ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - ������

Προηγούμενη σελίδα

«Αρχές και αξίες της Ευρώπης»

1/1/2001

Ομιλία του Αρχιεπισκόπου στο ομίτιτλο συνέδριο

Xριστός ανέστη!

Αυτή η φράση, που είναι και είδηση και ευχή, είναι ό,τι πιό καλό και πλήρες μπορώ να σκεφθώ, για να εκφράσω τη χαρά μου που είστε μαζί μας εδώ.

Χριστός ανέστη, «και μεθ εαυτού, την οικουμένην συν-ανέστησεν άπασαν.» Είναι η Ανάσταση γεγονός, αλλά είναι και ευχή, διότι δεν είναι μοίρα του ανθρώπου, αλλά δυνατότητα που δίνεται στον άνθρωπο να υπερβεί τη μοίρα του. Είναι ελευθερία η Ανάσταση, είναι υπέρβαση του βασιλείου της αναγκαιότητος, είναι δωρεά δυνάμεως και τρόπου ν’ ανεβεί ο άνθρωπος την Κλίμακα του Ιακώβ.

Aληθώς ανέστη! Αυτή τη βεβαιότητα εύχομαι να μεταδώσει το συνέδριό μας σε όλη την Ευρώπη.

Αλλά γιατί στην Ευρώπη; Γιατί η Ευρώπη; Τι υπηρετεί αυτή η διάκριση και η εμμονή, αφού η παγκοσμιοποίηση προχωρά, αφού οι νέες τεχνολογικές και οικονομικές πραγματικότητες έχουν μετατρέψει την υδρόγειο σε ενιαίο χώρο; Τι μπορεί πιά να είναι καθαρώς ευρωπαϊκό, ποιό είναι το σημαινόμενο αυτού του όρου σήμερα; Μήπως μιλώντας για αξίες της Ευρώπης αναφερόματε σε ένα παρελθόν που πέρασε για πάντα, και δεν προσδιορίζει τίποτε στη σύγχρονη και την αυριανή κοινωνία; Τα ερωτήματα πηγαίνουν ακόμη πιό πέρα: μήπως η κίνηση για την ένωση της Ευρώπης έγινε δυστυχώς πολύ αργά, διότι ξεπεράστηκε από τα πράγματα, από τις νέες τεχνολογικές και οικονομικές συνθήκες; Και επί πλέον, είναι σωστό να μιλάμε για αξίες της Ευρώπης σαν να είναι μόνο δικές της, σαν μη τις έχει ή σαν να μην έχει το δικαίωμα ή την ικανότητα να τις έχει και κάποιος άλλος λαός; Χώρια που ερωτητέον δεν είναι μόνο ποιές είναι οι αξίες τις οποίες η Ευρώπη έχει, αλλά και πως μπορεί να τις διατηρήσει μέσα στο υδρογειακό περιβάλλον;


Eπιτρέψτε μου, λοιπόν, να διευκρινήσω το εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και επιθυμητή η αναφορά στην Ευρώπη ως εκφραστού συγκεκριμένων αρχών και αξιών.
Πρώτ' απ' όλα, ας ξεκαθαρίσω αμέσως, ότι το Ευαγγέλιο απευθύνεται και ανήκει σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε μέλη μιας φυλής, ούτε σε μετόχους ενός πολιτισμού. Χάριτι Κυρίου, υπάρχουν χριστιανοί σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης. «Εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστιν» Όλοι οι πιστοί συνιστούμε την Εκκλησία του Κυρίου, διότι Κύριος «τα έθνη συνήγαγεν από ανατολών και δυ-σμών και βορρά και νότου, και εις μίαν εκκλησίαν και εις μίαν πίστην και εις έν βάπτισμα εν αγάπη συνέδησε». Σαφές λοιπόν και πέραν πάσης συζητήσεως ότι η Εκκλησία είναι του Χριστού και όχι της Ευρώπης, αφού «ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».

