ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - ������

Προηγούμενη σελίδα

«Europa Nostra»

1/6/2003

Ομιλία στο Πανεπιστήμιο της Κραϊόβας

Αξιότιμε κύριε Πρύτανη, αξιότιμοι κύριοι καθηγητές, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί νέοι, φορείς ελπίδας τόσο για την ιδιαίτερη πατρίδα σας όσο και για την Ευρώπη ολόκληρη, σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την εξαιρετική τιμή προς την Εκκλησία της Ελλάδος και το πρόσωπό μου.

Πριν αρχίσω την ομιλία μου, επιτρέψτε μου να σας πω από τα βάθη της καρδιάς μου: καλώς ήλθατε στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Καλώς ήλθατε στον πολιτειακό οργανισμό της Ευρώπης, της οποίας μέλος και συνδημιουργός είστε από αιώνων! Δεν επιχειρώ να σας κολακεύσω με τον χαρα- κτηρισμό αυτόν. Πιστεύω ότι η Ευρώπη είναι οίκος όλων των λαών της, ότι δεν υπάρχουν πρώτης και δευτέρας κατηγορίας Ευρωπαίοι, κι ότι εάν δεν το κατανοήσουμε αυτό όλοι, τότε δεν θα έχει ούτε χρονικό βάθος ούτε ιδιαίτερο νόημα η σύσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Εκκλησία της Ελλάδος θα υψώνει τη φωνή της σε όλα τα ευρωπαϊκά fora, για να βοηθήσει την πλήρη ένταξη της χώρας σας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι αυτό διότι ο ρουμανικός λαός, με τη βαθειά χριστιανική συνείδηση, τις έντονες ρωμαϊκές ρίζες, και τον έκδηλο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, είναι λαός που τον χρειαζόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


Σας παρακαλώ να θέσουμε ακόμη μια φορά το ερώτημα: τί είναι Ευρώπη; Είναι ερώτημα που θέτοντάς το ενισχύουμε την αυτογνωσία μας, και επίσης ερώτημα επίκαιρο, διότι τούτη την περίοδο οι Ευρωπαίοι συζητούμε το περιε-χόμενο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος.

Ο Γκαίτε έλεγε σ’ έναν φίλο του: «Ό,τι συνιστά την Ευρώπη είναι η αληθινή ενότητα της κουλτούρας της, και ό,τι την διαιρεί είναι οι πολιτικές ιδέες». Και ιδού που τούτη την ώρα, τη στιγμή που αγωνιζόμαστε να χτίσουμε την πο- λιτική μας ένωση πάνω σε γερά και λειτουργικά θεμέλια, εμφανίζεται σειρά απειλών.

Η πρώτη, βεβαίως, είναι οι συγκρούσεις στην Εγγύς Ανατολή και οι συναφείς προσπάθειες ξένων κέντρων εξουσίας να ορίσουν την ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν κρίνω σκόπιμο να το συζητήσω αυτό. Αλλά είμαι βέβαιος ότι σε αυτή την αίθουσα, όλοι έχετε νιώσει πόσο τραγικές είναι για τους λαούς της περιοχής, και πόσο κρίσιμες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εκεί συγκρούσεις.

Απειλή συνιστά και η πολλαχώς προβαλλόμενη άποψη που θέλει να μη λαμβάνεται υπ’ όψιν ο ευρωπαϊκός κόσμος ως πολιτιστικό μόρφωμα, αλλά να περιληφθούν στην Ένωση και χώρες όλως άσχετες με τον πολιτισμό της. Εάν όμως η άποψη αυτή υπερισχύσει, εάν δεχθούμε να γίνουν μέλη της Ένωσης όσες χώρες θέλουν, ή όσες κρίνει σκόπιμο η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία, εάν δεχθούμε δηλαδή μιαν Ευρώπη των συμφερόντων κι όχι του πολι-τισμού της, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ξεπέσει σε μια ψευδεπίγραφη οικονομική ζώνη, χωρίς καμιά πολιτική και πολιτιστική οντότητα. Αλλά στην περίπτωση αυτή, έχει δολοφονηθεί η Ευρώπη, και δεν θα μας μένει παρά να κηδεύσουμε το άταφο πτώμα της.

