Κεντρική σελίδα
Σύγχρονοι προβληματισμοί, που επιβάλλουν την επανεξέταση λειτουργίας της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως

Δρ. Κων. Β. Ζορμπάς

Θεολόγος-Κοινωνιολόγος-Καθηγητής του ΜΕΦ Κατερίνης


Η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση ενώπιον της νεωτερικότητας

Στην εποχή μας υπάρχουν δύο βασικά σημεία που συνθέτουν τις βάσεις της σημερινής νεωτερικότητας. Το πρώτο είναι η επιβεβαίωση της παγκοσμιότητας και το δεύτερο, ως αποτέλεσμα του πρώτου, η διαμόρφωση μιας κοινής θρησκευτικής κουλτούρας. Δεν θα αναφερθούμε στο πρώτο, αλλά θα επιμείνουμε στο δεύτερο κυρίως σημείο, που έχει άμεση σχέση και με το θέμα μας.

Σύμφωνα με τους ειδικούς της Κοινωνιολογίας των Θρησκειών βρισκόμαστε μπροστά σε μια "δεύτερη μορφή νεωτερικότητας". Ο χαρακτήρας της ύστερης νεωτερικότητας είναι διφορούμενος. Από τη μία ενέχει μια δυναμική απελευθέρωση ενεργειών και νέων δυνατοτήτων και από την άλλη ενέχει τον κίνδυνο του μηδενισμού και της ισοπέδωσης σε παγκόσμια κλίμακα. Η σημερινή μετα-νεωτερικότητα, δηλαδή το μετα-μοντέρνο, αυξάνει την ικανότητα ανάπτυξης της ατομικότητας του ανθρώπου, ενώ συνάμα υπάρχει στροφή προς μια νέα μορφή κοινοτισμού που φθάνει μέχρι τα άκρα ενός ανεύθυνου αναρχισμού.

Οι επαναστατικές ομάδες (Σιάτλ, Πράγα, Λονδίνο, Κεμπέκ κ.λπ.) προέρχονται από διαφορετικά μέρη του κόσμου, εργατικά συνδικάτα, περιβαλλοντικές οργανώσεις και διάφορες κινήσεις πολιτών. Αλλά μέσα στις ομάδες αυτές συνυπάρχει ο γκουρού και ο οικολόγος, ο συνδικαλιστής και ο χρηματιστής. Με άλλα λόγια βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα ανθρωπολογία, που θα την ονομάζαμε «ανθρωπολογία των ακτιβιστών». Σ' αυτή την νέα ανθρωπολογία το πρώτο θύμα του τρομακτικού αυτού ακτιβισμού, που προκαλεί σύγχυση, σκοτοδίνη και ανασφάλεια για το αύριο, είναι οι νέοι μας. Οι αισιόδοξοι διακρίνουν μια καθολική απελευθέρωση των λαών από τους θεσμούς, μια κίνηση προς την παγκόσμια κοινωνία χωρίς σύνορα και αντιπαλότητες, ενώ οι λιγότερο αισιόδοξοι επισημαίνουν την τόνωση των ιδιαιτεροτήτων και την αφύπνιση του εθνικισμού!

Οι χριστιανικές αξίες που έθρεψαν παλαιότερες γενεές δεν φαίνεται να είναι πηγή αυτογνωσίας, έμπνευσης και δράσης. Έννοιες όπως πατρίδα, σημαία, ακρίτας, δεν μας λένε τίποτε. Ο χρόνος δεν είναι για το νέο άνθρωπο ο καθαγιασμένος, ο λειτουργικά δομημένος, ο εόρτιος και εσχατολογικός χρόνος?

Τέλος, η αμφισβήτηση των θεσμών έχει περάσει μέσα από τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού. Τα ζητήματα θρησκευτικού ή εκκλησιαστικού περιεχομένου αποτελούν συχνά την αποκλειστική "είδηση". Η σύγχρονη μορφή της θρησκευτικής πρακτικής, όπως αναλύσαμε παραπάνω, αποκτά ολοένα και δημόσιο χαρακτήρα. Η "επικοινωνιακή" εκκοσμίκευση δεν εξαντλείται απλώς στην έκθεση των γεγονότων και το πρώτο "θύμα" αυτής της επίθεσης είναι ο ιερωμένος. Και το ζούμε όλοι αυτό όταν οι ιερείς-μαθητές μας μεταφέρουν στο Σχολείο και την τάξη την τραγικότητα και την αγωνία του απλού πιστού, ο οποίος φορτισμένος από την υπέρ πληροφόρηση προσπαθεί να μάθει από την μοναδική του πηγή, τον παπά του χωριού, που αποτελεί τη μόνη ασφαλή πηγή πληροφοριών.