Ας σημειωθεί επίσης ότι μιλώντας για την Ευρώπη δεχόμεθα βέβαια μια διάκριση, αφού η συζήτηση προϋποθέτει μια συγκεκριμένη οντότητα η οποία εκφράζει κάτι ιδιαίτερο, ότι δηλαδή έχει δική της ταυτότητα, όπως και κάθε άλλη οντότητα. Ωστόσο, αυτή η διάκριση δεν σημαίνει υποτίμηση του άλλου, του μη ευρωπαϊκού. Δεν έχω, και πιστεύω ότι και σεις δεν έχετε, καμιάν αμφιβολία για την αξία και σημασία των άλλων πολιτισμών. Η συζήτηση λοιπόν περί Ευρώπης, η υπεράσπιση της Ευρώπης, δεν αποτελεί υποτίμηση των άλλων πολιτισμών. Θα έλεγα μάλιστα ότι έχουμε το δικαίωμα να τιμούμε την Ευρώπη, επειδή και εφ όσον τιμούμε και τους άλλους πολιτισμούς και λαούς, διότι «ο θεός έδειξεν μηδένα κοινόν ή ακάθαρτον λέγειν άνθρωπον».

Με αυτά τα δεδομένα, ας δώσουμε τώρα μιαν απάντηση στο ερώτημα «γιατί η Ευρώπη;» Γιατί πρέπει οι χριστιανοί να απασχολούνται με την Ευρώπη, γιατί να συνέρχονται και να προβληματίζονται περί του μέλλοντός της.

Οφείλω εδώ να τονίσω ότι μας απασχολεί η Ευρώπη όχι μόνον επειδή είμαστε πολίτες της, αλλά πρωτίστως επειδή είμαστε χριστιανοί. Διότι, ασφαλώς ο χριστιανισμός δεν είναι ευρωπαϊκός, αλλά πάντως η Ευρώπη είναι χριστιανική.

Ο ρόλος της θρησκείας στην διαμόρφωση του πολιτισμού είναι καθοριστικός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν πιστεύουν όλοι οι άνθρωποι, ή δεν πιστεύουν με τον ίδιο τρόπο. «Ο Ευρωπαίος», λέει ο Μπρωντέλ, «ακόμη κι αν είναι άθεος, παραμένει δέσμιος μιας ηθικής και μιας αντίληψης που έχουν βαθειές ρίζες στη χριστιανική παράδοση. Παραμένει χριστιανικής καταγωγής που έχασε την πίστη του».

Πριν τον χριστιανισμό, η Ευρώπη ήταν ένας καθαρά γε-ωγραφικός όρος. Οι κάτοικοί της διακρίνονταν σε αυτούς που ζούσαν εντεύθεν των συνόρων της αυτοκρατορίας ή της «οικουμένης» όπως την έλεγαν, και σε αυτούς που ζούσαν εκείθεν των συνόρων, και ονομάζονταν γενικώς «βάρβαροι». Σας θυμίζω ότι μέρος μόνον από τους κατοίκους της αυτοκρατορίας ήσαν ρωμαίοι πολίτες, άλλοι ήσαν μεν ελεύθεροι αλλά πολίτες της πατρίδας τους κι όχι ρωμαίοι (οι peregrini), άλλοι δεν είχαν καμιάν ιδιότητα πολίτη (οι dediticii), και μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήσαν σκλάβοι. Ο χριστιανισμός είναι αυτός που γκρέμισε τις διακρίσεις, που απέρριψε τη διαίρεση του κόσμου σε βαρβάρους και μη, σε πολίτες και κατοίκους, σε ελεύθερους και δούλους. Ο χριστιανισμός είναι αυτός που ένωσε τους ανθρώπους σε μια κοινότητα, που τους ανεγνώρισε όλους ως αδελφούς, παιδιά όλα του ενός Θεού. Ο Απόστολος Πέτρος χαρακτηρίζει τους χριστιανούς με όρους πολιτειακούς: είμεθα «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον» ,γράφει, για να καταδείξει με έμφαση την απαξίωση των διακρίσεων της αυτοκρατορίας και την ενότητα της Εκκλησίας.