Σοβαρότατη απειλή είναι και η εμφάνιση μιας ιδεολογίας που θέλει να παρακάμπτει την πραγματικότητα, και στο όνομα ενός δήθεν εκσυγχρονισμού, θέλει να λησμονεί ότι οι ρίζες δεν είναι το ξεπερασμένο χθες του δέντρου, αλλά οι παράγοντες επιβίωσής του. Αναφέρομαι σε αυτούς που θέλουν να διαγράψουν από τον χαρακτήρα της Ευρώπης τη χριστιανική της ταυτότητα, και να τη μετατρέψουν σε άβουλο πανδοχείο ιδεολογιών, σε οντότητα χωρίς παράδοση, και συνεπώς χωρίς αντιστάσεις και χωρίς προϋποθέσεις.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, τούτη ακριβώς την ώρα, να θέσω και πάλι το ερώτημα: τί είναι Ευρώπη; Η απάντηση έχει δοθεί από την ιστορία, και πρέπει να μείνει δεδομένη: δεν είναι γεωγραφικό, αλλά πολιτιστικό μόρφωμα – αυτό είναι ξεκάθαρο και στην παρατήρηση του Γκαίτε. Τα σύνορά της τα καθόρισε το πνεύμα της, κι όχι οι γεωγραφικές συνθήκες. Ο Γάλλος ποιητής και στοχαστής Πωλ Βαλερύ, παρουσίασε τα πραγματικά σύνορα της Ευρώπης σε ένα λαμπρό δοκί- μιό του, που αναγνωρίζεται ως ο ακρογωνιαίος λίθος των ευρωπαϊστών: Ευρώπη υπάρχει όπου είναι κυριαρχική η επίδραση της χριστιανικής πίστης, του ρωμαϊκού κόσμου, και της ελληνικής γραμματείας .

Ωστόσο, ούτε ο ελληνικός κόσμος από μόνος του, ούτε ο ρωμαϊκός, μπόρεσαν να δημιουργήσουν την Ευρώπη. Οι αρχαίοι Έλληνες, πέρασαν από το στάδιο όπου ίσχυαν παραλλήλως η πολιτική κατάτμηση και η θρησκευτική ενότητα, στην επιδίωξη ενιαίας πολιτικής οντότητος, και κατέληξαν στην ίδρυση μιας αυτοκρατορίας – που αφ ενός όμως δεν μπόρεσε να διαρκέσει και να αρθρωθεί, και αφ ετέρου δεν περιελάμβανε την Ευρώπη.

Η οικουμενική αυτοκρατορία ήταν έργο των Ρωμαίων. Και επέτυχαν αυτοί εκεί όπου οι Διάδοχοι και οι Επίγονοι του Αλεξάνδρου απέτυχαν, διότι τη θεμελίωσαν όχι ως έρ- γο μιας λαμπερής προσωπικότητας, αλλά ως έργο και ευ- θύνη της νόμω κρατούσης πολιτείας τους. Δεν ήταν ούτε του Σκιπίωνα ούτε του Καίσαρα η αυτοκρατορία· ήταν της Ρώμης.

Οι Ρωμαίοι είχαν αντίπαλους τους Έλληνες, όχι όμως την κουλτούρα τους. Τουναντίον, η ρωμαϊκή γραμματεία δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι διάφορο της ελληνιστικής. Η όλη κουλτούρα τους, ακόμη και η θρησκευτική, δέχθηκε τις επιδράσεις των Ελλήνων. Είναι καθοριστικής σημασίας ο εναγκαλισμός της ελληνιστικής κουλτούρας και γλώσσας, διότι έτσι οι ρωμαϊκές λεγεώνες έγιναν απόστολοι ενός συστήματος που συνδύαζε την ελληνική παιδεία με τη λα-τινική θεσμική αντίληψη.