Όλα τα παραπάνω που, εν συντομία, αναπτύξαμε δεν μπορούν να μην έχουν άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις και στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση, όπως και αντιθέτως η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση δεν μπορεί να παραμένει ξένη ή ακόμη και αδιάφορη ως προς τα κοινωνικά δρώμενα.

Ερωτήματα: Μήπως, λοιπόν, "εις κενόν δράμομεν και εις κενόν κοπιάζομεν"; (Φιλιπ., 2:16). Μήπως κακώς έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία στο Κράτος την Εκκλησιαστική Εκπαίδευση; Μήπως κακώς έχει παραιτηθεί η Εκκλησία από το κατηχητικό της έργο και τη μέριμνά της προς τους ιερείς; Και εάν έτσι έχουν τα πράγματα ποιές προοπτικές είναι δυνατόν να προβλεφθούν για την Εκκλησιαστική Εκπαίδευση στον 21ο αιώνα; Βέβαια στην περίπτωση αυτή μπορούμε να αντιστρέψουμε τα ερωτήματα. Είναι έτοιμη η Εκκλησία να αναλάβει την ευθύνη της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης; Και αν ναι, ποιο είναι το κριτήριο επιτυχίας της; Κρίνεται δηλαδή η επιτυχία της μόνο από τη συχνότητα του εκκλησιασμού ή τη συμμετοχή των ιεροσπουδαστών και των Καθηγητών στα μυστήρια της Εκκλησίας ή θα πρέπει να αναζητηθούν νέοι τρόποι λειτουργίας;

Προβλήματα και ερωτήματα

Η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζει και αναπτύσσεται ο ιεροσπουδαστής γίνεται ολοένα και πιο αρνητική για το παιδευτικό έργο γενικά και ιδιαίτερα για το έργο του Καθηγητή. Η πραγματικότητα αυτή βαρύνεται τόσο από το σύνολο των προβλημάτων του όλου εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και από ειδικούς αρνητικούς παράγοντες στο χώρο των Σχολείων μας. Στα γενικά προβλήματα της παιδείας μας δεν μπορούμε βέβαια να αναφερθούμε εδώ. Περιοριζόμαστε όμως στη διαπίστωση, ότι το κυρίαρχο πνεύμα της κοινωνίας μας, που αντικατοπτρίζεται και στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, όπως επίσης και η καθημερινή ατμόσφαιρα του Σχολείου δεν χαρακτηρίζονται από κλίμα εύκρατο για την όλη εκκλησιαστική παιδεία.

Καθηγητές Παρ΄ όλα αυτά καταβάλλονται πολλές προσπάθειες και οι Καθηγητές κάνουν ότι μπορούν. Πόσο όμως μπορούν; Ποιός, πώς, πόσο τους στηρίζει, τους ενθαρρύνει, τους επιμορφώνει, τους ελέγχει, τους αξιολογεί, τους αξιοποιεί ευρύτερα στο έργο της Εκκλησίας; Η αγωνία αυτή ήταν καταγραμμένη σε πολλά ενημερωτικά κείμενα, πριν τις εκλογές, για την ανάδειξη των αιρετών εκπροσώπων του κλάδου στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης. Καταγραμμένη ήταν και η παραπληροφόρηση, ο αποπροσανατολισμός και ο εγωϊσμός. Τέτοιες θέσεις όμως δεν μπορεί παρά να επισημαίνουν τη βαθύτερη κρίση όχι μόνο της ίδιας της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, αλλά και της ίδιας της συλλογικής μας συνείδησης και της θελήσεώς μας να επιβιώσουμε ως τέλεια κοινότητα "ομογνωμόνων", να παραιτηθούμε δηλαδή από την πολιτειακή μας συγκρότηση και τον τρόπο μιας ζωής που συνεχώς μάς φθείρει εντός και εκτός της σχολικής κοινότητας.

Ο Καθηγητής που ασκεί, κατ΄ ανάγκη το έργο του ή που δηλώνει άθεος ή αισθάνεται ανέστιος ως προς το περιβάλλον της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης αποτελεί μια τραγική προσωπικότητα. Γνωρίζουμε ότι υπάρχει πρόβλημα συνείδησης για ορισμένο, έστω και μικρό ακόμη, αριθμό Καθηγητών στο χώρο μας. Και, βέβαια, τίποτε δεν είναι πιο σεβαστό και πιο απαραβίαστο από την ελευθερία της συνείδησης του κάθε ανθρώπου.

