ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Μηνύματα

Προηγούμενη σελίδα

Ομιλία του Μακαριωτάτου στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

29/5/2006

Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά ἐκφράσω τίς θερμές μου εὐχαριστίες πρός τόν ἀξιότιμο Γενικό Γραμματέα τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν δρα Samuel Kobia καί τό ἔντιμο ἐπιτελεῖο του τόσο γιά τήν τιμητική πρός τό πρόσωπό μου πρόσκληση, ὅσο καί γιά τή θερμή ὑποδοχή, τήν ὁποία ἐπιφύλαξαν καί στά ἐκλεκτά μέλη τῆς ἀντιπροσωπίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ συνάντησή μας αὐτή εἶναι ὁ ὥριμος καρπός μιᾶς σειρᾶς ἐποικοδομητικῶν ἐπαφῶν συνεργασίας. Εἶναι ὅμως καί ἰδιαίτερα σημαντική ὄχι μόνο γιά τόν τόπο, ἀλλά καί γιά τόν χρόνο τῆς συναντήσεως. Ὁ τόπος εἶναι τό καθιερωμένο μεγάλο αὐτό κέντρο οἰκουμενικοῦ διαλόγου γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, ἐνῶ ὁ χρόνος συμπίπτει μέ τίς νέες προοπτικές τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως μετά τίς σημαντικές ἀποφάσεις τῆς Θ' Γενικῆς Συνελεύσεως στό Porto Alegre.
1. Ἡ Οἰκουμενική κίνηση γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν γεννήθηκε μέσα ἀπό τά ἐρείπια τοῦ ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί τοῦ ἀθέμιτου προσηλυτισμοῦ μεταξύ τῶν παλαιῶν καί τῶν νεώτερων χριστιανικῶν παραδόσεων, τά ὁποῖα παρέμειναν τραγικά δείγματα τῶν ἀντιφατικῶν προλήψεων, τραυματικῶν ἐμπειριῶν καί αἱματηρῶν συγκρούσεων τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος. Οἱ ἀντιθεϊστικοί ἤ καί ἀθεϊστικοί πειρασμοί τῆς εὐρωπαϊκῆς διανοήσεως καί ἰδεολογίας, οἱ ὁποῖοι διαπότισαν βαθύτατα τήν πολιτική θεωρία καί τόν νομικό πολιτισμό τῶν νεωτέρων χρόνων, ὑποχρέωσαν ὅλες τίς χριστιανικές παραδόσεις νά ὑπερβοῦν τήν αὐτάρεσκη ἀπομονωτική ἐσωστρέφεια τῆς ἀντιρρητικῆς ἤ καί πολεμικῆς τους θεολογίας καί νά ἀναζητήσουν ἕνα κοινό τόπο συνεποῦς προσεγγίσεως καί ἐποικοδομητικῆς συνεργασίας ἐνώπιον τῆς ἀπειλητικῆς λαίλαπας τοῦ Μοντερνισμοῦ γιά τήν παραδοσιακή πνευματική σχέση τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν μέ τήν κοινωνία.
Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ὀδυνηρές συνέπειες ἑνός ἀσυνεποῦς ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ τῶν χριστιανικῶν παραδόσεων, ὁ ὁποῖος ἔπληξε καίρια τήν ἀξιοπιστία τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος σέ μία περίοδο πολλαπλῶν ἰδεολογικῶν, πνευματικῶν, κοινωνικῶν καί ἄλλων συγχύσεων, ἀνέδειξαν τήν ἀναγκαιότητα ἑνός εἰλικρινοῦς Οἰκουμενικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν χριστιανικῶν παραδόσεων γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τῆς πίστεως καί τοῦ συνδέσμου τῆς ἀγάπης, ἔστω καί ἄν ὁ ἱερός αὐτός σκοπός προϋπέθετε μακρά καί ἐπίπονη προσπάθεια γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν διαφορῶν. Ἡ ἀναγκαιότητα αὐτή συνειδητοποιήθηκε ἀπό τίς τελευταῖες ἤδη δεκαετίες τοῦ ΙΘ' αἰώνα, ἀλλά συστηματοποιήθηκε μέ συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Κ' αἰώνα καί βρῆκε ἐντυπωσιακή ἀπήχηση σέ ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσμο ἀφ' ἑνός μέν γιατί διακηρύχθηκε ὡς βασική προτροπή ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἱδρυτή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ἀφ' ἑτέρου δέ γιατί ἡ ἀνύστακτη μέριμνα γιά τή διαφύλαξη τῆς ἑνότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος εἶναι ὄχι μόνο θεμελιῶδες, ἀλλά καί συστατικό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπῆρξε, ὅπως εἶναι γνωστό, στήν πρωτοπορία τῆς ἰδέας τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν χριστιανικῶν παραδόσεων ὄχι μόνο γιά ἐποικοδομητική συνεργασία ἐνώπιον τῆς λαίλαπας τῶν κοινῶν προβλημάτων, ἀλλά καί γιά τήν ἐνθάρρυνση τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ ἀπώτερο στόχο τήν ἄρση τῶν θεολογικῶν διαφορῶν, οἱ ὁποῖες κωλύουν τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν χριστιανῶν. Έτσι, τόσο οἱ Πατριαρχικές Ἐγκύκλιοι (1902, 1904), ὅσο καί ἡ θετική ἀνταπόκριση τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἄνοιξαν νέες προοπτικές στήν ἰδέα τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου καί βρῆκαν εὐρύτατη ἀπήχηση στόν χριστιανικό κόσμο τῆς Δύσεως. Παρά τήν ἀνεξήγητη ἀρχική διστακτικότητα ἤ καί ἀρνητική στάση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας μέχρι τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ἡ ἀξιόλογη καί ἐνεργός ἐκπροσώπηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στά ἀνεπίσημα Οἰκουμενικά Συνέδρια τῆς Γενεύης (1920), τῆς Λωζάνης (1927) καί τοῦ Ἐδιμβούργου (1937) προσδιόρισε τίς θεολογικές ἀρχές καί τά ἐκκλησιολογικά κριτήρια γιά τήν κοινή πορεία πρός μία θεσμική ἔκφραση τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως.
Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν προπαρασκευαστική αὐτή διαδικασία ὑπῆρξε πράγματι ἰδιαίτερα σημαντική τόσο μέ τήν πρόθυμη ἐκκλησιαστική ἀνταπόκριση, ὅσο καί μέ τήν οὐσιαστική θεολογική προσφορά στίς προοπτικές τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι κατά τή μεταβατική αὐτή περίοδο θερμοί ὑποστηρικτές τῶν προοπτικῶν αὐτῶν ἀναδείχθηκαν μεγάλοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐκκλησιαστικῆς της ἡγεσίας καί θεολογίας, ὅπως ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὁ διακεκριμένος Καθηγητής Ἁμίλκας Ἀλιβιζάτος καί ἄλλοι ἔγκριτοι Καθηγητές τῆς Θεολογίας, οἱ ὁποῖοι σφράγισαν μέ τή θεολογική τους προσφορά τή θετική παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στόν οἰκουμενικό διάλογο γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν. Πράγματι, ὑπῆρξαν ἐκλεκτά μέλη τῆς μόνιμης Ἐπιτροπῆς γιά τή συνέχιση τοῦ προπαρασκευαστικοῦ ἔργου καί διακρίθηκαν ἀπό ὑπεύθυνες θέσεις ἀντιπροέδρων ἤ γραμματέων γιά τόν κατάλληλο συντονισμό τῶν ἐργασιῶν τῶν Συνεδρίων αὐτῶν μέ τούς σκοπούς τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε στήν ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (1948).
