Κεντρική σελίδα Επιτροπής

ΣΚΕΨΕΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
ΠΟΛΛΩΝ ΝΕΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ


του Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

(εισήγηση στην ημερίδα της Ι. Συνόδου, 3/6/2004)


α) Περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στό πρόσωπό μου ή επιλογή μου ως εισηγητή στή σύναξη αυτή, γιά ένα τόσο μεγάλο καί σπουδαίο μάλιστα θέμα. Δέν νομίζω ότι είμαι ο πιό κατάλληλος γιά κάτι τέτοιο, αλλά υπερβαίνοντας τέτοιου είδους επιφυλάξεις ως ανωφελείς στήν παρούσα κατάσταση θά επιχειρήσω νά καταθέσω κάποιες σκέψεις πάνω σ' αυτό πού λέμε γλωσσικό πρόβλημα τών κληρικών καί μάλιστα πολλών νέων κληρικών. Εκ τών προτέρων επικαλούμαι βεβαίως τήν επιείκεια όλων καί παρακαλώ η δική σας σκέψη νά πάρει ως αφορμή αυτά πού απλά καί άτεχνα ίσως θά ακουστούν εδώ, γιά νά προχωρήσει πολύ πιό πέρα σέ ουσιαστικές καί πρακτικές προεκτάσεις πού θά βοηθήσουν όλους μας στήν κατά τό δυνατόν καλύτερη άσκηση της εκκλησιαστικής διακονίας μας.

β) 1. Δέν θά επιχειρηματολογήσουμε στό αν υπάρχει τέτοιο γλωσσικό πρόβλημα. Θά τό θεωρήσουμε δεδομένο, όπως δεδομένο τό θεωρεί καί η οργανωτική επιτροπή καί όπως άλλωστε καί οι προηγούμενοι εισηγητές έδειξαν ότι πράγματι υφίσταται. Πως είναι άλλωστε δυνατόν νά μήν υφίσταται ώς πρόβλημα στό ανθρώπινο δυναμικό της Εκκλησίας κάτι πού υφίσταται γενικότερα ως πρόβλημα στήν κοινωνία μας; Τά μέλη της κοινωνίας είναι τά ιδια πού απαρτίζουν καί τήν Εκκλησία. Έτσι κατά φυσικό τρόπο τά προβλήματα της μιάς αποτελούν προβλήματα καί της άλλης. Η γλωσσική παρακμή λοιπόν τής εποχής μας - τό γενικότερο πρόβλημα - καταντά νά γίνεται γλωσσική παρακμή καί τών μελών της Εκκλησίας μας, γεγονός πού φανερώνει ότι διερχόμαστε μιά ευρύτερη πολιτιστική κρίση, αφού είναι γνωστό ότι τό επίπεδο πολιτισμού μιάς κοινωνίας κατεξοχήν φαίνεται από τό επίπεδο τής γλώσσας πού έχει.

Φανερά συμπτώματα του γλωσσικού προβλήματος στούς κληρικούς είναι ή δυσκολία πού παρατηρείται συχνά σ' αυτούς στήν απαγγελία τών ευαγγελικών αναγνωσμάτων, αλλά καί τών λειτουργικών ευχών - μέ πολλά λάθη στίξεως, τονισμού λέξεων, νοηματικής απόδοσης -, όπως ακόμη περισσότερο στήν ανάγνωση προφητειών καί αναγνωσμάτων ή καί ψαλτών κειμένων, στήν περίπτωση πού θά βρίσκονται στό Ψαλτήρι, δείγματα όλα αυτά ότι υπάρχει καί μιά μεγάλη ή μικρή αδυναμία επαρκούς κατανοήσεως τών κειμένων αυτών, γραμμένων στήν αρχαία ελληνική γλώσσα καί μάλιστα στήν κοινή ελληνιστική μορφή της. Άμεση συνέπεια τών προβλημάτων αυτών, συνδυασμένων πολλές φορές καί μέ μιά όχι τόσο καλή άρθρωση καί ορθοφωνία, είναι ο παρευρισκόμενος λαός του Θεού νά μήν καταλαβαίνει τά λεγόμενα, αναγνώσματα ή ψαλτά, νά επιτείνεται τό ήδη καί σ' αυτόν υπάρχον γλωσσικό πρόβλημα, οπότε νά βαριέται, νά αδημονεί, νά συζητά, νά προσδοκά απλώς τήν ώρα της απολύσεως η καί νά σηκώνεται μερικές φορές νά φεύγει.

Η λύση στό πρόβλημα δέν είναι ασφαλώς η παράβλεψή του - ό,τι συνιστά τήν τακτική της στρουθοκαμήλου - αλλά ούτε καί αυτό πού προτείνουν ορισμένοι ασκητικοί διδάσκαλοι: νά κάνει κανείς κατά κάποιο τρόπο κομποσχοίνι, γιατί εκείνοι τό λένε αφενός για ορισμένες μόνο στιγμές τών εκκλησιαστικών ακολουθιών πού τά ψαλτά είναι μακρόσυρτα, καί αφετέρου προϋποθέτουν ιδιαίτερα καλλιεργημένο πνευματικά εκκλησίασμα, όπως συμβαίνει σ' ένα μοναστήρι.

