Κεντρική σελίδα Επιτροπής

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

του Καθ. Αθαν. Καραθανάση

(Ομιλία εκφωνηθείσα από τον Καθηγητή
κ. Αθ. Καραθανάση, την 15ην Μαρτίου 2004
στο πλαίσιο λειτουργίας του "Λαϊκοῦ Πανεπιστημίου"
τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος).



Κατά την μακρά Βυζαντινή Περίοδο η Εκκλησία και η Πολιτεία, ο Πατριάρχης και ο Αυτοκράτωρ, συμπορεύθησαν με αγαστή συνεργασία συνιστώντας έκτοτε την καλουμένη αρχή της συναλληλίας, αυτή δηλ. που εξακολουθεί υφισταμένη ως σήμερον και η οποία κατ' ουδένα λόγο πρέπει να διαρραγεί, εφ' όσον αυτές οι δύο έννοιες μολονότι διακριτές, συμπορεύονται, διότι αυτή είναι η συνείδηση του λαοῦ ερειδομένη επί της ιστορικής πραγματικότητος. Και κακώς υπήρξαν σκέψεις, ελαχίστων ευτυχώς, για υπονόμευση της Εκκλησίας και καλώς έπραξε η Πολιτεία στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και απέρριψε σκέψεις ή εισηγήσεις ορισμένων, ελαχίστων επαναλαμβάνω, για τον διαχωρισμό των δύο εννοιών. Και υπενθυμίζω ότι αυτή η ταύτιση των δύο εννοιών εκκινεί από τους Βυζαντινούς χρόνους και γιγαντώνεται κατά την μακρά Τουρκοκρατία, αφού η Εκκλησία, ελλείψει Πολιτικής Αρχής με την πολιτική πτώση του Βυζαντίου, καθίσταται αυτή η πολιτική, η Εθναρχική, η του Γένους Αρχή, προστάτης και υπερασπιστής του υποδούλου Γένους και από αυτήν εκκινούν και τελειώνουν τα πάντα. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέλαβε την θέση του χαμένου Αυτοκράτορος με έμβλημα τον δικέφαλο Αετό και το Πατριαρχείο καθίσταται κράτος εν κράτει στην ευρεία Οθωμανική αυτοκρατορία. Και απορούσαν Ευρωπαίοι συνάδελφοι της Ιστορίας, και δη ορισμένοι της Εκκλησιαστικής, όταν σε Συνέδριο στη Σιέννα της Ιταλίας γιά την Ιστορία του Κλήρου, ο υπογραφόμενος εξέθετε αυτή την ταύτιση Ελληνισμού καί Ορθοδοξίας, μοναδικό ούτως ή άλλως παράδειγμα ταυτίσεως πολιτικής και θρησκευτικής εννοίας στην Ευρώπη. Και το γένος εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής. Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο. Τοιουτοτρόπως συνέστησε σχολεία μέ πρώτη τήν Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως, το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε τη κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος ή στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση. Συντελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως ή άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.

Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών. Πατριάρχες, Αρχιερείς, Ιερείς, Λαός, εμαρτύρουν σχεδόν καθημερινά. Μέσα απ’ αυτήν την οδύνη ενεφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η μαρτυρία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάστηκε και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλαδή που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλαττον εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν διά της Εκκλησίας, καθ’ όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, καθ’ όσον η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των ελεύθερων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως ή φανερώς ενίσχυε το όραμα της Ελευθερίας. Μετά μάλιστα τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων. Οι περισσότεροι μάλιστα όπως και πολλοί Ιερείς έχουν τραγικό τέλος. Παλουκώνονται ή σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος. Ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που επίεζε τον Πάπα Πίο Ε´ να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.

Βλέπουμε ότι και οι Επίσκοποι έχουν και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο.

Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος στην Μάνη το αυτό πράττει συνεννούμενος με τους Ισπανούς. Στα Βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους Βαλκανικούς Λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχός του Διονύσιος συνεννούνταν με τον Δούκα Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.

Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήταν πρωτοστάτης δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε , μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και του 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης-Λαρίσης Διονυσίου, φιλοσόφου, κατά την οποία πλήν αυτού και άλλων Αρχιερέων και Κληρικών, εμαρτύρησε και ο Επίσκοπος Φαναρίου κα Νεοχωρίου Σεραφείμ. Ήτο η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο Ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ’ εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων. Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικόν θάνατο από τους γενίτσαρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και Αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β´ το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ´ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κονταρής. Και ήτο η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους Τσάρους. Και ήτο ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκανίους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι δάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Διονύσιο Νοταρά (+ 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα Ιερά Προσκυνήματα στην Παλιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτου Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.

Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαινον Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος. Από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις Βαλκανικές χώρες ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους Βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 1680- 1700 και εφεξής. Από την Εκκλησία εκπορεύονταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε πρώτη σταυρούμενη την Οθωμανική εκδίκηση. Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685-1715 από τους Βενετούς πρώτο ρόλο είχαν οι Κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο αλλά και αρκετοί από τη Ρούμελη και από την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο Επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσης Μακάριος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος, αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυανής και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό Πόλεμο (1645-1669) εκατοντάδες ήσαν οι Ιερείς και οι Μοναχοί που θυσιάσθησαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός Κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.

Στα Ορλωφικά του 1768-1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία διά των τοπικών Επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β´. Σχεδόν όλοι οι Επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύρον τραγικό θάνατο. Τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας. Και συχνά εδίδοντο ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων ή γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού. Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αιώνα αναδεικνύεται ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίστασή του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.

Τα αυτά ισχύουν και για τα Φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό Κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.

Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας. Όλη σχεδόν η ιστορία της Νεοελληνικής Παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση εκκινεί και τερματίζει σ’ αυτήν. Από την μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη: Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ηπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά «η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται…και διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε Αρχιερέων και των Κληρικών και απ’ Άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους». Ακόμα και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Ακόμη και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθον στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη Φιλολόγων, Θεολόγων, Φιλοσόφων έγραφε και στήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη Θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αιώνα και ο σχεδόν σύγχρονός του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτενσταντισμού και του Παπισμού. Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον Άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η Νεοελληνική Φιλολογία συλλήβδην, η Νεοελληνική Γραμματεία από του 15ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι ουσιαστικώς Εκκλησιαστική Φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου αυτής από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει Εκκλησία και Εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων οι οποίοι καλούσαν Ιερείς και Μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι Ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.

Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό Σχολειό, το οποίο συνετήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαιδεύτους Μοναχούς ή Ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους Επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της Εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης -προσκυνητής μπορει να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας. Και λυπεί πολύ ότι ορισμένοι συνάδελφοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα αυτήν στηριζόμενοι οι αμφισβητίες της στο γεγονός ότι από το 1593 και επί τη βάσει της Πατριαρχικής Εγκυκλίου του Ιερεμίου Β´ που συνέστησε την ίδρυση σχολείων στην Ελληνική Ανατολή, ιδρύθησαν σχολεία και επομένως λέγουν, παρείλκε η εμφάνιση του κρυφού σχολείου, εφ' όσον δήθεν λειτουργούσαν ελεύθερα ελληνικά σχολεία.

Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήτο η μεγίστη δυνατή, εφ' όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήτο τοιαύτη, ώστε ήτο αδύνατον να μή λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.

Λέγεται ότι ένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε´, ο ἱεροεθνομάρτυς, φαίνεται νά είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός πού ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του '21 μέ το σύνθημα "Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος". Ο αγών αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι' αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή επλήρωσε τήν οργή του Δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων Κληρικών με πρώτο τόν γηραιό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε´ και τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τόν Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα και οι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τόν μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο -πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά τήν έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στόν Μοριά, τήν Ρούμελη, στήν Σμύρνη, τήν Κρήτη, στα Ιεροσόλυμα, στήν Χίο όπου στήν Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στήν Κύπρο όπου απαγχονίσθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι Επίσκοποι, στον Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπᾶ, τόν Μαρωνείας Κωνστάντιο.

