Κεντρική σελίδα Επιτροπής

ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΩΤΕΡΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ


του Σαράντου Καργάκου

(εισήγηση στην ημερίδα της Ι. Συνόδου, 3/6/2004)


Τα συμπτώματα της γλωσσικής μας παθογένειας θυμίζουν κάπως την περίπτωση των Αμμασσαλιμιούτ, των κατοίκων του Αμμασσαλίκ. Το Αμμασσαλίκ (=χώρα των ψαριών) βρίσκεται στην ανατολική ακτή της Γροιλανδίας και, για κακή του τύχη, το ανακάλυψε το 1884 ο Δανός Πλοίαρχος Γκούσταβ Χόλμ. Οι Αμμασσαλιμιούτ από άποψη εξελίξεως βρίσκονταν στην εποχή του λίθου, αλλ' είχαν έναν πολιτισμό αυτάρκη. Κάλυπταν με τα δικά τους μέσα τις ανάγκες τους. Αλλά η ερωτική τους ελευθερία ευνόησε την ανάμειξή τους με τους Δανούς. Έτσι δέχτηκαν βέβαια τ' "αγαθά" του πολιτισμού, αλλ' έχασαν την πρώτη τους σύσταση: νοθεύτηκαν, αλλοιώθηκαν, αλλοτριώθηκαν. Σήμερα πιά δεν κατοικούν σε "ιγκλού", δεν φορούν δέρματα αρκούδας, αλλά κάλτσες νάυλον, και σεβρά παπούτσια. Δεν τραγουδούν-ακούν τρανζίστορ.

Η Ελλάδα είναι μια περίπτωση Αμμασσαλίκ. Η γλωσσική μας ελευθεριότητα, ευνόησε τη νόθευση της γλώσσας μας. Το ξένο δεν ήρθε ως ενισχυτής αλλ' ως κατακτητής. Δεν το κατακτήσαμε μας κατέκτησε. δεν έχουμε εδώ "ξένο ανθοβόλημα σε ντόπιο χώμα", όπως λέει μελωδικά ο Παλαμάς. Η Ελληνική γλώσσα δεν άνθησε σαν τριαντάφυλλο ποτισμένο από ξένους γλωσσικούς χυμούς. Απλώς υποκαθίσταται. Η νόθευση της γλώσσας απειλεί την εντοπιότητά μας. Η Ελλάδα γίνεται χώρα των αλλοδαπών. Η διαδικασία "αλλοδαποποίησις", προχωρεί γοργά. Οι ξένοι νιώθουν στον τόπο μας "σαν στο σπίτι τους" κι εμείς σαν εξόριστοι στη δική μας πατρίδα.

Ένας καλός καθηγητής γνωστού εκπαιδευτηρίου συνηθίζει να λέει χαριτολογώντας: "File, ελληνιστί ντοσιέ". Παλιότερα ένας γυμνασιάρχης προτύπου σχολείου συνιστούσε, σοβαρολογώντας, στα παιδιά "να κουρευθούν Ελληνοπρεπώς· α λα Αμερικαίν". Σ' αυτό το σημείο μας έφερε η ανεγκέφαλη οικείωση ξενικών γλωσσικών στοιχείων. Μετατρέψαμε τη γλώσσα μας σ' ένα ακαλαίσθητο και απάτριδο μίγμα επιδράσεων. Έτσι η λεγόμενη Νέα Ελληνική έγινε περισσότερο νέα, έγινε νεοαγγλική. Ένα γλωσσικό ιδίωμα, που από άποψη λεξιλογίου καί προφοράς, θυμίζει τον τρόπο συνεννόησης των κατοίκων της περιοχής "Αστόρια", ένα κράμα δηλαδή αμερικανικής και ελληνικής αργκό, μια βλαχαμερικανική διάλεκτος , σαν τη λαζογερμανική, που χρησιμοποιούν οι Πόντιοι μετανάστες. Οι ξενόφερτες λέξεις ηχούν στο στόμα του λαού, όπως τα παράσιτα στο ραδιόφωνο, και αλλοιώνουν τη γλωσσική μας έκφραση. Η Ελληνική γλώσσα, πού έχει πίσω της αιώνες ιστορίας, κινδυνεύει από γλώσσες, που προήλθαν έμμεσα από αυτή.