Εδώ όμως προσεγγίζουμε μια πτυχή του θέματος που είναι πράγματι πρόξενος οδύνης. Κατά το πλείστον οι Καθηγητές αγνοούν τον Επίσκοπο αλλά και το αντίστροφο, καθώς λέγεται. Πώς να ενημερωθεί ο Καθηγητής όταν η αλληλογραφία του Σχολείου πρέπει να ανοιχθεί από τον Επίσκοπο -απών τις περισσότερες φορές- και πως να αναζητήσει κανείς το αρχείο του Σχολείου όταν αυτό είναι εγκατεστημένο στα Γραφεία της Μητροπόλεως; Ξυπνήσαμε πολλοί από εμάς μια μέρα με το άγχος της μονιμότητας και στη συνέχεια το μόνιμο όραμα των καθηγητών έγινε η "μετάταξή"?

Ίσως να δροσίζει ακόμη και άπαξ του έτους την ψυχή μας ο Ακάθιστος Ύμνος ή ακόμη και η χαρμολύπη της πασχαλινής περιόδου, στην καθημερινότητά μας όμως στενεύει ολοένα και πιο πολύ ο χώρος για τις αισθητικές αξίες και τις πνευματικές εμπειρίες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Γιατί, αν και παρατηρείται έντονη στροφή των "κοσμικών" καλλιτεχνών και άλλων εργατών της Τέχνης προς την λεγόμενη ορθόδοξη "έκφραση", στα εκκλησιαστικά σχολεία κυριαρχεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, το κακό γούστο, η ακαταστασία, η "τσαπατσουλοσύνη" και ο ανυποψίαστος μιμητισμός ξεπερασμένων δυτικών προτύπων. Κι αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μας, τα μαθήματα ιεραρχούνται χωρίς να υπάρχει συνεργασία. Π.χ. το μάθημα των Μαθηματικών και ιδιαίτερα αυτό της Γεωμετρίας έγινε δευτερεύον αλλά είναι εκείνο, ίσως και το μόνο, που στηρίζει την "ευκοσμία" και την "ευταξία" του ανθρώπου. Μετρώ σημαίνει να "αγάλλομαι", να μάθω δηλαδή να ζω με τάξη και γαλήνη, όπως κατανοούσε ο ίδιος ο Ευκλείδης τη μέθοδό του. Και επ΄αυτού συμφωνούν πλήρως και οι πατέρες της Εκκλησίας μας ιδίως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Οικοτροφεία Οι ιεροσπουδαστές όταν φεύγουν από το Σχολείο είναι εκτεθειμένοι σε κάθε είδους κινδύνους. Το μέγιστο είναι η διαμονή τους στο Οικοτροφείο. Τα Οικοτροφεία, όπως λειτουργούν σήμερα, αποτελούν συχνά ιδιωτικές και οικογενειακές υποθέσεις ή ακόμη και φιλανθρωπικά ιδρύματα που προσφέρουν άσυλο, ή απλώς καταφύγια σίτισης. Όταν απουσιάζουν οι κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης ο νέος ζει μέσα σε ψυχοσωματικές τραυματικές εμπειρίες, με αποτέλεσμα να διασπάται στην τάξη, να παθαίνει κατάθλιψη και στο τέλος να στρέφεται με επιθετικότητα εναντίον της ίδιας της Εκκλησίας και του Σχολείου. ? Εάν τα Οικοτροφεία εξελίσσονται σε ψυχοκτόνα ιδρύματα, όπου υπάρχουν ακόμη λέξεις ταμπού -σεξ, έρωτα κ.λπ- και όταν μέσα σε αυτά δεν ισχύουν τα αυτονόητα οφείλουν αμέσως να καταργηθούν. Αλλά εάν παραμείνουν δεν μπορούν να λειτουργήσουν με έναν απλό Κλητήρα-Διευθυντή, αλλά να επανδρωθούν με παιδαγωγούς, σχολικούς ψυχολόγους πρωτίστως όμως να μην αποτελούν στρατιωτικούς καταυλισμούς.

Λατρευτική ζωή Με τα παραπάνω συνδέεται άμεσα και η λατρευτική ζωή του Σχολείου. Σήμερα επικρατεί η αντίληψη ότι το Σχολείο απευθύνεται σε "μητροφόρους" ή για μια κατηγορία ειδικών νέων που ξέρουν να μιλούν με εκκλησιαστική ευγένεια ή να διακατέχονται από την μοναστική εγκράτεια, δεν κρύβουν όμως τη συμπάθειά τους για το χαρακτηριστικό τραγούδι της τηλεοπτικής σειράς "άγγιγμα ψυχής". Ενημερώνονται θεωρητικά και δεν αποκτούν ποτέ βιωματικά τις πραγματικότητες της θείας λατρείας. Η εκπαίδευση στα θέματα της λατρείας είναι υποτυπώδης και τυπολατρική, χωρίς εμβάθυνση στο πνεύμα και το αληθινό περιεχόμενό τους. Ακόμη κι αυτό το απλό Απόδειπνο γίνεται με άγχος και χωρίς αποτελεσματικότητα γι΄ αυτό και πολύ γρήγορα μεταπίπτει σε "ρουτίνα". Οι θείες Λειτουργίες τελούνται με προχειρότητα για να προλάβουμε εμείς την ύλη και οι υποψήφιοι λειτουργοί να αποκτήσουν, πριν ακόμη χειροτονηθούν, τη νοοτροπία των δημοσίων υπαλλήλων.

