Κεντρική σελίδα Επιτροπής

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
π. Γεωργίου Μεταλληνού
Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών


(Ομιλία στο «Λαϊκού Πανεπιστημίου» της Εκκλησίας της Ελλάδος, 14.1.2004)


Το ζήτημα της αναγραφής ή όχι του θρησκεύματός μας στις νέες ταυτότητες έφερε στην επιφάνεια τη σχέση και σύνδεση επί είκοσι αιώνες τώρα της Ορθοδοξίας με το Έθνος μας, την οποία κάποιοι θέλησαν να αμφισβητήσουν. Αυτή είναι η έννοια που προσλαμβάνει η περιβόητη φράση «χωρισμός Εκκλησίας-Πολιτείας», που δεν σημαίνει τίποτα άλλο από την αποσύνδεση της Ορθοδοξίας από όλες τις δομές του εθνικού μας βίου. Εν τούτοις η εθνική ταυτότητά μας διαμορφώθηκε ακριβώς με την σύνδεση – αδιαίρετη και ασύγχυτη – Ελληνισμού και Ορθοδοξίας.

Η ιστορική πορεία του Ελληνισμού θα δεθεί με τον Χριστιανισμό, την Εκκλησία ως σώμα Χριστού, κυρίως μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων (70 μ.Χ.), όταν οι Έλληνες θα αναλάβουν την ηγεσία της Εκκλησίας. Μεγάλη ήταν στην κατεύθυνση αυτή η συμβολή του ελληνιστή Ιουδαίου Παύλου (πρβλ. Ρωμ. 9-11), του «Αποστόλου των Εθνών» και φωτιστή του Ελληνικού κόσμου, μέσω δε αυτού και της Ευρώπης. Η Εκκλησία θα προσλάβει τον Ελληνικό τρόπο σκέψεως, αποβαίνοντας καθαρά «Ελληνική». Η Ελληνική θρησκευτικότητα, μόνιμο στοιχείο της Ελληνικής ύπαρξης, θα συζεύξει την αθηναϊκή Ακρόπολη με την επτάλοφο Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη. Ο ίδιος ο Λαός σε κορυφαίες ιστορικές στιγμές του θα ανεγείρει τα αιώνια μνημεία της Ελληνικής ευσέβειας, τον Παρθενώνα και την Αγιά Σοφιά. Ο κυριότερος εκφραστής της κλασικής Ελληνικής Αρχαιότητας Περικλής (429 π.Χ.) και ο σημαντικότερος συντελεστής (διά των ελληνικών Νεαρών του) του εξελληνισμού της «Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης» Ιουστινιανός Α (529-565 μ.Χ.) θα καθιερώσουν πνευματικά τις δύο ιστορικές πρωτεύουσες του Ελληνισμού, την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, που αφιερώθηκαν αντίστοιχα στην Παρθένο Αθηνά και στην Αειπάρθενο Μαρία και Θεοτόκο, ώσπου τελικά ο Ελληνισμός θα αναγνωρίσει την Παναγία «προστάτιν» και «σκέπην» του, τιμώντας την ως «Παναγία Αθηνιώτισσα» και «Υπέρμαχο Στρατηγό» του. Τα κύρια στοιχεία του Ελληνικού πνεύματος θα είναι διαχρονικά παρόντα στην Ορθόδοξη Οικουμένη, η δε είσοδος στην Ορθοδοξία θα είναι συγχρόνως είσοδος και στην αιώνια Ελλάδα. Ο κορυφαίος Ορθόδοξος Θεολόγος του 20ού αιώνα, Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, έχει επισημάνει, ότι Ορθοδοξία για τους Ορθοδόξους είναι αυτό, που λαμβάνουν από τους Έλληνες Πατέρες. Ο Ρώσος Θεολόγος εξέφραζε, έτσι την πανορθόδοξη, ως σήμερα, ομολογία, ότι οι Έλληνες ως Χριστιανοί (Ορθόδοξοι) είναι φωτιστές και πνευματικοί ηγέτες όλων των Ορθοδόξων.

