Κεντρική σελίδα

«Η καθ' ημάς Eκκλησιαστική Μουσική
εν σχέσει προς τας των άλλων εθνών», Πέτρου Φιλανθίδου.

Του Κων/νου Ηλιάδη


Μέρος 3ον

Η Eυρωπαϊκή μουσική, λέγει εν συνεχεία ο υπέρμαχος της μουσικής μας παραδόσεως Π. Φιλανθίδης, στερείται του Εναρμονίου και του Χρωματικού γένους, διότι έχει, «κατά προσέγγισιν -και όχι- καθ' ολοκληρίαν το τεταρτημόριον και το ημιόλιον» που έχουν τα γένη αυτά. (= Το τεταρτημόριο, ως γνωστόν, αποτελείται από τρία ηχητικά μόρια, το δε ημιόλιο από ένα ολόκληρο τόνο και το ήμισυ αυτού). Τα δύο γένη, το Χρωματικό και το Εναρμόνιο, λόγω των ευαρέστων εις την ακοή μελωδικών των θέσεων χαρακτηρίζονται από τον συγγραφέα ως «μελίρρυτος ξυνωρίς» (= γλυκειά δυάδα), η οποία, όπως λέγει, υπάρχει «καθ' ολοκληρίαν» μόνο εις την εκκλησιαστική μας μουσική με «τους ανεξαντλήτους ποταμούς ποικιλίας» του κατανυκτικού μουσικού αισθήματος.

Η Ευρωπαϊκή μουσική στερείται επίσης, υπογραμμίζει ο συγγραφεύς, και της σειράς των οκτώ ήχων που έχει «η πατρώα ημών μουσική», οι οποίοι, ως γνωστόν, αποτελούν «τον πλούτον της μελοποιίας» (= μουσικής συνθέσεως).

Τέλος από την Ευρωπαϊκή μουσική λείπουν και άλλα σημεία, τα οποία υπάρχουν εις την πατροπαράδοτη μουσική μας και τα οποία «μεταβάλλουν και παραλλάσσουν» κάθε μελωδική θέση. («Θέσις δε λέγεται, όπως αποφαίνεται ο Μαΐστωρ Μανουήλ Χρυσάφης ιε΄ μ.Χ. αι., η των σημαδίων ένωσις, ήτις αποτελεί το μέλος»). Ακολούθως ο συγγραφεύς αναφέρεται εις τα σημεία της μουσικής μας που ονομάζονται «φθοραί» και τονίζει ότι με την επενέργεια των φθορών «σχηματίζονται απειράριθμα άλλα λεπτεπίλεπτα και ευάρεστα μέλη». (Φθορά είναι σημείο της εκκλησιαστικής μουσικής, το οποίο δύναται να μεταβάλλει τον ήχο, το γένος, το σύστημα κατά την πορεία της μελωδίας).

Εξ όλων αυτών καταδεικνύεται, λέγει ο φιλόπονος συγγραφεύς, «η μεγάλη αξία και η θαυμασία δύναμις της ημετέρας μουσικής». Και ενώ θα έπρεπε, διά τον λόγο αυτόν ακριβώς, να υπάρχει απέραντος σεβασμός και αγάπη προς τον μελωδικό της Εκκλησίας μας θησαυρό, αντιθέτως ευρίσκονται άνθρωποι «αναίσχυντοι», οι οποίοι «εξυβρίζουν αυτόν τον θησαυρό με αναίδεια και βαρβαρότητα». Όμως «θεία συνάρσει» (= με την θεία βοήθεια), λέγει ο συγγραφεύς, υπάρχουν και «θιασώται» (= θαυμασταί) «των πατρώων και ιερών του Έθνους ημών κειμηλίων», οι οποίοι έσωσαν από «βέβαιον ναυάγιον την περιφανή» της Εκκλησίας μουσική «εις δόξαν μεν και θρίαμβον του Ορθοδόξου πληρώματος, αισχύνην δε και αιώνιον εντροπήν των αμειλίκτων (= σκληρών) αυτής διωκτών».