Είναι δυνατόν να λειτουργήσει η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση χωρίς την εμπειρία της ίδιας της φύσης της; Είναι ακριβώς σαν το μάθημα της Πληροφορικής όπου στα Σχολεία το μαθαίνουν "απ΄ έξω" διαβάζοντας το βιβλίο και περιγράφοντας το μάθημα σαν να είχαν ηλεκτρονικό υπολογιστή! Είναι σαν το παιδάκι που έχασε τη μητέρα του πολύ μικρό και δεν γνώρισε ποτέ μητρική αγάπη, μπορεί όμως να αποστηθίσει άπταιστα τον ορισμό για την μητρική αγάπη, αλλά δεν θα έχει ποτέ γνωρίσει τη μητρική αγάπη! Μπορεί να γνωρίζεις το τριαδικό δόγμα, να το εξηγείς και να παραπέμπεις στους πατέρες κανείς όμως δεν πρόκειται να το μάθει αν δεν το βιώσει μέσα στα εξαίσια λειτουργικά κείμενα. Όσο πλούσιες και άρτιες και αν είναι οι γνώσεις θα παραμένουν απλώς πληροφορίες εάν δεν βρουν την εφαρμογή τους στο συγκεκριμένο τόπο, τον ναό, με συγκεκριμένη αφετηρία, τη λατρευτική ζωή.

Ναός Ο ναός ως τόπος διήγησης της ανθρώπινης ιστορίας, φιλοξενεί στην ιστορική διαχρονικότητά του το γεγονός της παρουσίας του Θεού στον κόσμο. Εκεί, εξακολουθητικά χαριτώνεται ο άνθρωπος να ζει ως σήμερα την λατρευτική κοινότητα, να μεταβάλλεται, να δωρίζεται, να μοιράζεται. Εδώ οι εορτές και οι αγρυπνίες γίνονται μάθημα και ο ναός τόπος οικείος αφού τα γεγονότα αποκτούν πρόσωπο. Ο βίος και η πολιτεία τους ξεδιπλώνονται στις λατρευτικές συνάξεις και τις αγρυπνίες, εάν βέβαια τελούνται κι αυτές, και με τη σειρά τους, θα αποτελούσαν μια άριστη παρέμβαση στην τοπική κοινωνία και την εκκλησία.

Ερωτήματα: Πού θα πατήσουν, λοιπόν, οι ιερείς και οι ιεροσπουδαστές αυτής της γενιάς και των επερχόμενων, για να μη γίνουν έρμαια των ποικίλων κλυδωνισμών; Πώς θα παραμείνουν όρθιοι για να μην περιπέσουν σε καινούργιες μορφές δουλείας; Πώς θα αποφύγουν ένα θρησκευτικά φορτισμένο εθνικισμό και ρατσισμό, το τόσο απεχθές αυτό φαινόμενο, που γίνεται και πάλι απειλητικό σε όλο τον κόσμο; Πώς θα συνυπάρξει με τον ετερόδοξο και τον άθρησκο; και Πώς θα ετοιμασθεί για μια πλουραλιστική κοινωνία, που θα είναι οπωσδήποτε η κοινωνία του ορατού μέλλοντος;

Νέες προκλήσεις και νέες προτάσεις

Οι καιροί αλλάζουν, οι προκλήσεις αλλάζουν, οι απαντήσεις μας αλλάζουν, η δράση μας αλλάζει, αλλά ο "Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας" (Εβρ., 13:8). Εάν πρέπει να αναζητηθούν κάποιες απαντήσεις ως προς την επανεξέταση λειτουργίας της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, κατά την ταπεινή μας γνώμη, αυτές μπορεί να είναι οι εξής:

Βιοηθικά διλήμματα Η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις παραδοσιακές -και ως ένα βαθμό πλασματικές αντιφάσεις- π.χ. με τη γένεση του κόσμου, την εξελικτική θεωρία κ.λπ., αλλά κυρίως οξύτατα υπαρξιακά διλήμματα, που εμφανίζονται στην κοινωνία μας και κυρίως στο χώρο της Γενετικής. Η πρόκληση της Βιοηθικής δεν είναι μόνον θέμα των ιατρών. Απασχολεί άμεσα και τον Καθηγητή της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης. Γνωρίζουμε ότι καθημερινά όλο και περισσότεροι είναι οι μαθητές μας, οι οποίοι μας πλησιάζουν για να μας εμπιστευθούν κάποιο δυσάρεστο γεγονός: πως κάποιος στο οικογενειακό του περιβάλλον είναι "εγκεφαλικά νεκρός" ή ότι του ζήτησαν να γίνει "δότης οργάνων".