Τό υπάρχον γλωσσικό πρόβλημα επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της κοινής αποδοχής ότι ή αρχαία ελληνική γλώσσα, έστω όπως είπαμε καί στήν πιό δημώδη μορφή της, της κοινής ελληνιστικής, δέν είναι εύκολο νά αντικατασταθεί, δεδομένου ότι υπήρξε για τήν Εκκλησία στήν ιστορική πορεία της ή πληρέστερη καί αρτιότερη γλώσσα πρός έκφραση καί διατύπωση τών αληθειών της. Ο τονισμός συχνά της συμβολής τών Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας στή σύζευξη χριστιανισμού καί ελληνισμού, αυτό πού ονομάζεται Ορθοδοξία, εκεί συνήθως αποδίδεται : (1) στό γεγονός ότι υπήρξε η γλώσσα του περιβάλλοντος μέσα στό οποίο μεγάλωσαν καί γαλουχήθηκαν, συνεπώς η μαρτυρία της εκκλησιαστικής τους πίστεως έγινε μέ όρους καί μέ δομές της ελληνικής, (2) στό γεγονός ότι μέ τή χάρη του Θεού είδαν ότι τό περιεχόμενο της χριστιανικής πίστεως βρήκε στή γλώσσα του ελληνισμού τό καλύτερο ένδυμά του. Διότι ασφαλώς πρόκειται για γλώσσα μέ τεράστιες δυνατότητες, τέτοιες πού μπορούν νά καλύψουν σέ μεγάλο ποσοστό καί τίς πιό λεπτές από τίς αλήθειες της πίστεως. Κι αυτό σημαίνει ότι ο ελληνισμός ουδέποτε έγινε αποδεκτός ως ιδεολογία από τήν Εκκλησία μας, αλλά ως απλό μέσον έκφρασης του χριστιανισμού, πάντοτε όμως μέσα στα πλαίσια της Πρόνοιας του Θεού, κάτι πού παρέπεμπε καί στα λόγια του Κυρίου πού είπε για τούς Έλληνες «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωάν. 12,23)1.

Έτσι η ελληνικότητα αυτή του χριστιανισμού δέν κατανοήθηκε ποτέ ως εξελληνισμός αυτού - αυτό θά συνιστούσε ασυγχώρητη αδιακρισία, όπως έτσι αδιάκριτα τήν κατενόησαν διάφοροι Προτεστάντες2 - άλλ' ως η χαρισματική εκείνη στιγμή πού τό μύρο της πίστεως βρήκε τό πιό ιδανικό δοχείο του, κάτι πού σημαίνει ότι θά ήταν δραματική υποχώρηση του χριστιανισμού νά θέλει νά βγάλει κανείς τό ένδυμα αυτό για νά τό αντικαταστήσει μέ κάτι άλλο. Δέν είναι τυχαίο ότι ένας από τούς μεγαλύτερους θεολόγους της συγχρόνου εποχής, ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόσφσκυ, πίστευε καί διεκήρυσσε ότι για νά είναι κανείς ορθόδοξος θεολόγος πρέπει νά γίνει Έλληνας. Όχι ασφαλώς μέ τήν έννοια τού νά αποκτήσει τήν ελληνική υπηκοότητα, αλλά μέ τήν έννοια τού νά αποκτήσει τήν ελληνική παιδεία, προκειμένου νά βοηθηθεί στην κατανόηση του πνεύματος των μεγάλων Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας. Κι έχει εν προκειμένω λεχθεί ότι ο μέγιστος πατέρας της Δύσεως Άγιος Αυγουστίνος διέστρεψε μεταξύ άλλων την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία, διότι δεν εγνώριζε την Ελληνική γλώσσα, και συνεπώς αδυνατούσε να διεισδύσει και στον ανάλογο προβληματισμό των Ελλήνων Πατέρων σχετικά με το θέμα αυτό. Η ιδιαίτερη αυτή αναφορά καθιστά, είπαμε, το πρόβλημα της γλώσσας ακόμη δυσχερέστερο, γιατί η λύση τελικώς στο πρόβλημα δεν είναι μια αλλαγή στή γλώσσα, αλλά η προσπάθεια, ειδικώς των κληρικών, να μάθουν σωστά τή γλώσσα και συνεπώς βαθύτερα και το περιεχόμενο της πίστεως.