Η εκκλησιοποίηση του Ελληνισμού συντελέσθηκε με την αυθυπέρβασή του ως ανύψωση από τον (κτιστό) λόγο στον (άκτιστο) λόγο, Ιησού Χριστό, και από τον ενάρετο άνθρωπο στον εν Χριστώ άνθρωπο και κατά χάρη Θεόν, τον Άγιον, ως «καινήν κτίσιν» (Β Κορ. 5, 17). «Καινός» άνθρωπος για την Εκκλησία είναι ο «θεούμενος», ο Άγιος, ο οποίος λειτουργώντας ως πρόσωπο με τους «συναγίους» του, μπορεί να πραγματοποιήσει την εν Χριστώ κοινωνία, ως «επώνυμον του Χριστού καινήν πολιτείαν». Ο θεούμενος άνθρωπος και ο αδελφικός ή κοινοτικός τρόπος υπάρξεως είναι τα παραμόνιμα ιδανικά του Χριστιανικού Ελληνισμού, ως λύση στην προσπάθεια αποκατάστασης της ακεραιότητας του ανθρώπινου προσώπου και της συλλογικής υπάρξεώς του.

Ο Ελληνισμός, για να ενταχθεί στο εκκλησιαστικό σώμα πέρασε και αυτός από την διαδικασία του βαπτίσματος. Βάπτισμα όμως εκκλησιαστικά σημαίνει θάνατο και ανάσταση. Θάνατο για την «αμαρτία» (Ρωμ. 6, 10 ε.) και ανάσταση στην εν Χριστώ «καινή» ύπαρξη (Γαλ. 6, 15). Η Ελληνική συνείδηση νεκρώθηκε και αναστήθηκε, αποκτώντας μια ανανεωμένη ταυτότητα, με την οποία πολιτογραφήθηκε στο Κυριακό Σώμα. Όλα τα θεόνομα και θεοκεντρικά στοιχεία της Ελληνικότητας, αγιάζονται στο φως της Χάρης, αγιαζόμενα όμως ιεραρχούνται στην εν Χριστώ αποκάλυψη.

Η εν Χριστώ όμως αυθυπέρβαση του Ελληνισμού συνδέθηκε και με την μετάβαση από τη φυλετική στην υπερφυλετική συνείδηση. Χωρίς να χάνεται η αυτοσυνειδησία της καταγωγής, το αίμα ιεραρχείται στο πνεύμα. Η συνείδηση αυτή, που κηρύχθηκε από τον Ισοκράτη και παγιώθηκε με το έργο του Μ. Αλεξάνδρου, αποσυνδέει το «ομόφυλο» από την πολιτιστική σύμπτωση, αφού ομολογείται ότι και ο αλλόφυλος μπορεί πολιτιστικά να είναι «Έλλην» (εδώ ανήκαν οι «Ελληνιστές» της Κ. Διαθήκης).

Αυτή η συνείδηση θα εκφράσει το Ελληνικό Έθνος και στα πρώτα Συντάγματά του ήδη από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης (1821) : «όσοι κάτοικοι της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν είναι Έλληνες», κάτι που ερμηνεύεται από το προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου: «η επικρατούσα θρησκεία … είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας». Παρά την κατάφαση και της «νομικής ιθαγενείας» (πολιτογράφηση των «ξένων»), Ελληνισμός και Ορθοδοξία, κατά την αυθεντική Ελληνική συνείδηση, είναι μεγέθη «ασύγχυτα», αλλά και «αδιαίρετα», ως οι δύο φύσεις μιας θεανθρώπινης ένωσης.

Επιστροφές όμως στον εθνισμό όπως εκείνες του Αυτοκράτορα Ιουλιανού (δ´ αι.) ή του Πλήθωνα Γεμιστού (ιε´ αι.), αλλά και μεταγενέστερες τάσεις για απορθοδοξοποίηση του εθνικού βίου, επιβεβαιώνουν το γεγονός, ότι ένα μέρος του Ελληνισμού δεν ενοφθαλμίστηκε καθολικά στο Σώμα της Εκκλησίας. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν γίνεται δεκτή η εκκλησιαστική πράξη ως «ασκητική θεραπευτική» της ανθρώπινης ύπαρξης και κοινωνία με την άκτιστη χάρη, λόγω της εμμονής στη νοησιαρχική θεώρηση της πίστης και την υπόταξή της στην φιλοσοφία. Ενας πνευματικός δυϊσμός, έτσι παρασητεί μόνιμα στο σώμα του Ελληνισμού. Χαρακτηριστικές φανερώσεις του ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ιωάννης Ιταλός, οι αντισυχαστές του ιδ´ αι., οι Διαφωτιστές του ιη αι. και οι σύγχρονοι μεταδιαφωτιστές – «εκσυγχρονιστές» όλων των κομμάτων – μόνιμοι πόλοι έντασης μεταξύ πατερικής και μη καθολικά ορθοδοξοποιημένης Ελληνικότητας. Αυτός ο «εθνικός» Ελληνισμός, όταν το επιτρέψουν οι συγκυρίες, διεκδικεί την προτεραιότητα και την καθολική επιβολή του. Είναι όμως γεγονός, ότι το ευρύ στρώμα του Ελληνικού λαού, όπως δηλώνουν, άλλωστε, οι διάφορες δημοσκοπήσεις, διατηρεί έστω και ατελώς το σύνδεσμό του με τη ζωή της Εκκλησίας.

