνάλυση πού κάνει στόν Α’ Κατηχητικό του Λόγο «Περί Ἀγάπης»(27), ὅπου, ἀφοῦ μνησθεῖ τοῦ εὐαγγελικοῦ χωρίου στό ὁποῖο ὁ Κύριος λέει: «μακάριος ὁ ποιήσας καί διδάξας· οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν»(28), ἐπιμένει, καί ἔχει ἀσφαλῶς δίκαιο, ὅτι οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔγραφαν καί δίδασκαν ἐκ πείρας, πρῶτα ἐκεῖνοι ἐφάρμοζαν τά ὅσα δίδασκαν: «οὐδέν γάρ οἱ φωστῆρες ἔγραψαν ἐκεῖνοι, ὅπερ πρότερον οὐκ ἐποίησαν καί ποιήσαντες οὐ κατώρθωσαν» (29). Σπεύδει δέ νά τό αἰτιολογήσει καί ἀπό τήν πλευρά τῶν ἀκροατῶν, τῶν μαθητῶν, ὅτι δηλαδή πιό εὔκολα καί μέ περισσότερο ζῆλο ἐφαρμόζουν τίς πνευματικές συμβουλές ὅταν ὁ διδάσκαλός τους ἔχει αὐτές τίς προϋποθέσεις. Λέγει δέ χαρακτηριστικά: «τοῦ γάρ τοιούτου διδασκάλου καί οἱ μαθηταί ἀκούοντες, μιμεῖσθαι αὐτόν γίνονται πρόθυμοι καί οὐ τοσοῦτον ἐκ τῶν ἐκείνου λόγων δέχονται τήν ὠφέλειαν, ὅσον ἀπό τῶν καλῶν αὐτοῦ πράξεων διεγείρονται καί τά αὐτά ποιεῖν ἀναγκάζονται»(30).

Ἀλλά βέβαια ὅλα τά ὡς ἄνω μπορεῖ νά φαίνονται ὡραῖα στή διατύπωση καί νά μήν ἐπιτρέπουν τήν ἔκφραση σοβαρῶν ἀντιρρήσεων, στήν πράξη ὅμως εἶναι πολύ δύσκολα. Ἀκόμη καί ἐξ ἰδίας πείρας, εἴτε ὡς καθοδηγούμενοι εἴτε ὡς καθοδηγηταί ἄλλων, γνωρίζουμε ὅτι εἶναι πολύ δύσκολο πρᾶγμα ἡ ὑπακοή καί ἡ συμμόρφωση πρός τίς πνευματικές συμβουλές. Χρειάζεται μεγάλη ταπείνωση καί προπαντός ἀποφασιστικότητα. Ἀπαιτεῖται κανείς, σύμφωνα καί μέ τήν πνευματική του κατάσταση, νά πάρει ὅσο τό δυνατόν πιό σοβαρά τήν πνευματική ζωή καί τόν ἀγώνα γιά τή σωτηρία του. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιμένει ὄχι ἁπλά στήν «παιδαγωγία» ἀλλά στήν ἐν Χριστῷ καί διά τοῦ εὐαγγελίου ἀναγέννηση(31). Καί φυσικά κάθε γέννηση εἶναι ὁλόκληρη διαδικασία καί ἐμπεριέχει στάδια πολλά, δηλαδή σύλληψη, ἀνάπτυξη τοῦ ἐμβρύου καί γέννηση. Ὅμως ἡ διαδικασία ὡρίμανσης, λόγῳ τῆς τρεπτότητας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ φθόνου τοῦ διαβόλου, ἀπειλεῖται διαρκῶς. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀγώνας εἶναι ἀσταμάτητος(32). Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά γιά τό ἱερωμένο πρόσωπο; Ἄσκηση ποικιλότροπη, πολυμερῆ, ἀσταμάτητη «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός»(33).

Γιά νά συνδέσουμε τά ὅσα ἀναφέρθηκαν γιά τήν ἄσκηση στή ζωή κάθε χριστιανοῦ καί στή ζωή τοῦ ἱερέα καί γιά νά φανεῖ ἡ ἰδιαιτερότητα στή δεύτερη περίπτωση, θά παραθέσουμε ἕνα πολύ χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ἔτι οὖν ἀμφισβητήσεις ἡμῖν τοῦ μή καλῶς ἠπατῆσθαι, πᾶσι μέλλων ἐπιστήσεσθαι τοῦ Θεοῦ τοῖς ὑπάρχουσι, καί ταῦτα πράττων, ἅ καί τόν Πέτρον ποιοῦντα ἔφησε δυνήσεσθαι καί τῶν ἀποστόλων ὑπερακοντίσαι τούς λοιπούς. Πέτρε γάρ, φησί, φιλεῖς με πλεῖον τούτων; Ποίμαινε τά πρόβατά μου. Καίτοι γ’ ἐνῆν εἰπεῖν πρός αὐτόν, εἰ φιλεῖς με, νηστείαν ἄσκει, χαμευνίαν, ἀγρυπνίας συντόνους, προΐστασο τῶν ἀδικουμένων, γίνου ὀρφανοῖς ὡς πατήρ, καί ἀντί ἀνδρός τῇ μητρί, αὐτῶν· Νῦν δέ πάντα ταῦτα ἀφείς, τί φησί; ποίμαινε τά πρόβατά μου. Ἐκεῖνα μέν γάρ ἅ προεῖπον, καί τῶν ἀρχομένων πολλοί δύναντ’ ἄν ἐπιτελεῖν ῥαδίως, οὐκ ἄνδρες μόνον, ἀλλά καί γυναῖκες· ὅταν Ἐκκλησίας προστῆναι δέῃ καί ψυχῶν ἐπιμέλειαν πιστευθῆναι τοσούτων, πᾶσα μέν ἡ γυναικεία φύσις παραχωρείτω τῷ μεγέθει τοῦ πράγματος, καί ἀνδρῶν δέ τό πλέον· ἀγέσθωσαν δέ εἰς μέσον οὑ πολλῷ τῷ μέτρῳ πλεονεκτοῦντες ἁπάντων, καί τοσοῦτον ὑψηλότεροι τῶν ἄλλων κατά τήν ψυχῆς ὄντες ἀρετήν, ὅσον τοῦ παντός ἔθνους Ἑβραίων κατά τό τοῦ σώματος μέγεθος ὁ Σαούλ, μᾶλλον δέ καί πολλῷ πλέον(34)».

Τέλος, ἀξιοσημείωτο εἶναι τό ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπιχειρεῖ μία σύγκριση τῶν κατ’ ἐξοχήν ἀσκητῶν, τῶν μοναχῶν, καί τῶν ἱερέων, ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ ἱερέας περισσότερο τοῦ μοναχοῦ ἀσκεῖ ἔμπρακτα τήν ὑπομονή, καθ’ ὅτι καθοδηγεῖ πρός τήν ἀρετή τούς χριστιανούς, ἔχει ἄλλου εἴδους ἄσκηση, καθ’ ὅτι ζεῖ ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου, ἐνῶ ὁ μοναχός ζεῖ μόνος του, καί, ἀκόμη, ὁ μοναχός πραγματώνει εὐκολότερα τόν ἀγώνα του γιά τήν ἀρετή παρά αὐτός πού ἔχει φροντίδα γιά πλῆθος χριστιανῶν(35).