«Η γλώσσα της Αγίας Γραφής - διερωτάται ο μνημονευθείς π. Γεώργιος Φλωρόφσκι3 - δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα τυχαίον εξωτερικόν περίβλημα από το οποίον πρέπει να εξαχθή κάποια «αιωνία ιδέα», ή μήπως είναι ένας αιώνιος φορεύς του θείου μηνύματος που κάποτε μας παρεδόθη δια παντός;». Kαί συνεχίζει: «Διά της διαδικασίας της συνεχούς «επανερμηνείας» κινδυνεύομεν να χάσωμεν την ενότητα του Λόγου του Θεού. Αλλά πως ημπορούμεν να ερμηνεύσωμεν, εάν έχωμεν λησμονήσει την αρχικήν γλώσσαv; Μήπως θα ήταν ασφαλέστερον νά προσαρμόσωμεν την σκέψιν μας εις τα ιδιώματα της βιβλικής γλώσσης καί να μάθωμεν εκ νέου την γλώσσαν της Αγίας Γραφής; Θά προτιμούσα την γλώσσαν της Παραδόσεως όχι εξ αιτίας οκνηράς καί ευπίστου «συντηρητικότητος» ή τυφλής «υπακοής» εις εξωτερικάς «αυθεντίας», αλλ' απλώς και μόνον διότι δεν ημπορώ να εύρω καλλιτέραν φρασεολογίαν».

2. Που οφείλεται η γλωσσική αυτή ανεπάρκεια την οποία διαπιστώνουμε; Η επισήμανση των αιτίων είναι μεγάλο κεφάλαιο και δέν μπορεί να εξαντληθεί στη σύντομη αυτή εισήγηση. Ενας από τους κύριους όμως παράγοντες στην έκπτωση της γλώσσας φαίνεται νάυπήρξε ο εξοβελισμός προ ετών των αρχαίων ελληνικών από τό αναλυτικό πρόγραμμα της βασικής εννεαετούς εκπαίδευσης των ελληνοπαίδων, η μη διδασκαλία γι' αυτό της ιστορικής μας γραμματικής, η ελλιπής και προβληματική διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και μετά την επαναφορά τους πριν από λίγα χρόνια, όπως βεβαίως σημαντικό ρόλο στην έκπτωση αυτή πρέπει να έπαιξαν και νά παίζουν τα Μ.Μ.Ε. με την κακή χρήση πολλές φορές της γλώσσας από τούς λειτουργούς τους, με τις χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ταινίες, σήριαλ η και ριάλιτι, πράγματα όλα αυτά που φανερώνουν, όπως ήδη επισημάναμε, τη γενικότερη υποχώρηση που έχει υποστεί η κλασσική παιδεία έναντι της τεχνολογικής. Έτσι δεν θεωρείται παράδοξο ότι πολλοί νέοι με πόθο πράγματι Θεού και αγάπη στην Εκκλησία εισέρχονται στην Ιερωσύνη, αλλά χωρίς επαρκή Φιλολογικό εξοπλισμό, έστω καί μέ θεολογικές πιά σπουδές, γιά τήν ανετη κατανόηση των κειμένων της Εκκλησίας.

3. Βεβαίως θά ήταν αφέλεια καί χωρίς θεολογική βάση η πεποίθηση ότι αρκεί ο Φιλολογικός εξοπλισμός γιά τήν κατανόηση των θεοπνεύστων κειμένων. Πέρα από τό γεγονός ότι ή γλώσσα στήν Εκκλησία έχει ευρύτερες διαστάσεις από αυτή μόνον των κειμένων, διότι γλώσσα είναι καί οι εικόνες καί ή μουσική καί ό ναός καί η όλη ατμόσφαιρα της Εκκλησίας, θά πρέπει νά θυμηθούμε ότι η κατανόηση των λόγων του Θεού πρωτίστως είναι θέμα καρδιάς καί φωτισμού από τόν Θεό καί λιγότερο θέμα γραμματικο-συντακτικό καί λεξιλογικό, κάτι πού διαρκώς τονίζει η Εκκλησία στήν ευχή πρίν από τήν ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταίς καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό της σης θεογνωσίας ακήρατον φως καί τούς της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς εις τήν τών ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν) Eίναι πολύ χαρακτηριστικά μεταξύ πολλών άλλων καί τά λόγια του ιερού Χρυσοστόμου στό σημείο αυτό: «Διά τοι τοιούτο προσήκει ημάς υπό της άνωθεν χάριτος οδηγουμένους καί τήν παρά του αγίου Πνεύματος έλλαμψιν δεξαμένους, ούτως επιέναι τά θεία λόγια. Ουδέ γάρ σοφίας ανθρωπίνης δείται η αγία Γραφή πρός τήν κατανόησιν των γεγραμμένων, ίνα, τόν αληθή νουν των εγκειμένων καταμαθόντες, πολλήν εκείθεν δεξώμεθα τήν ωφέλειαν»4.