Και αυτό ήταν μοιραίο κάποτε να γίνει: Είναι αστείο να ζητάμε από τον αγοραστή να "επιμένει Ελληνικά", όταν το πωλητήριο βρίθει ξενικών προϊόντων, όταν τό σήμα με το δάκτυλο, το επενδεδυμένο με την Ελληνική σημαία είναι μια πολύ διαδομένη Αμερικανική συνήθεια. Η Ελληνικότητά μας πάει στις μέρες μας να γίνει ευφημισμός. Ζούμε μια πολιτική γλωσσοκτονίας, μια και στο θέμα της γλώσσας δεν περνά η λογική της παιδείας αλλά του ξενοδοχειακού συμφέροντος. Η τουριστική πολιτική υπεσκέλισε την εκπαιδευτική. Στα νησιά μας οι ξενόφερτοι ήχοι έχουν εξαλείψει τους τοπικούς φωνητικούς χρωματισμούς. Δεν υπάρχει το παλιό γλωσσικό ηχόχρωμα. Ο άλλοτε αγρότης ή ψαράς και σήμερα πωλητής τουριστικών ειδών ή υπηρεσιών χρησιμοποιεί ένα πολύχρωμο κομβολόι λέξεων, πού μέσα σ' αυτές οι λίγες Ελληνικές αρχίζουν ν' αποτελούν παραφωνία. "Ακόμη κι ο μόρτης γίνεται Ευρωπαίος μόρτης", είχε πει πρίν λίγα χρόνια ο Φώτης Κόντογλου. Τα "καμάκια" είναι ένα τυπικό δείγμα της μετεξέλιξης αυτής.

Κάθε άνθρωπος στοχαστικός, που πονά για τον τόπο αυτό, διαπιστώνει πως είμαστε ως λαός γλωσσικά αιωρούμενοι και πνευματικά ακυρούμενοι. Ψάχνουμε στο ξένο λεκτικό οπλοστάσιό μας, για να βρούμε μια λέξη και να εκφραστούμε. Ο χαιρετισμός-έκφραση εγκαρδιότητας- γίνεται δήθεν πιό εγκάρδιος, όταν φορέσει ξενικό ένδυμα. Η έκφραση λύπης ή συγγνώμης, γίνεται πιό "λεπτή" μ' ένα κακοπρόφερτο "μπαρδόν" ή κάποιο ακαθόριστο "σόρυ". Ο διανοητισμός μας κερδίζει σε ποιότητα, όταν αντί γιά τη λέξη "υπόβαθρο" χρησιμοποιήσουμε το βαρβαρόηχο "μπακράουντ". Η λαϊκότητά μας ενισχύεται με την χρήση των τουρκικών "σεβντάς" καί "μεράκι", το οικονομικό συμφέρον του ασήμαντου μαγαζάτορα ενισχύεται με μια ξενική επιγραφή, έτσι που από το "τερζής" της τουρκοκρατίας να ξεπέφτουμε στο αγγλικό "ταίηλορ" και το βιομηχανικό μας κύρος διογκώνεται όταν το "σήμα" μας έχει ως ενδεικτική κατάληξη κάποιο -ιξ, -εξ, εσκ, ή, όταν κόβουμε την τελευταία συλλαβή. Δείγματα άφθονα μας παρέχει ο «ΧΡΥΣΟΣ ΟΔΗΓΟΣ», που είναι ένα χρυσωρυχείο του νεοελληνικού γλωσσικού "Κιτς". Προς τέρψιν των αναγνωστών μας παραθέτουμε μερικά δείγματα : Πλινθοχρώμ, κωστοπαίηνς, στρωματέξ, βιοκρέ, εξτραλουμίν, εξάκμ, Ελ-γαλ, συνεργάλ, αγροτέκ, αγροτράκ, ηλιομπάν, τοποάρτ, τεχνοστήλ, ηλθερμάλ, πτυσσόμ, βασιμέξ, διαλέξ, περλομπετόν και άλλα «ων ούκ έστιν αριθμός». Επίσης, το διαμερισματικό μας κύρος ανέρχεται, όταν στην είσοδο της πολυκατοικίας γράψουμε τ' όνομά μας με λατινικά στοιχεία (Dr. Vlachothanassis) και ο πανεπιστημιακός μας υδράργυρος φτάνει σε υψηλούς βαθμούς, όταν η διδασκαλία μας ή τα "συγγράμματά" μας διανθίζονται με κάποιες ξενικές εκφράσεις, έτσι για να δείξουμε στους ιθαγενείς ότι έχουμε κάνει και στη Εσπερία, (οι περισσότεροι ως υπότροφοι της Χούντας) και ότι διαθέτουμε και τίτλους διδακτορικούς, που οι περισσότεροι δεν αξίζουν ούτε όσο και το χαρτί, πάνω στο οποίο τυπώθηκαν.