Β. Ἡ ἄσκηση κατά τή λειτουργία τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος

1) Ἄσκηση καί ἱερουργία

Τό κεντρικό σημεῖο τῆς λειτουργίας τοῦ ἱερατικοῦ χαρίσματος εἶναι ἡ ἱερουργία. Τά ἱερά μυστήρια, οἱ ἱερές ἀκολουθίες, οἱ περιστατικές εὐχές, ὅλα ὅσα συνθέτουν τόν χῶρο τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό κύριο πεδίο δράσης τοῦ ἱερέα. Στό χῶρο τῆς λατρείας εἶναι πρωταγωνιστής, ὁ κύριος μοχλός τῆς διεκπεραίωσής της. Ἀφοῦ ἡ λατρεία ἔχει ὡς διπλό σκοπό τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί τόν ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου(36), ὁ ἱερέας εἶναι τό στόμα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πού μεταφέρει τίς προσευχές καί ἱκεσίες στό Θεό, ἀλλά καί τό χέρι τοῦ Θεοῦ πού μεταφέρει τήν εὐλογία καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ στό λαό.

Ἡ τέλεση τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, γενικά δέν ἀπαιτεῖ μόνο ἀπό τόν ἱερέα εὐλάβεια καί προσοχή, ἐπιμέλεια καί τάξη. Εἶναι μία πνευματική εὐκαιρία καί γιά τόν ἴδιο. Ὅταν λειτουργεῖ ὁ ἱερέας δέ διεκπεραιώνει ἁπλά τό ἱερατικό του καθῆκον ὑπέρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος. Λειτουργεῖται πρωτίστως ὁ ἴδιος. Δηλαδή ἀναφέρεται, προσφέρεται ὡς θυσία καί ὁ ἴδιος. Ἱερέας, πιστοί, εὐχαριστιακά δῶρα δέ χωρίζονται μεταξύ τους στεγανά. Δέ μιλᾶμε δηλαδή μόνο γιά κάποιες εὐχές τῆς θείας λειτουργίας πού ἀναφέρονται στόν ἴδιο τόν ἱερέα. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή βάπτιση καί τό χρῖσμα ἑνός ἀνθρώπου. Μπορεῖ νά εἶναι ἕνα ὑπαρξιακό γεγονός ποὐ ἀφορᾶ στή ζωή καί τή σωτηρία του. Ὅμως, ταυτόχρονα, εἶναι καί ἐκκλησιολογικό, ἐκκλησιαστικό γεγονός, γιατί ἡ Ἐκκλησία αὐξάνεται κατά ἕνα μέλος καί ὁ Θεός ἐμπιστεύεται πνευματικά στόν ἱερέα ἕνα ἀκόμη παιδί. Σκεφτεῖτε πόσο αὐτό εἶναι ἀκόμη πιό ἁπτό στή βάπτιση τῶν ἐνηλίκων. Στήν τέλεση τοῦ ἱεροῦ εὐχελαίου, παρότι ἡ ἀφορμή εἶναι ἡ ἀσθένεια ἑνός μέλους τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὅλη ἀκολουθία, ἐκτός ἀπό τόν ἐξατομικευμένο χαρακτήρα της, ἀναφέρεται στήν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, στήν ἐν Χριστῷ θεραπεία της, στήν ἀποκατάσταση τῆς ψυχοσωματικῆς ὑγείας, πρᾶγμα τό ὁποῖο συμπεριλαμβάνει ἀσφαλῶς καί τόν ἴδιο τόν ἱερέα. Στό μυστήριο τοῦ γάμου ὁ ἱερέας καλεῖται μέ τήν ἱερουργία του νά βάλει χάριτι Χριστοῦ τήν ἀνθρώπινη συζυγική σχέση σέ ἕνα ἱερό πλαίσιο ἁγιασμοῦ καί ἀγωνιστικότητας τῶν νεονύμφων, ὥστε στή συνέχεια νά βοηθήσει μέ τήν ποιμαντική του προσφορά στήν κατά Θεόν προκοπή τους. Στό ἱερό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, ὡς ἄλλος Μωυσῆς, θά προσπαθήσει νά ὁδηγήσει τά τέκνα τοῦ Θεοῦ ἀπό τή χώρα τῆς δουλείας τῆς Αἰγύπτου, πού εἶναι ἡ ὑποδούλωση στά πάθη, στήν ἐλευθερία τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας, πού εἶναι ἡ ζωή τῆς χάριτος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας.

Ὅλα ὅσα, ὅμως, ἀναφέραμε ἕως ἐδῶ εἶναι πνευματικά θέματα, βιώματα πού ἐμπεριέχουν διαδικασία στήν ὁποία ὁ ἱερέας δέν εἶναι ὁ θεατής ἤ ὁ εὐλαβῶς συμμετέχων, εἶναι ἱερές καταστάσεις στίς ὁποῖες μετέχει καί ὁ ἴδιος. Εἶναι πεδίο ἄσκησης καί γιά τόν ἴδιο τόν ἱερέα. Αὐτό θά τό καταλάβουμε ἄν ἐπανέλθουμε στή θεία λειτουργία. Ἡ θεία λειτουργία εἶναι μία συγκεκριμένη πορεία ἀπό τά σύμβολα στήν πραγματικότητα(37). Ὁ εὐλογημένος ἄρτος, ὁ ἀμνός τῆς ἱερᾶς προσκομιδῆς, μέσα ἀπό τήν ἱερουργική διαδικασία τῆς τελετουργίας τοῦ ἱερέα θά γίνει τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἱερέας ἔχει τή δυνατότητα νά βλέπει «αὐτοψεί τό πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς»(38). Προκειμένου νά ἀποφευχθεῖ ἡ μηχανιστική, τυποποιημένη γιά τόν ἱερέα διαδικασία, ἀπαιτεῖται νά ἔχει βαθύ ἀσκητικό φρόνημα. Δέ χρειάζεται νά πιέζεται, νά καταπιέζεται νά δείξει κάτι ἤ, ἀκόμη περισσότερο, νά κατανοήσει, νά ἐκλογικεύσει τά μυστήρια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ὀφείλει νά κρατεῖ τό λογισμό του στά τελούμενα. Νά ἀκούει ὁ ἴδιος τή φωνή του καί νά λέγει τά αἰτήματα, τά λόγια γενικά τῆς θείας λειτουργίας καί γιά τόν ἑαυτό του. Ἡ ὅλη του σκέψη, ὁ νοῦς, ἡ καρδία, ἡ σωματική του στάση πρέπει νά συνοδεύει τά τελούμενα. Αὐτό ὅμως εἶναι ἐπίπονη καί ἐπίμονη ἄσκηση. Καί αὐτή ἡ ἀσκητική διαδικασία γιά τόν ἱερέα ἀρχίζει πρίν τήν ἱερουργία, μέ τήν εἰδική προετοιμασία(39) , συνεχίζεται κατά τήν ἱερουργία καί μετά ἀπό αὐτήν. Ὁ ἱερέας ὡς ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι ὁ ἴδιος ἕνα ἱερό θυσιαστήριο, μία ἱερή εἰκόνα, ἀνώτερη ἀπό αὐτές πού ὑπάρχουν στό τέμπλο καί τά εἰκονοστάσια. Γι’ αὐτό καί ὁ λειτουργός, ἀφοῦ θυμιατίσει τήν ἁγία Τράπεζα κ.λ.π., πρίν νά βγεῖ ἔξω γιά να θυμιατίσει τίς ἱερές εἰκόνες καί τό ἐκκλησίασμα, θυμιατίζει τούς συλλειτουργοῦντας ἤ συμπροσευχομένους ἱερεῖς. Χρειάζεται νοικοκυροσύνη καί πρακτικό πνεῦμα, προκειμένου ὁ ἱερουργός νά μείνει ἀπερίσπαστος στήν ἱερουργία. Δέν εἶναι δυνατόν τήν ὥρα τῆς ἱερουργίας νά ἔχει τό νοῦ του στά ψαλτήρια, στό παγκάρι καί τούς ἐπιτρόπους, στούς διακονητές τοῦ ἱεροῦ βήματος. Αὐτά ὀφείλει νά τά ἔχει ρυθμίσει νωρίτερα, ὥστε νά μήν τόν ἀποσπᾶ τίποτε καί κανένας ἀπό τήν ἱερουργία του, πού θά πρέπει νά τή βιώνει ὡς ὁλότητα, ὄχι ἀποσπασματικά. Μέσα στήν ἱερουργία, ὅλες οἱ στιγμές εἶναι ἱερές. Ὅλες ἔχουν νά κάνουν εἴτε μέ τόν ἅγιο Θεό, εἴτε μέ τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου.