Οι νέοι όροι όπως τεχνητή γονιμοποίηση, ευθανασία, μεταλλάξεις που ακούμε καθημερινά απουσιάζουν παντελώς από τα σχολικά εγχειρίδια και κυρίως από το σύνολο των μαθημάτων της εκκλησιαστικής μας παιδείας. Ο ιεροσπουδαστής και ιδιαίτερα ο ιερέας βρίσκεται σε απόγνωση, αφού με δυσκολία μπορεί να κατανοήσει τα διλήμματα αυτά.

Πιστεύουμε ότι στα πλαίσια του μαθήματος της Βιολογίας ή ακόμη και των Θρησκευτικών μπορεί να γίνει μια σοβαρή προσπάθεια για το θέμα αυτό. Προτείνουμε όμως και με τη σύμπραξη και της Πολιτείας, τη διδασκαλία του νέου βιβλίου της Συνοδικής Επιτροπής Βιοηθικής με τίτλο "Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις", εκδ. Κλάδος Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001. Η πρότασή μας είναι στο νεόδμητο Συνεδριακό Κέντρο Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Μετόχι Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας) να διοργανωθεί το πρώτο Σεμινάριο για εκείνους τους Καθηγητές της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης που επιθυμούν να διδάξουν το μάθημα στο επόμενο σχολικό έτος.

Ο ιεροσπουδαστής ζητά συμπαράσταση, κατανόηση, στοργή, αίσθηση ελέους, αχτίδα ελπίδας απέναντι στην νέα πραγματικότητα της σύγχρονης τεχνολογίας και η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση αναμένει την αρωγή όλων των ειδικοτήτων, ώστε σε ένα επίπεδο διεπιστημονικό, να στηρίξει το νέο άνθρωπο στην προκλητική και συνάμα γοητευτική αυτή περιπέτεια του ανθρωπίνου πνεύματος. Έχουμε καθήκον να χρησιμοποιήσουμε άριστα όλες τις δυνατότητες και τα διαθέσιμα μέσα του σύγχρονου κόσμου. Κύριο μέλημά μας είναι όχι το "τί θα κάνουμε", αλλά το "πως θα είμαστε"!

Στελέχη Αλλά εάν τα παραπάνω αποτελούν μέρος της διδασκαλίας προς όλους τους ιεροσπουδαστές δεν πρέπει να λησμονούμε ότι υπάρχουν και Σχολεία που απευθύνονται αποκλειστικά και μόνον σε ιερείς. Θεωρούμε έγκλημα το γεγονός ότι μια μερίδα ιερέων "παιδεύονται" με όλη τη σημασία της λέξεως σε στρατιωτικά καταλύματα (κοινώς tolls) -που προσβάλουν την αξιοπρέπεια και του Καθηγητή και του ιεροσπουδαστή-, και ζει με την εντύπωση ότι χειροτονήθηκε για να βρει επαγγελματικό διέξοδο ή απλώς για να κτυπά την καμπάνα του χωριού! Αυτή η αντίληψη πρέπει να απομακρυνθεί με κάθε τρόπο και να υπενθυμίζουμε προς κάθε κατεύθυνση ότι μέσα από τα μυστήρια "σημαίνεται η Εκκλησία", δηλαδή φανερώνεται και δίδει σημεία της ύπαρξής της. Χωρίς ιερέα δεν μπορούν να τελεσθούν έστω και αν η εκκλησιαστική κοινότητα απαρτίζεται από αγίους. Ο παπάς της τετάρτης ή τρίτης κατηγορίας πρέπει να μάθει ότι φέρει την ίδια ακριβώς ιερωσύνη που φέρει και ο Επίσκοπός του και το ?γιο Πνεύμα δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ τους και "τελεσιουργεί διά της χειρός και της γλώσσης πάντων των ιερέων", όπως σημειώνει ο ?γιος Καβάσιλας.