Σημεία των καιρών, θα μπορούσε να πεί κάποιος ψυχρός παρατηρητής. Σε μια εποχή, που η ξενομανία και γενικότερα η τάση για μίμηση ξένων προτύπων έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο λογικής, είναι "φυσικό", ξένες λέξεις και εκφράσεις, ακόμη και τρόποι σκέψης, να νοθεύουν ή να υπονομεύουν την ακεραιότητα της Νεοελληνικής. Σ' εποχές μάλιστα τουριστικής αιχμής λειτουργεί στον τόπο μας ένα μείγμα κωδικής επικοινωνίας και ασυνεννοησίας, που υπαγορεύεται από την εμπορευματοποίηση του τουρισμού μας, από το ξεπούλημα της εντοπιότητάς μας. Μαζί, λοιπόν, με το "πολύτιμο" ξένο συνάλλαγμα συρρέει και το όχι ευεργετικό τουριστικό λεξιλόγιο. Τά "café : plaisir", "salun: I Danai" (αυτό έξω από το Άργος) και το περιώνυμο "souvlaki" και το "Hot moussacha", που γοητεύουν τους πεινασμένους τουρίστες, το gift shop, που παραπέμπει στο gypsy shop, είναι πια ο κανόνας. Η Ελληνική επιγραφή αρχίζει να γίνεται εθνογραφικό αξιοπερίεργο.

Τουλάχιστον ο παλιός Έλληνας αισθανόταν την ανάγκη να "Ελληνικοποιήσει" τις ξένες λέξεις, προσθέτοντας κάποιες αυτοσχέδιες καταλήξεις (π.χ. πολιτσμάνοι) ή και να τις κλίνει σ' όλες τις πτώσεις ενικού και πληθυντικού αριθμού (π.χ. ο ρέφερης, του ρέφερη, τα μπενάλτια κατά το γινάτια κ.ο.κ.). Σήμερα ο δαιμόνιος "Έλληνας" αφήνει άκλιτες τις Ελληνικές ("ν' ακούει τους μουσικοί", "να ξεδίνει η ψυχή του ο άνθρωπος", "αυτούς τους λαϊκοί χοροί" ) ή να κλίνει τις ξενικές όπως κάνουν οι αθλητικοί συντάκτες με τα φρικαλέα "κόρνερς", "πέναλτυς", "σκόρερς" ή ακόμη και οι συγγραφείς σχολικών εγχειριδίων με τα "κομπιούτερς", τα "τρανζίστορς" και άλλα βαρβαρικά ή βαρβαρικότερα.

Τη γλωσσοκτονία επιτείνει η πολιτική πρόταση, που είναι πρόταση-σύνθημα, κατά τό αμερικανικό σύστημα, πρόταση με αμφιλεγόμενο συμβολικό νόημα, συχνά ημιτελής, με ανήκουστη προφορά και σπασμωδικό νόημα. Αυτά που ακούστηκαν σ' όλες τις προηγούμενες εκλογές, που είχαν γλωσσικό οδηγό τη "ντουντούκα" και αυτά που θ' ακούσουμε στις επόμενες, μας οδηγούν στη θλιβερή σκέψη πως η πολιτική μας γλώσσα, κάτω από την επιρροή ενός ξενικού γλωσσικού εμβολιασμού, όχι απλώς ενισχύει τη γλωσσική ρύπανση αλλά δημιουργεί μια γλώσσα κατάλληλη για σπαστικούς. Σ' αυτό συντελεί και η τεχνοκρατική αργκό, που έχει εισβάλει στις δομές της Ελληνικής, προσδίνοντάς της ένα χαρακτήρα ψυχρό, αποπροσωποποιημένο, υπολογισμένο. Έτσι η γλώσσα μαζί με τον άνθρωπο, έχει εξαλγεβριστεί, έχει χάσει τον πηγαίο χαρακτήρα της. Μιά τέτοια γλώσσα -ρομπότ χρησιμοποιεί ο κ. Υπουργός της εθνικής μας οικονομίας. Αργή, συλλαβιστή, νανουριστική. Ο άνθρωπος σκέπτεται πρώτα στην αμερικανική, που είναι η γλώσσα της διανόησής του, και μεταφράζει στα Ελληνικά. Μπορεί να μην κάνει λάθη λεκτικά αλλ' η γλώσσα του δεν είναι Ελληνική. Είναι μια τυπική ξύλινη γλώσσα, μονότονη, που ποτέ ο τόνος δεν πέφτει στη σωστή συλλαβή (κάτι που κάνει συστηματικά και ο κ. Παπανδρέου και άλλοι συνεργάτες του, που πιθηκίζουν τον τρόπο έκφρασής του, π.χ. το εκνευριστικό "αν θέλετε")