Οι Ρωμαίοι δίδαξαν σε όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας τη σημασία των θεσμών, τη σημασία του δικαίου. Κι όμως, μόνο στην Ευρώπη διασώθηκε και καρποφόρησε η διδασκαλία τους. Γιατί; Την απάντηση μας δίνει ένας βυζαντινός λόγιος, σε μιαν επιστολή του όπου μιλά για το ταξίδι του στη Δύση. Επισημαίνει ότι οι λαοί δεν γνωρίζουν ίσως την ιστορία τους, αλλά αυτή δρά και προσδιορίζει: «Θυμάμαι την πομπή και την πανύγηρι που έγινε προ διετίας στο Λονδίνο της Βρεττανίας [...]Αυτοί αγνοούν τον Καίσαρα που πρώτος τους υπέταξε, αν και δύο φρούριά του παραμένουν και τώρα εκεί [...] Εγώ νομίζω ότι όλα εκείνα, δηλαδή η εξουσία των Ρωμαίων και η μοναρχία και ηγεμονία των αυτοκρατόρων και η υποταγή των εθνών, έγιναν γι αυτόν ακριβώς το λόγο, για να ακολουθήσει η δόξα των Αποστόλων».

Δεν συμμερίζομαι την τελεολογική αντίληψη, αλλά αληθές είναι ότι για να γεννηθεί η Ευρώπη, έπρεπε να έλθει ο χριστιανισμός. Κι αυτό συνέβη επειδή ο χριστιανισμός πήρε στα χέρια του τόσο την ελληνική παιδεία όσο και τη ρωμαϊκή δικαιική παράδοση, επιτυγχάνοντας έτσι μια μοναδικής ιστορικής σημασίας σύνθεση.


Τό μήνυμα προς τους χριστιανούς να ανοιχθούν στον μη ιουδαϊκό κόσμο, το είχε δώσει ο ίδιος ο Ιησούς, με τις θαυμαστές πράξεις Του όπως η συνομιλία με τη Σαμαρείτιδα με τη Χαναναία, με τον εκατόνταρχο, και σε πολλές ακόμη περιπτώσεις με τα λόγια Του. Αλλά οι Απόστολοι είχαν βαθειά ποτιστεί από το ιουδαϊκό πνεύμα. Χρειάστηκε να γίνει αγώνας για να ξεφύγουν και οι ίδιοι και οι πιστοί από τον ιουδαϊκό απομονωτισμό. Τον αγώνα αυτόν βλέπουμε στις Πράξεις αλλά και στις Επιστολές των Αποστόλων.

Το άνοιγμα του χριστιανισμού στα έθνη, ήταν θεμελιώδης προϋπόθεση για τη γένεση της Ευρώπης. Διότι χάρις σε αυτό το άνοιγμα, ο χριστιανισμός δεν έγινε εθνική θρησκεία, αλλά δεχόταν ως ίσους, ανθρώπους από κάθε φυλή, χώρα και κοινωνική τάξη, δίνοντας μια κοινή ταυτότητα σε όλους, εμπεδώνοντας έτσι το αίσθημα ότι όλοι μετέχουν στον ίδιο κόσμο.

Αλλά η Εκκλησία δεν έδωσε μόνο κοινή ταυτότητα στους πιστούς. Ζώντας μέσα στο φως των λόγων του Κυρίου: «εφ όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε», η Εκκλησία είδε το κήρυγμα της σωτηρίας όχι μόνον ως πνευματικό λόγο, αλλά και ως φιλάδελφη πράξη. Γι αυτό και δύο ήσαν πάντοτε οι μέριμνες για την ίδρυση Εκκλησίας σε μια καινούργια πόλη: η εγκατάσταση Πρεσβυτέρου, και η οργάνωση της διακονίας του πλησίον.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η χριστιανική Εκκλησία απέρριψε την τακτική των άλλων θρησκειών, που έμεναν παγερά αδιάφορες για τις πράξεις της πολιτείας και την κοινωνική κατάσταση. Ακόμη και στην περίοδο των διωγμών, εκείνη μεριμνούσε για τον πλησίον. Και μόλις αναγνωρίστηκε, άρχισε αμέσως να ασκεί πίεση στην πολιτεία, όπως δείχνει η άρνηση του Αμβροσίου να δεχθεί τις πράξεις του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, και όπως βεβαιότατα δείχνει η στάση Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Έτσι οικοδομήθηκε ο ευρωπαϊκός οίκος: χάρις στο γεγο-νός ότι οι χριστιανοί διετήρησαν την ελληνική παιδεία, διετή-ρησαν τη ρωμαϊκή δικαιική παράδοση, αλλά πρώτ’ απ’ όλα πάλαιψαν για τη μεταμόρφωση του στυγνού imperium σε χριστιανική κοινοπολιτεία (respublica christiana).