Βομβαρδίζεται με κάθε είδους εκκλησιαστικά γραπτά κηρύγματα και του στερούμε τη δυνατότητα να μιλήσει μέσα από τα δικά του προσωπικά βιώματα. Πολλές φορές τα κείμενα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα που ζει ο αποδέκτης, με αποτέλεσμα ο ίδιος ιερέας να μεταθέτει την εμπιστοσύνη του είτε σε Γραφεία Κηδειών, σε Καταστήματα Βαπτίσεων και Γάμων ή στη δεισιδαιμονία του απλού χωρικού. Ο ιερέας δεν μπορεί να είναι απών από την αγροτική κοινότητα, από κάθε μορφή τοπικού συνεταιρισμού, εκεί όπου η Ενορία λειτούργησε ως το βασικότερο κύτταρο του Ελληνισμού. Ένα παράδειγμα συγκεκριμένης πρακτικής θα μπορούσε εδώ να είναι η "υιοθεσία" (Ρωμ., 8:15) από τις Ενορίες των ιεροσπουδαστών. Να μάθουν, να ζήσουν και να εργασθούν δίπλα σε έμπειρους πνευματικούς ιερείς. Κι αυτό να λειτουργήσει μέσα στα πλαίσια της υποχρεωτικής εξάσκησης πριν αποφοιτήσουν από το Σχολείο.

Πολύ σημαντική θεωρούμε στο σημείο αυτό και την προσφορά που μπορεί να έχει ο Φιλόλογος Καθηγητής ο οποίος θα διδάξει πέρα από τα παραδείγματα του βιβλίου αλλά και με συγκεκριμένες αναφορές στα εκκλησιαστικά κείμενα, όπως και θεωρούμε εξίσου σημαντικό και το γεγονός ότι πρέπει ο Καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής να μάθει τους νέους (λαϊκούς και κληρικούς) να τραγουδούν, να ψάλνουν και προπαντώς να τους διδάξει ορθοφωνία. Η βιωματική κατανόηση μπορεί να επαναδιατυπώση τα ίδια πράγματα με μια σύγχρονη ορολογία. Και τα παραπάνω έρχονται ως μια ανάγκη όταν οι πρόσφατες αλλαγές θα οδηγήσουν, σύμφωνα με τα στοιχεία, τα ερχόμενα δύο χρόνια, στη σύνταξη πάνω από 3.000 κληρικούς. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το 40% των εν ενεργεία κληρικών είναι ή έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους.

Σε μια εποχή ιδιαίτερα απαιτητική η εκκλησιαστική παιδεία παραμένει μονοδιάστατη, ανελαστική και φορτωμένη με περιττές γνώσεις, πολλές από τις οποίες, όχι μόνον είναι άχρηστες, αλλά και βλαπτικές. Το σημερινό εκκλησιαστικό σύστημα αφήνει ένα επικίνδυνο κενό: την έλλειψη δηλαδή ειδικών στελεχών. Αυτό αναγκάζει την ίδια την Εκκλησία είτε να αντιπαρέρχεται τα προβλήματα, με αποτέλεσμα να επιδεινώνονται, είτε να επιχειρεί την αντιμετώπισή τους, χωρίς απαραίτητο εξοπλισμό, με αποτέλεσμα να προκαλεί ζημιά. Το πρόβλημα το ζούμε καθημερινά όταν σε καμία Μητρόπολη δεν υπάρχουν ειδικοί π.χ. για τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα, όσο και την κατανόηση των νέων μεθόδων της Πληροφορικής και ο ίδιος ο Επίσκοπος παραμένει χωρίς ενημέρωση και συχνά χωρίς εξειδικευμένα στελέχη. Ο χώρος της Πληροφορικής και του Διαδικτύου είναι ο νέος ιεραποστολικός τόπος! Χρειαζόμαστε να δημιουργήσουμε ένα Δίκτυο Σχολείων Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, αφού υπάρχουν και Καθηγητές της Πληροφορικής σήμερα στα Σχολεία μας, (Προστασία Φυσικού Περιβάλλοντος, Ρατσισμός κ.λπ. Συνάξεις ανάμεσα στους ιεροπουδαστές κατ΄έτος, Πρόγραμμα Εθελοντισμού για τους Ολυμπιακούς Αγώνες κ.λπ.)??

Η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση στην προοπτική του 21ου αιώνα

Εάν θέλουμε να τοποθετήσουμε την Εκκλησιαστική Εκπαίδευση κάτω από την προοπτική του 21ου αιώνα θα θέλαμε να περιοριστούμε στις παρακάτω θέσεις:

  1. Στον τόπο μας, σύντομα θα προκύψει η διάσπαση του ορθοδόξου-πολιτισμικού συνεχούς, τόσον εξαιτίας του σταδιακού θρησκευτικού αποχρωματισμού, με τα νεόφερτα ετερόθρησκα, ετερόδοξα, παραψυχολογικά και άλλα στοιχεία, λόγω της αυξανόμενης μόνιμης εγκατάστασης αλλοδαπών στη χώρα μας. Σε παγκόσμιο επίπεδο προβλέπεται να ενταθεί το φαινόμενο που παρατηρείται ήδη, δηλαδή η στροφή προς τα θρησκευτικά και τα παραθρησκευτικά, με όλους τους κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια εξέλιξη.