Ἕνας ἱερέας, ἄν ἐμβαθύνει στά λόγια καί μόνο τῆς ἱερουργίας σοφίζεται, βρίσκει μέσα σέ αὐτά ὅλη τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά ὅλα τά θέματα καί μάλιστα συμπυκνωμένη καί δοσμένη μέ ἐπαγωγικό τρόπο καί μέ δυνατά, ποιητικά τίς πιό πολλές φορές, λόγια, πού ἐντυπώνονται ὡς μηνύματα πνευματικά, λειτουργοῦν ὡς ἐγερτήρια σαλπίσματα πρῶτα γιά τόν ἴδιο τόν ἱερουργό. Αὐτό ὅμως θά γίνει, ὅταν κρατεῖ μέ προσπάθεια καί κόπο τό νοῦ καί τήν προσοχή του στά τελούμενα, τά ψαλλόμενα καί γενικῶς στήν ὅλη ἱερουργία. Φυσικά ὅλα αὐτά σημαίνουν ἄσκηση συνεχῆ τοῦ ἱερέα. Γι’ αὐτό ὑπάρχουν καί διαφορετικές βαθμίδες ἐμπειρίας ἀπό τήν ἀμέλεια καί τήν εἰς κρίμα καί κατάκριμα ἱερουργία μέχρι τήν ἀγγελική συλλειτουργία(40).

Ἄν ὁ ἱερέας ἔχει φρόνημα ἄσκησης, βρίσκει ὠφέλεια πνευματική γιά τόν ἴδιο ἀκόμη καί στά πιό ἄσχετα μέ αὐτόν θέματα, ὅπως γιά παράδειγμα στήν εὐχή εἰς λεχώ. Στή δεύτερη εὐχή διαβάζουμε τά ἐναρκτήρια λόγια: «Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ τεχθείς ἐκ τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, καί ὡς νήπιον ἐν φάτνῃ ἀνακλιθείς, καί ὡς βρέφος ἀναδειχθείς...». Στήν τρίτη εὐχή πάλι κάτι παρόμοιο μέ τήν προσθήκη τοῦ σκοποῦ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως: «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ εὐδοκήσας κατελθεῖν ἐκ τῶν οὐρανῶν καί γεννηθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας διά τήν σωτηρίαν ἡμῶν...»(41). Δηλαδή στίς δύο αὐτές εὐχές, ἄσχετες κατ’ οὐσίαν μέ τήν κατάσταση τοῦ ἱερέα, γίνεται μνεία τῆς θείας Γέννησης ἐκ παρθένου Μαρίας, πρός σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Φυσικά ὁ συντάκτης τῶν εὐχῶν χρησιμοποίησε τά λόγια γιά να μεταβεῖ ἀπό τή θεία Γέννηση στή γέννηση τοῦ συγκεκριμένου παιδιοῦ, πού ὅμως πραγματοποιήθηκε εὐδοκίᾳ τοῦ σαρκί ἐπιφανέντος Κυρίου, καί στόν ὁποῖο ἀπευθύνεται αὐτή ἡ εὐχή. Ὁ ἱερέας μέσα ἀπό τό ἀσκητικό -προσευχητικό του φρόνημα, ἐκτός ἀπό τήν εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό γιά τή γέννηση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, πού θά εἶναι καί πνευματικό του παιδί, μπορεῖ νά ἀναχθεῖ καί μέ εὐγνωμοσύνη προσωπική γιά τή θεία Γέννηση, τήν ἀφορμή καί τῆς δικῆς του σωτηρίας.

Ἔγραψα σέ ἄλλη περίσταση, ἐπιδιώκοντας νά τονίσω τή ζεύξη τοῦ πνευματικοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου μέ τίς περιστασιακές εὐχές καί ἀκολουθίες, τό πῶς δηλαδή εἰσβάλλει ἡ εὐλογία καί ὁ ἁγιασμός τοῦ Θεοῦ στήν καθημερινότητά μας, ὅτι σέ μία ἀκολουθία ὅπως «ἐπί εὐλογήσει νέου ὀχήματος» (42) μπορεῖ νά διδαχθεῖ ὁ ἱερέας τόσα πολλά. Καί συγκεκριμένα τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα κατακλείεται μέ τή φράση: «δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν»(43). Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα κατακλείεται μέ τή φράση: «περιπατεῖτε ἕως τό φῶς ἔχετε»(44). Στήν τελευταία εὐχή διαβάζουμε τά λόγια: «καί δός τῷ δούλῳ σου (τῷ δείνι) ἵνα πορεύηται τήν ὁδόν αὐτοῦ χαίρων καί τελειώσῃ τόν δρόμον αὐτοῦ καί τήν διακονίαν, ἥν ἔλαβε παρά σοῦ. Τό γάρ τόν δρόμον τελέσαι, οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ˙ διόπερ καί δεόμεθά σου, δός ἡμῖν Ἄγγελον φωτεινόν, ἵνα πορεύηται ἔμπροσθεν ἡμῶν, ῥυόμενος ἡμᾶς, ἤ ἐν νυκτί ἤ ἐν ἡμέρᾳ, ἀπό παντός κακοῦ καί ἵνα πνεύματι Θεοῦ ἀγόμενοι, τρέχωμεν καλῶς καί μή εἰς κενόν κοπιῶμεν»(45). Δηλαδή ὅλα αὐτά ἀναφέρονται στήν πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ ἡ ἀφορμή νά εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ ὀχήματος, τοῦ ἐποχούμενου κ.λ.π., ἐν τούτοις ἡ πνευματική ἀναγωγή εἶναι σαφέστατη. Αὐτό ἐξάλλου ἐπιβεβαιώνεται καί μέ τήν κατακλείδα τῆς ὡς ἄνω εὐχῆς: «Σύ γάρ εἶ ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή...» καί συνεχίζει μέ τήν τριαδική ἐπίκληση. Ὅλα αὐτά τά μηνύματα ἐνδέχεται νά μήν προσλαμβάνονται πλήρως ἀπό τόν ἱερέα καί μένει ἡ προσευχή γιά καλή ὁδήγηση καί προστασία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ἀτυχήματα, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀναμένει ἡ πλειονότητα τῶν χριστιανῶν μας. Ὁ ἱερέας ὅμως εἶναι κρίμα, ἀδικεῖ τόν ἑαυτό του ἄν δέν προσεταιριστεῖ γιά δική του ὠφέλεια αὐτά τά μηνύματα. Τό τελευταῖο ἀσφαλῶς θά γίνει γιά τόν ἱερέα μόνο ἄν ἔχει συνεχές φρόνημα ἄσκησης στήν ἱερουργία του. Ἄν συνεχῶς ἱερουργώντας ἐκτός ἀπό τό ἀντικείμενο ἤ τό λόγο τῆς εὐχῆς, τοποθετεῖται ὁ ἴδιος ἀπέναντι στό Θεό καί Σωτήρα του.


2) Ἄσκηση καί ποιμαντική διακονία.

Ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἀναφέρθηκαν καί πού εἶναι οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τοῦ ἱερατικοῦ φρονήματος, διαποτισμένες ἀπό ἱερατικό ἀσκητικό φρόνημα, χωρίς τήν ἀναφορά στήν ποιμαντική διακονία τοῦ ἱερέα, θά μποροῦσαν νά χαρακτηριστοῦν ὡς ὁ πνευματικός πλοῦτος, ἡ πνευματική συγκρότηση τοῦ ἱερέα. Ὅμως ὁ ἱερέας εἶναι ποιμένας, ὑπάρχει χάριν τοῦ ποιμνίου του. Ὅπως ὁ πανάγαθος Θεός δέν κράτησε δι’ Ἑαυτόν τόν πλοῦτο τῆς θείας δόξης Του, ἔτσι καί ὁ ἱερέας, κατά μίμηση τοῦ Θεοῦ καί κατά παραγγελίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πρός τόν Ἀπόστολο Πέτρο καί πρός τούς ἀνά τούς αἰῶνες ποιμένες, καλεῖται νά μεταφέρει τόν πλοῦτο τῆς θείας χάριτος, τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ στά λογικά πρόβατα τῆς ἐκκλησίας(46). Ὁ Κύριος στήν παραβολή τοῦ ποιμένα καί τῶν προβάτων(47) ὀνομάζει τόν ἑαυτό του καλό ποιμένα, πού ὄχι μόνο φροντίζει γιά τήν ἀσφάλεια καί τήν τροφή τῶν προβάτων, ἀλλά καί θυσιάζεται χάριν αὐτῶν. Ἔτσι καί ὁ ἱερέας, ὁ ποιμένας κατά μίμηση τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐπιβάλλεται νά ἔχει συνεχῆ, διαρκῆ φροντίδα γιά τό ποίμνιό του(48). Διαφορετικά θά συμπεριφερθεῖ ἀνεύθυνα, μέ ἀποτέλεσμα νά γίνει τό ποίμνιο βορά τῶν λύκων καί νά διασκορπισθεῖ(49).

Βέβαια γιά τά ἄλογα πρόβατα τά πράγματα εἶναι ἀρκετά ἁπλά. Μέ μία ράβδο, ἕνα καλό μαντρί, κόπο καί τίς γνωστές φροντίδες τοῦ βοσκοῦ, τά πρόβατα δέν κινδυνεύουν. Μπορεῖ νά μᾶς ἐξυπηρετεῖ πολλές φορές ἀκόμη καί κηρυγματικά ἡ εἰκόνα τοῦ ποιμένα καί τοῦ ποιμνίου. Ἄς μήν τήν χρησιμοποιοῦμε ὅμως τόσο εὔκολα. Ἡ διαποίμανση τῶν λογικῶν προβάτων δέν εἶναι καθόλου εὔκολη. Οἱ ἄνθρωποι δέν εἶναι κοπάδι. Εἶναι συγκεκριμένες προσωπικότητες, μέ ἰδιαιτερότητα καί ξεχωριστή ὁ καθένας παθογένεια. Γι’ αὐτό χρειάζεται ἐξατομίκευση τῆς ποιμαντικῆς προσφορᾶς, προσαρμοστικότητα στίς ιδιαίτερες συνθῆκες τοῦ κάθε προσώπου καί τῆς ἐποχῆς καί, προπαντός, καμιά ἐπανάπαυση. Δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε τήν τρεπτότητα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί τό φθόνο τοῦ μισόκαλου διαβόλου γιά ὁποιοδήποτε πνευματικό ἀποτέλεσμα. Ἀνάμεσα στά πολλά ρεαλιστικότατα λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὑπάρχει καί τό «ὁ δοκῶν ἑστᾶναι βλεπέτω μή πέσῃ»(50). Δηλαδή ἐνῶ νομίζουμε ὅτι στεκόμαστε στά πόδια μας, τήν ἴδια στιγμή νά πιστεύουμε ὅτι κινδυνεύουμε νά πέσουμε. Αὐτή ἡ ρευστότητα στά ἀνθρώπινα καθιστᾶ ἀκόμη πιό δύσκολη τήν ποιμαντική ἐργασία τῶν ἱερέων.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ χριστιανοί μας ἀδυνατοῦν νά διαχωρίσουν τήν πνευματική μας κατάσταση ὡς ἱερέων ἀπό τήν ἱερουργία καί τήν ἐν γένει προσφορά μας. Μερικές φορές κατά ἕναν ἀκροβατικό τρόπο μερικοί προσπαθοῦν νά πείσουν τό λαό τοῦ Θεοῦ ὅτι ἄλλο ἡ πνευματική κατάσταση τοῦ ἱερέα καί ἄλλο ἡ δραστικότητα τῆς θείας χάριτος. Σίγουρα ἡ ὕπαρξη ἤ ἡ ἀνυπαρξία ἀρετῆς στόν ἱερέα δέν προσδιορίζει τή δραστικότητα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Αὐτό λύθηκε στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ἱερά μυστήρια «ex opera operandis»(51).

Ὅμως δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνοῦμε ἤ ὑποκριτικά νά ἐθελοτυφλοῦμε καί νά νομίζουμε ὅτι ποιμαίνουμε ἀγγέλους. Τό ποίμνιό μας εἶναι ἄνθρωποι ἀσθενεῖς πνευματικά καί ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας χρειάζονται διαρκῆ στήριξη. Γι’ αὐτό καί ὁ προβληματισμός μας ἤ καλύτερα ὁ προβληματισμός τῶν ἀνθρώπων δέν περιορίζεται στήν ἐγκυρότητα ἤ μή τῶν ἱερῶν μυστηρίων. Ἀντίθετα μεγάλο ρόλο παίζει τό παράδειγμα καί ἡ ἐν γένει ζωή τοῦ ποιμένα.

Κατά κανόνα λοιπόν οἱ ἄνθρωποι ψάχνουν γιά ἐνάρετο καί ἀσφαλῆ ὁδηγό καί καλά κάνουν. Ἑπομένως ὁ ἀγώνας τοῦ ποιμένα πρέπει νά εἶναι συνεχής καί διπλός. Πρῶτα ἐπιμελεῖται τῆς προσωπικῆς του πορείας καί μέ βάση αὐτήν φροντίζει τήν πνευματική πορεία τῶν τέκνων του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης στήν Κλίμακα, μόλις στόν τελευταῖο λόγο του, δίνει συμβουλές στόν ποιμένα. Ἀσφαλῶς μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὅτι ὅλα ὅσα προηγήθηκαν εἶναι οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τήν ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς διακονίας. Σταχυολογοῦμε δύο-τρεῖς προτάσεις:

«Ποιμήν κυρίως ἐστίν, ὁ τά ἀπολωλότα λογικά πρόβατα δι’ ἀκακίας, δι’ οἰκείας σπουδῆς καί εὐχῆς ἀναζητῆσαι, καί ἀνορθῶσαι δυνάμενος».

«Κυβερνήτης ἐστίν, ὁ ἰσχύν νοεράν ἐκ Θεοῦ καί οἰκείων μόχθων εἰληφώς, οὐ μόνον ἐκ τρικυμίας ἀλλά καί ἐξ αὐτῆς τῆς ἀβύσσου τήν ναῦν ἀνασπᾶσαι δυνάμενος».

«Ἰατρός ἐστίν, ὁ τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἄνοσον κεκτημένος, μηδεμιᾶς ἐμπλάστρου δεόμενος ἐπ’ αὐτῆς».

«Διδάσκαλός ἐστιν ὄντως, ὁ νοεράν δέλτον γνώσεως δακτύλῳ Θεοῦ, ἤγουν ἐνεργείᾳ ἐλλάμψεως ἐξ αὐτοῦ κομισάμενος, καί τῶν λοιπῶν βίβλων ἀνενδεής γενόμενος. Ἀπρεπές διδασκάλοις ἐξ ἀντιγράφων παιδεύειν καί ζωγράφοις ἐκ πινάκων παλαιῶν σημειοῦσθαι».

«Ὁ τούς κάτω παιδεύων, ἄνωθεν ἐκ τοῦ ὕψους δίδασκε...».

Καί τέλος: «Πολλή τοῦ προεστῶτος ἡ αἰσχύνη, προσευχομένου δωρηθῆναι τι τῷ ὑπηκόῳ, ὅπερ αὐτός οὔπω κέκτηται»(52).