Θεμέλιο της χριστιανικής πολιτείας είναι η γνωστή ως «επί του όρους ομιλία». Η διδασκαλία εκείνη απετέλεσε κέντρο του κηρύγματος των Αποστόλων, όπως βλέπουμε στις Πράξεις και τις Επιστολές των. Οι διάδοχοι των Αποστόλων συνέχισαν την ίδια διδασκαλία. Ο Κλήμης Ρώμης έγραφε τον α’ αιώνα, αμέσως μετά τον φοβερό διωγμό του Δομιτιανού, και σαν να μην είχε ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος χριστιανός υποφέρει, λόγια εμπνευσμένα από την ίδια διδασκαλία, την οποία ορισμένοι νεώτεροι κοινω-νιολόγοι χαρακτήρισαν «χριστιανική ουτοπία»: «να υπο-τάσσεται ο καθένας σας στον πλησίον του, ανάλογα με τα χαρίσματά του. Ο ισχυρός να φροντίζει τον ασθενή, ο δε ασθενής να σέβεται τον ισχυρό· ο πλούσιος να δίνει στον πτωχό, και ο πτωχός να ευχαριστεί τον Θεό που έδωσε στον πλούσιο από τον οποίον παίρνει το βοήθημα· ο σοφός να δείχνει την σοφία του όχι με τα λόγια αλλά με τα καλά έργα». Τη χριστιανική κοινωνία περιγράφει ένα ακόμη κείμενο της εποχής, που από πολλές απόψεις είναι κείμενο των εποχών: ο καθένας μας αναγνωρίζει ως σωστό το «να υπηρετεί τις χήρες, να φροντίζει τους ορφανούς και τους στερούμενους, να λυτρώνει τους συνανθρώπους του από τις ανάγκες τους».

Οι πρώτοι χριστιανοί δεν θεωρούσαν αμάρτημα το να έχουν δούλους, αλλά μόνον την απάνθρωπη συμπεριφορά προς τους δούλους, και παράλληλα την αυθάδη συμπεριφορά του χριστιανού δούλου προς τον αφέντη . Η ανοχή οφειλόταν στο γεγονός ότι οι πρώτοι χριστιανοί δεν εσκέ- πτοντο τη συγκρότηση μιας χριστιανικής κοινοπολιτείας, βέβαιοι όντες ότι το τέλος του κόσμου επέρχεται ταχύτατα. Το βλέπουμε αυτό σ΄ ένα πολύ αγαπητό κείμενο της χριστιανικής γραμματείας των πρώτων αιώνων, όπου διαβά-ζουμε ότι οι χριστιανοί «έχουν πατρίδα, αλλά είναι πάροικοι· συμμετέχουν σε όλα ως πολίτες, και όλα τα υποφέρουν ως ξένοι».

Όταν όμως πέρασαν οι πρώτοι αιώνες, και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ανεγνώρισε ως επίσημη θρησκεία της τον χριστιανισμό, άρχισε να διατυπώνεται η απαίτηση συμμόρφωσης της πολιτείας προς τη χριστιανική αντίληψη περί κοινωνίας.

