Κεντρική σελίδα

Ιερατικές Κλήσεις και προϋποθέσεις Ιεροσύνης
Σχετικοί προβληματισμοί


του Ομοτ. Καθ. του Α.Π.Θ. Χρίστου Θ. Κρικώνη



Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς γνωστόν, ἔχει καθιερώσει εἰδική ἑβδομάδα ἱερατικῶν κλίσεων, κατά τήν ὁποία προβάλλονται κατά διαφόρους τρόπους ἡ σπουδαιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης καί ἡ ἀποστολή τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος. Κατ’ αὐτήν, δίδεται ἡ εὐκαιρία νά τονισθοῦν οἱ προϋποθέσεις προσελεύσεως ἀξίων νέων στό ὑπούργημα αὐτό, δεδομένου ὅτι ἡ Ἱερωσύνη κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην Χρυσόστομον, εἶναι διακονία ἡ ὁποία δίδεται ἀπό τό Θεό στούς ἱερεῖς ὡς «θεῖον χάρισμα», γι’ αὐτό καί χαρακτηρίζεται ὡς ἡ σπουδαιότερη καί τιμιώτερη ἀπό ὅλες τίς ἐπίγειες ἐξουσίες (Περί Ἱερωσύνης, Γ΄ 5). Καί μολονότι ἀσκεῖται ἐπί γῆς, τά ἀποτέλεσματα της διαβαίνουν στούς οὐρανούς καί ὡς τοιαύτη εἶναι ὑπηρεσία - διακονία ἡ ὁποία ἁρμόζει στούς Ἀγγέλους (Περί Ἱερωσύνης, Γ΄ 4) γι’ αὐτό καί τό ἱερατικό ἀξίωμα χαρακτηρίζεται «ἀγγελικό» ὡς ἀνῆκον στήν «τάξη τῶν ἐπουρανίων». Καί αὐτό εἶναι εὔλογον, ἀφοῦ τήν ἱερωσύνη «δέν τήν καθίδρυσε οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος, οὔτε κάποια ἄλλη κτιστή δύναμη, ἀλλά μόνο ὁ ἴδιος ὁ Παράκλητος, ὁ ὁποῖος τήν ἔκανε νά φαίνεται ὅτι ἀσκεῖται ἀπό ἀγγέλους, ἄν καί ἀσκεῖται ἀπό σαρκικά ὄντα - ἀνθρώπους», (Περί Ἱερωσύνης, Γ΄ 5, P.G. 48, 643 κ.ἄ.).

Κατά τόν Ἰσίδωρον Πηλουσιώτη, ἡ ἱερωσύνη εἶναι «θεῖον χρῆμα καί ὄντων ἁπάντων τό τιμιώτατον (Ἐπιστ. 2,52 καί 1,25).

Κατά ταῦτα, τό μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης εἶναι ὕψιστον ὑπούργημα καί ἡ ἀποστολή τοῦ ἱερέως εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἐξέλεξε τούς Ἀποστόλους στούς ὁποίους ἔδωκε ἐντολή νά διδάξουν τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καί νά «βαπτίζουν εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19). Οἱ δέ Ἀπόστολοι ἐπέλεξαν τούς συνεργάτες τους, ὡς διαδόχους τους στόν κόσμο, νά συνεχίζουν τή μεγάλη ἀποστολή τους ἐφοδιάζοντές τους καί μέ γραπτές συμβουλές ὅπως εἶναι οἱ γνωστές ποιμαντικές ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Ἀπό τούς διαδόχους αὐτούς τῶν Ἀποστόλων ἀνεδείχθησαν ἀξιόλογες πατερικές μορφές, οἱ ὁποῖες ἀνταπεκρίθηκαν ἀπόλυτα στό ἔργο τῆς κλήσεώς τους. Σ’ αὐτές τίς πνευματικές προσωπικότητες ἀνήκουν οἱ μεγάλοι Ἀποστολικοί Πατέρες (Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, Πολύκαρπος Σμύρνης, Κλήμης Ρώμης) καί στή συνέχεια ἀναφαίνονται οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ Νύσσης Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀλλά καί ἄλλες ὑπέροχες ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες πατέρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας κατά τούς μετέπειτα χρόνους μέχρι τά τελευταῖα χρόνια.

Ἔτσι καί σήμερον ἡ ἐποχή μας ἔχει νά παρουσιάσει ἀξιόλογες ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες, ἀντάξιες τοῦ ἀξιώματος τῆς Ἱερωσύνης, ὑποδείγματα πνευματικῆς ζωῆς καί προσφορᾶς ἔργου διακονίας γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τίς ὁποῖες τούς ἐνεπιστεύθη ἡ μητέρα Ἐκκλησία.

