Home   ECCLESIA

ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Ιστορική και αρχαιολογική μελέτη με τίτλο:

ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΥΣΟΥ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

 

Έκδοση Αθήνα 2001 (ISBN 960-91514-O-X)

Σελίδες 455 που συνοδεύονται με έγγραφα και έγχρωμες εικόνες, βιβλιογραφία, ευρετήρια και σχεδιαγράμματα.

Κύριες πηγές: το Αρχείο της Μονής

το Αρχείο της Ι.Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

τα Γ.Α.Κ.

Η μονή Προυσού που απέχει 31 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι και 53 από το Αγρίνιο, οφείλει το όνομα της στη θαυματουργό Εικόνα της “Κυράς της Ρούμελης ” της Παναγίας Προυσιώτισσας, που η παράδοση τη συνδέει με την Εικονομαχία Θεοφίλου (829-842), οπότε ιδρύθηκε και η Μονή.

Το θέμα γεννά ιστορικό πρόβλημα καθ’ όσον καμία γραπτή πηγή δεν εξικνείται, κατά τη γνώμη μας, προ του 14ου αιώνα, ενώ οι παλαιότερες τοιχογραφίες του Παρεκκλησίου της Θεοτόκου, ανεπίγραφες, ανάγονται με επιφύλαξη στο 12ο (Αθ. Παλιούρας) ή 13ο αιώνα (Π. Λαζαρίδης). Ετσι εξετάζεται αντικειμενικά, για πρώτη φορά το πρόβλημα της προέλευσης της θαυματουργού εικόνας, ο εικονογραφικός της τύπος και η σχέση Προυσιώτισσα-Προύσα ( Βιθυνίας) όσο και η απόλυτα σχετιζόμενη ονομασία Πυρσός-Προυσός, χωρίς όμως επιτυχία, γιατί μόνο κάποιες ενδείξεις σημειώνουμε, ενώ η ευλαβική παράδοση διατηρείται αναλλοίωτη ως σήμερα στην περιοχή.

Στη συνέχεια γίνεται αναδρομή στον εκκλησιαστικό τύπο της Μονής που από το 1748 γίνεται σταυροπήγιο και τη νομική της από τότε κάλυψη έναντι των Τουρκικών Αρχών.

Εκτίθεται επίσης η εθνική και κοινωνική δράση της Μονής, από την ίδρυσή της, ιδιαίτερα Δε προ και μετά την Επανάσταση του ’21, αλλά και ο ρόλος της επί Αντιβασιλείας ως “διατηρουμένης” σε όλη την Αιτωλοακαρνανία (φύλαξη σκευών και κειμηλίων των διαλυθεισών Μονών Β.Δ. 25/9/1833), θέμα ελάχιστα γνωστό.

Ένα σημαντικότατο εξάλλου θέμα, τα Οικονομικά πράγματα της Μονής και η κακή διαχείρηση τους, που οδήγησαν το “ιερόν καταγώγιον ” σε οικονομική και ηθική παρακμή (1835 κ.ε.), γνωστοποιείται πρώτη φορά υπό το φως της έρευνας (Γ.Α.Κ.,Α.Ι.Σ., όπου η σχετική αλληλογραφία Υπουργείου Εκκλησιαστικών κ.λ.π. και Ι.Συνόδου με τις τοπικές Αρχές)

Ευτυχώς για την περίπτυστη Μονή, οι προεστώτες του Βηλαετίου θα μετακαλέσουν τον συμπατριώτη τους Αγιορείτη πνευματικό λόγιο και Κολλυβιστή, Κύριλλο Καστανοφύλλη, που θα προσδώσει στη Μονή την αρχαία της αίγλη (1814-1825;):

  1. Με την ανόρθωση των οικονομικών της
  2. Με την αυστηρότερη μοναστική ζωή (και “άβατον” γυναικών)
  3. Τη δωρεά της πολύτιμης προσωπικής Βιβλιοθήκης του (χειρόγραφα και έντυπα βιβλία) της οποίας ψήγματα διασώθηκαν ως σήμερα.
  4. Και την ίδρυση σχολείου (1819-1825) με τον οβολό των μοναχών και των προκρίτων.

Στο θέμα αυτό ιδιαίτερα δίδεται για πρώτη φορά τόσο μια επιλεκτική αναφορά και συγκεντρωτική εικόνα της λεγομένης “Βιβλιοθήκης του Κυρίλλου”, όσο και μια πιο αντικειμενική και σαφέστερη περιγραφή του Σχολείου της Μονής (“Σχολή των γραμμάτων της Ρούμελης”), εκπαιδευτική βαθμίδα κ.λ.π. με βάση και τη μελέτη της κ. Αγγελικής Σκαρβέλη-Νικολοπούλου “Τα Μαθηματάρια των Ελληνικών Σχολείων κατά την Τουρκοκρατίαν”).

Ακολουθεί η μετεξέλιξη του Σχολείου αυτού επί Καποδίστρια σε Αλληλοδιδακτικό Σχολείο, του Δήμου Αρακυνθίων που τα οικονομικά του προβλήματα θα φέρουν σε σύγκρουση για πρώτη φορά τους κατοίκους με τη Μονή, καθώς διεκδικούν το κληροδότημα των πατέρων τους στην Πόλη, το οποίο όμως είχε διασπαθισθεί απαράδεκτα, ένα γεγονός που κι αυτό αποσιωπήθηκε ως σήμερα, απ’ όσο γνωρίζουμε,αν και τα σχετικά έγγραφα στα Γ.Α.Κ. (φ.188) μιλούν εύγλωττα.

Το Μοναστηριακό συγκρότημα (αρχιτεκτονική και αγιογράφηση των παλιών δύο ναίσκων – Καθολικού – Παρεκκλησίου – Κρύπτης)εκτίθεται με τη δυνατή επιστημονική και αισθητική λεπτομερή περιγραφή κι ερμηνεία.

Για πρώτη φορά εξάλλου στο Κεφάλαιο: ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ αναφέρονται συγκεντρωμένα με χρονολογική σειρά, επιλεκτικά βέβαια ανάλογα με την ιστορική τους αξία και περιγράφονται με συντομία, τα λυτά επίσημα έγγραφα της Μονής ελληνικά και τουρκικά, αδημοσίευτα στην πλειονότητά τους.

Ακολουθεί παρουσίαση του Σκευοφυλακίου της Μονής (Χειρόγραφοι Κώδικες, Εικόνες, ιερά σκεύη, λειψανοθήκες κ.λ.π.) με ό,τι προσέθεσαν σύγχρονοι ιστορικοί ερευνητές (Παν. Βοκοτόπουλος, Αγ. Τσελίκας κ.α.).

Η πολύχρονη τούτη ιστορική αναδίφηση κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην αγιογράφηση του Κοιμητηριακού ναιδρίου της Μονής (“Αγ. Πάντες”) και στο παρακείμενο χωριό του Προυσού, του οποίου η ιστορία ταυτίζεται ευθύς εξαρχής με αυτήν της Μονής.

Αθήνα 19/5/2001

Η συγγραφέας

Ειρήνη Πιπερίγκου-Κυριαζή