Οι Καππαδόκες Πατέρες έθεσαν ευθέως θέμα δουλείας: «Ο πλάσας απαρχής τον άνθρωπον, ελεύθερον αφήκε και αυτεξούσιον», λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, και εξηγεί ότι μόνον όταν εισήλθε στον κόσμο η αμαρτία και η ανατροπή, ήλθε η δουλεία. Ζητάει όμως από τους χριστιανούς να επιδιώκουν την ελευθερία του ανθρώπου και να μη δέχονται την έκπτωσή της: «Αλλά σύ βλέπε μοι την πρώτην ισονομίαν, μή την τελευταίαν διαίρεσιν». Ακόμη πιό άτεγκτος είναι ο Γρηγόριος ο Νύσσης ρωτώντας: «Δουλεία καταδικάζεις τον άνθρωπον, ού ελευθέρα η φύσις και αυτεξούσιος, και αντινομοθετείς τω Θεώ, ανατρέπων αυτού τον επί τη φύσει νόμον[...] Ει δε ο Θεός ού δουλεί ελεύθερον, τίς ο υπερτιθείς του Θεού την αυτού δυναστείαν;»

Η κατάργηση της δουλείας υπήρξε λοιπόν ένα πρόταγμα των χριστιανών, που αρχικά επέβαλε την ανθρώπινη μεταχείριση του δούλου, έως ότου οδήγησε τελικά στην κατάργηση του φρικτού θεσμού.

Αλλά το σημαντικό δεν ήταν μόνον η κατάργηση της δουλείας, ή έστω η αντίληψη πως ο δούλος δεν είναι res (πράγμα) αλλά άνθρωπος, αδελφός εν Χριστώ. Η χριστιανική διδασκαλία μετέτρεψε την αυτοκρατορία σε μιά πολιτεία αλληλεγγύης. Ο Ευσέβιος Καισαρείας έθεσε την ευθύνη άσκησης φιλανθρώπου πολιτικής στον ιδρυτή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τον οποίον ζήτησε να ενεργεί ως εικών του φιλανθρώπου Θεού. Ακολούθησαν οι έξοχοι παραινετικοί λόγοι του διακόνου Αγαπητού προς τον μαθητή του Ιουστινιανό, όπου του λέει: «Σεπτή δικαίως εστίν η ημών βασιλεία ότι τοις πολεμίοις μεν δεικνύει την εξουσίαν, τοις υπηκόοις δε νέμει φιλανθρωπίαν». Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο: το βυζαντινό κράτος, ίδρυσε και κάλυπτε τις ανάγκες ενός απέραντου δικτύου νοσοκομείων, γηροκομείων, ορφανοτροφείων και άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Αυτή η πολιτεία αλληλεγγύης δεν θα μπορούσε να νοηθεί και να διοργανωθεί, χωρίς την ευεργητική ρωμαϊκή εμπειρία του θεσμικού κράτους.

Δεν θα πρέπει όμως, μιλώντας για χριστιανισμό να έχουμε στο νου μας μόνο το Βυζάντιο. Η Εκκλησία της Ρώμης, που κράτησε μόνη της όλο το βάρος της Δύσης, από συστάσεώς της ανέπτυξε ένα εξαιρετικά εκτεταμένο έργο διακονίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: στα μέσα του 3ου αι., τα μέλη της δεν ήταν περισσότερα από 7.000, κι όμως στήριζαν οικονομικά πάνω από 1.500 χήρες και αναξιοπαθούντες.

Καθώς όμως βρέθηκε γρήγορα μακριά από τη στρα-τιωτική ασπίδα της αυτοκρατορίας, στο έλεος των βαρβαρικών επιδρομών, η Εκκλησία της Ρώμης χρησιμοποίησε τον μοναχισμό για τη διάδοση της πίστης και την αφομοίωση στον πολιτισμό των λεγομένων βαρβάρων. Τα μοναστήρια των βενεδικτίνων απλώθηκαν σε όλες τις χώρες που κατέκλυζαν οι βάρβαροι, ή ορθότερα, οι νεοφερμένοι λαοί, κι έφθασαν στο σημείο να είναι τα κέντρα προ-στασίας του φτωχού, του ασθενούς και του ανήμπορου. Για να βοηθήσουν αποτελεσματικά τους βάρβαρους λαούς και να τους μυήσουν στις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν οι λαοί της αυτοκρατορίας, τα μοναστήρια έγιναν επίσης κέντρα διδασκαλίας των μεθόδων και τεχνικών του βίου.