Ὅλες αὐτές οἱ σταχυολογημένες προϋποθέσεις ἄσκησης ποιμαντικοῦ ἔργου σημαίνουν ὅτι ὁ ποιμένας μέ τήν ἄσκηση καί τόν ἐν γένει πνευματικό του ἀγώνα πρέπει νά εὑρίσκεται σέ ὕψιστο πνευματικό ἐπίπεδο. Μάλιστα δέ ἡ τελευταία ἀποστροφή λέγει ρητά ὅτι εἶναι ντροπή ὁ ποιμένας νά εὔχεται, νά προσεύχεται νά δοθεῖ κάτι πνευματικό στά τέκνα του, χωρίς νά τό διαθέτει ὁ ἴδιος νωρίτερα. Ἄν παραφράζαμε κάπως τά λόγια τοῦ ὁσίου Ἰωάννη, θά λέγαμε ὅτι εἶναι ντροπή νά βρίσκονται τά πνευματικά τέκνα σέ ἀνώτερη πνευματική κατάσταση ἀπό τόν ποιμένα. Σίγουρα ἰσχύει ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητές Του σέ σχέση μέ τή συμπεριφορά τῶν Φαρισαίων: «...πάντα ὅσα ἐάν εἴπωσιν ἡμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καί ποιεῖτε, κατά δέ τά ἔργα αὐτῶν μή ποιεῖτε· λέγουσι γάρ, καί οὐ ποιοῦσι»(53). Ἦταν ἄλλα τότε τά δεδομένα. Ἀπό τή μία πλευρά ὁ Κύριος καί οἱ μαθηταί Του καί ἀπό τήν ἄλλη τό ὑποκριτικό παράδειγμα τῶν Φαρισαίων. Ὁ Κύριος βεβαίως ἐξασφάλισε ὁ ἴδιος τήν πνευματική πορεία τῶν μαθητῶν του. Καί ξέρουμε ὅτι γιά τό φαρισαϊσμό χρησιμοποίησε τήν αὐστηρότερη γλώσσα(54).

Στήν περίπτωσή μας εἴμαστε ἐμεῖς ἀπέναντι στό ποίμνιο πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος καί ἡ Ἐκκλησία Του. Δέν μποροῦμε νά ἐπικαλεστοῦμε κανένα ἐλαφρυντικό γιά νά ἀμνηστεύσουμε τήν ἀμέλεια καί τήν ἔλλειψη ἐπαγρύπνησης γιά τόν προσωπικό μας συνεχῆ καταρτισμό καί τήν προκοπή τοῦ ποιμνίου μας. Εἴμαστε οἱ ἐργάτες τοῦ ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου(55). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσο εἴμαστε μέσα στό ἀμπέλι, στή διακονία μας, θά πρέπει ἀκατάπαυστα νά ἐργαζόμαστε.

Δέν εἶναι νοητό νά αἰσθανόμαστε ἱερεῖς καί ποιμένες μόνο κατά τήν ἱερουργία ἤ κατά τήν ποιμαντική ἐπαφή μέ τούς χριστιανούς. Εἴμαστε διαρκῶς ἕνα ζωντανό θυσιαστήριο προσευχῆς και μία διαρκής μέριμνα γιά τά πνευματικά μας τέκνα, ἀκόμη καί ὅταν δέν εἶναι σωματικά ἐνώπιόν μας παρόντα. Ἴσως τότε ἀκόμη περισσότερο πρέπει νά στρέφεται ἡ ποιμαντική μας σκέψη καί ἡ προσευχητική διάθεση στό ποίμνιό μας. Οἱ ποιμένες ὅλων τῶν βαθμῶν τῆς ἱερωσύνης ἔχουν εὐθύνη γιά τήν πνευματική πορεία τῶν τέκνων τους, ἀκόμη καί γιά τά ἁμαρτήματά τους, ἐάν βέβαια δέν ἐνήργησαν προληπτικά καί θεραπευτικά ἀπέναντί τους(56).

Δέν εἶναι δυνατόν νά νιώθουμε κάποιες στιγμές ἤ ὧρες, δέν ἔχει σημασία, ἱερεῖς καί ἄλλες στιγμές κάτι ἄλλο. Ἴσως γι’ αὐτό κατά κύριο λόγο, καί ἡ παράδοση τῆς ἐκκλησίας μας ἐπιθυμεῖ νά βλέπει τόν ἱερέα νά ἔχει ἰδιαίτερη ἐνδυμασία (ράσο) καί πέραν τῆς ἰδιαίτερης ἐνδυμασίας τῶν ἀμφίων τῆς ἱερουργίας. Εἶναι μία ὑποβοήθηση, διαρκής ἐνθύμηση, ἔστω, τῆς ἱερατικῆς ἀποστολῆς μας καί ταυτόχρονα ἕνα συνεχές κήρυγμα-μήνυμα πρός τούς χριστιανούς μας ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀνάμεσά μας, ἀφοῦ κυκλοφορεῖ μέ τά διακριτικά του, ἐξωτερικά ἔστω, σημάδια ὁ διάκονος καί λειτουργός Του.

Δέ θά ἤθελα νά ἐπεκταθῶ στά πάσης φύσεως ἱερατικά καθήκοντα καί ποιμαντικά προγράμματα, τά ὁποῖα οἱ φιλότιμοι ἱερεῖς τά γνωρίζουν καί τά ἐφαρμόζουν. Θά συμφωνήσουμε ὅμως ὅλοι ὅτι ἡ ἐπιτέλεση μέ σοβαρότητα καί ὑπευθυνότητα τοῦ ποιμαντικοῦ μας ἔργου εἶναι συνεχής ἄσκηση. Εἶναι συνεχής προσφορά καί θυσία. Καί ὅπως οἱ φυσικοί γονεῖς καθιερώνονται, θεωροῦνται ἱερά πρόσωπα στή συνείδηση τῶν παιδιῶν τους μέ τή θυσία καί τήν προσφορά τους, τό ἴδιο καί ἀκόμη περισσότερο οἱ πνευματικοί πατέρες καί ποιμένες καθιερώνονται στή συνείδηση τῶν πνευματικῶν τέκνων τους μέ τή θυσία καί τήν προσφορά τους. Ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ἐμφανίζοντας τόν ἱερέα ὡς δοῦλο γνήσιο καί μιμητή τοῦ Χριστοῦ τόν παρουσιάζει ὡς ἔχοντα ἐπί τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τό ἀκάνθινο στεφάνι(57) καί βαδίζοντα τήν ὁδό τοῦ μαρτυρίου μέχρι καί αὐτῆς τῆς σταυρώσεως(58).

«Οἱ Δυτικοί θεώρησαν ὡς ἰδεώδη λειτουργό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι τόν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ ζῶντα, τόν πνευματοφόρον, ἀλλά τόν κατά κόσμον σοφόν, τόν ἔχοντα φιλοσοφικήν καί ἐγκυκλοπαιδικήν κατάρτισιν. Μετά προσωρινήν λάμψιν τό ἰδεῶδες αὐτό ἀπέτυχε παταγωδῶς. Τό ὡμολόγησεν ἐπισήμως ἡ Β΄ ἐν Βατικανῷ "Οἰκουμενική" Σύνοδος.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολή οὐδέποτε ἔπαυσε νά δοξάζῃ τόν Κύριον ὡς "πανσόφους τούς ἁλιεῖς" ἀναδείξαντα διά τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί νά θεωρῇ τούς "φ ι λ ο σ ό φ ο υ ς ἀ σ ό φ ο υ ς" καί τούς "τεχνολόγους ἀλόγους" (Ἀκάθιστος Ὕμνος). Τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ποιμαίνουν ὀρθῶς ὄχι οἱ καθηγηταί, ἀλλ’ οἱ πτωχοί μέν τῷ πνεύματι, πλούσιοι ὅμως τῷ Πνεύματι δοῦλοι Του»(59).

