Προηγούμενη σελίδα
Ο Ιερέας ως διδάσκαλος του Ευαγγελίου

του Γ. Ν. Φίλια


Θεωροῦμε ὅτι τὸ θέμα τοῦ ἱερέως ὡς διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου ἀπαιτεῖ, κατ᾿ἀρχάς, μία ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία θὰ καταδείξει τὸ ἐκκλησιολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς συγκεκριμένης ἱερατικῆς διακονίας. Ἀκολούθως (καὶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἱστορικοθεολογικῆς ἔρευνας), θεωροῦμε ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐνασχόληση μὲ κάποια θεμελιακὰ ἐρωτήματα, ὅπως τὸ ποῦ πραγματώνεται (ἤ πρέπει νὰ πραγματώνεται) ἡ ἱερατικὴ διακονία τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ἐὰν ὁ ἱερέας εἶναι ὁ μόνος διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἐκκλησία (καὶ, ἐὰν ὄχι, ποιὰ εἶναι ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς διακονίας του ἔναντι τῶν ἀντίστοιχων διακονιῶν) καὶ (τέλος) τὸ πῶς θὰ πραγματοποιηθεῖ οὐσιατικότερα τὸ σύγχρονο ἔργο τοῦ ἱερέως στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου.


1. Ἱστορικὴ καὶ θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ θέματος

Τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ ἱερωσύνη συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου μαρτυρεῖται ἤδη ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς χειροτονίας τῶν Ἀποστόλων: ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἐπιθέτει τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς μεταδίδει τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθὼς καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» τὶς ἁμαρτίες(1), ἀκολούθως δὲ (λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη) τοὺς ἀποστέλλει νὰ διδάξουν σὲ ὅλα τὰ ἔθνη «ὅλα ὅσα Ἐκεῖνος τοὺς ἐδίδαξε» (δηλαδὴ τὸ Εὐαγγέλιο) καὶ νὰ βαπτίσουν (εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) ἐκείνους ποὺ θὰ ἀποδεχθοῦν τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου(2). Εἶναι, ἑπομένως, σαφὲς ὅτι μόλις οἱ Ἄπόστολοι ἔλαβαν τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης, ἔλαβαν ταυτόχρονα καὶ τὴν ἐντολὴ νὰ γίνουν διδάσκαλοι τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ὑπῆρξε γιὰ τοὺς Ἀποστόλους ἱερή. Τοῦτο διαπιστώνουμε τόσο ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκλογῆς τῶν ἑπτὰ διακόνων (ὅταν οἱ Ἀπόστολοι θεώρησαν ὅτι τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ἦταν πρωταρχικότερο ἀπὸ τὴ διακονία τῶν τραπεζῶν(3)), καθὼς καὶ ἀπὸ τὴ βεβαιότητα τοῦ ἀπ. Παύλου ὅτι, τὸ βασικὸ ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν εἶχε ἀποστείλει ὁ Χριστὸς στὰ Ἔθνη, δὲν ἦταν τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου(4), τὴν ὁποία ὁ Παῦλος ἀποκαλεῖ ὡς ἱερουργία(5). Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος πληροφορεῖ τὸν Τιμόθεο ὅτι, οἱ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου εἶχαν κληθεῖ νὰ γίνουν μάρτυρες ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς(6), δηλαδὴ νὰ διδάξουν τὸ Εὐαγγέλιο ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ μέσα καὶ ἀπὸ τὴν προσωπική τους ζωὴ καὶ (πιθανὸν) ἀπὸ τὸ μαρτύριό τους.

Ἡ διακονία τῶν Ἀποστόλων ὡς διδασκάλων τοῦ Εὐαγγελίου σχετίζεται, βεβαίως, μὲ τὴν ἱερωσύνη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Τὰ πλαίσια τῆς παρούσης εἰσηγήσεως δὲν ἐπιτρέπουν μεγαλύτερη ἀναφορὰ στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο τυγχάνει θεολογικῆς ἐπεξεργασίας τόσο στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅσο καὶ στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή(7). Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι, ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τῆς νεοσύστατης Ἐκκλησίας, οἱ Χριστιανοὶ ἦσαν προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς(8).