Θεμέλιο της παραπάνω αλήθειας είναι ή επισήμανση του ίδιου του Κυρίου ότι ή κατανόηση αυτή απαιτεί τό φωτισμό του Θεού καί τή δική Του καθοδήγηση - «τότε διήνοιξε αυτών τόν νουν του συνιέναι τάς Γραφάς» (Λουκ. 24,45) - όπως καί τήν αγάπη πρός τήν αλήθεια - «πας ό ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής» (Ιωάν. 18,37) - , πού σημαίνει ότι μπορεί νά κατανοήσει τό λόγο του Θεού, γραπτό ή προφορικό, μόνον όποιος έχει τήν ετοιμότητα της μετανοίας, όποιος δηλ. αγωνίζεται νά συντονίσει μέ τή χάρη του Θεού τόν εσωτερικό του κόσμο πρός τόν κόσμο του πνεύματος του Θεού. Άλλωστε Εκείνος πάλι κατέληγε πολλές φορές τή διδασκαλία Του μέ τή φράση «ό έχων ώτα ακούειν ακουέτω» (Ματθ. 11,15 κ.α.), πού θά πεί ότι ο ακροατής απαιτείται νά έχει όχι ασφαλώς μόνο σωματικά αυτιά, αλλά κυρίως πνευματικά, ανεπτυγμένες δηλ. πνευματικές αισθήσεις πρός κατανόηση των λεγομένων Του. Μέ άλλα λόγια δέν υπάρχει παθητικός ακροατής -αναγνώστης των λόγων του Θεού - κάτι τέτοιο συνιστά τό πατημένο καί σκληρυμένο έδαφος της παραβολής του καλού σπορέως5 - αλλά κατεξοχήν ενεργητικός, έτοιμος νά σταθεί μέ τόν ίδιο τρόπο πού στάθηκε καί ό Σαμουήλ: «λάλει, Κύριε, ότι ακούει ο δούλος Σου» (Α Βασ. 3, 10).

Νομίζουμε δέ ότι είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο τό γεγονός ότι η αγιογραφική καί πατερική αυτή τοποθέτηση συνεπικουρείται σήμερα καί από τίς πιό σύγχρονες τοποθετήσεις τών επιστημόνων γλωσσολόγων. Υποστηρίζουν δηλ. εν προκειμένω οι γλωσσολόγοι ότι ο αναγνώστης ακροατής δέν κατανοείται πιά ως παθητικός δέκτης, αλλ' ως ο ενεργητικός εκείνος παράγων, πού βρίσκεται στήν ίδια σχεδόν δημιουργική κατάσταση μέ εκείνην του συγγραφέα ή του ομιλητή. Ό,τι ενέργεια καταβάλλει ο συγγραφέας καί ο ομιλητής, τήν ίδια ενέργεια κατά αντίστροφο τρόπο καταβάλλει καί ο αναγνώστης καί ο ακροατής. Σημειώνει ακριβώς στό θέμα του ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης: «Αυτό γιά τό οποίο έχουμε σήμερα πεισθεί είναι ότι σέ καμιά περίπτωση η πρόσληψη ενός κειμένου, προφορικού (ακρόαση) ή γραπτού (ανάγνωση), δέν έχει μηχανικό, αυτοματοποιημένο χαρακτήρα, χωρίς τήν ενεργό συμμετοχή του ακροατού-αναγνώστη μέ κινητοποίηση της γνώσης, της μνήμης καί της κρίσης του. Άν μέ τήν πρόσληψη ενός κειμένου νοούμε όχι απλώς τήν ακουστική ή οπτική λήψη των στοιχείων ενός μηνύματος ή ενός συνόλου πληροφοριών (κειμένου) αλλά, πρώτα καί πάνω απ' όλα, τήν επεξεργασία τους (ό,τι στήν πληροφορική χαρακτηρίζεται ως processing), τότε ακρόαση καί ανάγνωση δέν σημαίνουν λήψη, αλλά αντίληψη καί πρόσληψη των πληροφοριών, δηλ. κατάλληλη ανάλυση, ταξινόμηση καί εκτίμησή τους, έτσι ώστε νά επιτευχθεί τό ζητούμενο: Η αποκωδικοποίηση του μηνύματος... Έτσι, ακρόαση καί ανάγνωση, τό «έτερον σκέλος» της γλωσσικής επικοινωνίας, όχι μόνο δέν αποτελούν παθητική προσπέλαση της πληροφορίας, αλλά συνιστούν τήν κατ' εξοχήν πηγή της μάθησης καί της γνώσης καί, ως εκ τούτου, κατ' εξοχήν δημιουργική διεργασία»6.