Ἀσφαλῶς τά τελευταῖα αὐτά λόγια, διατυπωμένα γραπτά ἀπό τόν τότε Ἀρχιμανδρίτη καί νῦν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νικοπόλεως καί Πρεβέζης κ. Μελέτιο, ἔχουν διαρκῆ ἐπικαιρότητα καί δείχνουν πῶς ἀνέκαθεν ἡ ὀρθόδοξη παράδοσή μας κατενόησε τό πρόσωπο καί τό ρόλο τοῦ ἱερέα, συνδέοντας ἄρρηκτα τήν ἄσκηση μέ τήν ἱερωσύνη.


Ἀντί ἐπιλόγου

Ἡ μέχρι τώρα διαπραγμάτευση ἀνέδειξε ὅτι ἱερωσύνη καί ἄσκηση εἶναι δύο πραγματικότητες πού συνδυάζονται ἄρρηκτα, ἀπαραιτήτως, στό πρόσωπο τοῦ ἱερέα. Θά ὁλοκληρώσουμε τή διαπραγμάτευση μέ ἕνα ἱστορικό παράδειγμα ἀπό τήν πνευματική ἱστορία τοῦ ὀρθόδοξου γένους μας, ὅπου ἀναδεικνύεται ὅτι ἡ ἄσκηση εἶναι μόνιμη συνοδός στό βίο τῶν ἱερωμένων καί ἀναπόσπαστο χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ ἱερατικοῦ γένους στήν ὀρθόδοξη παράδοσή μας.

Στή γνωστή ψευδοενωτική σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας, μετά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ διαλόγου καί γιά ἐπικύρωση, τρόπον τινά, τῆς ψευδοενώσεως, ὁ Πάπας Εὐγένιος ὁ Δ’, ἀπευθυνόμενος πρός τά μέλη τῆς συνόδου, εἶπε: «Αὔριον μέλλομεν λειτουργήσειν καί τελειώσειν τήν ἕνωσιν. Ἐμάθομεν οὖν ὅπως τινές τῶν ὑμετέρων βούλονται μεταλαβεῖν τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Διά τοῦτο λέγομεν ἀπό τοῦ νῦν, ἵνα οἱ βουλόμενοι μετασχεῖν τούτων ἐγκρατεύσωνται καί ἁγνίσωνται καί ἑτοιμάσωνται πρός τοῦτο». Δηλαδή, ἐζητήθη ἀπό τούς ἀνατολικούς πατέρες, σύμφωνα μέ τίς παραδόσεις τῆς Δύσης, νά κάνουν ὅλως ἰδιαίτερη προετοιμασία γιά τή συμμετοχή τους τήν ἑπομένη ἡμέρα στή θεία λειτουργία (ἐγκράτεια, ἁγνισμός, ἑτοιμασία). Αὐτό προκάλεσε «ἔκπληξη» στούς δικούς μας πατέρες («καί ἡμεῖς πάντες ἐξεπλάγημεν»). Σέ ἀπάντηση τῶν ὡς ἄνω λόγων τοῦ Πάπα ὁ Νικαίας Βησσαρίων, ἐπιδιώκοντας προφανῶς νά ἀμβλύνει τίς δημιουργηθεῖσες κακές ἐντυπώσεις, ἀπάντησε σχετικῶς: «Οἱ ἡμέτεροι ἐγκρατεύονται ἀεί καί μετ’ εὐλαβείας διανύουσι πάντα τόν τῆς ζωῆς αὐτῶν βίον…»(60).

Δηλαδή, ἄν παραφράζαμε τά λόγια αὐτά σύμφωνα μέ τό στόχο τοῦ θέματος πού διαπραγματευθήκαμε, θά λέγαμε: οἱ ἱερεῖς τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης πάντοτε, συνεχῶς ἀσκοῦνται (ἐγκρατεύονται) καί ἔχουν εὐλάβεια (σωστό φρόνημα ἀπέναντι στό Θεό) ὁλόκληρη τή ζωή τους.






Σημειώσεις

1. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εἶναι οἱ τόσοι πολλοί καί μεγάλοι δισταγμοί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (πρβλ. Περί ἱερωσύνης, 6,12, Migne P.G. 48, 688-689) καθώς καί ἡ φυγή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ στόν Πόντο εὐθύς μετά τήν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία του, προκειμένου νά παρηγορηθεῖ κοντά στό φίλο του Μ. Βασίλειο. Γιά τήν περίπτωση τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου βλ. καί Χ. Κρικώνη, Ἡ ἱερωσύνη κατά τόν Ἅγ. Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, Πρακτικά Ἱερατικοῦ Συνεδρίου Ἱ. Μ. Δράμας, Δράμα 1999, σ.σ. 59-60. Ἐπίσης πρβλ. Dumitru Fecioru, Despre Preoţie, Βουκουρέστι 1998 (εἰδικός τόμος ἀφιερωμένος στήν ἱερωσύνη μέ τά σχετικά ἔργα τῶν ἁγίων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, εἰσαγωγή, μετάφραση καί σχόλια ἀπό τόν ὡς ἄνω ρουμάνο συγγραφέα), σ. 11. Γιά τήν περίπτωση τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου βλ. καί πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, Ἡ ἱερωσύνη κατά τόν Ἅγ. Γρηγόριο Θεολόγο, Πρακτικά Ἱερατικοῦ Συνεδρίου Ἱ. Μ. Δράμας, Δράμα 1999, σ.σ. 36-43, στό τιτλοφορούμενο κεφάλαιο: «γιατί ἔφυγε ὁ Γρηγόριος;», ὅπου μέ παραπομπές στό ἔργο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου, ἀναίρεση ἄλλων γνωμῶν καί κατάθεση προσωπικῶν ἐκτιμήσεων, τεκμηριώνεται ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος «ἔφυγε» καί στίς δύο περιπτώσεις, δηλ. καί ὅταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί ὅταν ἦταν πλέον Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιά καθαρά πνευματικούς καί συνειδησιακούς λόγους.

2. πρβλ. Β’ Τιμ. 1,6.

3. βλ. Πράξ. 24, 16.

4. πρβλ. Β’ Μακ. 15, 4 «ἔστιν ὁ Κύριος ζῶν αὐτός ἐν τῷ οὐρανῷ δυνάστης ὁ κελεύσας ἀσκεῖν τήν ἑβδομάδα».

5. πρβλ. Δ’ Μακ. 12, 11 «… οὐκ ᾑδέσθης παρά τοῦ Θεοῦ λαβών τά ἀγαθά καί τήν βασιλείαν τούς θεράποντας αὐτοῦ κατακτεῖναι καί τούς εὐσεβείας ἀσκητάς στρεβλῶσαι;».

6. πρβλ. ὅπ. π. 13, 22 «… καί αὔξοντες σφοδρότερον διά τῆς συντροφίας καί τῆς καθ’ ἡμέραν συνηθείας καί τῆς ἄλλης παιδείας καί τῆς ἡμετέρας ἐν νόμῳ Θεοῦ ἀσκήσεως».

7. βλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους, Migne P.G. 74, 789 Α-Β («Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τοὐτέστιν Ἀδάμ· οὕτως ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὐχ ὡς τῷ Ἀδάμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γάρ ἦσαν πώποτε, ἀλλ’ ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπό νόμον πεσούσης τόν τῆς ἁμαρτίας»). πρβλ. Ἰω. Ρωμανίδου, Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1982, β’ ἔκδοση, σ. 156 κ. ἑξ.