Συνεπῶς, ἡ ἵδρυση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (1948) στή φιλόξενη πόλη τῆς Γενεύης, στό διεθνῶς ἀνεγνωρισμένο αὐτό κέντρο τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου γιά τήν εἰρήνη, τήν κοινωνική δικαιοσύνη καί τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, προσέφερε σέ μία κρίσιμη ἐποχή ἕνα ἔγκυρο καί διεθνῶς ἀξιόπιστο βῆμα ὄχι μόνο γιά τίς ὑπό κομμουνιστικό καθεστώς ἐμπερίστατες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἀλλά καί γιά τόν χριστιανικό κόσμο τῆς Δύσεως. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ ἐπίσημη συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόσο στή διακήρυξη τῆς ἱδρύσεως, ὅσο καί στή διαμόρφωση τῶν καταστατικῶν ἀρχῶν τοῦ Π.Σ.Ε. ὑπῆρξε ἰδιαίτερα σημαντική. Πράγματι, ἡ ἐνεργός συμμετοχή της κατά γενική ὁμολογία ἀφ' ἑνός μέν διηύρυνε τήν ἐκκλησιαστική βάση τῆς συνθέσεώς του, ἔστω καί ἄν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀν. Εὐρώπης δέν εἶχαν μέχρι τό 1961 τή δυνατότητα συμμετοχῆς γιά εὐνόητους λόγους, ἀφ' ἑτέρου δέ προέβαλε στόν οἰκουμενικό διάλογο τά διαχρονικά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου πατερικῆς παραδόσεως, ἔστω καί ἄν τά κριτήρια αὐτά δυσχέραιναν τήν πορεία πρός μία συμβατική σύγκλιση τῶν διαφορετικῶν ἐκκλησιολογικῶν προϋποθέσεων.
Εἶναι λοιπόν προφανές καί ἔχει πλέον ἀναγνωρισθῆ γενικῶς μέ τόν πλέον ἐπίσημο τρόπο ὅτι ἡ ἵδρυση τοῦ Π.Σ.Ε. διαμόρφωσε ἕνα νέο θεσμικό πλαίσιο τόσο γιά τήν προώθηση τῶν ἐποικοδομητικῶν σχέσεων μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν-μελῶν, ὅσο καί τήν ἐνθάρρυνση τῆς ἰδέας τῶν πολυμερῶν καί τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων. Ἡ προσφορά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συντονίσθηκε πρός τίς νέες προοπτικές μέ τήν πληρέστερη ἀξιοποίηση τῶν ἀνεγνωρισμένων παλαιῶν καί τῶν νέων ἐγκρίτων Καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης γιά τήν ἀξιόπιστη προβολή τῶν ὀρθοδόξων προτάσεων, ὅπως οἱ Καθηγητές Ἁμίλκας Ἀλιβιζάτος, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Παναγιώτης Μπρατσιώτης, Ἰωάννης Καρμίρης, Γεράσιμος Κονιδάρης, Νικόλαος Νησιώτης, Ἰωάννης Ρωμανίδης καί πολλοί ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν πολύτιμες θεολογικές ὑπηρεσίες στήν πολυδιάστατη αὐτή ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στο σημείο αυτό πρέπον είναι να αναφερθώ και στην συνέχιση του οράματος όλων των προηγουμένων προσώπων για την ενότητα της Εκκλησίας από σημερινά στελέχη της Εκκλησίας μας, όπως επί παραδείγματι οι Σεβ. Μητροπολίτες Περιστερίου κ. Χρυσόστομος και Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος, ο Θεοφιλ. Επίσκοπος Θερμοπυλών κ. Ιωάννης και οι Ελλογιμώτατοι Καθηγητές Βλάσιος Φειδάς, Κωνσταντίνος Σκουτέρης, Γεώργιος Μαρτζέλος, Γεώργιος Γαλίτης και Πέτρος Βασιλειάδης. Ἐν τούτοις, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε καί ἡ ἴδια σοβαρές ἐσωτερικές δυσκολίες γιά τήν ἐπίσημη συμμετοχή της στίς θεσμικές ἐκφράσεις τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, λόγω αρνητικών ιστορικών γεγονότων που γνώρισαν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν και δυστυχώς λόγω έλλειψης αντικειμενικής ενημέρωσης και παρουσίασης του νέου αυτού οράματος για την ένωση των Χριστιανικών Εκκλησιών στο ποίμνιο εκάστης.