Την τελευταία, ίσως και τη χαριστική βολή στη γλώσσα μας τη δίνουν οι νέοι. Εννοούμε τό γλωσσικό Χουλιγκανισμό, που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων. Οι νέοι μας, όπως ακρωτηριάζουν τις προτομές των ηρώων, όπως βεβηλώνουν ιερούς χώρους καί μνημεία έτσι ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν και τη γλώσσα μας. Δέν πρόκειται εδώ για μια ιδιότυπη "αργκό". Αργκό πάντα υπήρχε και θα υπάρχει. Πρόκειται για μια γλωσσική βαβέλ, που μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωμα σχιζοφρένειας. Όπως οι σχιζοφρενείς, για να εκφραστούν λένε άναρθρες και ανόητες καινοφανείς λέξεις (τό φαινόμενο στήν ψυχιατρική λέγεται νεολεξία), έτσι και οι νέοι μας στα διάφορα "στέκια" τους χρησιμοποιούν ένα ξενόφερτο και εμβόλιμο λεξιλόγιο, ακρωτηρισμένες φράσεις, βάρβαρους φθόγγους καί όλα αυτά τα συμπληρώνουν με επιδεικτικές χειρονομίες για να προσφέρουν στο "συνομιλητή" ένα "ολοκληρωμένο οπτικό και ακουστικό ερέθισμα. Δεν θα ήταν υπερβολή, να υποστηρίζαμε πως η παρουσία διερμηνεα, προκειμένου γιά έναν ανίδεο, χαρακτηρίζεται επιτακτική.

Κι όλα αυτά δεν είναι επιγεννήματα του τόπου αυτού, είναι εκβλαστήσεις ξενικών επιρροών. Πρώτα-πρώτα ξεκινάμε από τήν υποτίμηση της Ελληνικής. Δυσανασχετώ, όταν διαβάζω άρθρα -και μάλιστα σοβαρά-που τοποθετούν τό γλωσσικό μας πρόβλημα στην αντιπαράθεση δημοτικής-καθαρεύουσας. Το δίλημμα σήμερα είναι: ελληνικά ή ξένη γλώσσα. Προσωπικά πιστεύω πως η γλωσσική μας αφαίμαξη, ο γλωσσικός παταγονισμός, η εκβαρβάριση του γλωσσικού μας αισθήματος είναι εσκεμμένα, προγραμματισμένα, με στόχο τόν πλήρη αφελληνισμό μας. (Χωρίς ελληνική γλώσσα, τι Έλληνες θα είμαστε;). Οι ορθογραφικές απλουστεύσεις, η σταδιακή υποχώρηση του ελληνικού αλφαβήτου (ήδη στα ληξιαρχεία χρησιμοποιείται η λατινική γραφή), ανοίγουν το δρόμο για την κυριάρχηση στο άμεσο μέλλον μιας αλλης γλώσσας. Πάντως όχι ελληνικής.

