ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Μηνύματα

Προηγούμενη σελίδα

Προς το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου (Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2006)

30/11/2006

Ἀγαπητοί,

Μὲ χαρὰ ἀνταποκρίνομαι στὴν εὐγενῆ πρόσκληση τῶν διοργανωτῶν τοῦ παρόντος Συνεδρίου, θέμα ἔχοντος τὶς σύγχρονες προόδους στὴν καρδιολογία καὶ τὴν καρδιοχειρουργικὴ γιὰ νὰ ἀρθρώσω λόγο καρδιακό, καὶ γιὰ τοῦτο σύγχρονο ἀλλὰ καὶ συνάμα πανάρχαιο.

Ἀπόψε ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀλίγοις γιὰ μία ἄλλη φυσιολογία τῆς καρδιᾶς, αὐτὴ ποὺ γνωρίζομε οἱ θεολόγοι καὶ οἱ θεολογοῦντες, αὐτὴ τὴν ὁποία καλὰ ἐπίσταται ὁ Δαυΐδ, ὁ Παῦλος καὶ ὁ τελευταῖος ἀθωνίτης μοναχός, ἀλλὰ ἐνῶ ἀποτελεῖ ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονὸς γιὰ τὸν φέροντα ὀργανισμό, δὲν εἶναι εἰς τὸ παράπαν ἀντιληπτὸ στὰ monitors τῶν καρδιογράφων. Μιλῶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς καρδιᾶς, τὸ ὁποῖο συντελεῖται ἐντὸς τοῦ ζωτικοῦ αὐτοῦ μῦ μὲ τὴν ἐγκατοίκηση σὲ αὐτὸν τῆς μονολογίστου εὐχῆς ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με’.

Ὅπως ἤδη σᾶς προϊδέασα, ἡ λειτουργία τῆς καρδιακῆς προσευχῆς προϋποθέτει μιὰ ἄλλη φυσιολογία, τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ διδάσκεται στὰ ἐργαστήρια ἀνατομίας. Μέσα στὴν σωματικὴ καρδιὰ σὰν σὲ ὄργανο καὶ ὄχι σὰν σὲ ἀγγεῖο, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὑφίσταται ἡ πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ καθενός, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὸ λογιστικὸ τῆς ψυχῆς καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἡ καρδιὰ αὐτὴ ζωοποιεῖται μὲ τὴν παρουσία τῆς θείας χάριτος καὶ ἀντιδρᾶ μὲ σκιρτήματα, ἐσωτερικὴ θέρμη, γλυκύτητα, τὶς ὁποῖες μεταδίδει σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Ἔχει δὲ καὶ δικούς της κτύπους, γρηγορότερους ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ καρδιακοῦ μῦ οἱ ὁποῖοι ἀκούγονται ταυτόχρονα μὲ τοὺς τελευταίους καὶ μάλιστα μὲ τοὺς πνευματικοὺς κτύπους συντονίζεται ἡ νοερὰ προσευχή.

(Παρέκβαση) Κατὰ συνέπεια, ἀπευθυνόμενος σὲ ὅλους ὑμᾶς τοὺς καρδιολόγους καὶ καρδιοχειρουργούς, ἐὰν κάποιος ἀσθενὴς σᾶς ρωτήσει γιὰ τὸ παράξενο φαινόμενο τῆς αἴσθησης δύο συγχρόνων ἀλλὰ καὶ ξεχωριστῶν καρδιακῶν παλμῶν, ὑποψιαστεῖτε ὅτι σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, πιθανόν, νὰ ἐνεργεῖται μέσα του ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. (τέλος τῆς παρέκβασης)

Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, μποροῦμε εὐχερέστερα νὰ συλλάβουμε τὴν σωματοκεντρικὴ θεολογία τοῦ Παύλου. Κάθε σπλάγχνο εἶναι ἡ ἕδρα μιᾶς ψυχικῆς κίνησης, ὅπως οἱ νεφροί, ὁ λάρυγγας, κυρίως ὅμως ἡ καρδιά. Ἐμεῖς βεβαίως, τὰ παιδιὰ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἐντοπίζουμε ψυχικὲς κινήσεις στὶς ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες, ἔχοντας μία τελείως διαφορετικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχοδυναμική.