4. Οι παραπάνω επισημάνσεις όμως - καί πάλι επανερχόμαστε- δέν αναιρούν τό εντελώς απαραίτητο καί του Φιλολογικού καταρτισμού, ιδίως γιά τό λειτουργό της 'Εκκλησίας. «Καί τούτο έδει ποιήσαι κακείνο μή αφιέναι» (Πρβλ. Ματθ. 23,23). Η φωτισμένη καρδιά δέν αποκλείει τίς νοητικές ικανότητες, αφού καί η ίδια η λατρεία του Θεού κατά τήν πίστη μας είναι «λογική λατρεία» (Πρβλ. Ρωμ. 12,10). Ουδέποτε η Εκκλησία μας παραθεώρησε τόν ανθρώπινο λόγο, γιά νά εξάρει μοναχά καί αποκλειστικά τό συναίσθημα ή κάποια άλλη ανθρώπινη δύναμη. Ίσα-ίσα πάντοτε πρέσβευε καί εξήγγελλε ότι ο όλος άνθρωπος καλείται νά ανταποκριθεί στήν κλήση του Θεού, καί ο όλος άνθρωπος περιλαμβάνει καί τό λόγο-λογική του. Εκείνο πού αμφισβήτησε καί καταδίκασε ήταν η μονομερής καί υπερτροφική ανάπτυξη του λόγου, γιατί εξέφραζε τό διεσπασμένο άνθρωπο της αμαρτίας, πού τόν κάνει νά δημιουργεί τήν αίρεση καί τήν απόκλιση από τό δρόμο του Θεού. Ο καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος σχολιάζοντας τό παραπάνω μνημονευθέν απόσπασμα του Ιερού Χρυσοστόμου σημειώνει7: «Ο Ιερός Χρυσόστομος, πού είναι ο πληθωρικότερος καί ορθοδοξότερος από τούς θεολόγους ερμηνευτές, επιμένει ιδιαίτερα στό ότι η κατανόηση του κειμένου της Γραφής δέν εξαρτάται από τήν «ανθρώπινη σοφία». Επειδή όμως παρά ταύτα χρησιμοποιεί ευρύτατα τήν ανθρώπινη γενικά γνώση, πρέπει νά συμπεράνουμε ότι ο Χρυσόστομος μέ τόν όρο «σοφία» εννοεί πιό ειδικά τήν εσώτατη δομή της φιλοσοφίας ή τή λύση πού αυτή δίνει στά μεγάλα μεταφυσικά προβλήματα. Εκείνο λοιπόν από τή «σοφία» πού δέν βοηθάει στήν κατανόηση της Γραφής είναι όχι γενικά η σοφία ως γνώση, αλλά η αυτόνομη προσπάθεια λύσεως των προβλημάτων, τό αυτόνομο σύστημα ερμηνείας του φυσικού καί πνευματικού κόσμου, του ανθρώπου καί του Θεού».

Υπό τό παραπάνω πρίσμα κατανοεί κανείς καί τό γιατί η Εκκλησία μας κατανοούσε καί κατανοεί, νομίζουμε, τή θεολογία της ως τη λογική διάπτυξη του περιεχομένου της πίστεως 8: εκείνο πού πιστεύει η Εκκλησία ως αποκάλυψη του Χριστού καί το ζει ως εμπειρία της τό κάνει λόγο. Κι εδώ, υπονοήσαμε καί παραπάνω, θεωρούμε ότι βρίσκεται καί η ιδιαίτερη συμβολή των μεγάλων Πατέρων: κινούμενοι αυτοί πάνω στήν αποστολική παράδοση κατέδειξαν με άμεσο καί πειστικό τρόπο την ενότητα του ανθρωπίνου μέ τό θεϊκό στοιχείο, μέ τήν έννοια της πρόσληψης κάθε γνήσιου ανθρωπίνου από τόν Θεό.

Βάση καί πάλι βεβαίως της πίστεως αυτής, η οποία αποδέχεται τήν αναγκαιότητα καί της γλώσσας ως λόγου στή σχέση μέ τόν Θεό, είναι η ίδια η ενανθρώπηση του Θεού μας. Στόν Ιησού Χριστό θεμελιώνεται η ενότητα του θεϊκού μέ τό ανθρώπινο, στό οποίο συνυπάρχει καί ο λόγος, αφού ο Κύριος προσέλαβε όλη τήν ανθρώπινη φύση - σώμα καί Ψυχή - χωρίς αμαρτίας. Όπως λοιπόν στόν Κύριο υπήρχε καί ο νους καί ο λόγος, κάτι πού αρνούνταν μόνον αιρετικοί σαν τον Απολινάριο 9, έτσι καί στήν 'Εκκλησία, τό ζωντανό σώμα του Χριστού, «τόν παρατεινόμενο Χριστό στούς αιώνες»: η γλώσσα πού αποτελεί τη φανέρωση του λόγου καί της σκέψης, είναι αναγκαίο στοιχείο, τό οποίο κανείς δέν μπορεί νά τό διαγράψει χωρίς νά αλλοιώσει καί τήν πίστη.