Αλλά η εκκλησιαστική κοινότητα από μόνη της δεν δημιουργεί ένα νέο πολιτιστικό μόρφωμα. Χρειάζεται η κοινή παιδεία. Και αυτό έκανε η Εκκλησία. Οι αρχαίοι Ελληνες και Λατίνοι συγγραφείς δεν ενδιαφέρθηκαν για την χριστιανική γραμματεία. Αλλά οι χριστιανοί είχαν την αντίθετη κατεύθυνση. Η ελληνική παιδεία ουδέποτε απερρίφθη από τον Κύριο ή τους μαθητές Του, παρατηρεί ένας εκκλησιαστικός ιστορικός . Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια παθητική αποδοχή. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς θα υποστηρίξει ότι η ελληνική παιδεία είναι δώρο του Θεού: «εδόθη νόμος μεν και προφήται βαρβάροις, φιλοσοφία δε Έλλησι». Οι χριστιανοί ήσαν διδάσκαλοι ελληνικής παιδεύσεως. Αυτό θα εξοργίσει τον Ιουλιανό, και θα το απαγορεύσει, με το επιχείρημα ότι αφού είναι χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να διδάσκουν Έλληνες παγανιστές . Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος απέρριψε με έντονο ύφος το επιχείρημα, διατυπώνοντας τη θέση ότι τα κείμενα των Ελλήνων αποτελούν τη γραμματεία κι όχι τη θρησκεία τους, και συνεπώς έχει κάθε λόγο ο χριστιανός και να τα μελετά και να τα διδάσκει . Αυτό το επιχείρημα είναι το θεμέλιο της παιδείας που προσέφερε η Εκκλησία στην Ευρώπη, θεμέλιο που ισχύει έκτοτε ακλόνητο.

Αμέσως μόλις αναγνωρίστηκε ο χριστιανισμός, η Εκκλησία άρχισε τις πιέσεις προς την πολιτική ηγεσία, τον αυτοκράτορα και τους τοπικούς άρχοντες, να άρχουν φιλανθρώπως και δικαίως. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός απευθύνεται στον άρχοντα διδάσκοντάς τον: «Χριστώ συνάρχεις, Χριστώ και συνδιοικείς. Μίμησαι Θεού φιλανθρωπίαν. Τούτο έχει μάλιστα θείον ο άνθρωπος, το εύ ποιείν». Ο δε μέγας Φώτιος, σε μια επιστολή του που θα έλεγα ότι συνιστά απάντησιν ενός Βυζαντινού στον Machiavelli, διδάσκει τον νεαρό βασιλέα πως πρέπει να φέρεται, πως να κρίνει και να αποφασίζει. Από την έξοχη αυτή επιστολή, αποσπώ μόνον μία φράση «Όσω δε τις προέχει τη αρχή, τοσούτω χρεωστεί πρωτεύειν και τη αρετή».

Το αίτημα της Εκκλησίας για την επιβολή του δικαίου, υπήρξε επίσης θεμελιώδους σημασίας. Για την Ορθοδοξία, το αίτημα αυτό είχε μετατραπεί κάπως σε απαίτηση φιλανθρωπίας και δικαιοσύνης. Για την Εκκλησία της Ρώμης, όμως, ήταν πολύ πιό ουσιαστικό από την παιδεία.

Η Ορθοδοξία ζούσε σε μια ισχυρή πολιτεία, όπου γενικά ίσχυε ο κανών δικαίου. Φυσικά, παραβιαζόταν από τους ισχυρούς. Το ουσιώδες όμως είναι ότι και οι παραβαίνοντες τον νόμο αισθάνονταν την πράξη τους ως άδικη και προσπαθούσαν να δικαιολογηθούν. Αυτό, άλλωστε είναι το κριτήριο της συννόμου πολιτείας: όχι ότι δεν θα υπάρχουν παραβάτες, όχι ότι δεν θα διαφεύγουν από την τσιμπίδα του νόμου οι ισχυροί, αλλά ότι και μέσα στην ίδια τους τη συνείδηση θα αισθάνονται παραβάτες.