Γιά τήν συνέχιση τῆς σωτηριώδους αὐτῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας μας στόν κόσμο ἀπαιτεῖται ἡ ἀνάδειξη ἀξίων, ἐπαρκῶς κατηρτισμένων καί ὁλοκληρωμένων προσώπων. Ἡ προτροπή εὐσεβῶν νέων νά ἀκολουθήσουν τό ἱερατικό ἀξίωμα προϋποθέτει τή συμβολή καί πολλῶν ἄλλων παραγόντων, ὅπως τοῦ οἰκογενειακοῦ, τοῦ σχολικοῦ - ἐκπαιδευτικοῦ, κοινωνικοῦ περιβάλλοντος ∙ ἀπαιτεῖται, ἐπίσης ἡ συνάρτηση καί ἡ ὕπαρξη πνευματικῶν, διοικητικῶν καί ἄλλων προσόντων τῶν ὑποψηφίων ἱερέων. Τέτοια εἶναι, μεταξύ τῶν ἄλλων, καί κυρίως, ἡ προσωπική κλίση τοῦ κάθε ὑποψηφίου, ἡ ἀγάπη καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἠθική καθαρότητα, τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, ἡ ὑπομονή καί ἡ νηφαλιότητα, ἡ γνώση καί καλή ἐνημέρωση τοῦ πνευματικοῦ ποιμαντικοῦ καί ἱεραποστολικοῦ ἔργου πού πρόκειται νά ἐπιτελέσει.

Μέ ἄλλα λόγια, προκειμένου νά προσέλθει κάποιος νέος στό Ἱερατικό ἀξίωμα πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἔχει βαθειά συναίσθηση τῆς μεγάλης εὐθύνης τήν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, τῶν πολλῶν καί ποικίλων δυσκολιῶν τίς ὁποῖες ἔχει νά ἀντιμετωπίσει καί πρό παντός νά μή διαπνέεται ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ξηροῦ ἐπαγγελματισμοῦ, γιά τό ὁποῖο εἶναι κατηγορηματικά ἀντίθετος τόσον ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅσον καί ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Πρός τοῦτο γιά τούς νέους πού ἔχουν κλίση νά ἱερωθοῦν ἀπαιτεῖται ὁπωσδήποτε εἰδική κατήχηση ὡς πρός τά προβλήματα πού πρόκειται νά ἀντιμετωπίσουν. Μεταξύ τῶν ἄλλων, πρέπει νά γνωρίζουν τήν ὑποτίμηση καί ἀπαξίωση πού ἔχει μία σημαντική μερίδα τῆς κοινωνίας γιά τούς κληρικούς, τή δυσκολία ἀνεύρεσης ἀξίων συζύγων των, τίς ἑκάστοτε δυσκολίες πού ἐνδέχεται νά ἀνακύπτουν, ἐνίοτε στίς σχέσεις μέ τούς προϊσταμένους τους, ὅποιοι καί ἄν εἶναι αὐτοί, καί ἀκόμη τό πνεῦμα θυσίας καί προσφορᾶς πού πρέπει νά τούς διακρίνει, καθώς καί πολλά σχετικά θέματα.

Συνεπῶς βασική καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τούς ὑποψηφίους τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος εἶναι ἡ προσεκτική διερεύνηση τοῦ ἑαυτοῦ τους, ὅλων δηλαδή τῶν προσωπικῶν, σωματικῶν, ἠθικῶν, ψυχικῶν ἱκανοτήτων τους. Καί ἐφ’ ὅσον, μετά τήν αὐτοεξέτασή τους, διαπιστώσουν ὅτι ὅλες οἱ ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις εἶναι θετικές καί εὐνοοῦν τήν ἀπόφασή τους νά ἱερωθοῦν, τότε καί μόνον μποροῦν νά προχωρήσουν νά ἱερωθοῦν καί νά ἀναλάβουν τήν ὑψηλή ἀποστολή τῆς διακονίας καί σωτηρίας τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (Περί Ἱερωσύνης Λόγος Γ΄, 11 – Δ΄, 12 – Β΄, 4 καί ἀλλαχοῦ). Ἀλλιῶς συνεχίζει ὁ ἱερός πατήρ, καμμιά δικαιολογία δέν θά εἶναι ἱκανή νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τήν σκληρή θεία τιμωρία. Διότι, τό μέγεθος τοῦ γεγονότος, τῆς ἁμαρτίας δέν μετριέται καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά ἀπό τήν ἀξίαν τοῦ προσώπου πού διαπράττει τήν ἁμαρτίαν, ἐπιλέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος (Περί Ἱερωσύνης, Γ΄, 13).


Κεντρική σελίδα