Στοιχειο πού ενισχύει τήν αλήθεια αυτή είναι καί αυτό πού εξαγγέλλουν οι Ιεροί Πατέρες γιά τήν Αγία Γραφή: ότι δηλ έχει σώμα καί πνεύμα. Καί μπορεί να απαιτείται ο Φωτισμός του Πνεύματος γιά νά κατανοήσει κανείς ό,τι τό Πνεύμα έχει πει - την εύρεση του «αποθέτου κάλλους» κατά τόν άγιο Γρηγόριο Θεολόγο 10 - όμως προϋποτίθεται η αποδοχή καί του σώματος. Όπως δέν υπάρχει στόν άνθρωπο μόνον πνεύμα, έτσι καί στά κείμενα της Αγίας Γραφής, έτσι καί στά υπόλοιπα βεβαίως κείμενα της Εκκλησίας: υπάρχει τό πνεύμα, αλλά υπάρχει καί τό σώμα 11. Θά λέγαμε λοιπόν ότι ο Φιλολογικός εξοπλισμός, η γνώση της αρχαίας Ελληνικής - της γλώσσας της Γραφής καί τών λειτουργικών κειμένων - σχετίζεται μέ τήν προσέγγιση του σώματος τών κειμένων αυτών. Είναι κάτι το απαραίτητο. Δέν είναι τυχαίο ότι ο μέγιστος, όπως λέχθηκε, ερμηνευτής της Εκκλησίας, ο Άγιος Χρυσόστομος, ακολουθούσε τήν ίστορικογραμματική μέθοδο ερμηνείας της Αγίας ΓραΦής : ξεκινούσε από τήν κατανόηση του γράμματος καί προχωρούσε μέ τή χάρη του Θεού στό ένδον αυτού.

5. Θά μπορουσε όμως νά προβάλει κανείς, έστω καί μέ όσα έχουμε πει, τήν ένσταση: υπάρχουν καί οι μεταφράσεις! Μπορεί νά μή γνωρίζει κανείς τήν αρχαία Ελληνική, μπορεί νά αδυνατεί νά προσεγγίσει πρωτοτύπως τά κείμενα, αλλά τά κείμενα έχουν μεταφραστεί. Άρα τό γλωσσικό εξωτερικό πρόβλημα έχει ξεπεραστεί.

Στήν ένσταση αυτή πού συχνά ακούγεται θά μπορούσαμε καλοπροαίρετα νά κάνουμε τίς εξής παρατηρήσεις:

(1) Καί βεβαίως οι μεταφράσεις δέν απορρίπτονται. Αποτελούν μάλιστα σημαντικό βήμα στήν κατανόηση τών κειμένων καί τών περιεχομένων τους. Ιδιαιτέρως στήν Ορθόδοξη Εκκλησία οι μεταφράσεις είναι θά λέγαμε κατοχυρωμένες καί δογματικά. Διότι ουδέποτε απολυτοποιήθηκε σ' αυτήν η γλώσσα, η οποία θεωρείται κάτι το ανθρώπινο. Ουδέποτε, εξηγήσαμε, οι Ορθόδοξοι υπήρξαμε ιδεολόγοι στό θέμα της γλώσσας, εξυψώνοντας κάποια συγκεκριμένη μορφή της ως κάτι τό θεϊκό. Τούτο τό έπραξαν σέ κάποιες φάσεις της ιστορίας τους οι Ρωμαιοκαθολικοί, μέ τή θεωρία των τριγλωσσιτών πού ανέπτυξαν. Αντίθετα οι Ορθόδοξοι όποτε τέθηκε παρόμοιο θέμα λάβαμε άμεσες αποφάσεις: μεταφράσαμε τά κείμενά μας προκειμένου νά δράσουμε Ιεραποστολικά. Τό παράδειγμα του εκχριστιανισμού τών Σλάβων μέ τούς Αγίους Κύριλλο καί Μεθόδιο είναι κατεξοχήν ενδεικτικό. Μή λησμονούμε μάλιστα επ' αυτού καί τήν εντολή του Αποστόλου Παύλου, όταν ιδιαιτέρως τίθεται θέμα Ιεραποστολής: σταματήστε τή γλωσσολαλία καί μιλήστε έτσι πού νά σας καταλαβαίνει ο κόσμος (Πρβλ-Α´ Κορ. 14 ).

(2) Από τήν άλλη όμως μπορει νά μήν απολυτοποιείται κάποια μορφή γλώσσας στήν Εκκλησία μας, αλλά είδαμε καί παραπάνω ότι η αρχαία Ελληνική λόγω αφενός του υψηλού της επιπέδου αλλά καί λόγω αφετέρου ειδικών συγκυριών, όχι πιστεύουμε χωρίς τό θέλημα του Θεού, είναι δύσκολο νά αντικατασταθεί. Μή ξεχνάμε ότι τό Ευαγγέλιο πρωτοτύπως γράφτηκε στή γλώσσα αυτή καί αυτή τή γλώσσα χρησιμοποίησε η Εκκλησία γιά νά διατυπώσει τήν πίστη της. Αυτό σημαίνει ότι πάντοτε η όποια μετάφραση, χωρίς νά απορρίπτεται, θά χωλαίνει, διότι ακριβώς καμμιά μετάφραση δέν μπορεί νά αντικαταστήσει τό πρωτότυπο.