Αὐτή, βεβαίως, ἡ «διδαχὴ» εἶχε ὡς ἀντικείμενό της τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀφοῦ ὁ Νόμος, ἡ Σοφιολογία καὶ ἡ Προφητεία εἶχαν υἱοθετηθεῖ ὡς ἀναγνώσματα τῆς χριστιανικῆς Εὐχαριστίας κατ᾿ἐπίδραση τῆς ἑβραϊκῆς λατρείας. Ἡ ἀνάγνωσή τους, ὅμως, ἐλάμβανε καινούργια διάσταση καὶ καινούργια πνοὴ στὴν πρωτοχριστιανικὴ λατρεία μέσα ἀπὸ τὸν προσωπικὸ χαρακτῆρα τῆς ἀποστολικῆς διδαχῆς, ἐφόσον οἱ Ἀπόστολοι ἐκήρυσσαν «ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶδαν, ἄκουσαν καὶ ψηλάφησαν μὲ τὰ χέρια τους»(9). Ὅπως γνωρίζουμε, ἄλλωστε, ἡ προσωπικὴ-προφορικὴ παράδοση τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος προηγήθηκε τῆς καταγραφῆς της.

Τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων ὡς διδασκάλων τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁ σύνδεσμος τοῦ ἔργου αὐτοῦ μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο εἶναι δεδομένα σαφὴ καὶ γνωστὰ στὴν μεταποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὁ Κλήμης Ρώμης (μαθητὴς τῶν Ἀποστόλων/ τέλη τοῦ 1ου αἰ.) γράφει ὅτι, οἱ ἀπόστολοι ἡμῖν εὐηγγελίσθησαν ἀπὸ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἰησοῦς Χριστὸς δὲ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἐξεπέμφθη(10). Φαίνεται ὅτι, οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων εἶχαν συνειδητοποιήσει τὴν ἀποστολή τους ὡς διδασκάλων τοῦ Εὐαγγελίου. Στὰ μέσα τοῦ 2ου αἰ., ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας ἅγ.Ἰουστίνος γράφει ὅτι, ὁ ἱερέας («προεστὼς»), μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν «ἀπομνημονευμάτων τῶν ἀποστόλων» (δηλαδὴ τοῦ Εὐαγγελίου), διδάσκει καὶ προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ μιμηθοῦν ὅσα καλὰ ἄκουσαν ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσα ἀνάγνωση(11). Τὸ περιεχόμενο, ἑπομένως, τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ βιβλικοῦ ἀναγνώσματος καὶ ἡ προτροπὴ ἐφαρμογῆς τῶν ἀληθειῶν του στὴ ζωὴ τῶν ἀκροατῶν.

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἰουστίνου στὸν «προεστῶτα» εἰσάγει στὸ σημαντικότατο θέμα τῆς θέσεως τοῦ Ἐπισκόπου ὡς διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ διδαχὴ τοῦ Εὐαγγελίου συνιστᾶ βασικὴ πτυχὴ τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας, περὶ δὲ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 2ου αἰ. ὁ Πολύκαρπος Σμύρνης ἀποκαλεῖται διδάσκαλος ἀποστολικὸς καὶ προφητικὸς...ἐπίσκοπος τῆς ἐν Σμύρνῃ Ἐκκλησίας(12). Ὅπως παρατηρεῖ ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης μαρτυρίας ὁ Μητρ. Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, «ἡ ἔμφασις τίθεται ἰσχυρὰ ἐπὶ τῆς διδακτικῆς αὐθεντίας τοῦ Πολυκάρπου»(13).

Φαίνεται ὅτι, ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰ., ὁ τονισμὸς τῆς διδακτικῆς αὐθεντίας τοῦ Ἐπισκόπου ἐπεβλήθηκε καὶ ὡς ἀπάντηση στὴν πρόκληση τῆς αἱρέσεως τοῦ Γνωστικισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελοῦσε τὸ πλέον νοησιαρχικὸ εἶδος θρησκείας, κατανοώντας τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ ὡς «διαδοχὴ διδασκαλίας» τοῦ τύπου διαδοχῆς τῶν διδασκάλων τῶν ἑλληνικῶν φιλοσοφικῶν σχολῶν(14). Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάζεται νὰ τονίσει τὸ διδακτικὸ χάρισμα τοῦ Ἐπισκόπου ὡς ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴν αἵρεση. Τότε ἀκριβῶς (ὅπως σημειώνει ὁ Μητροπολίτης Περγάμου), «ὁ Ἐπίσκοπος θεωρεῖται πλέον διάδοχος τῶν Ἀποστόλων οὐχὶ τόσον ἐν τῇ ἡγεσίᾳ τῆς Εὐχαριστίας, ὡς συνέβαινε παλαιότερον, ὅσον ἐν τῇ ἀποστολικῇ διδασκαλίᾳ»(15).