Αυτό εξηγεί και τη σοβαρή διαφορά που βλέπουμε ανάμεσα στον Ορθόδοξο και τον Δυτικό μοναχισμό. Ο Ορθόδοξος μοναχισμός διετήρησε ως κέντρο του την μακράν του κόσμου ζωή —παρά τις περί του αντιθέτου εντολές του Μεγάλου Βασιλείου, που ήθελε τον μοναχό να αναλώνεται στην υπηρεσία του πλησίον. Αυτό συνέβη διότι η βυζαντινή πολιτεία ανέπτυξε, όπως είπα ήδη, μέγα δίκτυο προνοίας. Αντίθετα, οι βαρβαρικές εισβολές κατέστρεψαν κάθε υποδομή του ρωμαϊκού κράτους, και η εκεί Εκκλησία έμεινε μόνη, προσπαθώντας να επαναφέρει τον διαταραγμένο κόσμο σε ενότητα, σε κυριαρχία του νόμου και σε πολιτεία αλληλεγγύης. Ο δυτικός μοναχισμός, υποχρεώθηκε λοιπόν εκ των πραγμάτων να αναπτύξει εξωστρέφεια, να αναλωθεί στη διακονία του πλησίον, και να βρεί μέσα σε αυτή τη διακονία την άσκηση – όπως το ήθελε ο Βασίλειος, τον οποίο ένιωσε δάσκαλό του ο ιδρυτής των Βενεδικτίνων. Καθώς παρατηρεί ένας έγκριτος μεσαιωνολόγος, «Οι λαοί της Ευρώπης ήθελαν να είναι χριστιανοί, και ανεγνώριζαν τους εαυτούς των ως χριστιανούς, κυρίως εξ αιτίας των μο-ναχών, των μοναστηριών και των ιδρυμάτων τους.»


Ελέχθη ότι καμιά θρησκεία στην παγκόσμιο ιστορία δεν έκανε τόσα πολλά για τους φτωχούς και τους αδυνάτους, όσα ο χριστιανισμός. Και αυτό, το γράφει η βίβλος του γαλλικού διαφωτισμού, η περίφημη για το αντιεκκλησιαστικό της φρόνημα «Εγκυκλοπαίδεια» των Ντιντερό και Ντ’ Αλαμπέρ. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι καμιά θρησκεία δεν έχει διαθέσει για την εκπαίδευση τόσο χρόνο, τόσο χρήμα και τόση οργανωτική μέριμνα, όσο ο χριστιανισμός.

Αν η φιλάδελφη στάση της Εκκλησίας αρχίζει από το ίδιο το κήρυγμα του Κυρίου στην επί του όρους ομιλία, η φροντίδα της για την παιδεία έχει τις ρίζες της στη σύναξη των πιστών: πριν ακόμη οργανωθεί ένα λειτουργικό τυπικό, οι πιστοί στις συνάξεις τους διάβαζαν τη Βίβλο και την αποστολική χριστιανική γραμματεία. Η ανάγνωση βιβλίου ήταν, λοιπόν, στο επίκεντρο της εκκλησιαστικής ζωής.

Αυτό, βέβαια, δεν ίσχυε μόνο για τους χριστιανούς. Ανάγνωση της Βίβλου γινόταν και στις συναγωγές. Ζώντας μέσα στο ελληνιστικό περιβάλλον, οι Εβραίοι (και κυρίως αυτοί της διασποράς), μπήκαν στην ελληνική παιδεία, και απέκτησαν ανθρώπους μορφωμένους κατά τα δικά της κριτήρια. Ο Φλάβιος Ιώσηπος και ο Φίλων ο Ιουδαίος είναι δυό πολύ γνωστές, αλλ΄ όχι βέβαια οι μόνες περι-πτώσεις. Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους Ο’ και η εκτεταμένη χρήση της στις Συναγωγές , θα μπορούσε να έχει βοηθήσει την ένταξη στον ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο. Όμως, οι συντηρητικοί Εβραίοι αρνήθηκαν να οικειωθούν τα ελληνικά γράμματα.