8. πρβλ. Μαθήματα μυστικῆς θεολογίας τοῦ ἀειμνήστου ρουμάνου καθηγητοῦ Nichifor Crainic, τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1935-1936, πού ἐκδόθηκαν μέ γενικό τίτλο: «Sfinţenia împlinirea Umanului» (ἡ ἁγιότητα ὡς ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως), Ἰάσιο 1993, σ. 77. Ὁ Nichifor Crainic θεωρεῖ τήν ἔλλειψη αὐτογνωσίας ὡς τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο στό δρόμο τῆς πνευματικῆς τελείωσης λέγοντας χαρακτηριστικά: «ὁ ἄνθρωπος ζῶντας μέσα στίς συνθῆκες τῆς μέτριας ἀνθρώπινης σοφίας δέν γνωρίζει ἀληθινά οὔτε τίς δυνάμεις μέ τίς ὁποῖες εἶναι προικισμένος ἐκ φύσεως ἀλλά οὔτε τόν πλοῦτο τῶν θείων δωρεῶν πού ἀναμένουν νά τόν ἐπισκεφθοῦν ἀνά πᾶσα στιγμή».

9. Ὁ Nichifor Crainic, ὅπ. π., ἀφοῦ στήν ἀρχή ἀναφέρεται ὑπαινικτικά σέ ὁλόκληρη σχεδόν τήν πατερική γραμματεία, τή συναφῆ πρός τό θέμα, ἀναλύει ἐπισταμένα τό πῶς παρουσιάζεται αὐτή ἡ ἀσκητική διαδικασία στά ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα (βλ. σ.σ. 46-84). Στή συνέχεια καί μέχρι τέλους τοῦ βιβλίου γίνεται ἀπό τόν ἴδιο συστηματική ἀνάλυση καί παρουσίαση ξεχωριστά τῶν τριῶν σταδίων τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἀσκήσεως (βλ. σ.σ. 85-117). Ἐπίσης ὁ ἀείμνηστος πρωτοπρ. Δημήτριος Στανιλοάε ἔχει παρόμοιο δίτομο θεολογικό ἔργο μέ τίτλο: “ascetica şi mistica ortodoxā”. Πρόκειται γιά θεολογικά μαθήματα τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1946-1947, πού ἐκδόθηκαν σέ δύο τόμους στήν Alba Iulia τό 1993 ἀπό τίς ἐκδόσεις «Deisis». Στόν πρῶτο τόμο κατ’ ἀρχήν (σ.σ. 5-65) γίνεται λόγος γενικά περί τῶν ἰδιαίτερων χαρακτηριστικῶν τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας καί στή συνέχεια μέχρι τοῦ τέλους τοῦ πρώτου τόμου (σ.σ. 67-194) ὁ λόγος στρέφεται στό θέμα «κάθαρση». Στό δεύτερο τόμο (σ.σ. 5-206) ἡ διαπραγμάτευση ἐπεκτείνεται στό «φωτισμό» καί τή «θέωση». Ὁ λόγος εἶναι περιεκτικός καί ρωμαλέος, μέ πατερική θεμελίωση καί ἀνάλυση καί σέ ἐπίπεδο πού μπορεῖ νά προσεγγισθεῖ μέ σεβασμό ἰδιαίτερα ἀπό διανοούμενους ἀνθρώπους. Μποροῦν δηλαδή νά ἀποκτήσουν μία γεύση τοῦ πόσο βαθιά καί σοβαρά ἀντιμετωπίζει ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καί πνευματικότητα τήν πνευματική ζωή.

10. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Πρός τήν σεμνοτάτην ἐν μοναζούσαις Ξένην, Φιλοκαλία, ἐκδ. Ἀστήρ, τόμ. Δ, Ἀθήνα 1976, σ. 115. Πρβλ. καί Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Πρός τήν σεμνοτάτην…, είσαγωγή-μετάφραση ὑπό μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Θεσσαλονίκη 1974, σ.σ. 10-13.

11. Γέροντος Ἰωσήφ, «Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας», ἔκδ. Ἱ. Μ. Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος 1981, σ.σ. 386-392.

12. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ἄσκησις καί θεωρία, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σ. 15.

13. Εἰσαγωγικά λόγια τοῦ †ἐπισκόπου Ἀλεξάνδρου Σεμενώφ - Τυάν - Σάνσκυ προκειμένου, κατά τή συνήθεια τῶν βιογράφων τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης, νά περιγραφεῖ σέ ἰδιαίτερο ταυτώνυμο κεφάλαιο «μία ἡμέρα τοῦ π. Ἰωάννου». Καί τοῦτο γιατί ἡ κάθε ἡμέρα του ἦταν ἕνα κομμάτι ἄσκησης τοῦ ὅλου ἀσκητικοῦ του βίου (βλ. †ἐπισκόπου Ἀλεξάνδρου Σεμενώφ - Τυάν - Σάνσκυ, Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, μτφρ. Ἀρχιμ. Τιμοθέου, ἔκδ. Ε’, Ὡρωπός Ἀττικῆς 1991, σ. 264).

14. εὐχή χερουβικοῦ ὕμνου: «οὐδείς ἄξιος …».

15. Λουκ. 6, 39.

16. Λουκ. 11, 46.

17. Ὁ Μωυσῆς κατ’ ἀρχήν στόν τόπο τῆς θεοφανίας, στή φλεγόμενη βάτο, ὅταν τοῦ μιλοῦσε ὁ Θεός ὡς ἄσαρκος Λόγος κατά προτροπή τοῦ Θεοῦ ἔλυσε τά ὑποδήματά του. Ἔπειτα μᾶς λέει τό ἱερό κείμενο: «ἀπέστρεψε δέ Μωυσῆς τό πρόσωπον αὐτοῦ∙ εὐλαβεῖτο γάρ κατεμβλέψαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Ἔξοδ. 3, 6). Στή συνέχεια, ὅταν πλέον ὁ Θεός τοῦ δίνει ἐντολές καί ὁδηγίες γιά τήν ἐπιτέλεση τῆς ἀποστολῆς του ὁ ἴδιος προβάλλει τήν εὐλαβῆ καί ταπεινή ἀντίρρηση: «τίς εἰμί ἐγώ, ὅτι πορεύσομαι πρός Φαραώ βασιλέα Αἰγύπτου ...» (Ἔξοδ. 3, 11).

18. πρβλ. Ἠσαΐου κεφ. 6 καί ἰδιαίτερα τό στίχο 5: «καί εἶπον∙ ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὤν καί ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγώ οἰκῶ καί τόν βασιλέα Κύριον σαβαώθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου».

19. πρβλ. δοξαστικό στιχηρῶν ἑσπερινοῦ τῆς 25ης Μαρτίου ὅπου γιά τόν σαρκούμενο Λόγο ἀναφέρεται: «ᾧ τά ἐξαπτέρυγα καί πολυόμματα ἀτενίσαι οὐ δύνανται ...».

20. πρβλ. Ζαχαρίας 11, 4 - 15 καί 13, 7 - 9∙ θρῆνοι Ἱερεμίου 4, 13 - 16∙ Ἰεζεκιήλ 13, 1 - 23∙ Ματθ. 21, 40 - 41∙ Μάρκ. 12, 9∙ Λουκ. 20, 15 - 16.

21. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, 9ος Ἠθικός Λόγος, «Περί Γνώσεως Ἀληθινῆς», Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν, ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ΕΠΕ), τόμ. 19Γ, Θεσσαλονίκη 1989, σ.76.

22. Ἰωάν. 3, 3.

23. Ἰωάν. 3, 6.

24. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅ.π., σ.σ. 104-106.

25. πρβλ. Κ. Καραϊσαρίδη, Ἐμπειρίες λειτουργικῆς ζωῆς, Ἀθήνα 1999, ἐκδ. Ἀκρίτας, σ. 60.

26. Βενιζέλου Χριστοφορίδη, Ἡ πνευματική πατρότης κατά Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, Θεσσαλονίκη 1977.

27. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, 1ος Κατηχητικός Λόγος, «Περί Ἀγάπης», Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν, ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (ΕΠΕ), τόμ. 19Γ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 300-311.

28. Ματθ. 5, 19.

29. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅπ.π., σ. 302.

30. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅπ.π., σ. 302.

31. Α’ Κορινθ. 4, 15: «ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλούς πατέρας … ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα».

32. Ὁ Nichifor Crainic (ὅπ. π., σ. 84) ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «ὅ,τι κατακτᾶται δέν διατηρεῖται παρά μόνο μέ κόπους ἀσταμάτητους. Παρατηρεῖστε ἕνα πουλί καθισμένο στό πιό ψηλό κλαδί ἑνός δένδρου πού τό χτυπᾶ ὁ ἄνεμος. Γιά νά κρατηθεῖ σ’ αὐτή τή θέση πρέπει νά ἀνοιγοκλείνει τά φτερά του ὥστε νά ἰσορροπεῖ στή θέση του σέ σχέση μέ τήν κίνηση τοῦ κλαδιοῦ. Διαφορετικά θά ἔπεφτε ἀνόητα στή γῆ. Στή μυστική ζωή οἱ πνευματικές ἀναβάσεις πού κατακτήθηκαν μέ ἡρωικούς κόπους καί χάρη δέν διατηροῦνται παρά μέ συνεχεῖς μόχθους ὥστε νά μην καταπέσεις στό γκρεμό ἀπό ὅπου σηκώθηκες».

33. Γαλ. 4,19.

34. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί ἱερωσύνης, P.G. 48, σ. 633.

35. πρβλ. ὅπ. π., σ.σ. 682-684.

36. πρβλ. Ene Branişte, Liturgica Generala, Βουκουρέστι 1993, ἔκδ. β’, σ. 45.

37. βλ. Κ. Καραϊσαρίδη, Ἡ θεία λειτουργία ἀπό τά σύμβολα στήν πραγματικότητα, περιοδ. «Θεολογία» τόμος 75, τεῦχ. 2, Ἰούλιος-Δεκέμβριος 2004, σ.σ. 469 - 486.

38. εὐχή τοῦ ἱεροῦ εὐχελαίου μετά τό Ε’ ἱερό εὐαγγέλιο.

39. Στίς παλαιές ἐκδόσεις τῶν «Ἱερατικῶν» πάντοτε ὑπῆρχαν κάποιες γενικές συμβουλές πρός τόν λειτουργό καί μεταξύ αὐτῶν ἀσφαλῶς ὁρισμένες γιά τήν προετοιμασία του πρίν τή θεία λειτουργία. Αὐτές οἱ συμβουλές-ὁδηγίες, πού ἀποδίδονται στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο Γ’ καταχωρίζονται ὡς Παράρτημα στά παραφρασθέντα Ἅπαντα τοῦ Ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης. Στή ρουμανική λειτουργική παράδοση αὐτό τό «corpus» τῶν συμβουλῶν συναντᾶται ἀδιάκοπα καί μάλιστα σέ ἐκτενέστερη μορφή στίς ἐκδόσεις τῶν Ἱερατικῶν τῆς ὀρθόδοξης ρουμανικῆς ἐκκλησίας (βλ. Liturghier, Βουκουρέστι 1974, σ.σ. 355-384). Μετάφραση δική μας αὐτοῦ τοῦ «ρουμανικοῦ» κειμένου καταχωρίζεται στό ἔργο μας: Λειτουργικά Ἀνάλεκτα, Κατερίνη 1996, σ.σ. 117-166).

40. πρβλ. Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Σπυρίδωνος: «... καί ἐν τῷ μέλπειν τάς ἁγίας σου εὐχάς, ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι Ἱερώτατε» καθώς καί τήν περίπτωση τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰακώβου Τσαλίκη στό βιβλίο: Ὁ μακαριστός Ἰάκωβος Τσαλίκης, τοῦ Στυλ. Παπαδόπουλου, Ἀθήνα 1995, σ. 93.

41. Εὐχή εἰς γυναίκα λεχώ τῇ πρώτῃ …, Εὐχολόγιον, ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ἔκδ. Ι’), 1988, σ. 46.

42. Ἀκολουθία ἐπί εὐλογήσει νέου ὀχήματος, Εὐχολόγιον, ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ἔκδ. Ι’), 1988, σ. 375-379.

43. Ἑβρ. 12,1-2.

44. Ἰω. 12,35.

45. Εὐχολόγιον, ὅπ. π. σ. 379.

46. Σίγουρα ἡ τριπλή ἐντολή τοῦ Κυρίου πρός τόν Ἀπ. Πέτρο: «βόσκε τά ἀρνία μου», «ποίμαινε τά πρόβατά μου» καί πάλι «βόσκε τά ἀρνία μου» εἶναι ἡ ἀποκατάστασή του ἔναντι τῆς τριπλῆς ἀρνήσεώς του. Δέν παύει ὅμως νά εἶναι καί μία ἔμφαση στήν κύρια ἀποστολή του ὡς ποιμένα τῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Ἰωάν. 21, 15-17).

47. Ἰωάν. 10, 1-17.

48. πρβλ. Β. Φανουργάκη, Περί Ἱερωσύνης Ἐκκλησιατική Γραμματεία, Πρακτικά Ἱερατικοῦ Συνεδρίου Ἱ. Μ. Δράμας, Δράμα 1999, σ.σ. 99-100, ὅπου παρατίθενται ἐν σειρᾷ χωρία τοῦ 10ου κεφαλαίου τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου διαλαμβάνοντα λόγια καί προτροπές τοῦ Κυρίου πρός τόν καλό ποιμένα.

49. Ἰωάν. 10, 12-13.

50. Α’ Κορινθ. 10, 12.

51. πρβλ. Ἀθανασίου Παπανικολάου, Ἡ περί ἱερωσύνης διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1985, σ.σ. 97-100, ὅπου σέ εἰδικό κεφάλαιο τιτλοφορούμενο «Οἱ ἀνάξιοι κληρικοί» γίνεται τεκμηριωμένη ἀνάλυση τῆς βασικῆς πατερικῆς θέσης ὅτι ὁ Θεός καί ἡ θεία χάρη ἐνεργοῦν καί διά τῶν ἀναξίων κληρικῶν, μέ πλούσιες παραπομπές στά ἔργα τοῦ Ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης καί ἄλλων προγενεστέρων αὐτοῦ πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

52. Κλῖμαξ Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Λόγος εἰς τόν ποιμένα, σ.σ. 381-408, ἔκδ. Ἱ. Μονῆς τοῦ Παρακλήτου, Ὡρωπός Ἀττικῆς 1986 (ἔκδ. Γ’).

53. Ματθ. 23, 3.

54. Ματθ. 23, 1-33.

55. Ματθ. 21, 33 κ. ἑξ.

56. πρβλ. Ἀθανασίου Παπανικολάου, ὅπ. π. σ. 144.

57. Ἑρμηνεία περί τε τοῦ θείου ναοῦ καί τῶν ἐν αὐτῷ ἱερέων τε καί περί διακόνων, ἀρχιερέων τε καί ὧν ἕκαστος τούτων στολῶν ἱερῶν περιβάλλεται…, P.G. 155, 717Α, 873C.

58. Διάλογος ἐν Χριστῷ κατά πασῶν τῶν αἱρέσεων καί περί τῆς μόνης πίστης τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ἱερῶν τελετῶν τε καί μυστηρίων…, ὅπ. π. 389 Β, 396 Β-C.

59. Βλαδιμήρου Λόσκι, Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, Εἰσαγωγή καί μετάφραση ὑπό Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ (νῦν Μητρ. Νικοπόλεως καί Πρεβέζης), Θεσσαλονίκη 1973, σ. 19.

60. βλ. Les “Mémoires” du Grand Ecclésiarque de l’ Église de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439), V. Laurent, Consilium Florentinum Series B, ἔκδοση Pontificium Institum Orientalium Studiorum, Ρώμη 1971, σ. 496.

Προηγούμενη σελίδα