Εν συνεχεία ο Π. Φιλανθίδης επαινεί τους Ευρωπαίους, οι οποίοι κατέστησαν την μουσική τους «παγκόσμιον μουσικήν», αφού όμως πρώτα αυτοί οι ίδιοι δεόντως την ετίμησαν. «Ημείς όμως, ερωτά, τι εποιησάμεθα υπέρ της ημετέρας Μουσικής;» Και απαντά, κατά το ρητορικό σχήμα της ανθυποφοράς: «Ουδέν». Διότι, λέγει, παρελάβαμε μία μουσική από τους σοφούς προπάτορές μας τιμημένη και δοξασμένη και αντί να την προβάλλουμε εις τα έθνη, την καταδικάσαμε εις την αφάνεια και την «εξουθένωσιν» (= περιφρόνηση).

Και εγίναμε αγνώμονες υιοί προς την «φιλοστοργοτάτην αυτήν τροφήν των Ορθοδόξων Ελλήνων». Ελησμονήσαμε ότι η μουσική αυτή μας ανέθρεψε με «το άδολον γάλα της ιεράς ημών θρησκείας» και ότι συνέβαλε όπως ακριβώς και η γλώσσα, «εν ημέραις χαλεπαίς» (=δύσκολες), εις την διάσωση της πίστεως και του Εθνισμού ημών» (=της εθνικής συνειδήσεως). Και συνεχίζει ο συγγραφεύς διατυπώνοντας μία αξιοπρόσεκτη όντως αλήθεια: «Όπως η γλώσσα ημών, λέγει, ούτω και η μουσική ημών διεσώθησαν εν καιρώ του Εθνικού ημών κατακλυσμού, εντός Μιάς και της αυτής Κιβωτού, ήτις καλείται ΕΚΚΛΗΣΙΑ».

Είναι γεγονός ότι παρόμοιες εκφράσεις, όπως οι «ανωτέρω», απαντούν εις την Μελέτη του συγγραφέως εις σημαντική συχνότητα. Και τούτο διότι διά των εκφράσεων αυτών νοείται ευρύτερα η εκκλησιαστική μας μουσική, η οποία πλην της λατρείας έχει και πολιτιστική και μορφωτική, αλλά και εθνική σημασία και αξία.

Εν συνεχεία ο Π. Φιλανθίδης καταδικάζει την τακτική μερικών, όπως λέγει, ξένων, οι οποίοι κατακρίνουν και περιφρονούν την ιερά της μουσικής μας τέχνη. Θλίβεται όμως πολύ περισσότερο, διότι εις την τακτική των ξένων προστίθεται επί πλέον και «η αναλγησία» (= αναισθησία) των ημετέρων, τους οποίους εύστοχα χαρακτηρίζει «ως αγνώμονα τέκνα» της θεοφιλούς Ελληνικής Εκκλησιαστικής μας μουσικής.

«Δια vά γίvη τις ιεροψάλτης καθ' όληv τηv έννοιav της λέξεως ιδού οποία προσόvτα απαιτείται vα έχη: α) Το και λίαv πολύτιμοv, ως μη αποκτώμεvοv, ούτε διά κόπου πολλού ή χρόvου μακρού αλλά δωρούμεvοv υπό του Θεού έστιv η ευφωvία· β) το λίαv πολύτιμοv, η μουσική τέχvη· γ) το και ικαvώς έξοχοv, η ελληvική παιδεία, όπως ο ψάλλωv γιvώσκει εκείvα τα οποία ψάλλει και αvαγιvώσκει· δ) δε και τελευταίοv έστιv η χρηστή συμπεριφορά και ηθική διάπλασις του ιεροψάλτου, όπως και τα ήθη αυτού αvταποκρίvωvται προς τηv ιερότητα της τέχvης· ταύτα δε πάvτα δέοv ίvα περικοσμώσι τοv κοσμήτορα (= διευθυvτή) τωv ιερώv τελετώv και τωv σεμvώv ακολουθιώv».

(Απόσπασμα από την ως άνω αναφερομένη
Μελέτη του Πέτρου Φιλανθίδου)



Κεντρική σελίδα