Σ' αυτό -κι ας μάθουμε κάποτε να μη ρίχνουμε πάντα τις ευθύνες στους ξένους - φταίμε πρώτοι εμείς. Φταίει η χαμηλή στάθμη της παιδείας μας, η άγνοια της ιστορίας μας, η έλλειψη πολιτικής αγωγής, φταίει ακόμη η ρευστή εθνική μας συνείδηση, το μειωμένο αίσθημα εθνικής φιλοτιμίας μερικών συμπατριωτών μας και σε γενικότερη κλίμακα η άγνοια του πραγματικού εθνικού μας συμφέροντος. Το πνεύμα του μαυραγοριτισμού, του δοσιλογισμού, και της ξενοδουλείας εξακολουθεί να ορίζει τις παιδευτικές μας συντεταγμένες. Η ελληνική γλώσσα έπαψε να θεωρείται εφόδιο. Είναι τραγική στήν κωμικότητά της η γνωστή διαφήμιση: "Ξέρετε αγγλικά! προσλαμβάνεστε". Ετσι σήμερα στη συνείδηση της ελληνικής οικογένειας και στην πρακτική πολλών σχολείων η ελληνική δεν είναι πια "πρωτεύουσα γλώσσα". Το Ελληνόπουλο διαθέτει περισσότερες ώρες και δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον για τήν έκμάθηση της ξένης γλώσσας και όχι της Ελληνικής. Ακόμη και για την εκλογή πανεπιστημιακών καθηγητών η επαρκής γνώση της ελληνικής δέν θεωρείται κάτι αναγκαίο. Έτσι οι Έλληνες αφοσιώνονται με πραγματικό ζήλο στις ξένες γλώσσες, και περιορίζονται σε μια "τσάτρα-πάτρα" γνώση της Ελληνικής, χρησιμοποιώντας λέξεις "πασπαρτού" ή καταφεύγοντας στό αμερικανικό ιδίωμα που είναι μια γλώσσα-αναπτήρας, με λέξεις "τσαφ-τσουφ" (βλέπε "φας φουντ").

Την κατάσταση επιδείνωσε ο κατήφορος της παιδείας μας. Η αβασάνιστη υποβάθμιση της Αρχαίας Ελληνικής στέρησε από τό Ελληνόπουλο τη δυνατότητα ν' ανεβάσει το γλωσσικό του επίπεδο. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι το παιδί δεν καταλαβαίνει Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Πλάτωνα, αλλά πως αδυνατεί να καταλάβει.

Όπως ήταν φυσικό, οι ταινίες βίας, τα βιβλία και τα περιοδικά βίας, διαμόρφωσαν ένα βίαιο λεξιλόγιο, που υιοθέτησε και η δική μου γενιά. Ευτυχώς όμως τότε υπήρχαν ακόμη εστίες αντιστάσεως, πολιτικές, πνευματικές, θρησκευτικές, κυρίως οικογενειακές. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ' έναν νέο πολιτικό και πνευματικό κίνδυνο. Η οικουμένη- φυσικά και η χώρα μας-απειλούνται από έναν καινούργιο πνευματικο-πολιτικό ιμπεριαλισμό. Κατά τόν Μαρξ, η σύζευξη βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου γέννησε τόν παλιό ιμπεριαλισμό. Η σύζευξη της πολιτικής με τή διαφήμιση γεννά τόν νέον ιμπεριαλισμό, τον οποίο έξυπνα ένας δημοσιογράφος ονόμασε ΔΙΑ-ΠΟΛ. (Αρχικές συλλαβές των λέξεων: διαφήμιση-πολιτική).

Η ΔΙΑ-ΠΟΛ είναι γλώσσα εξουσίας, άρα πολιτική γλώσσα ή μάλλον ή νέα γλώσσα της πολιτικής. Οι γλώσσες εξουσίας έχουν σχέση με τά Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως. Επειδή όμως, τά λεγόμενα "media" αναπτύχθηκαν στίς αγγλοσαξωνικές χώρες, μοιραία συνοδεύονται από ένα ιδιότυπο αγγλοσαξωνικό ίδίωμα, πολιτικο-τεχνοκρατικό, που εξακτινώνεται σ' όλο τόν κόσμο. Εφ' όσον εισάγεται στή χώρα μας τό προϊόν, μοιραία εἰσάγεται και η ονομασία του. Κι όταν τό προϊόν αυτό έχει σχέση με τούς επικοινωνιακούς χώρους, καθορίζει, ως ένα μεγαλο βαθμό, καί το τρέχον λεξιλόγιο. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η ΔΙΑ-ΠΟΛ είναι σήμερα η κυρίαρχη γλώσσα της υφηλίου, που καθορίζει τίς νέες λεκτικές νόρμες και φόρμες. Αξιοποιεί βέβαια τα τοπικά ιδιώματα, κυρίως τήν αργκώ, όμως λειτουργεί μέ βάση τό "συντακτικό" και τή "γραμματική" της διαφημίσεως. Εφ' όσον συνδέεται με τήν πολιτικη, δανείζεται από αύτή τόν εμβληματικό συνθηματικό λόγο. Τήν ΔΙΑ-ΠΟΛ χρησιμοποιοῦν όχι μόνο οι διαφημιστές και οι άνθρωποι τῶν "media" (κάποτε πληροφορήθηκα ότι είμαι τό "όν", επειδή θα μιλούσα στήν τηλεόραση), αλλά και οι νέοι επιχειρηματίες και πολιτικοί, οι μοντέρνοι νεαροί, ανεξάρτητα από ιδεολογία. Π.χ. νέος πολιτικός της κομμουνιστικῆς Αριστεράς προβάλλεται εσχάτως σάν "γιάπις".