Ἀς ἀκούσομε ὅμως τὶ λέει ἡ ὑπερδισχιλιετὴς ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση γιὰ τὸ ζήτημα. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, Παύλου, τὸ φαινόμενο μιᾶς ζώσας καὶ ὁμιλούσας καρδίας ἐντοπίζεται ἁγιογραφικῶς στὴν ἐπιστολή του πρὸς Γαλάτας ὅπου τοὺς ἐξηγεῖ ὅτι ἀπόδειξη τῆς πνευματικῆς ἐνηλικιώσεώς τους εἶναι ὅτι ἀκοῦν, προσέξτε, ὄχι στὸ νοῦ ἀλλὰ στὶς καρδιές τους, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀπευθυνόμενο πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα νὰ λέει «ἀββᾶ ὁ Πατήρ». Μιὰ τέτοια ἐμπειρία θὰ ἦταν φυσιολογικὰ ἀδιανόητη ἀπὸ τὸν δυτικότροπο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας γιὰ προφανεῖς λόγους. Μὲ τὸν ἴδιο σκεπτικισμὸ τὴν ἐξέλαβαν καὶ οἱ ἀποδέκτες τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Παύλου, ἕως ὅτου τοὺς καθησύχασε πὼς πρόκειται περὶ πνευματικῆς ἐμπειρίας τὴν ὁποία κατέχει ὁ ἴδιος διηνεκῶς, ὥστε ἡ προσευχὴ νὰ λειτουργεῖται μέσα του ἀδιάλειπτα, εἴτε ὅπως θὰ πεῖ τρεῖς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐντονότερα καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἀναπνοή.

Ἡ θεολογικὴ ὅμως στήριξη αὐτῆς τῆς λειτουργίας ἔρχεται πολὺ ἀργότερα, τὸν 13ο αἰώνα, ὅταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀπαντᾶ στὸν ἀριστοτελοτραφὴ μοναχὸ Βαρλαὰμ Καλαβρό, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ ἐγγίσει τὸ Θεὸ γνωσιακά, ἐμπειρικά, ἀλλ’ ὄχι ἐντός του. Προσπαθεῖ νὰ ἐξωθήσει τὸ νοῦ ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα ὥστε νὰ ἀποκτήσει ἐμπειρία τοῦ θείου παράγοντα, ὅπως παρατηρώντας ὁ νοῦς τὰ ἐκτὸς τοῦ σώματος ἀποκτᾶ ἐμπειρία τῆς πραγματικότητος. Αὐτὴ ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ σύγχρονη ἐπιστημονική μέθοδος. Κανείς, εἴτε σχεδόν κανείς, ἐξ ὑμῶν δὲν ἔχει ἐμπειρία τῆς κολπικῆς μαρμαρυγῆς ἀπὸ παρατήρηση τῆς ἴδιας του τῆς καρδιᾶς. Ὅλοι ὅμως εἶστε σὲ θέση νὰ διαγνώσετε τὸ φαινόμενο ἔξω ἀπὸ ἐσᾶς. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει μὲ τὴν λειτουργία τῆς νοερᾶς ἢ καρδιακῆς λεγομένης προσευχῆς. Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ συντελεῖται ἐντὸς τοῦ σώματος. Ὁ προσευχόμενος συλλαμβάνει μὲ τὴν καθαρὴ προσευχὴ τὸ νοῦ, ὁ ὁποῖος, παρότι πνευματικός, ἀκολουθεῖ τὴ φυσιολογικὴ ὁδὸ καί, ὅσο καὶ ἂν ἀκούγεται παράδοξο, κατεβαίνει ἀπὸ τὸν λάρυγγα καὶ εἰσέρχεται στὴν καρδιά, ὅπου καὶ ἐγκαθίσταται. Περνώντας ἀπὸ τὸ λάρυγγα ἀφήνει μιὰ ἡδύτητα οὕτως ὥστε νὰ γίνεται τώρα ἀπολύτως κατανοητὸς ὁ Δαυῒδ ὅταν λέει «ὡς γλυκέα τῷ λάρρυγί μου τὰ λόγιά σου» , ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ ὅταν νοιώθει τὸ στόμα του γλυκὺ σὰν μέλι καὶ τὸ ἴδιο ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σὲ μιὰ παρόμοια μὲ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ ἀποκαλυπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεό.