Η υπεροχική παρουσία του Ελληνισμού στη ζωή της Εκκλησίας δηλώνεται από τη θέση της ελληνικής γλώσσας στις γραπτές πηγές της χριστιανικής πίστης (Αγία Γραφή, ολόκληρη η Καινή Διαθήκη, μετάφραση των Ο για την Π. Διαθήκη), στην Λατρεία και την Πατερική Γραμματεία. Η Ελληνική σ’ όλες τις ιστορικές φάσεις της, σώζεται στον εκκλησιαστικό πατερικό λόγο, μέσω δε της λατρείας και των πατέρων, έγινε γλώσσα όλης της Ορθοδοξίας, σε σημείο που να μη μπορεί να νοηθεί πιά η Ορθοδοξία χωρίς την Ελληνική γλώσσα. Για την Εκκλησία δε της Ελλάδος η γλώσσα της Εκκλησίας είναι συγχρόνως γλώσσα επικοινωνίας όλου του Έθνους, ώστε η Εκκλησία του Ελληνικού λαού να βρίσκεται αβίαστα στο επίκεντρο του εθνικού βίου. Η διασύνδεση βέβαια, Ελληνικής γλώσσας και Εκκλησίας πρέπει να μένει έξω από κάθε έννοια φυλετισμού, διότι στην Ορθοδοξία δεν τέθηκε ποτέ θέμα «ιερών γλωσσών», όπως στη Λατινική Δύση, ισχύει δε πάντα ο λόγος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού: «να σπουδάζετε τα παιδιά σας να μανθάνουν Ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είναι εις την Ελληνικήν, και αν δεν σπουδάξεις εις το Ελληνικόν, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβεις εκείνα, όπου ομολογά η Εκκλησία μας». Η προοπτική του Πατροκοσμά – που κωδικοποιεί και στο σημείο αυτό την μακραίωνη πατερική στάση – δεν είναι «εθνοκεντρική», αλλά εκκλησιοκεντρική. Ο Ελληνισμός σώζεται και μεγαλύνεται μέσα στην Εκκλησία, διακονώντας το Ευαγγέλιο.

Κύριο στοιχείο του Ορθοδόξου πολιτισμού είναι η συνεχής ζήτηση Χάρης, λόγω της πίστης στην ανάγκη της Χάρης για την πραγμάτωση του ανθρώπου ενδοϊστορικά και αιώνια. Ο Χριστιανός Έλληνας (Ρωμηός) ζει μόνιμα με την αίσθηση της παρουσίας του Ακτίστου στη ζωή του και με την προσδοκία του θαύματος, που είναι η εγκυρότερη επιβεβαίωση της Θείας παρουσίας. Στην Ελληνική γλώσσα η αξία ή απαξία του ανθρώπου προσδιορίζεται με βάση τη θεόνομη σχέση: θεοφοβούμενος-αθεόφοβος/θεομπαίχτης, ή «δεν έχει Θεό μέσα του», διότι η ενοίκηση του Θεού ισχύει στη συλλογική λαϊκή συνείδηση ως στοιχείο καταξίωσης του ανθρώπου. Έτσι, αποβαίνει ο Ορθόδοξος Πολιτισμός βίωση της προτεραιότητας του προσώπου, ως ετερότητας και ελευθερίας, στα όρια του κοινοτισμού, ως εν Χριστώ αδελφικής κοινωνίας. Όλα τα πολιτισμικά αγαθά του Ελληνισμού εξελίχθηκαν κάτω από την επίδραση του Χριστιανισμού, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει, ότι ο Χριστιανισμός ως Ορθοδοξία μπορεί να ταυτιστεί με οποιονδήποτε πολιτισμό (πρβλ. Εβρ. 13,14). Οι μορφές όμως και εκφράσεις του Ελλαδικού πολιτισμού έλαβαν περιεχόμενο Χριστιανικό, όπως και οι επιβιώσεις του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Η Εκκλησία, άλλωστε, χρησιμοποίησε και στην περίπτωση της Ελλάδος τις πολιτιστικές εκφράσεις για τη εκχριστιάνιση του λαϊκού βίου. «Καρδιά του Ελληνικού πολιτισμού έγινε η δύναμη του φωτισμού και της θέωσης» (π. Ιωάννης Ρωμανίδης). Η δημιουργία του Ελληνικού πνεύματος, σε όλους τους χώρους και με όλες τις δυνατότητες έκφρασής του, σφραγίζεται από αυτή την προϋπόθεση. Η ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας έγινε σημαντικότατο κεφάλαιο της ιστορίας του Ελληνισμού και σπονδυλική στήλη της εθνικής επιβίωσης και διαχρονικής παρουσίας του.