Η μεγάλη ώθηση του χριστιανισμού προς την παιδεία, οφείλεται στο γεγονός ότι οι χριστιανοί, σε πλήρη αντίθεση με τους Εβραίους, σπούδαζαν στα ελληνικά σχολεία. Ένιωθαν και ήταν συμμέτοχοι της ελληνικής παιδείας, κι αργότερα ένιωσαν κληρονόμοι της. Είναι αληθές ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Εβραίοι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο χρι-στιανισμός άρχισε να διαδίδεται κυρίως στους εξελληνι-σμένους Εβραίους της διασποράς – η Αντιόχεια είχε περισσότερους πιστούς από τα Ιεροσόλυμα. Το γεγονός αυτό απηχεί η περίφημη φράση «υπό Ιουδαίων ως αλλόφυλοι πολεμούνται και υπό Ελλήνων διώκονται»: ένιωθαν λοιπόν άδικο να θεωρούνται «αλλόφυλοι» από τους Ιουδαίους.

Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε όταν ο αριθμός των Ελλήνων χριστιανών άρχισε να μεγαλώνει. Πότε ο αριθμός αυτός αυξήθηκε τόσον ώστε να μη ταυτίζονται από τους εθνικούς οι χριστιανοί με τους Εβραίους, δεν γνωρίζουμε. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Μάρκος Αυρήλιος τον 2ο αι. και ο Κέλσος τον 3ο, μιλούν για χριστιανούς, και δεν τους ταυ- τίζουν με τους Ιουδαίους.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο αρνητής του χριστιανισμού Κέλσος, δεν κατάλαβε την αλήθεια που γεννήθηκε γύρω του. Γι αυτό και τόλμησε να υποστηρίξει πως «αδύνατον είναι να συμφωνήσουν οι κάτοικοι της Ασίας, οι Ευρωπαίοι και οι Αφρικανοί, που θα πει οι Έλληνες και οι βάρβαροι, και να έχουν τον ίδιο θεό». Δεν μπόρεσε να δει ότι ο χριστιανι-σμός δεν έμεινε μια ακόμη θρησκεία της Ανατολής. Δεν είδε πως ο χριστιανισμός αγκάλιασε το ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, κι αντί να είναι ένας μετανάστης στην αυτοκρα-τορία, μετέτρεψε την Ευρώπη σε πατρίδα του. Αυτή η κίνηση έδωσε το δικαίωμα στον Κλήμεντα Αλεξανδρείας να ισχυρισθεί ότι η φιλοσοφία είναι «θεία δωρεά Έλλησι δεδομένη» .

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς οι χριστιανοί ένιωσαν δική τους την ελληνική παιδεία. Βλέπουμε όμως ότι όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης απαγόρευσε στους χριστιανούς να διδάσκουν τα ελληνικά γράμματα (που σημαίνει ότι αυτό γινόταν ήδη), ο Γρηγόριος ο Θεολόγος απάντησε με στηλι-τευτική επιστολή του στον αυτοκράτορα, τον οποίον ειρω-νεύεται ότι «αλογώτατα περί λόγων διανοείται», κι έδωσε το σύνθημα της ανυπακοής στον παράλογο νόμο.