Στὸ πλαίσιο αὐτὸ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸν ἀγώνα τοῦ ἁγ.Εἰρηναίου Λυῶνος ἐναντίον τῶν αἱρέσεων, ὅταν τονίζει ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι, μαζὶ μὲ τὴ διαδοχὴ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸ «χάρισμα τῆς ἀληθείας»(16) καὶ μετὰ τῶν πρεσβυτέρων μεταδίδουσι πᾶσιν ἀνθρώποις τὴν ἀλήθειαν, τὸν ὀρθὸν λόγον, τὴν παράδοσιν τῶν Ἀποστόλων τὴν διὰ ζώσης φωνῆς ἀρχικῶς παραδοθεῖσαν(17) (δηλαδὴ διδάσκουν τὸ Εὐαγγέλιο). Ὁ Εἰρηναῖος, ἄλλωστε, διακηρύσσει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ» κατέχει «ἴδιον σύστημα διδασκαλίας»(18), ἔχει τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ εἶναι «στύλος τῆς Ἐκκλησίας»(19).

Σύμφωνα μὲ πηγὲς τῶν πρώτων αἰώνων, ἡ διδαχὴ τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο γινόταν ἀπὸ τὴν καθέδρα του, ὥστε νὰ δηλώνεται ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῆς ἀληθείας(20). Φαίνεται, πάντως, ὅτι τὸν 4ο αἰ. ἡ διακονία τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε παραχωρηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο καὶ στοὺς Πρεσβυτέρους, ὅπως μαρτυροῦν οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγὲς(21) καὶ τὸ Ὁδοιπορικὸ τῆς Αἰθερίας(22). Ὁ «προεστὼς» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, εἴτε εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος, εἴτε εἶναι ὁ Πρεσβύτερος, ἔχει ὡς ἔργο τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, αὐτὸ τὸ ὁποῖο σαφέστατα ἐπικυρώνει ὁ 19ος κανόνας τῆς 6ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Δεῖ τοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν προεστῶτας ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις, ἐξαιρέτως δὲ ταῖς Κυριακαῖς, πάντα τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν ἐκδιδάσκειν τοὺς τῆς εὐσεβείας λόγους(23).

Ἔτσι διαμορφώνονται τὰ θεολογικὰ δεδομένα περὶ τοῦ θέματός μας. Ὅπως μέ σαφήνεια ἀνακεφαλαιώνει τὰ δεδομένα αὐτὰ ὁ ἅγ. Ἰ. Χρυσόστομος, ἡ «διδακτικὴ ἐξουσία» τῆς «ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας» παραλήφθηκε ἀπὸ τὸ Χριστό(24). Γι᾿αὐτὸ (καταλήγει ὁ ἱερὸς Πατὴρ) τὸ τῆς διδασκαλίας καὶ τὸ τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα μέγα ἐστὶ καὶ θαυμαστόν, καὶ ὄντως τῆς τοῦ Θεοῦ δεομένου ψήφου, ὥστε τὸν ἄξιον εἰς μέσον παραγαγεῖν(25).

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορικοθεολογικὴ πορεία τοῦ θέματος, ὅπως καταχωρίστηκε στὶς μεταγενέστερες εὐχὲς τῆς χειροτονίας καὶ ἔφθασε ἕως τὴν ἐποχή μας. Γι᾿αὐτὸ στὴ χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου δίδεται ἰδιαίτερη σημασία στὴν ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καὶ στὴ δέσμευση τοῦ χειροτονουμένου ὅτι θὰ διαφυλάξει «ἀκέραιη καὶ ἀκαινοτόμητη» τὴν πίστη αὐτή(26). Ἀλλὰ καὶ στὴν εἰς πρεσβύτερον χειροτονία, τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρεται ὡς «ἱερουργία τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας»(27), δηλαδὴ ὡς ἔργο ποὺ ἐντάσσεται μέσα στὴν ἱερότητα τῆς ἱερατικῆς διακονίας.


2. Ὁ ἱερέας εἶναι ὁ μόνος διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου;

Αἰσθανθήκαμε τὴν ἀνάγκη νὰ θέσουμε τὸ ἐρώτημα αὐτό, μὲ δεδομένη τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ λαϊκοὺς καὶ στὶς τρεῖς βαθμῖδες τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν παρόμοια διδασκαλία στὸ χῶρο τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων ἤ καὶ σὲ μικρότερους κύκλους ἀναγνώσεως καὶ ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Διότι, ἐὰν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ λαϊκοὺς εἶναι νόμιμη ἐκκλησιαστικά, τότε ὑπάρχει καὶ σὲ τὶ συνίσταται ἡ διαφοροποίηση τοῦ ἔργου τοῦ κληρικοῦ ὡς διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου;