Η αναγεννητική διασύνδεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού υπήρξε ευεργετική για το Ελληνικό Έθνος. Το 1852 η αρμόδια για τα Εκκλησιαστικά νομοσχέδια Επιτροπή θα ομολογήσει μέσα στη Βουλή των Ελλήνων τα ακόλουθα: «Αύτη (ενν. η Ορθόδοξη Εκκλησία) διετήρησεν εν ταις περιπετείαις των χρόνων την πνευματικήν και εθνικήν ενότητα των Ελλήνων». Κατά τον αείμνηστο ιστορικό Γεράσιμο Κονιδάρη, «η ημετέρα Εκκλησία εκτός της γλώσσης και του δικαίου, αποτελεί τον πλέον ζωντανόν σύνδεσμον του δισχιλιετούς εν τη Ορθοδοξία παρελθόντος της Ελλάδος … μετά του παρόντος».

Η θρησκευτική και εθνική ενότητα τω Ελλήνων εξασφαλίζεται, με την αδιάρρηκτη εκκλησιαστική συνέχεια, κυρίως σε μη ομαλές ιστορικές περιόδους του Γένους (δουλεία). Το λεγόμενο, ότι η εκκλησιαστική κοινωνία λειτουργεί ιστορικά ως «κιβωτός» του Έθνους, συνιστά ιστορική πραγματικότητα, μη επιδεχομένη αμφισβήτηση. Το Έθνος σώζεται μέσα στην Εκκλησία-Ορθοδοξία και γι’ αυτό οι όροι «τουρκεύω» και «φραγκεύω» στις περιπτώσεις αλλαξοπιστίας δεν σημαίνουν μόνον αλλαγή θρησκευτικού, αλλά και εθνικού φρονήματος, αυτόχρημα αφελληνισμό (π.χ. οι Γενίτσαροι. Οι Ουνίτες είναι οι Γενίτσαροι προς τη Δύση.) Αυτό όμως δείχνει τη συνείδηση ταύτισης εθνικού και εκκλησιαστικού φρονήματος, η απώλεια δε του δευτέρου, ως θεμελιώδους ψυχογραφικού στοιχείου, επιφέρει και τη απώλεια του πρώτου.

Μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα ιεραρχείτο σε όλη τη «βυζαντινή» και «μεταβυζαντινή» περίοδο η ελληνική εθνική συνείδηση, εναρμονιζόμενη με την ευρύτερη υπερφυλετική συγγένεια, τη ρωμαίϊκη, με ακατάλυτο ενωτικό σύνδεσμο τη χριστιανική πρωτεύουσα του οικουμενικού Ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη – Νέα Ρώμη. Κέντρο η Αγία Τράπεζα της Αγιά Σοφιάς.. Αν δε η Εκκλησία υπήρξε πάντοτε το πολύτιμο καταφύγιο του εμπερίστατου Έθνους-Γένους, οι Μονές λειτουργώντας ως κολυμβήθρες συνεχούς αναβαπτισμού του Έθνους, υπήρξαν -και υπάρχουν μόνιμα- πηγή συνοχής εθνικής, παρηγοριά και ψυχικής ανάτασης (εδώ φαίνεται και η σημασία των Μονών του Αγίου Όρους). Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να κατανοηθεί και ερμηνευθεί η γένεση και εκκλησιαστική συντήρηση της Μεγάλης Ιδέας του Γένους, η οποία όμως ταυτίζεται με την Οικουμενική εν Χριστώ αποστολή του. Το υπόβαθρο της Μεγάλης Ιδέας δεν είναι επεκτατικό-πολιτικό αλλά πνευματικό-εκκλησιαστικό, ως όραμα της ενότητας της πίστης και εν Χριστώ κοινωνίας. Είναι η συνείδηση της οικουμενικής ευθύνης και αποστολής της Ελληνικής Ορθοδοξίας, αλλά και το μόνιμο χρέος του Ελληνισμού ως φωτιστού της Οικουμένης.