Η εκπαίδευση, υπήρξε ένα ακόμη όπλο της Εκκλησίας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει την χριστιανική κοινοπολιτεία. Στο Βυζάντιο, η ίδρυση σχολείων άρχισε αμέσως, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Ευσέβιος Καισαρείας πιστώνει τον αυτοκράτορα για την ίδρυση σε όλη την αυτοκρατορία σχολείων. Όπως είναι γνωστό, για εκκλησιαστικούς λόγους, η πνευματική επίδραση του Βυ-ζαντίου αναπτύχθηκε προς Βορράν, κι όχι προς την Δύση. Πρόκειται για επίδραση που δεν εξαντλήθηκε στο έργο των Κυρίλλου και Μεθοδίου, αλλά υπήρξε συνεχής, διατηρήθηκε δε και μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Όπως έδειξε ο επιφανής Ρουμάνος ιστορικός Νικολάε Ιόργκα, το Βυζάντιο, ως πολιτισμός που περιελάμβανε την αρχαία ελληνική κληρονομιά, το ρωμαϊκό δίκαιο και την Ορθοδοξία, δεν εξαλείφθηκε από τους Τούρκους, αλλά επέζησε ως διαμορφωτής πνεύματος και μετά την άλωση.

Εξ άλλου, στη Δυτική Ευρώπη, άρχισε από το 550 περίπου η περίφημη «χιλιετία των Βενεδικτίνων». Στους αιώνες αυτούς, υπολογίζεται ότι 800 περίπου μονές Βενεδικτίνων, σπαρμένες σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, διέθεταν σχολεία, βιβλιοθήκες και scriptoria, δηλαδή τμήματα αντιγραφής χειρογράφων.

Ώστε, Ευρώπη είναι αυτό που δημιούργησε ο χριστιανισμός, είναι το πολιτιστικό μόρφωμα το οποίο γεννήθηκε επειδή η χριστιανική Εκκλησία έδωσε κοινή ταυτότητα, κοινή παιδεία και κοινωνική αντίληψη, σε μια πανσπερμία λαών.


Κατανοούμε βεβαίως, ότι η Ευρώπη δεν γεννήθηκε δι΄ αποφάσεως. Είναι το προϊόν μιας μεγάλης πορείας μέσα στην ιστορία - πορείας όχι πάντοτε ένδοξης, όχι πάντοτε φωτεινής. Αλλά δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε, και δεν έχει νόημα να αποκρύψουμε, ότι η Ευρώπη γεννήθηκε μέσα στην αυλή της Εκκλησίας.

Τώρα, επιχειρούμε να την ενώσουμε, αλλά ας μη μας διαφεύγει ότι η Ευρώπη γεννήθηκε με πρόταγμα την ενότητά της, πρόταγμα που εγκαταλείψαμε ακολουθώντας την πολιτική ιδεολογία του εθνικισμού, δικαιώνοντας την παρατήρηση του Γκαίτε, που ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου.

Αυτό λοιπόν που θέλω να καταθέσω ενώπιόν σας σήμερα, είναι ότι δεν θα μπορέσουμε να κρατήσουμε ζωντανή την ενότητα της Ευρώπης, αν την αφήσουμε στα χέρια των πολιτικών ιδεολογιών. Δεν θα μπορέσουμε να την κρατήσουμε ζωντανή, αν την αφήσουμε στα χέρια των οικονο-μικών συμφερόντων.

Θέλω να καταθέσω ενώπιόν σας την βαθειά μου πεποίθηση ότι δεν θα υπάρξει Ευρώπη, στηριγμένη σε πιέσεις και συμβιβασμούς. Αν θέλουμε Ευρώπη, θα πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη της Ευρώπης, να θέσουμε και πάλι ως πρόταγμα την κοινότητα των λαών της. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τόσο στο Σύνταγμά της όσο και στην καθημερινή πολιτική της πράξη, ότι λέγοντας Ευρώπη μιλούμε για έναν πολιτισμό, μιλούμε για μια συγκεκριμένη πνευματικότητα, ότι αυτό το πνεύμα έχει τον χριστιανισμό ως πατέρα του, κι ότι θέλουμε να τον κρατήσουμε ως τον κορμό του .

Η ανοικοδόμηση της Ενωμένης Ευρώπης είναι ευθύνη όχι άλλων, παρά των πνευματικών της ανθρώπων.

Ακόμη μια φορά, κρατάτε στα χέρια σας την ιστορία.

Προηγούμενη σελίδα