Περὶ τῆς νομιμότητος διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς δὲν τίθεται ὁ παραμικρὸς ἐνδοιασμός. Ὅπως γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος στὸν Τιμόθεο, ὅλο τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ἦταν «ἱκανὸ» καὶ ἑτέρους διδάξαι(28), ἐφόσον συμμετεῖχαν στὸ προφητικὸ ἀξίωμα, εἶχαν γίνει «προφῆτες καὶ διδάσκαλοι»(29). Σὲ αὐτοὺς τοὺς λαϊκοὺς διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρεται ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, ὅταν γράφει ὅτι αὐτοὶ θυμιῶσι τὸ προφητικὸν θυμίαμα ἐν παντὶ τόπῳ, προσκομίζοντες τῷ Θεῷ τὸν εὐώδη καρπὸν τῆς παναρέτου θεολογίας(30).

Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Ὠριγένης δίδασκε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ Ναούς, μάλιστα δὲ μὲ τὴν προτροπὴ τῶν Ἐπισκόπων Ἱεροσολύμων καὶ Καισαρείας (σ᾿αὐτοὺς τοὺς ναοὺς γράφει ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας ὅτι «εὑρίσκονταν οἱ κατάλληλοι νὰ ὠφελοῦν τοὺς ἀδελφοὺς»(31)). Οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγὲς (στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ.) ὁρίζουν ὅτι, εἰ καὶ λαϊκὸς ᾖ, ἔμπειρος δὲ τοῦ λόγου καὶ τὸν τρόπον σεμνός, διδασκέτω· ἔσονται δὲ πάντες διδακτοὶ Θεοῦ(32). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Ἰ.Χρυσόστομος συνιστᾶ στοὺς λαϊκοὺς νὰ ἐκπληρώσουν αὐτὴ τὴν «πνευματικὴ ὑπηρεσία» πρὸς τοὺς συνανθρώπους τους καὶ τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ νὰ γίνουν «διδάσκαλοι τῶν Γραφῶν»(33). Μάλιστα φέρνει ὡς ἐπιχείρημα ὅτι, ἐκεῖνοι (οἱ λαϊκοὶ) εἶχαν περισσότερο χρόνο ἀπὸ τοὺς διδασκάλους-κληρικοὺς καὶ ἦσαν πολυπληθέστεροι, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ μεγαλύτερη ἐπιτυχία τοῦ ἔργου τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας(34).

Τὸ ἐρώτημα, ἑπομένως, ἐπανέρχεται ἀμείληκτο: ὑπάρχει ἤ δὲν ὑπάρχει διάκριση στὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ ἐνεργεῖ ἕνας κληρικὸς καὶ στὸ ἀντίστοιχο ποὺ ἐνεργεῖ ἕνας λαϊκὸς; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ διαμορφώνεται μόνο μέσα ἀπὸ μία θεολογικὴ ἐμβάθυνση στὸ θέμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν ἱερέα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἡ ἑρμηνεία καὶ εὐαγγελικὴ διδαχὴ ἀπὸ τὸν ἱερέα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ἐκπαιδευτικὴ δραστηριότητα (ὅπως αὐτὴ τοῦ δασκάλου ἤ τοῦ θεολόγου καθηγητῆ ποὺ διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο), ἀλλὰ ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς χαρισματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ προέκταση τοῦ ἁγιαστικοῦ της ἔργου. Ὁ Γρηγόριος Νύσσης τὴν ἀποκαλεῖ «θεία διδαχὴ» ποὺ «ἀποσαφηνίζει τὸ μυστήριο»(35), ἡ δὲ διδασκαλία τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου συνιστοῦσε αὐτὸ ποὺ ὀνομάστηκε «μυσταγωγικὴ κατήχηση», δηλαδὴ ἔργο ποὺ εἰσάγει τὸ βαπτισμένο πιστὸ στὰ βαθύτερα σημεῖα τῆς πίστεως(36). Ἡ διδασκαλία τοῦ κατὰ Ἰωάννην ἄρχιζε τὴ νύκτα τοῦ Πάσχα καὶ διαρκοῦσε ὁλόκληρη τὴ Διακαινήσιμη ἑβδομάδα, ἦταν δὲ ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τοῦ πρὸς τοῦτο διατεταγμένου Πρεσβυτέρου.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἐντὸς τῆς Θείας Λειτουργίας, τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι συνυφασμένο μὲ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ Μυστηρίου ἀπὸ τὸ λειτουργὸ-ἱερέα. Ἡ εὐαγγελικὴ διδαχὴ κατὰ ἡ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι μυσταγωγικὴ κατήχηση καὶ ὄχι αὐτόνομη διδαχή, εἶναι τμῆμα τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας ποὺ ἐπιτελεῖται διὰ τῆς ἱερατικῆς τελετουργίας καὶ ὄχι θεωρητικὸς καταρτισμὸς τῶν πιστῶν καὶ προσθήκη θρησκευτικῶν καὶ εὐσεβῶν γνώσεων. Εἶναι ἔργο ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ καὶ-κατ᾿ἐντολήν της- ἀπὸ τὴν ἱερατικὴ διακονία τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὄχι ἔργο ἁπλῆς θρησκευτικῆς διαπαιδαγωγήσεως. Ὁ Ἐπίσκοπος καὶ-κατ᾿ἐντολήν του- ὁ Πρεσβύτερος διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο ὄχι ὡς ἐφυέστερος καὶ περισσότερο μορφωμένος ἀπὸ ἕνα λαϊκὸ διδάσκαλο τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ ὡς ἐκεῖνος ποὺ ἔλαβε κατὰ τὴ χειροτονία του τὴ «χάρη τῆς ἱερουργίας τοῦ λόγου» καὶ τῆς διδαχῆς, δηλαδὴ τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ἑρμηνεύει τὸ Εὐαγγέλιο μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ θυσιαστηρίου.