Έτσι κατανοείται και η αστασίαστη παρουσία του Ράσου στους αγώνες του Γένους/Έθνους για την ανάκτηση της ελευθερίας του. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, πνευματικά και πολιτικά, σε μεγάλο μέρος υπήρξε έργο της Εκκλησίας. Δεν είναι πρωταρχικός, βέβαια, στόχος του Ορθοδόξου Κλήρου η διάσωση της ιστορικής διάστασης του Έθνους, αλλά η ένταξή του στο Κυριακό σώμα για την εν Χριστώ ατομική και συλλογική πνευματική ολοκλήρωσή του. Ο λόγος του μεγάλου «πατριώτη» Πατροκοσμά του Αιτωλού, είναι στο σημείο αυτό κωδικοποίηση όλης της σχετικής πατερικής παράδοσης: «Η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και μάταια, είναι από του Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Αποκούρου… Ημείς Χριστιανοί μου δεν έχομεν εδώ πατρίδα» (πρβλ. Εβρ. 13,14). Επειδή όμως η εξωτερική ελευθερία συνάπτεται στην Ορθοδοξία με την εσωτερική (απελευθέρωση της καρδιάς από τη δουλεία των παθών), η Εκκλησία διασώζει μόνιμα μια θεολογία ελευθερίας, που νομιμοποιεί την ηγετική παρουσία του Κλήρου στους Ιερούς (αμυντκούς και απελευθερωτικούς) του Έθνους αγώνες. Ακριβώς δε τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης «εδικαίωσαν τον χαρακτηρισμό της Εκκλησίας μας ως Εκκλησίας της Αναστάσεως» (Γ. Κονιδάρης). Η Ορθόδοξη πίστη και η δυναμική της στη συνείδηση του Έθνους αποτελεί και σήμερα τον ισχυρότερο και βαθύτερο δεσμό, που στηρίζει την ενότητά του, στον εκκλησιαστικό δε χώρο σώζεται πάντα ο αγνότερος πατριωτισμός.

Σ’ αυτή τα συνάφεια κατανοείται εκκλησιαστικά ο Εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας σε καιρούς δυσχειμέρους ή η άρθρωση λόγου εκκλησιαστικού στα εθνικά θέματα και σήμερα.

Στη χαλάρωση της σύζευξης, αν όχι και στην αποσύνδεση –σε κάποιες περιπτώσεις- Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, συνέβαλαν δραστικά οι διάφορες θρησκευτικές και πολιτικές προπαγάνδες και ιδεολογίες, που κατά τους τελευταίους αιώνες εισβάλλουν κατά συρροή στον Ελλαδικό χώρο. Οι ποικίλες «θρησκευτικές εκδηλώσεις» (ο όρος ανήκει στη νέα νοοτροπία) ή οι συνεχιζόμενες πανηγυρικές τελετές δεν σημαίνουν φυσικά και συνέχεια της πατερικότητας. Αληθινή επιβίωση της παράδοσης είναι δυνατή μόνο εκεί, όπου σώζεται η συνέχεια του τρόπου ζωής, που διαμόρφωσε η πατερική Ορθοδοξία. Όταν αδρανούν τα ορθόδοξα κριτήρια, η Ορθοδοξία εκλαμβάνεται εύκολα ως σύνολο θρησκευτικών εθίμων, αναγκαίων για τη διάσωση του εθνικού φρονήματος, κάτι που εκφράσθηκε ήδη από τον Ίωνα Δραγούμη: «Ο Ελληνικός πολιτισμός, πρώτος στον καιρό του, τύλιξε ακόμη και τη χριστιανική θρησκεία στα δίχτυα του, την έβαλε και αυτή μέσα στο σακκί και την έκαμε όργανο ηθικής επιβολής!». Αυτή είναι η συνείδηση των (θρησκευόντων) Ελλήνων διανοουμένων, όταν δεν απορρίπτουν μεν ρητά την Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά την θεωρούν απλό στήριγμα της ιστορικής διάστασης του Έθνους, μένοντας περισσότερο Έλληνες παρά Χριστιανοί. Ανατρέπεται, έτσι, η πατερική ισορροπία στη σύζευξη Ελληνισμού-Χριστιανισμού, μολονότι στο θέμα αυτό παρατηρείται σαφής αντίθεση ανάμεσα στην λογιοσύνη και το ευρύ λαϊκό στρώμα, που συνεχίζει να δηλώνει εμμονή στην πίστη του. Είναι όμως γεγονός, ότι η μικροαστική κοινωνία έχει τραφεί με το πνεύμα του δυτικού ευσεβισμού, στο οποίο το πατερικό ιδανικό του «θεουμένου» (αγίου) απωθείται για χάρη του καλού και άψογου κοινωνικά ανθρώπου.