Βεβαίως, οἱ ἀντιδράσεις αὐτές ἐνισχύθηκαν γιά διάφορους λόγους, ὅπως α) ἀπό τήν ἄκριτη κατάργηση (1962) τῆς περίφημης Διακηρύξεως τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Τορόντο (1950) γιά τήν κατάθεση χωριστῶν Ὀρθοδόξων Δηλώσεων σέ ζητήματα πίστεως ἤ τάξεως τῆς Ἐκκλησίας, β) ἀπό τή σταδιακή μείωση εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων τῆς ἀναλογικῆς ἰσορροπίας τῶν μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. μέ τήν ἀθρόα ἀποδοχή νέων Ἐκκλησιῶν-μελῶν, γ) ἀπό τήν ἀνεξέλεγκτη χαλάρωση στήν ἐφαρμογή τῶν θεολογικῶν κριτηρίων τῶν καταστατικῶν διατάξεων τοῦ Π.Σ.Ε. κατά τή διαδικασία ἀποδοχῆς τῶν νέων μελῶν (membership), δ) ἀπό τήν ἐπιβολή μιᾶς ἀσαφοῦς ἤ ἀμφίσημης οἰκουμενικῆς ὁρολογίας κατά τήν προετοιμασία τῶν σχεδίων θεολογικῶν κειμένων γιά σοβαρά ζητήματα πίστεως καί μάλιστα χωρίς τή δέουσα συμμετοχή Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων στίς συντακτικές Ἐπιτροπές, ε) ἀπό τήν ὑποχρεωτική καθιέρωση τῆς ἀρχῆς τῆς πλειοψηφίας κατά τήν ἀποδοχή θεολογικῶν κειμένων ἀπό τήν Ἐπιτροπή «Πίστις καί Τάξις» ἤ καί τίς ἄλλες Ἐπιτροπές τοῦ Π.Σ.Ε., στ) ἀπό τίς περιοδικές συγχύσεις γιά τά ὅρια τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν καταστατικῶν ὀργάνων τοῦ Π.Σ.Ε. στή λειτουργία τῶν σχέσεων τῶν Ἐκκλησιῶν-μελῶν, ζ) ἀπό τήν ἀπροθυμία στελεχώσεως τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Π.Σ.Ε. μέ ὀρθόδοξους θεολόγους κ.λπ.
Οἱ δομικές καί θεσμικές αὐτές δυσλειτουργίες, οἱ ὁποῖες ἐρέθιζαν τήν εὐαίσθητη ἐκκλησιολογική συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπισημάνθηκαν μέ τίς κοινές εἰσηγήσεις-προτάσεις ἐκπροσώπων τοῦ Π.Σ.Ε. καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Desiderata Σόφιας). Ὡστόσο, ἡ ἀπροθυμία ἤ ἡ δυσχέρεια ἀποδοχῆς τῶν ὀρθοδόξων προτάσεων προκάλεσε τήν ἐπίσημη παρέμβαση τῆς Γ' Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986), ἡ ὁποία διακήρυξε ἀφ' ἑνός μέν τήν ἐμμονή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό βασικό ἱδρυτικό ἄρθρο τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. καί στούς σκοπούς του, ἀφ' ἑτέρου δέ τή βαθεία πεποίθησή της ὅτι «αἱ ἐκκλησιολογικαί προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Τορόντο (1950)...εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον...». Οἱ σημαντικές ὀρθόδοξες προτάσεις στήν ΣΤ' Γενική Συνέλευση τοῦ Βανκοῦβερ γιά τήν ἐξισορρόπηση τοῦ θεολογικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου τοῦ Συμβουλίου δέν θεράπευσαν τίς ἐπαχθεῖς γιά τήν ὀρθόδοξη παρουσία θεσμικές δυσλειτουργίες. Ἔτσι, οἱ παλαιές ὀρθόδοξες ἀντιδράσεις ὀξύνθηκαν μετά τήν κατάρρευση τῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων καί ἀπειλοῦσαν τήν ἐσωτερική ἑνότητα ὁρισμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
2. Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ἡ νέα αὐτή πραγματικότητα κατέστησε ἀναγκαία μία νέα θετικώτερη προσέγγιση τῶν ὀρθοδόξων προτάσεων, ἰδιαίτερα μετά τήν προσωρινή ἀποχώρηση ὁρισμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά καθαρῶς ποιμαντικούς λόγους καί τόν ἀνάλογο προβληματισμό ὁρισμένων ἄλλων. Ὡστόσο, ἡ ἐπίσημη προβολή τῶν ὀρθοδόξων προτάσεων, οἱ ὁποῖες εἶχαν διαμορφωθῆ στή Διορθόδοξη Συνάντηση τῆς Θεσσαλονίκης (1998), κατανοήθηκαν στίς πραγματικές τους διαστάσεις καί ἀντιμετωπίσθηκαν μέ τή δέουσα κατανόηση ἀπό τήν Η' Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. (Harare 1999) γιά τή διευκόλυνση τῆς ἀπρόσκοπτης συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στόν οἰκουμενικό διάλογο. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ πρωτοποριακή ἀπόφαση τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς γιά τή σύσταση τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς μέ ἴσο ἀριθμό ἐκπροσώπων τοῦ Π.Σ.Ε. καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπῆρξε ὄχι μόνο πολυσήμαντη, ἀλλά καί ἰδιαίτερα ἀποτελεσματική τόσο γιά τίς μελλοντικές προοπτικές τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως, ὅσο καί γιά τόν οὐσιαστικό ρόλο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στίς προοπτικές αὐτές.