Το Άγιον Όρος εγνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορειτικά κονάκια που απηγχονίσθησαν στό Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπα Γιάννη του Αγίου Μηνά, τους Προκρίτους της πόλεως. Πολλοί Μοναχοί και Ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι' αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίσθηκαν και θυσιάσθηκαν σ' όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.ἄ., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος Ελληνικός Λαός ανεγνώρισε την προσφορά ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι "επικρατούσα θρησκεία εις τήν ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού" το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τόν Δεκέμβριο του 1821 πού ναί μέν διακηρύσσει τήν θρησκευτική ελευθερία αλλ' όμως "τήν Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος". Τήν ίδια ευγνωμοσύνη πρός τήν Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία επροστάτευσε παντοιοτρόπως.

Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.ἄ., συχνά-πυκνά αναφέρονται Κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στά πρώτα χρόνια του Αγώνος και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Καί όταν στίς υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία, μέ τούς Επισκόπους και τους Ιερείς της είχε την πρωτοπορία· του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 έστωσαν ως παράδειγμα.

Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων ως ο Μακεδονικός Αγών της περιόδου 1860-1912 οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ´ ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του Επίσκοποι στην Μακεδονία κατά τήν πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στήν Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στό Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος Κορυτσάς, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στίς Σέρρες κ.ά. Αυτοί και οι διάδοχοι τους ακολούθησαν τους παλμούς και τά οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση. Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιατικής εκστρατείας με κορυφαία τραγική και αγια προσωπικότητα τόν Χρυσόστομο Σμύρνης αλλά και τον Κυδωνιών Γρηγόριο, τόν Γερμανό Καραβαγγέλη παλαιό Μακεδονομάχο και μετά το 1914 μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τίς τύχες των Ποντίων μετά τό 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των Κληρικών, Επισκόπων και Μοναχών πού μετά τό 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στήν μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για νά απαλύνει τόν πόνο του ξεριζωμού, νά οργανώσει τήν νέα ζωή μές από τά συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος. Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ' άκρου εἰς άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού νά υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από τήν λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών πού μετά τό 1830 και τήν δημιουργία του Νεοελληνικού Κράτους είχαν αναπτυχθεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τόν Πόντο και τήν Καππαδοκία.

Η προσφορά της Εκκλησίας στό Γένος κατά τήν δραματική δεκαετία '40 - '50 έδειξε αυτόν τόν ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στήν γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς πού έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν τό φρόνημα του Στρατού μας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και ελάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά τήν διάρκεια της κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέλθαψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ), ενίσχυσε τήν Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν "η αγία μερίδα", "τό πιάτο της μερίδας της αγάπης", "ἡ λογία", "οι αχθοφόροι της αγάπης". Πρόσωπα λίαν αγαπητά στήν γενιά μας σημάδευσαν με τήν αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τί σημαίνει Εκκλησία για τόν λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στήν Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στόν Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Ευβοία, ο Σπυρίδων Βλαχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Καί δέν ειναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάσθηκαν κατά τήν αδελφοκτόνο ανταρσία της περιόδου 1946-1949 συνθέτοντας τό Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων Κληρικών, δυστυχώς σταυρούμενοι αυτοί τότε από αδελφούς-μία πρώτη καταγραφή τους ανεβάζει στούς 536.

Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως τό ανέσπερον τῆς παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως, η Εκκλησία των Αγίων Κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του Αγίου Γρηγορίου Ε´ καί σχεδόν στούς καιρούς μας του Αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μή λησμονούμε ποτέ τόν ποιητή πού μ' ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στόν λαό μας:

"Μή λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη".


Κεντρική σελίδα Επιτροπής