Η ζωή και το πνεύμα της Ορθοδοξίας διαμορφώνουν επί αιώνες την ελληνική κοινωνία, ασκώντας ευεργετική επιρροή σ’ αυτήν, κυρίως, μέσω της λατρείας, στην οποία διαπλάθεται κυριολεκτικά η ζωή και συνείδηση του λαϊκού σώματος. Το ορθόδοξο ήθος μορφώνεται στα όρια της λατρείας διαφωτίζοντας τη συλλογική Ελληνική ύπαρξη. Το λαϊκό (ελληνικό) ήθος είναι στην ουσία του ευχαριστιακό, ως οργανική συνέχεια της λατρείας, «λειτουργία μετά τη λειτουργία», ως αγώνας για τη μεταμόρφωση της σωματικότητας και υλικότητας εις «θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ» (Ρωμ. 12,10) και της καθημερινότητας σε λατρεία αγάπης, αμοιβαιότητας, θυσίας (ελληνικό φιλότιμο). Ο Ελληνικός λαός σώθηκε κυριολεκτικά σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους του, μέσα στη λατρεία (πρβλ. Σοβιετία). Η Εκκλησία εξασφαλίζει κοινωνικά το πλαίσιο ανάπτυξης σύνολης της ζωής, στη λειτουργική σύναξη, η οποία συνήθως περιλαμβάνει οριακά όλο το χωριό – κοινότητα. Η «ενορία» στην αγροτική προπάντων κοινωνία, διασώζει το ορθόδοξο ήθος ως καθολική στάση ζωής.

Η λατρεία ορθόδοξα δεν μένει ποτέ απλή θρησκευτική έκφραση (πρβλ. Πράξ. 2, 42 ε., 4, 32 ε.), αλλά είναι προπάντων κοινωνικό γεγονός. Τα Εκκλησιαστικά μυστήρια (βάπτιση, γάμος ευχέλαιο), αλλά και η νεκρώσιμη ακολουθία (κηδεία) όπως και τα εκκλησιαστικά πανηγύρια στις μνήμες των Αγίων, ασκούν κοινωνική δυναμική, ως φυσικές και αβίαστες λαοσυνάξεις. Τα λείψανα των Αγίων με την αφθαρσία και τα θαύματά τους, ασκούν μόνιμη πνευματική επιρροή στο λαό, ως και οι γνωστές ως θαυματουργές Άγιες Εικόνες. Γι αυτό τα Ιερά Προσκυνήματα αποβαίνουν σημαντικοί παράγοντες ενότητας στο Έθνος, σε μία βάση μάλιστα καθολικά αστασίαστη. Οι Εκκλησιαστικές πανηγύρεις σε ναούς λαοφιλών Αγίων λειτουργούν εθνικά και πανενωτικά, ως ουσιαστικός ενωτικός παράγοντας ακόμη και στην εποχή μας. Ιδιαίτερα δε οι Μονές, ως μόνιμα προσκυνήματα του λαού, συντελούν στη διαρκή θέρμανση του φρονήματος με την πνευματική προσφορά τους (εξομολόγηση, πνευματική καθοδήγηση), την διδασκαλία (ιδίως στην περίοδο της δουλείας – «κρυφό σχολειό») τις συλλογές χειρογράφων και εντύπων (επιστημονικά κέντρα) και την συντήρησή τους σε μεγάλες βιβλιοθήκες, αναγνωριζόμενες καθολικά ως ανεκτίμητα θησαυροφυλάκια της ανθρώπινης σοφίας.

Το κοινωνικό, επίσης, πνεύμα της Εκκλησίας, σωζόμενο στην παράδοσή της ως κοινοτισμός και κοινοβιακός τρόπος ύπαρξης, διαποτίζει τη ζωή σύνολου του Έθνους, προσφέροντας τη μοναστική Ενορία (το μοναστήρι) ως πρότυπο (μοντέλο) κοινωνικής συσσωμάτωσης. Έτσι όμως καλλιεργείται η συναδέλφωση και αλληλοβοήθεια των κοινωνικών στρωμάτων. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες διαμορφώθηκε στον Ελληνικό κόσμο ένα κοινωνικό πρότυπο, μέσα από τη σύνθεση των αρχαίων Ελληνικών κοινών και των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Τον 4ο αι. ο Μ. Βασίλειος εξ άλλου, οργάνωσε το Μοναστήρι κοινοβιακά, προσφέροντας μόνιμη έκφραση κοινωνικής ύπαρξης, αλλά και μόνιμο κοινωνικό πρότυπο στη διαχρονική πορεία του Ορθοδόξου Γένους. Η ισορροπία αυτή θα διαταραχθεί με τη εισβολή του πνεύματος αυτονόμησης του κοινωνικού χώρου από το τέλος της Τουρκοκρατίας, ως καθαρά Δυτική επίδραση.