(3) Κατά συνέπεια είναι τουλάχιστον κρίμα ιδίως ο κληρικός νά μή μπορεί νά γευτεί τό νερό της πηγής καί νά ξεδιψά μόνον από τά ρυάκια. Πώς θά μας φαινόταν νά γνωρίζαμε τή μάνα μας μόνον από κάποια παραμάνα; Η γνώση μας γι αυτήν θά ήταν έμμεση: μέσω του κόσμου της παραμάνας

(4) Τέλος, υπάρχει ένα οξύτατο πρακτικό πρόβλημα στίς μεταφράσεις: δέν είναι εύκολο - σχεδόν είναι αδύνατο - νά μεταφραστούν όλα τά εκκλησιαστικά κείμενα (Μηναία, Παρακλητική, Τριώδιο, Πεντηκοστάριο, άλλα κείμενα), όπως επίσης είναι εντελώς αδύνατο μεταφραζόμενα νά περάσουν στό λαό υμνολογικά. Διότι η υμνολογία της Εκκλησίας στηρίζεται στόν αριθμό τών συλλαβών - άρα μέ κάτι πού σχετίζεται μέ τήν υπάρχουσα μορφή των κειμένων - καί όχι απλώς στή μουσική.

6. Τί λοιπόν μπορει καί πρέπει νά γίνει πρός αντιμετώπιση του προβλήματος;

(1) Νά κατανοηθεί τό πρόβλημα όσο τό δυνατόν στό βάθος καί στό πλάτος του, ώστε άμεσα, χωρίς αναβολές, νά αντιμετωπιστεί. Συνήθως η αναβολή σημαίνει όχι επαρκή κατανόηση καί ή αναβολή σχεδόν πάντα οδηγεί, όπως έχει λεχθεί, «στή χώρα του ποτέ». Όταν μάλιστα καταδεικνύεται ότι τό πρόβλημα έχει καί θεολογικό υπόβαθρο, τότε νομίζουμε ότι η όποια ολιγωρία πρός αντιμετώπισή του μας καθιστά ενόχους καί απέναντι στό λαό του Θεού αλλά καί απέναντι στόν ίδιο τόν Θεό. Κατά κάποιο τρόπο η ολιγωρία μας αυτή συνιστά μια μονοφυσιτίζουσα στάση, η οποία δέν δίνει ιδιαίτερη προσοχή στά ανθρώπινα.

(2) Νά δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στίς θεολογικές, αλλά κυρίως στίς εκκλησιαστικές σχολές στά Φιλολογικά μαθήματα καί μάλιστα στή διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Τό έλλειμμα της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών στό Γυμνάσιο καί στό Λύκειο θά πρέπει όσο τό δυνατόν νά αντιμετωπιστεί τουλάχιστον εκεί.

(3) Νά αναληφθούν πρωτοβουλίες από τίς Ιερές Μητροπόλεις, ώστε νά λειτουργήσουν φροντιστήρια γιά τήν εκμάθηση των αρχαίων Ελληνικών ή έστω τήν προαγωγή της γνώσης των Αρχαίων Ελληνικών, στά οποία νά φοιτούν οι νέοι κληρικοί, αλλά καί οι υποψήφιοι κληρικοί. Μέσα στά πλαίσια λειτουργίας τών φροντιστηρίων αυτών θά πρέπει ίσως νά γίνονται καί μαθήματα ορθοφωνίας μέ υποδειγματικές ασκήσεις σωστού τρόπου ανάγνωσης καί απαγγελίας των εκκλησιαστικών κειμένων.

(4) Νά τoπoθετoύνται οι νέοι κληρικοί στήν αρχή τουλάχιστον της διακονίας τους, όπου είναι δυνατόν βεβαίως, κοντά σέ έμπειρους καί μέ επίγνωση της αποστολής τους κληρικούς. Τούτο είναι πολλαπλώς ωφέλιμο, αλλά επίσης καλό καί σέ σχέση μέ τό θέμα μας: εμπειρικά πιά θά μαθαίνουν τά της λατρείας καί τά της αναγνώσεως καί απαγγελίας των κειμένων.

(5) Θά πρέπει νά γίνει συνείδηση στούς νέους κληρικούς ότι τά εκκλησιαστικά κείμενα πρέπει νά αντιμετωπίζονται μέ πολλή σοβαρότητα, πράγμα πού σημαίνει ότι πολλοί εξ αυτών χρειάζεται εκ των προτέρων νά τά μελετούν καί νά ασκoύνται στήν απαγγελία τους, ώστε τήν ώρα της λατρείας η απαγγελία νά γίνεται άνετα καί μέ τόν αρμόζοντα τρόπο. Δέν είναι λίγες οι φορές πού έχει ακουστεί από τό εκκλησίασμα τό παράπονο: «Μά δέν τό διάβασε καθόλου στό σπίτι του ο ευλογημένος για νά τό πεί;».

(6) Όπως έχει ήδη ξεκινήσει νά γίνεται: νά εκδίδονται τά λειτουργικά μας κείμενα όχι μόνο μέ τά μουσικά σημεία στίξεως, αλλά καί τά νοηματικά. Η κατανόηση ενός κειμένου, ιδίως του ψαλτού, δέν βοηθείται από τά μουσικά σημεία: τά σημεια αυτά είναι για τήν Ψαλμωδία, όχι όμως για τήν κατανόηση του κειμένου.