Η Εκκλησία της Ρώμης, όμως, δεν ζούσε παρά μέσα σε άναρχη και ανασφαλή κατάσταση. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Δυτική αυτοκρατορία δεν άντεξε τις εισβολές. Ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας, κατενόησε ότι η διάπλαση του νέου κόσμου είναι έργο της Εκκλησίας Ρώμης, και ανέλαβε αμέσως την ευθύνη να μετατρέψει το χαοτικό περιβάλλον που δημιούργησαν οι εισβολές σε respublica christiana. Είναι νομίζω φανερό σε όλους, ότι ο Γρηγόριος κληρονόμησε την από μακρού υφέρπουσα αντίθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, κι ότι συνέλαβε τον κόσμο που ήθελε να δημιουργήσει ως κόσμο ξένο προς την Ανατολική αυτοκρατορία. Οπωσδήποτε, εργάστηκε για να μεταδώσει το χριστιανισμό τόσο στους εισβολείς όσο και στους λαούς του Βορρά, κι ακόμη, να καθιερώσει τον κανόνα δικαίου, μια κοινή γλώσσα και μια κοινή παιδεία. Δικαίως λοιπόν αναγνωρίζεται ο ρόλος του στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού κόσμου. Θα πρέπει, όμως, να μνημονεύσουμε εδώ τους άγιους Πατέρες Βενέδικτο, Κύριλλο και Μεθόδιο, αλλά και όλους τους ιεραποστόλους, που με το έργο τους έκαναν την Ευρώπη χριστιανική και της έδωσαν την ενιαία συνείδηση την οποία έκτοτε έχει.

Aποτέλεσμα αυτού του έργου της Εκκλησίας είναι ότι το αίτημα της ενότητος της Ευρώπης έμεινε ζωντανό, παρά την αποτυχία του σχεδίου σύνθεσης μιας διακρατικής κοινότητας στη Δύση, και παρά το γεγονός ότι το Βυζαντινό κράτος υπέκυψε τελικά στην παράλληλη επίθεση του Ισλάμ και της Δυτικής Ευρώπης. Υπέκυψε, αλλά σε όλους τους αιώνες της ζωής του, ακόμη κι όταν ήταν ακρωτηριασμένο, δεν έπαυε να είναι στη συνείδη-ση των Δυτικών «η πρότυπος συμπολιτεία»,δεν έπαυε να εμπνέει όλους τους Ευρωπαίους. Για τον ίδιο λόγο οι Βυ-ζαντινοί δεν διετύπωναν ως όραμα τη χριστιανική κοινοπολιτεία: επειδή ακριβώς αισθάνονταν ότι ήδη τη ζούσαν.

Το αίτημα της ένωσης το βλέπουμε να περιγράφει τον πνευματικό ορίζοντα της Δυτικής Ευρώπης, ακόμα κι όταν αυτοί που το διατυπώνουν είναι αντιεκκλησιαστικοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Δάντης, που παρά τον σφοδρό αντιπαπισμό του, Ιταλός αυτός, ζητά την ένωση της Ευρώπης υπό την Γερμανία. Το βλέπουμε στον μαθητή τού μεγάλου Θωμά του Ακινάτη Pierre Du Bois, στον χουσσίτη βασιλιά της Βοημίας Πέτρο Πόντυμπρατ που ζητούσε τη συνεργασία του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου του 11ου για την ίδρυση ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, το βλέπουμε στον Γάλλο Δούκα Du Sully που οραματίστηκε την ομοσπονδία της αντικαθολικής Ευρώπης, το βλέπουμε σε φιλοσόφους τόσο διαφορετι-κούς όσο ο Λάϊμπνιτς και ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ, τό βλέ-πουμε σε Διαφωτιστές όπως ο Μοντεσκιέ και σε ρομαν-τικούς ποιητές όπως ο Νοβάλις, το βλέπουμε και σε άλλους πολλούς, που δεν μπορώ εδώ να μνημονεύσω αν και οι προτάσεις τους είναι τόσο αξιόλογες. Με δυό λόγια, η Ευρώπη όλη δεν έπαψε επί αιώνες, σε πείσμα των εθνικισμών και των αιματηρών πολέμων, να ζητά την ένωσή της. Κι αυτό, είναι έργο της Εκκλησίας, είναι άνθος του αιτήματος για μια χριστιανική κοινοπολιτεία και καρπός της ενιαίας παιδείας.