Ἐάν, λοιπόν, στὸ διάβα της ἡ νοερὰ προσευχὴ φέρνει τέτοια σωματικὰ ἐρεθίσματα, τὶ κάνει ἐντὸς τῆς καρδίας, στὴν ὁποία ἐγκαθίσταται;

Ἡ προσευχὴ μέσα στὴν καρδιὰ βρίσκεται σὲ οἰκεῖο τόπο. Συναντᾶ, κατὰ τὸν Διάδοχο Φωτικῆς τὴ χάρη τοῦ Βαπτίσματος, τὴν κεκρυμμένη ἂν θέλετε ἀπὸ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ βιώνει. Ἐφόσον δέ, μιλοῦμε περὶ βιώματος, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἀκριβολόγοι. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἐγκεφαλικῆς λειτουργίας ἀλλὰ περὶ μιᾶς σωματικῆς ἀλλοίωσης. Ἡ καρδιὰ νοιώθει μιὰ συντριβὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀνακάλυψη τῶν οἰκείων παθῶν. Χωρὶς νὰ πρόκειται γιὰ νοσηρὴ κατάσταση συμμετέχει σ’αὐτὸ τὸ συναίσθημα καὶ τὸ περικάρδιο ὥστε νὰ σκιρτᾶ. Ἡ ἐπισκόπηση τῆς ψυχικῆς κατάστασης τοῦ προσευχομένου φέρνει μιὰ εὐαισθησία ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ ὀχετοὺς δακρύων, ἀβίαστη ἐπανάληψη τῆς εὐχῆς χωρὶς νοητικὴ προσπάθεια. Ἡ εὐχὴ λειτουργεῖ πλέον αὐτόνομα καὶ συντονίζεται μὲ ἕναν παλμὸ διαφορετικὸ τοῦ φυσικοῦ καρδιακοῦ μῦ. Αὐτενεργεῖται. Θερμαίνεται καὶ μεταδίδει αὐτὴ τὴ θερμότητα σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Θὰ ἔχετε ἀκουστὰ τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ ὅπου μέσα στὸ καταχείμωνο μετέδωσε αὐτὴ τὴ θερμότητα διὰ τῆς ἀφῆς στὴν καρδιὰ ἑνὸς προσκυνητοῦ γιὰ νὰ τοῦ ἐπιδείξει τὴν κατὰ τὰ ἄλλα μὴ ὑποπίπτουσα στὶς αἰσθήσεις χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ κατάκτηση τῆς εὐχῆς εἶναι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ζηλευτὴ δωρεὰ ἑνὸς ἐπίπονου καὶ πολυχρόνιου ἀγώνα. Μὲ βεβαιότητα σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἐφικτὴ καὶ κατὰ πάντα προσιτὴ σὲ ὅποιον θελήσει νὰ τολμήσει.
Ἀγαπητοί,
Ἴσως τὰ προλεχθέντα ἀποτελοῦν καινὰ ἀκούσματα. Ἐλπίζω, ὡστόσο, ὅτι ἡ ὑγιὴς ἐπιστημονική σας περιέργεια θὰ σᾶς προτρέψει νὰ ἀγγίξετε μὲ τὸ πνευματικό σας στηθοσκόπιο τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς σας, τὴν πνευματική σας δηλαδὴ καρδιά καὶ νὰ ἀκούσετε τοὺς θείους καὶ ἀλάλλητους στεναγμούς της.
Σᾶς εὔχομαι καλὴ ἐπιτυχία στὶς ἐργασίες τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συνεδρίου σας καὶ σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σας νὰ μὲ ἀκούσετε. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ.
Εὐχαριστῶ.

Προηγούμενη σελίδα