Η Εκκλησία με το κήρυγμά της ενίσχυε τον κοινοτικό θεσμό, ως θεμελιακό παράγοντα στην επιβίωση του Γένους (συναδέλφωση του λαού), αλλά και πεδίο μοναδικό για την πολιτική έκφραση της κοινωνικής δυναμικής. Σημαντική δε προέκταση του κοινοτικού θεσμού υπήρξε η διαμόρφωση της οικονομικής ζωής με τη μορφή των συντεχνιών και των ποικίλων σωματειακών συσπειρώσεων και συσσωματώσεων εμπορικού χαρακτήρα. Η συχνή χρήση στις περιπτώσεις αυτές του όρου «αδελφότης» φανερώνει την εκκλησιαστική επίδραση, αφού άλλωστε κάθε συντεχνιακή συσσωμάτωση είχε τον προστάτη Άγιό της και πανηγύριζε (λειτουργικά) στη μνήμη του. Την ακατάλυτη αυτή διασύνδεση Ορθοδοξίας και Κοινοτισμού διακήρυξε ο Ίων Δραγούμης, ο θεωρητικός του νεοελληνικού πολιτισμού: «όπου βρεθούνε δέκα Ρωμιοί φτιάνουν Κοινότητα. Συνάζουν πρώτα χρήματα για την Εκκλησία. Άμα τη χτίσουν, φέρνουν παπά. Έπειτα και τις γυναίκες τους. Ύστερα με τους δίσκους της Εκκλησιάς, συνάζουν χρήματα και φτιάχνουνε σκολειό … Ο Ελληνισμός είναι μια οικογένεια από Ελληνικές κοινότητες...».

Μεγαλεπήβολη όμως αποδεικνύεται η επίδραση του εκκλησιαστικού χώρου και στην καλλιτεχνική δημιουργία του ελληνικού λαού σε κάθε έκφραση της Τέχνης. Η κατάφαση όμως της Τέχνης από την Ορθοδοξία αποτελεί συγχρόνως και εν Χριστώ ανανοηματοδότηση και μεταμόρφωσή της, αφού παύει να είναι αυτοσκοπός, μεταβαλλόμενη σε ποιμαντικό μέσο διακονίας και αγιασμού του ανθρώπου και του κόσμου. Η παράσταση λ.χ. αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στους Νάρθηκες Ναών «ως προειπόντων την ενσάρκωσιν του Χριστού», νοσταλγών δηλαδή της λυτρωτικής εισόδου του Θεού «εν σαρκί» στην ιστορία, συνιστά πανηγυρική κατάφαση της ενότητας Χριστιανισμού-Ελληνισμού.

Εξ ίσου όμως ενδεικτική για την εκκλησιαστική δυναμική στη λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία είναι η λογοτεχνία και μάλιστα η ποίηση. Είναι γνωστά τα δημοτικά τραγούδια με χριστιανικό περιεχόμενο και ιδιαίτερα ο κύκλος, που σχετίζεται με εθνικά γεγονότα (επικός). Όλη γενικά η δημοτική ποίηση είναι ενδεικτική της ζύμωσης του ελληνικού λαού, με την εκκλησιαστική παράδοσή του, αλλά και της καθολικότητας της συνείδησής του, αφού διασώζει σ’ αυτήν αβίαστα τη μνήμη όλης της ιστορίας του, προχριστιανικής και χριστιανικής.