Η ΔΙΑ-ΠΟΛ, λένε οι γνώστες, είναι όπλο, εφόδιο, εργαλειο. Είναι υλικό για να οικοδομήσεις ένα άλλου είδους image. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι όπλο κατά της σωστής Ελληνικής, γιατί στηρίζεται σέ περίεργους κανόνες. Συγκεκριμένα:

α) Χρησιμοποιεί κατά βάση την αγγλική. Η ελληνική έρχεται σέ δεύτερη μοιρα. Στήν ΔΙΑ-ΠΟΛ λέμε:

όχι συνάντηση αλλά μήτινγκ.

όχι αίσθηση αλλά φήλινγκ.

όχι δουλειές αλλά μπίζνες.

όχι γραφείο τύπου αλλά πρές ρουμ.

όχι σύντομη ανακεφαλαίωση αλλά μπρήφ.

όχι τράπεζα συζητήσεων αλλά πάνελ.

β) Χρησιμοποιεί αγγλικές λέξεις ελληνοποιημένες, ακόμα και στην περίπτωση πού υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές: π.χ. "τεστάρω", "σταμπιλιζάρω", "μινιμαλιζάρω", "μανιπουλάρω" καί τό πιό παραδοσιακό....."καναλιζάρω".

γ) Χρησιμοποιεί ἀκρωνύμια ἤ ἀρκτικόλεκτα: ΚΥΣΥΜ-ΚΥΣΕΑ- ΕΛΚΕΠΑ-ΠΕΧΩΔΕ-ΠΥΣΔΕ-ΚΥΣΔΕ

Έτσι αποπροσωποποιείται η πολιτική ή η συνδικαλιστική ηγεσία. Η ευθύνη δέν είναι εξατομικευμένη. Μετακυλίεται στά μυστηριώδη και απροσδιόριστα "όργανα" ή "φορείς", πού συγκαλύπτονται πίσω από τα γράμματα του αλφαβήτου.

δ) Χρησιμοποιεί κεφαλαία γράμματα, έξω από γραμματικούς κανόνες. Π.χ. ο Ρόλος του Προϊόντος. Μέ τόν τρόπο αυτό ένα προσηγορικό όνομα παίρνει θέση κυρίου ονόματος. Τη γραμματική των γραμματικῶν υποκαθιστά η γραμματική των διαφημιστών.

ε) Χρησιμοποιεί έναν ιδιαίτερο τονισμό, όπως ο υπερτονισμός του άρθρου (Τό μάθημα) ή μιάς συλλαβής. Οπότε επέρχεται πλήρης ανατροπή του τονικού συστήματος. Κάποιοι γαλλομαθείς υπερτονίζουν τή λήγουσα καί κάποιοι αγγλομαθείς τονίζουν πιό πάνω από τήν προπαραλήγουσα!

στ) Χρησιμοποιεί προθέσεις και προθέματα, που εκφράζουν κάτι τό υπερθετικό, κάτι μεγάλο, νέο, ασαφές και παραπλανητικό. Κάτι που σημαίνει πολλά και τίποτα. Π.χ. max, mega, multi, νιού, σούπερ, υπέρ, αντί, μετά καί τό αρνητικό μή. Το αρνητικό μή παρά τήν αρνητικότητά του, επέτρεψε τή διείσδυση πλήθος αγγλικών, εκφράσεων στην Ελληνική. Π.χ. Μή πόλεμος, μη κάπνισμα, μή προνομιούχος. Η πρόθεση μετά έχει γίνει εσχάτως συρμός στή διάλεκτο μιας πολιτικής και πνευματικής ελίτ. Π.χ. μετα-μοντερνισμός, μετα-κομμουνιστική Αριστερά μετα-βιομηχανική περίοδος, μετα-παπανδρεϊκή φάση. Ακούσαμε-ίσως σάν έκφραση χιούμορ -καί τούς όρους: μετά- παιδεία, μετα-ζωή, μετα-γλώσσα.