Σταθερό ήταν λοιπόν το αίτημα για την πολιτική ένωση της Ευρώπης. Διότι στον πνευματικό χώρο, η Ευρώπη ήταν ενωμένη εξ αρχής, χάρις στην Εκκλησία και την παιδεία που εισήγαγε. Ο Πλάτων και ο Κικέρων, ο Σαίξπηρ και ο Γκαίτε, είναι κλασικοί για όλους τους Ευρωπαίους. Ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Καρτέσιος, o Μότσαρτ, ο Φραγκίσκος της Ασσίζης, ο Κέπλερ, ο Γκρέκο, ανήκουν σε όλους τους Ευρωπαίους. ΄Ολα τα παιδιά της Ευρώπης έχουν διαπλασθεί από τον Άντερσεν. Όλοι οι Ευρωπαίοι αισθάνονται μέσα στο Λούβρο ή το Πράδο ότι βλέπουν αγάλματα και πίνακες του πολιτισμού τους. Όλοι νιώ-θουν πρωτεύουσες του πολιτισμού τους τη Φλωρεντία, το Άμστερνταμ, τη Βιέννη.

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός υπάρχει, δεν περίμενε για να γεννηθεί το σήμερα και τις ανησυχίες μας. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι μέσα στους αιώνες ένας, ζωντανός, και ανήκει σε όλους μας. Και θέλω να πιστεύω ότι όλοι καταλαβαίνουμε πως του ανήκουμε επίσης. Αυτό σημαίνει ότι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να είναι πράγματι αυτό που ο τίτλος της δηλώνει, θα πρέπει να βαδίζει έχοντας ως πολικό αστέρα της τον πολιτισμό της.

Με την επισήμανση αυτή, θέλω να πω ότι δεν ανήκουν στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, και άρα δεν πρέπει να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λαοί των οποίων ο πολιτισμός είναι ίσως αξιόλογος, ίσως λαμπρός, αλλά πάντως ξένος προς τον ευρωπαϊκό. Είναι θέμα της πολιτικής ηγεσίας το είδος και το βάθος των σχέσεων που θα έχουμε με τους γείτονες λαούς. Αλλά βέβαιον είναι ότι η υποταγή της Ευρώπης σε πρόσκαιρες γεωπο-λιτικές μέριμνες οι οποίες απολήγουν σε ανατροπή της πολιτιστικής της ταυτότητας, είναι όχι μόνο παράλογη αλλά και ανάπηρη.

Οι πολιτισμοί, και μάλιστα οι μεγάλοι, όπως είναι ο ευρωπαϊκός, δεν αυτοκτονούν. Εάν η πολιτική ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίσει να εντάξει στο σώμα της ξένους πολιτισμούς, αυτόματα θα γίνει ψευδεπίγραφη. Θα θυμίζει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που για να θυμηθούμε τον Βολταίρο, δεν υπήρξε ποτέ αγία, ούτε ρωμαϊκή, ούτε αυτοκρατορία. Εάν η πολιτική ηγε-σία εντάξει στην Ένωση και πολιτισμούς όλως ξένους, τότε η ένωση μετατρέπεται σε οικονομική ζώνη. Στην καλύτερη γι αυτήν περίπτωση θα είναι αντίγραφο της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία διελύθη εις τα εξ ων συνετέθη, αμέσως μόλις χαλάρωσε η κεντρική εξουσία.

Είναι, αναμφισβήτητα, δικαίωμα της πολιτικής ηγεσίας να ακολουθήσει την οδό που θα εκτρέψει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ζώνη οικονομικοπολιτικών προδιαγραφών. Η Εκκλησία δεν μπορεί και δεν πρέπει να εναντιωθεί σε αυτή την επιλογή. Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση, το αίτημα της πολιτικής ένωσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, θα τεθεί εξ αρχής, ως κεντρικό αίτημα. Η Εκκλησία δεν θα το εγκαταλείψει. Οι πνευματικές δυνάμεις της Ευρώπης δεν θα το εγκαταλείψουν.