Το θέμα της εθνικής μας ταυτότητας και της συνέχειάς της πρέπει να απασχολεί όλους τους Έλληνες, καθώς προχωρούμε στην πλανητική πολτοποίηση της παγκοσμιοποίησης. Ιδιαίτερα όμως δικαιώνεται ιστορικά να ασχολείται με αυτό η Εκκλησία μας, ως πνευματική μητέρα του λαού και σώτειρα του Έθνους. Στην μεταβατική αυτή περίοδο μία νέα κρίση ταυτότητας είναι γεγονός. Μόνο που δεν αφορά στην Εκκλησία, η οποία έχει επίγνωση της ταυτότητάς της, αλλά στις δυνάμεις εκείνες, πού κατεργάζονται την υποδούλωσή μας σε μια πραγματικότητα που ούτε ωδίνες, ούτε τοκετός είναι του Ελληνισμού, αλλά μας μεθιστά σε μια νέα ταυτότητα, την “new identity” που τόσο νοσταλγούν οι αγνοούντες και γι αυτό περιφρονούντες την Ελληνορθοδοξία. Η υποτίμηση της εθνικής μας ταυτότητας από τις δυνάμεις αυτές, γέννησε και το «πρόβλημα των ταυτοτήτων», που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία σήμερα, καθιστάμενο αυτόχρημα πρόβλημα της ιστορικής συνέχειας ή ασυνέχειας του Έθνους μας. Η παγκοσμιοποίηση στο ιδεολογικό-πολιτιστικό επίπεδό της, με την ολιστική στρατηγική της, ισοπεδώνει κάθε είδους ταυτότητα, μέσω της αναίρεσης των ιδιαιτεροτήτων και της αναγωγής σε γενικά προσδιοριστικά στοιχεία, για την επίτευξη της ενοποίησης και ενιαιοποίησης του κόσμου. Γι’ αυτό πολεμείται ενσυνείδητα η Ορθοδοξία, ή έστω αποκρούεται, διότι με την ανάδειξη του ανθρωπίνου προσώπου και την αρμονική σύζευξη προσώπου και κοινωνίας, διασώζει και στηρίζει την ενότητα μέσα στην πολυμορφία και ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων και χαρισμάτων.

Οι Ορθόδοξοι λαοί είναι ο πρώτος στόχος του δυτικού μετανεωτερικού ολοκληρωτισμού, διότι μένουν ακόμη ριζωμένοι στην παράδοσή τους, στη φυσική και ιστορική συλλογικότητά τους, και δεν έχουν διαβρωθεί ή αλλωθεί πλήρως από το πνεύμα των καιρών.

Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που φθάσαμε σε σημείο να απολογούμεθα για την πίστη μας και να διαγωνιζόμαστε σε δημοκρατισμό και προοδευτισμό, σα να ήσαν οι έννοιες αυτές αντιφατικές με την Ορθοδοξία των πατέρων μας ή σαν να προσπαθούμε να καταδείξουμε το αυτονόητο, τη σχέση της Ελληνικότητας με την Ορθοδοξία. ΄Εχουμε, λοιπόν, ένα ισχυρότατο δείγμα, ότι η πολιτισμική και εθνική ισοπέδωσή μας προχωρεί ανησυχητικά. Στην διαλυτική αυτή πορεία εντάσσεται και το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό μέτρο να μην έχει Ορθόδοξος Έλληνας την ελευθερία να δηλώνει παντού και πάντοτε τη σχέση του με την Ορθόδοξη παράδοση και την Εκκλησία του, για να θεωρείται η Ορθοδοξία ιδιωτική υπόθεση του Έλληνα πολίτη. Εν τούτοις το κύριο συστατικό της εθνικής μας ταυτότητας, που τεκμηριώνει την ιδιαιτερότητά μας, είναι η Ορθοδοξία. Ο «παπισμός» και οι «προτεσταντισμοί» ή και ο «ισλαμισμός» δεν αποτελούν πρωτογενή συστατικά της ελληνικής μας φυσιογνωμίας.

Ο σημερινός Ελληνισμός πρέπει να επιζήσει όχι μόνο «για να μη χαθεί ο φυλετικός μας σπόρος», αλλά κυρίως διότι είναι η μόνη ακόμη ελεύθερη φωνή της Ορθοδοξίας και ο φορέας της οικουμενικής αποστολης της. Για να συνεχίσει όμως αυτή την αποστολή του ο Ελληνισμός, πρέπει να γνωρίζει και ενσαρκώνει τις ελληνορθόδοξες ρίζες του. Η Εκκλησία μας, παρά την αναπόφευκτη ασυνέπεια κάποιων εκπρόσωπων της, συντηρεί τα υγιή και γόνιμα στοιχεία της εθνικής μας ταυτότητας, διατηρώντας την έξω από κάθε τάση σωβινισμού και φυλετισμού. Στην προϊούσα πολτοποίηση της εποχής μας σώζει την ελληνικότητα στα στοιχεία εκείνα, που προσλήφθηκαν από την Ορθοδοξία και ως ιστορική σάρκα της ενώθηκαν με το αιώνιο, την άκτιστη Θεία Χάρη, πολιτογραφημένα πιά στην Αιωνιότητα. Είναι κατανοητό, λοιπόν, γιατί ο μακαριστός Στήβεν Ράνσιμαν κάλεσε τους Έλληνες να κρατήσουν την Ορθόδοξη ταυτότητά τους για να έχουν μέλλον και πολιτισμική παρουσία και στον 21ο αιώνα.

Κεντρική σελίδα Επιτροπής