ζ) Χρησιμοποιεί βαρύγδουπες λέξεις, επαναλήψεις και ταυτολογίες. Είναι οι περίφημοι "δισσοί λόγοι" των Αρχαίων. Π.χ. "ελπίζω, εύχομαι, πιστεύω ότι....".

η) Χρησιμοποιεί λέξεις φαινομενικά απλές, πάντα όμως αόριστες, γιά νά μήν πούμε κάτι συγκεκριμένο μέ συγκεκριμένες λέξεις. Ο τρόπος αυτός εντυπωσιάζει αλλά παράλληλα χρυσώνει τό χάπι, όταν πρόκειται νά πούμε κάτι δυσάρεστο. Π.χ. δημιουργικό άλμα-Αποκρυπτογράφηση προθέσεων- Χαρτογράφηση του πολιτικού προβλήματος-Δρομολογούνται λύσεις- Ονομασία προβλημάτων- Πρόκληση ενδιαφέροντος. Δέν λέμε "κατάργηση τῆς δωρεάν παιδείας" αλλ' "εκλογίκευση τῆς δωρεάν παιδείας". Δέν λέμε "υπάρχει ανεργία" αλλ' υπάρχει "υπερπροσφορά εργασίας" ή "αναβολή εργασίας". Δέν λέμε "υπερωρία" αλλ' "εκπλήρωση ατομικού πλάνου".

θ) Χρησιμοποιεί λέξεις "άμεμπτες" πρός αποφυγή λέξεων πού έχουν κάποια μιασματική φόρτιση. Όχι "λεφτά" αλλά "μέσα γιά παραγωγή ή δημιουργία". Όχι "πλούσιος" αλλ' "επιτυχημένος" ή "δημιουργικός". Όχι "κέρδος" αλλά "κατάκτηση". Βασικός κανόνας τῆς "γλώσσας τῶν επιτυχημένων" είναι πώς περισσότερα πετυχαίνεις όταν δέν λές τό πράγμα μέ τ' όνομά του. Γι' αυτό κυριαρχεί στή νέα πολιτική και διαφημιστική γλώσσα ή μετωνυμία. Είναι "τό κάτι άλλο" νά πείς "καταναλωτής" αντί τοῦ πεπαλαιωμένου "αγοραστής". Κι άλλο να πείς "περήφανα γηρατειά" αντί του γερασμένου "συνταξιούχοι".

Η ΔΙΑ-ΠΟΛ όταν γίνεται συγκεκριμένη, τότε γίνεται καί περισσότερο ακατάληπτη. Ιδίως όταν καταφεύγει στήν "αδιάψευστη" γλώσσα των αριθμών. Ποτέ οι αριθμοί δέν έχουν πεί τόσα πολλά ψέματα όσο στόν καιρό μας. Πόσα χρήματα χρωστάμε ακριβώς; Από ποιά χρονιά άρχισε η διόγκωση του εξωτερικού χρέους; Αν ακούσουμε δύο οικονομολόγους αντιτιθεμένων παρατάξεων, θα διογκωθεί ασφαλώς ο εγκέφαλος μας μέχρι διαρρήξεως κρανίου. Γιατί η ΔΙΑ-ΠΟΛ χρησιμοποιεί αριθμομετρικούς πίνακες, στατιστικές, ποσοστά, βέλη και γραμμές (πού θυμίζουν γραμμές του παρισινού "μετρό" ) και μιά ειδική ορολογία πού οι Σουηδοί -δέν ξέρω γιατί- ἀποκαλοῦν "Γλῶσσα τοῦ Σύκου". Οι Σουηδοί επίσης λένε: “Det Dunkelt sagta ap det dunkelt tankta” πού σημαίνει: "ό,τι ειπώθηκε σκοτεινά, είναι προϊόν σκοτεινής σκέψης". Εγώ προσθέτω: και σκοτεινών προθέσεων.




Κεντρική σελίδα Επιτροπής