γ) Μακαριώτατε,

έχει ορθά, νομίζουμε, λεχθεί12 ότι ο θεολόγος πού αγνοεί τά βασικά στοιχεια της Φιλοσοφίας καί της ιστορίας της πολλές φορές αντί νά θεολογεί φιλοσοφεί. Διότι δέν εχει τίς γνώσεις για νά διακρίνει τό οικείο - τό της πίστεως - από τό ξένο. Η γνώση της Φιλοσοφίας από τήν άποψη αυτή συντελεί εις τό εύ ζην της θεολογίας. Κάτι παρόμοιο ίσως μπορεί νά ισχυριστεί κανείς ότι συμβαίνει καί μέ τή γλώσσα: η γνώση της αρχαίας Ελληνικης, χωρίς νά θεωρείται όρος για τή βίωση της πίστεως, συντελεί καί αυτή εις τό εύ ζην της πίστεως. Καί από τήν άποψη αυτή πρέπει τό θέμα του γλωσσικού προβλήματος νά συζητηθεί πολύ σοβαρά.


1. Βλ Σ. Παπαδοπούλου, Θεολογία καί Γλώσσα, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη, 1988, σελ 8έξ.

2. Π. χ. ο A.Harnack (Βλ Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α´, Αθήνα 1977, σελ 56).

3. Γ. Φλωρόφσκι, Αγία ΓραΦή, Εκκλησία, Παράδοσις, Θεσ/νίκη, 1976, σελ 40, 42. Βλ καί Αρχ. Σωφρoνίoυ (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τόν Θεόν καθώς εστί, σελ 374.

4. Εις τήν Γένεσιν ΚΑ a:PG 53, 175

5. Λουκ. 8,5.

6. Γ. Μπαμπινιώτη, Ακρόαση καί ανάγνωση ώς δημιουργικές διεργασίες, στό: Γλωσσολογία καί Λογοτεχνία, β' εκδ. 1991, σελ 307.

7. Στυλ Παπαδόπουλου, Θεολογία καί Γλώσσα, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ Κατερίνη, 1988, σελ 107.

8. Βλ Ανδρέου Θεοδώρου, Η ουσία της Ορθοδοξίας, ΠΑΡΟΥΣΙΑ, 1998, 2η εκδ., σελ Πρβλ καί Γ. Φλωρόφσκι, Αγία ΓραΦή, Έκκλησία, Παράδοσις, Θεσ/νίκη, 1976, σελ 148: «Η θεολογία των Πατέρων ήταν ακόμη «κηρυγματική θεολογία», έστω καί εάν συχνά ήταν λογικώς ταξινομημένη καί εφοδιασμένη μέ επιχειρήματα συλλογιστικά. Η τελική αναφορά ήταν πάντοτε πρός τό όραμα της πίστεως». Παρομοίως: Ν. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, εκδ. Πουρνάρα, Θεσ-κη 1981, σελ 255: «Η διατύπωση αυτού πού εμπειρικά ζούσαν οι πατέρες έγινε μέ τή ζωντανή Φιλοσοφική γλώσσα της τότε διανοήσεως... Άλλο πράγμα λοιπόν εμπειρία κι άλλο διατύπωση μέ τή φιλοσοφική γλώσσα. Οι πατέρες επομένως δέν παράγουν στοχαστικά, συλλογιστικά καί διαλεκτικά τό δόγμα, αλλά τό διατυπώνουν μέ τέτοιο τρόπο».

9. Βλ. Ανδρ. Θεοδώρου, Η ουσία της Ορθοδοξίας, ΠΑΡΟΥΣΙΑ, 1998, 2η εκδ., σελ 87. Καί: Γ. Φλωρόφσκι, Δημιουργία καί απολύτρωση, εκδ. Πουρνάρα, Θεσ-κη, 1983, σελ 34.

10. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΛΑ´ 21: «...διασχόντες (= οι θεολόγοι) τό γράμμα (=της Γραφής) καί είσω παρακύψαντες, τό απόθετον κάλλος (=της αληθείας) ιδείν ηξιώθησαν καί τω φωτισμώ της γνώσεως κατηυγάσθησαν».

11. Βλπ.χ. Ωριγένους, Περί Αρχών, Πώς αναγνωστέον καί νοητέον τήν θείαν Γραφήν: «Ώσπερ γάρ ο άνθρωπος συνέστηκεν εκ σώματος καί Ψυχής καί πνεύματος, τόν αυτόν τρόπον καί η οικονομηθείσα υπό Θεού εις ανθρώπων σωτηρίαν δοθηναι Γραφή» (ΒΕΠΕΣ, τ. 16, σελ 335)

12. Μ. Φαράντου, Δογματική καί Ηθική, Εισαγωγικά, Αθήναι 1973, σελ 17.


Κεντρική σελίδα Επιτροπής