Αὐτὴ εἶναι ἡ παράδοση τῆς Ἁγίας Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἡ συνάφεια εὐαγγελικῆς ἑρμηνείας καὶ ἱερατικῆς χάριτος. Γι᾿αυτὸ καὶ στὶς Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑφίσταται ἱερωσύνη ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή, ἔχει ἀνθίσει τὸ φαινόμενο τοῦ μονοπωλείου τῶν λαϊκῶν διδασκάλων τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἡ ἐμφάνιση τῶν Gospel’s television men (δηλαδὴ τῶν τηλεοπτικῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Εὐαγγελίου). Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ συμβολὴ τῶν λαϊκῶν μελῶν της στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ μεγάλη εἶναι καὶ σεβαστὴ ἀπὸ ὅλους. Εἶναι ὅμως (ἤ πρέπει νὰ εἶναι) διακριτὴ ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ διδαχὴ τοῦ ἱερέα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία.

Γνωρίζω ὅτι, πολλὲς φορὲς τὸ μορφωτικὸ ἐπίπεδο ἤ ἡ ἔλλειψη προετοιμασίας ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ ἱερέα γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ τὴ Λειτουργία ὁδηγοῦν σὲ πρόχειρα συμπεράσματα προτιμήσεως ἑνὸς λαϊκοῦ εὐαγγελικοῦ διδασκάλου. Αὐτὸ μοῦ θυμίζει τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ πονοκέφαλου μὲ τὴν ἀποκοπὴ τῆς κεφαλῆς. Τὰ πάντα χρειάζονται θεραπεία καὶ ὄχι ἀλλοτρίωση. Διότι, ἡ εὐαγγελικὴ διδαχὴ ἑνὸς λαϊκοῦ κατὰ τὴ Λειτουργία (αὐτὴ ποὺ πρέπει νὰ πραγματοποιεῖται μόνο ὅταν ἔχει δοθεῖ ἄδεια τοῦ Ἐπισκόπου), ὅσο λαμπρὴ καὶ ἄν εἶναι ἀπὸ πλευρᾶς θεολογικῶν γνώσεων καὶ ρητορικῆς ἐμπειρίας, θὰ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ ὅτι διακόπτει τὴν ἱερουργία τοῦ λόγου. Καὶ ὅπως τόνιζε εὐστοχώτατα ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρὸς Διονύσιος, ἡ Ἐκκλησία συνίσταται ἀπὸ δύο τινα: ἀπὸ τὴν ἱερουργία τοῦ λόγου (δηλαδὴ τὴν ἀνάγνωση καὶ ἑρμηνεία τοῦ Εὐαγγελίου) καὶ ἀπὸ τὴ Λειτουργία τῶν Θείων Μυστηρίων(37).