  2. Το ομόδοξο και ομότροπο καταδικάζεται σήμερα ως ανθρωπολογική, κοινωνική, και θρησκευτική ανωμαλία. To ?εμείς? του Μακρυγιάννη, που στήριξε τον Ελληνισμό, σήμερα θεωρείται απειλή. Η σημερινή κοινωνία έχασε το θρησκευτικά διαμορφωμένο πολιτιστικό συνεχές και αναζητά τη μορφή ενός κοινωνικού κράτους, που μόνο μέσα από τις αρχές της χριστιανικής κοινωνικής διδασκαλίας μπορεί να έχει βιωσιμότητα.

  3. Ο συνδυασμός της εκκοσμίκευσης στις ευρωπαϊκές χώρες με τη συνεχή απομάκρυνση από τον χριστιανικό πολιτισμό έχει αναγάγει τα ανθρώπινα δικαιώματα σε υπέρτατη αξία απογυμνωμένη από τα χριστιανικά ιδεώδη. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα με τη Χάρτα των Θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου αντικαταστάθηκε η φράση, ότι η Ευρώπη διαμορφώνει την κοινή συνείδηση των μελών της "από την πολιτισμική, ανθρωπιστική και θρησκευτική κληρονομιά της", με τη φράση, ότι η Ευρώπη "έχει συνείδηση της πνευματικής και ηθικής κληρονομιάς της".
Πολλοί θεωρούν την ποικιλία και την πληθυντικότητα ως τον μόνο φυσικό και νόμιμο τρόπο ύπαρξης. Με τον τρόπο οι σημερινές κοινωνιολογικές αντιλήψεις υποβαθμίζουν την ενότητα στο όνομα της ομοιομορφίας και δεν ανέχονται το ενιαίο, το οποίο το ερμηνεύουν μέσα από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Οι συνέπειες από την τάση αυτή είναι πρώτον, η διολίσθηση ή και συνειδητή προσχώρηση σε μια λαϊκή αντίληψη της θρησκείας και δεύτερον, η ενθάρρυνση και παντοειδής ενίσχυση, εσωγενών και εξωγενών φορέων, της τάσης αυτής προς επίτευξη των σκοπών τους.

Η προσπάθειά μας πρέπει να επικεντρωθεί στο γεγονός ότι η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση δεν μπορεί να αποτελεί μια "λειτουργική σέκτα" εγκλωβίζοντάς μας σε αδιέξοδα και χάνοντας την προοπτική του μέλλοντος. Ο στόχος μας η διαμόρφωση του αυριανού ευρωπαίου χριστιανού πολίτη (ιερέα ή λαϊκό) που θα μπορεί να επιβιώνει με αυτοπεποίθηση και σεβασμό μέσα στα σύγχρονα πλουραλιστικά κοινωνικά περιβάλλοντα.

Αυτό, κατά την γνώμη μας, μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους:

α. Δίδοντας ένα νέο ανθρωπολογικό όραμα στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση

Η ορθόδοξη ανθρωπολογία συνδέεται άμεσα με την έννοια του ανθρωπίνου προσώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός. Και Θεός σημαίνει να γίνεις ολοκληρωτικά ζωντανός άνθρωπος. Τότε κατανοείς ότι η θεανθρώπινη διάσταση αποτελεί το κέντρο των πάντων. Κατανοείς ότι το μέλλον του κόσμου και της ανθρώπινης ιστορίας αποτελεί έργο της θείας ενσάρκωσης του Θεού. Τότε μπορείς να γίνεις "στρογγυλός" και μπορείς να κατανοείς και να κατανοείσαι. Ο Αββάς Ματώς μάς περιγράφει τον τρόπο: "Τί ποιήσω, ότι η γλώσσα μου θλίβει με και όταν έρχομαι εν μέσω των ανθρώπων (ιεροπουδαστών), ου δύναμαι κατασχείν αυτήν, αλλά κατακρίνω αυτούς εν παντί έργω αγαθώ και ελέγχω αυτούς;" Και απαντά: "Ο δέ καθήμενος μετά των αδελφών (ιεροσπουδαστών) ουκ οφείλει είναι τετραγωνιαίος αλλά στρογγυλός, ίνα προς πάντας κυλίεται".

Πρέπει να γίνει κατανοητό και από την Εκκλησία και την Πολιτεία, ότι δεν μπορεί να επιβιώσει ένας λαός, όταν υποσκάπτονται τα ριζώματα της ύπαρξής του και αναλώνονται οι δυνάμεις του σε μάταια πράγματα και πεισματικές αντιπαραθέσεις. Ας μην λησμονούμε τόσο εύκολα τα λόγια του αποστόλου Παύλου: "Ει αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ΄ αλλήλων αναλωθήτε" (Γαλ., 5:15). Ο παρατεινόμενος κατακερματισμός και η αυξανόμενη αντιπαλότητα στο κοινωνικό μας σώμα μειώνουν απειλητικά την αντοχή του μπροστά στις υπαρκτές απειλές της αυτοσυνειδησίας, της ταυτότητας και της ίδιας της επιβίωσής του.