Πιστεύω ότι η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης δεν θα προσπαθήσει να παραχαράξει την ιστορία, δεν θα μετατρέψει το όραμα της ένωσης σε λόμπυ των συμφερόντων. Αλλά και να το θελήσει, δεν θα επιτύχει. Το όραμα της κοινοπολιτείας δεν είναι ιδεολόγημα για να παραχαχαραχθεί, είναι συνείδηση του Ευρωπαίου. Οπότε, είναι απολύτως βέβαιον ότι μέσα στην ένωση συμφερόντων που θα θελήσουν ίσως να κατασκευάσουν οι ανερμάτιστοι, θα γεννηθεί ξανά το κίνημα που θα ζητά από τους Ευρωπαίους να ενωθούν σε μια πολιτική οντό-τητα εκφραστική του πολιτισμού τους.

Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να δούμε το αίτημα για μιαν αναφορά του χριστιανισμού στο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θέλουμε αναφορά του χριστιανισμού ως του δημιουργού του πολιτισμού μας, αλλά και ως της δύναμης εκείνης που μας βεβαιώνει ότι η κυοφορούμενη Ένωση θα είναι πράγματι Ευρωπαϊκή. Η αναφορά στον χριστιανισμό δεν θέλουμε και δεν πρέπει να είναι διατυπωμένη ως υποχρεωτική πίστη για τους πολίτες της Ένωσης. Πρέπει να είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να μην αναιρεί την ανεξιθρησκεία, να μη δεσμεύει την πολιτεία, να μη συγκρούεται με τα δικαιώματα του ανθρώπου, να μην συνιστά απειλή ή εμπόδιο στην προκοπή όσων μη χριστιανών είναι πολίτες της Ένωσης. Αλίμονον εάν εν ονόματι του πολιτισμού μας διώξουμε ή καταπιέσουμε τους μουσουλμάνους πολίτες, αλίμονον εάν αρνηθούμε την ένταξη στην Ένωση της Αλβανίας ή της Βοσνίας. Εμείς οι ίδιοι οι χριστιανοί έχουμε την υποχρέωση να μη επιτρέψουμε τη δημιουργία ενός πολιτιστικού εθνικισμού. Αλλά εμείς οι ίδιοι έχουμε επίσης την υποχρέωση και την ευθύνη να κρατήσουμε όρθια την αυτοσυνειδησία της Ευρώπης, την ταυτότητά της ως πολιτιστικής οντότητος.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να κρατήσουμε τη διαφορετικότητά μας εν ζωή, αυτοθαυμαζόμενοι για τις επιτυχίες μας. Έχουμε έργο να κάνουμε. Πληθαίνει γύρω μας η απανθρωπιά, ο κυνισμός, η αντικατάσταση της δικαοσύνης από την ωμή ισχύ. Ενισχύονται οι δυνάμεις που θέλουν να κάνουν την ανθρωπότητα ένα γκρίζο πολτό ικανό μόνο να παράγει και να καταναλώνει, με ένα ενδιάμεσο διάλειμμα διασκέδασης που σε αφήνει άδειο σακκί. Προχωράνε τα δρεπανηφόρα άρματα που θέλουν να κόψουν την παιδεία και ν’ αφήσουν ανεμπόδιστη την αλλοτρίωση και την ψυχική συντριβή. Προχωράνε όλα αυτά, στο όνομα της επιδίωξης μεγαλυτέρου κέρδους.

Έχει σίγουρα πολύ δουλειά να κάνει ο πολιτισμός μας. Όχι για περισσότερο κέρδος, αλλά για τον σεβασμό του ανθρώπου. Για την αξιοπρέπειά του.

Και είναι σ΄αυτόν τον αγώνα δίπλα του και πάλι, και πάντα, αταλάντευτη η Εκκλησία.

Προηγούμενη σελίδα