Ἔτσι, τὸ τελευταῖο ἐρώτημα ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει, εἶναι τὸ ἀκόλουθο καὶ πολὺ σημαντικὸ:


3. Πῶς θὰ ἐπιτελεστεῖ ὀρθότερα ἡ ἱερατικὴ διακονία τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου;

Σπεύδω νὰ τονίσω καὶ νὰ προβάλλω μὲ ὅση ἔμφαση μπορῶ, αὐτὸ ποὺ μαρτυρεῖ ὁλόκληρη ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν ἱερέα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι θεολογικὰ καὶ ἱστορικὰ ἐπιβελημένο νὰ τελεῖται μία συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή, ὥστε νὰ δικαιώσει τὴ φύση της ὡς ἱερουργίας τοῦ λόγου. Καὶ αὐτὴ ἡ χρονικὴ στιγμὴ εἶναι ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἀποστολικοῦ καὶ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος. Οὐδεμία δικαιολογία περὶ τοῦ ἀντιθέτου (ἀκόμα καὶ ἐὰν οἱ αἰτιάσεις της εἶναι ποιμαντικῆς φύσεως) μπορεῖ νὰ εὐσταθήσει καὶ νὰ ἀνατρέψει τὴ συγκεκριμένη ἀλήθεια.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὅταν δὲν τελεῖται στὴν τελετουργική της θέση, κινδυνεύει νὰ ἐκπέσει ἀπὸ λόγο ποὺ μεταδίδει τὴν εὐαγγελικὴ ἁγιαστικὴ ἐμπειρία, σὲ λόγο θρησκευτικῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ. Τονίζω ὅτι «κινδυνεύει» καὶ ὄχι ὅτι αὐτὸ συμβαίνει ἐξ ὁρισμοῦ. Καὶ ἐπειδὴ «ἑνὸς κακοῦ δοθέντος, μύρια ἕπονται», φθάσαμε στὸ νὰ ἐπιτελεῖται ἡ εὐαγγελικὴ διδαχὴ ἀπὸ τὸν ἱερέα κατὰ τὴν πλέον ἀκατάλληλη (γιὰ παρόμοια διδαχὴ) στιγμὴ τῆς Θείας Λειτουργίας: τὴν ὥρα ἐκείνη, πρὶν ἀπὸ τὴ Θεία Μετάληψη, ποὺ ἐπιβάλλεται ἡ σιωπὴ μπροστὰ στὸ μυστήριο, ἐμφανίζεται ἕνας (πολλὲς φορὲς) ἄκαιρος διδακτισμός, μία ἐνέργεια ποὺ ἀκούσια (ὁπωσδήποτε) μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει τὴν εὐαγγελικὴ διδαχὴ ἀπὸ τὴν ἱερουργία στὴν ἐνασχόληση μὲ θρησκευτικὴ καθηκοντολογία, ἀπὸ τὴ μυστ-αγωγία (τὴ χειραγώγηση στὸ ἔνδον τοῦ καταπετάσματος) στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση(38).

Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλες παράμετροι ποὺ συμβάλλουν στὴν ὀρθότερη ἐπιτέλεση τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὄχι μόνο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας (ὅπου ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ ὀργανικὸ τμῆμα), ἀλλὰ καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπιτέλεση Μυστηρίων καὶ ἁγιαστικῶν πράξεων. Καὶ θεωρῶ ὅτι, στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε ἐμφαντικὰ στὴ βιβλικὴ θεολογικὴ κατάρτιση τῶν κληρικῶν μας. Ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν ἱερέα εἶναι ἱερουργία, προερχόμενη καὶ συνδεδεμένη ἄρρηκτα μὲ τὴ Χάρη τῆς ἱερωσύνης· δὲν εἶναι, ὅμως, μία αὐτόματη καὶ ἀπροϋπόθετη ἱκανότητα. Ἀπαιτεῖ μελέτη (δὲν ἐννοῶ ὑποχρεωτικὰ ἀκαδημαϊκὴ σπουδὴ), ἐνδιαφέρον καὶ συστηματικὴ προσπάθεια στὴν προετοιμασία τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς. Ἀπαιτεῖ ἀγωνία καὶ ἀγώνα γιὰ τὸν εὐαγγελικὸ καταρτισμὸ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἁγιαστικῆς διακονίας τοῦ ἱερέα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.


Σεβασμιώτατοι...,

Ἐπιτρέψατέ μου (περαίνοντας τὸ λόγο) νὰ ἀναφερθῶ σὲ κάτι ποὺ ἡ ἀγγλικὴ γλῶσσα (σὲ παρόμοιες περιπτώσεις) θὰ ἀποκαλοῦσε ὡς last but not least (τελευταῖο, ἀλλὰ ὄχι ἐλλάσονος σημασίας). Εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν εὐχὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ὁ Λειτουργὸς παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ «φωτίσει τὶς καρδιές μας μὲ τὸ ἀκήρατο φῶς τῆς θεογνωσίας» καὶ νὰ ἀνοίξει τοὺς «ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μας», ὥστε νὰ «ἐννοήσουμε τὸ περιεχόμενο τοῦ εὐαγγελικοῦ σωτηριώδους μηνύματος». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, καὶ ὁ διδάσκων ἱερέας καὶ οἱ διδασκόμενοι πιστοί, ἔχουμε ἀνάγκη (γιὰ τὴ σωστὴ ἐπιτέλεση καὶ κατανόηση τῆς διδαχῆς) ὄχι μόνο ἀπὸ ἱστορικοθεολογικὲς ἐπὶ τοῦ θέματος γνώσεις καὶ ἀπὸ πρωτοβουλίες βελτιωτικὲς τῆς διδακτικῆς διαδικασίας, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Εὐαγγελικῆς διδασκαλίας.

Ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι (κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ) αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο μέ τόσο μεγάλη σαφήνεια ἐκφράζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅταν γράφει ὅτι ἡ τῶν θείων Γραφῶν κατανόησις οὐ δεῖται ἀνθρωπίνης σοφίας, ἀλλὰ φωτισμοῦ καὶ ἀποκαλύψεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος(39). Καὶ ἐπιτρέψατε στὸν ὁμιλοῦντα, ὡς ἔσχατο μέλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσει (Πατέρες καὶ ἀδελφοὶ) αὐτὸ τὸ ουσιαστικότατο αἴτημα ποὺ διασώζει ἡ Α΄εὐχὴ τῆς Κυριακῆς στὸ Εὐχολόγιο τοῦ Σεραπίωνος (4ος αἰ.): Παρακαλῶ σε, Πνεῦμα Ἅγιον, ἀπόστειλον εἰς τὴν ἡμετέραν διάνοιαν καὶ χάρισαι ἡμῖν μαθεῖν τὰς Θείας Γραφὰς ἀπὸ ἁγίου Πνεύματος καὶ διερμηνεύειν καθαρῶς καὶ ἀξίως, ἵνα ὠφεληθῶσιν οἱ παρόντες λαοὶ πάντες(40).





Σημειώσεις

1. Ἰω. 20, 22-23.

2. Μτ. 28, 19-20.

3. Πρ. 6,2.

4. Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλὰ εὐαγγελίζεσθαι (Α΄Κορ.1,17).

5. Εἰς τὸ εἶναί με λειτουργὸν Χριστοῦ Ἰησοῦ εἰς τὰ ἔθνη, ἱερουργοῦντα τὸ εὐαγγέλιον (Ρωμ. 15, 16).

6. Β΄Τιμ. 1,6.

7. Βλ. Πρωτ. Δ.Βακάρου, Ἡ ἱερωσύνη στὴν Ἐκκλησία τῶν πέντε πρώτων αἰώνων, Θεσσαλονίκη 1986, σ.83.

8. Πρ. 2,42. Παρόμοια μαρτυρία εἶναι ἡ σχετικὴ μὲ τὴ διδαχὴ τοῦ Παύλου στὴν Τρωάδα (Πρ. 20,7). Περὶ τοῦ θέματος τῆς διδαχῆς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη τῶν πιστῶν, βλ. O.Cullmann, Early Christian Worship, London 1953, σ.12.

9. Α΄Ἰω. 1,1 καὶ 3/ Πρ. 4,20.

10. Κλήμεντος Ρώμης, Α΄Κορ. 42, 1-4, PG 1, 292Α. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς πληροφορία ἀναπαράγει στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. ὁ Τερτυλλιανὸς (De praescriptionibus 21, PL 2, 33B καὶ 37).

11. Α΄Ἀπολογία, 67, 3-4, ΒΕΠΕΣ 3, σ.198.

12. Μaρτύριον Πολυκάρπου 16,2, PG 5, 1041Α. Ὁ G.Dix, πάντως, ὁρμώμενος ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη μαρτυρία θεωρεῖ ὅτι, ἡ ἀποστολικὴ διδαχὴ ἦταν ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ Θεία Εὐχαριστία (The Shape of the Liturgy, Westminster, Dacre Press, 19522, σς. 40-41).

13. Πρβλ. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ Ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἀθῆναι, Γρηγόρης, 19902, σ.111.

14. Βλ. Πρωτ. Δ.Βακάρου, ὅ.π., σ. 108.

15. Ὅ.π., σ. 116.

16. Κατὰ αἱρέσεων, 4,26,2, PG 7, 1053C. Ὁ Εἰρηναῖος γράφει ὅτι, ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι αὐθεντικὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας ἐξ αἰτίας μόνον τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς του, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς χειροτονίας του (Κατὰ αἱρέσεων 4,23,1, PG 7, 1947A).

17. Κατὰ αἱρέσεων 3,2,1, PG 7, 846A.