β. Δίδοντας ένα πασχαλινό όραμα στην Εκκλησιαστική Εκπαίδευση

Ο πασχαλινός ύμνος είναι η θέαση της νίκης του Χριστού ενάντια στο κακό. Είναι ένα διηνεκές πασχαλινό όραμα για κάθε άνθρωπο και κάθε ανθρώπινο θεσμό. Η μόνη μας εγγύηση για την επιτυχία του έργου μας είναι η υπόσχεση του ίδιου του αναστημένου Χριστού: "Ιδού εγώ μεθ΄ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος" (Ματθ., 28:20).

Αυτός ο αναστημένος Χριστός που διδάσκουμε δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια αλλά ενυπόστατη οδός και ζωή, αγάπη, χαρά και χάρις, δικαιοσύνη και ευσπλαχνία. Κάτω από το αναστάσιμο φως της αλήθειας αυτής στεκόμαστε με υπεύθυνη στάση μπροστά στις απαιτήσεις του παρόντος, και δίδουμε μια δημιουργική απάντηση στις προσκλήσεις του μέλλοντος.

Η νέα αυτή εκκλησιαστική εκκλησιαστική κοινότητα σέβεται την διαφορετικότητα του άλλου και απαντά πρώτα στο ερώτημα "γιατί εγώ είμαι διαφορετικός" και όχι "γιατί εσύ είσαι διαφορετικός". Αυτό που μας σώζει, αυτό που νικά το θάνατο, είναι το γεγονός ότι η ύπαρξή μας γίνεται αυτοπροσφορά, αγάπη και σχέση. Είναι κυρίαρχη σε μας τους ανθρώπους η ανάγκη για ατομική εξασφάλιση, εγωκεντρική θωράκιση και σιγουριά. Δεν αντέχουμε την αγαπητική αυτή σχέση, την ύπαρξη ως κοινωνία της ζωής. Γι΄ αυτό και την αλήθεια την μετατρέπουμε συχνά σε ιδεολογία. "Μόνο πάνω σε μια θρησκευτική βάση, γράφει ο Νικόλαος Μπρεδιάγιεφ, είναι δυνατόν να αναμορφωθούν και να συγκροτηθούν τα κράτη και οι κοινωνικές τάξεις που περιέπεσαν στη διάλυση και τη φθορά. Δεν αναζητώ την αυτονομία του κράτους και της κοινωνίας, αλλά τη θεμελίωση τους πάνω στη θρησκεία. Σε καμία πλέον σχέση δε θέλω να διατελώ ελεύθερος από τον Θεό, θέλω να είμαι ελεύθερος "εν Θεώ" και "δια τον Θεόν".

Εάν λάβουμε το ακατανόητο ως δεδομένο είμαστε σε λάθος δρόμο. Ίσως πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε ότι σήμερα ή αύριο δεν θα είναι καθόλου μα καθόλου φυσιολογικό να υπάρχει η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση. Εάν την θέλουμε έχουμε τη δύναμη και τον δυναμισμό να πείσουμε προς κάθε κατεύθυνση -και το επιβεβαιώνουν οι στατιστικές- ότι η σημερινή ραγδαία εξέλιξη επιβάλλει μια συνετή διάκριση στα βασικά κριτήρια της εκκλησιαστικής παιδείας από την γενική και αφηρημένη "θρησκευτική εκπαίδευση". Τα κριτήρια αυτά πρέπει να στηριχθούν στην πίστη της Εκκλησίας ως το παράδοξο και ανεπανάληπτο γεγονός, που ανακαινίζει δυναμικά την κοινωνική και ατομική ζωή και εξαρτάται από την ελεύθερη επιλογή του νέου σπουδαστή. Απέναντι στις ποικίλες προκλήσεις και αμφισβητήσεις του 21ου αιώνα η εκκλησιαστική παιδεία θα προβάλει πάντα ως "το ξεχωριστό, το νέο, το ιδιαίτερο στοιχείο μιας βαθύτερης παιδείας και αγωγής, που ξυπνά τον όλο άνθρωπο σε νέα ενόραση της πραγματικότητας της ιστορίας και σε μία νέα σύλληψη του απύθμενου βάθους της υπάρξεώς του μεταξύ ελευθερίας και αναγκαιότητας" (Νίκος Νησιώτης). Από εμάς εξαρτάται να το αποδείξουμε. Αυτοπεποίθηση στον εαυτό μας και εμπιστοσύνη στο έργο μας.

Κεντρική σελίδα