18. Κατὰ αἱρέσεων 1,6,2, PG 7, 505A καὶ 1,6,3, PG 7, 633Β. Πρβλ. καὶ 4,33,8, PG 7, 1077A.

19. Κατὰ αἱρέσεων 3,11,8, PG 7, 885A. Παρόμοια ἄποψη βλ. καὶ στὸν Κλήμεντα Ἀλεξανδρέα, Στρωματεῖς, 1,1, PG 8, 704C.

20. Βλ. περισσότερα: H.Leclercq, «Chaire épiscopale», Dictionnaire d’archéologie Chrétienne et de Liturgie, 3, στ. 19-75.

21. Β΄, 57, 9, ΒΕΠΕΣ 2, σ.53.

22. 25,1, Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum 39, σ.74.

23. Πρβλ. Γ.Α.Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τόμ.Β΄, Ἀθῆναι 1852, σ. 346.

24. Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον 60,2, PG 58, 586.

25. Εἰς Ψαλμούς, 109,1, PG 55, 265 (πρβλ. καὶ Εἰς τὴν Α΄Θεσ., 10,1, PG 62, 455ἑξ./ Εἰς τὴν Α΄Τιμ., 5,1, PG 62, 525). Βλ. καὶ Κ.Μουρατίδου, Ἡ οὐσία καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθῆναι 1958, σ.201.

26. Εὐχολόγιον τὸ Μέγα, Ἀθῆναι, Ἀστήρ, 1970, σ.170.

27. Αὐτὸς Κύριε καὶ τοῦτον, ὅν εὐδόκησας τὸν τοῦ πρεσβυτέρου ὑπεισελθεῖν βαθμόν, πλήρωσον τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δωρεᾶς· ἵνα γένηται ἄξιος...ἱερουργεῖν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας σου (εὐχὴ Ὁ Θεὸς, ὁ μέγας ἐν δυνάμει.../ Εὐχολόγιον τὸ Μέγα, Ἀθῆναι, Ἀστήρ, 1970, σ. 165. Πρβλ. καὶ τὴν εὐχὴ Ὁ Θεὸς, ὁ ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος..., σ. 164).

28. Β΄Τιμ. 2,2.

29. Α΄Κορ. 12, 29/ Ἐφ. 4, 11.

30. Εὐαγγελικὴ Ἀπόδειξις 1,10, PG 22, 92D. Βλ. καὶ Ἰ.Καρμίρη, Ἡ θέσις καὶ ἡ διακονία τῶν Λαϊκῶν ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Ἀθῆναι 1976, σσ. 18ἑξ.

31. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 6,19, PG 20, 569C. Περὶ τῶν ἐν λόγῳ μαρτυριῶν καὶ τῆς συμβολῆς τῶν λαϊκῶν στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, βλ. Ἰ. Καρμίρη, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία, Δογματικῆς τμῆμα Ε΄, Ἀθῆναι 1973.

32. Ἀποστολικὲς Διαταγὲς 8,32, PG 1, 1132.

33. Πρὸς τοὺς ἁμαρτήσαντας 3, PG 51, 176/ Εἰς τὰς Πράξεις 8,3, PG 60, 74.

34. Καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλ᾿ὅτι ἐγὼ μὲν εἷς εἰμι, ὑμεῖς δὲ πολλοί, καὶ δυνήσεσθε πάντες ὅσοι ἐστέ, εἶναι διδἀσκαλοι· δι᾿ὅ παρακαλῶ μὴ ἀμελῆτε τοῦ χαρίσματος τούτου (Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους 30,2, PG 63, 211).

35. Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, ΙΙ, 8, ἔκδ. Jaeger, τόμ.5, σ.100.

36. Σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴ χειραγώγηση πρὸς τὸ μυστήριο, σημαντικὲς εἶναι οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ καθ. Ἰ.Φουντούλη στὸ «Παράδοσις καὶ ἀνανέωσις εἰς τὸ κήρυγμα», Λειτουργικὰ θέματα Γ΄, Θεσσαλονίκη 1977, σ.51.

37. Πρβλ. Ἡ Θεία Λειτουργία, Ἀθήνα, Ἀπ.Διακονία, 19903, σ.223.

38. Βλ. τὶς ἀπόψεις στὴ μελέτη μας ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἡ “ἱερουργία” τοῦ λόγου: ἡ θέση τοῦ κηρύγματος στὴ θεία Λειτουργία», Σύναξις 83 (2002), σσ.6-14.

39. Ὁμιλία ΚΑ΄ εἰς τὴν Γένεσιν, PG 53, 175.

40. ΒΕΠΕΣ 43, σ.71.



Προηγούμενη σελίδα