Πράγματι, οἱ ἐργασίες τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, οἱ ὁποῖες κινήθηκαν μέ ἐντυπωσιακή συνέπεια καί συνέχεια στό γράμμα καί τό πνεῦμα τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἀντιμετώπισαν μέ ὑψηλό αἴσθημα εὐθύνης τίς διαπιστωμένες καί σέ μεγάλο βαθμό εὔλογες ποιμαντικές ἀνησυχίες τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀναζήτησαν τίς ἀναγκαῖες συγκλίνουσες προτάσεις στά κυριώτερα τουλάχιστον προβλήματα γιά τίς θεσμικές σχέσεις τους μέ τό Π.Σ.Ε. Ἡ θεολογική συμβολή τῶν ἐγκρίτων θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε οὐσιαστική γιά τήν προώθηση τῶν συγκεκριμένων ὀρθοδόξων προτάσεων καί μάλιστα σέ κρίσιμα ἐκκλησιολογικά ζητήματα. Οἱ ἐμπεριστατωμένες εἰσηγήσεις καί οἱ εἰλικρινεῖς συζητήσεις διέκριναν μέ τήν πρέπουσα σύνεση καί διορατικότητα τά κύρια καί τά παρεπόμενα ζητήματα γιά τή συνεπῆ συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική κίνηση. Πράγματι, οἱ προτάσεις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπῆρξαν ὄχι μόνο εὔλογες, ἀλλά καί ρεαλιστικές γιά τήν κοινή ἀντιμετώπιση τῶν νέων προκλήσεων τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν κρίσιμη πρόκληση καί γιά τήν ἀνανέωση τῶν προοπτικῶν τοῦ Π.Σ.Ε.
Συνεπῶς, ἡ ὁμόφωνη ἔγκριση τῶν προτάσεων τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπό τήν πρόσφατη Θ' Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. (Porto Alegre, 14-23 Φεβρουαρίου 2006) θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ ἱστορική ὄχι μόνο γιατί ἱκανοποιήθηκαν πάγια αἰτήματα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀλλά κυρίως γιατί ἐνισχύουν τίς προοπτικές γιά τήν ἀνανέωση τῆς ἀποστολῆς τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως στή νέα πραγματικότητα τοῦ κόσμου. Οἱ ἀποφάσεις ἐπικεντρώθηκαν:
α) στή καθιέρωση μιᾶς εὐέλικτης ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς ὁμοφωνίας (consensus) κατά τή λήψη σημαντικῶν ἀποφάσεων σέ σοβαρά ζητήματα πίστεως, τάξεως καί προγραμμάτων δράσεως τοῦ Π.Σ.Ε.,
β) στήν ἐπιβολή αὐστηρότερων θεολογικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν κριτηρίων κατά τή διαδικασία ἀποδοχῆς νέων μελῶν (membership) στούς κόλπους τοῦ Π.Σ.Ε., μέ γνώμονα τήν κοινή ὁμολογία τοῦ Συμβόλου πίστεως Νικαίας-Κπόλεως,
γ) στήν προβολή τοῦ κύρους τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ὡς βασικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ κριτηρίου γιά μία συνεπῆ θεολογική προσέγγιση τοῦ κρισίμου ζητήματος ὄχι μόνο τῆς συνεργασίας, ἀλλά καί τῆς προοπτικῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου,
δ) στόν συναινετικό προγραμματισμό τῶν μελλοντικῶν δράσεων τοῦ Π.Σ.Ε., ὄχι μόνο τῶν παλαιῶν, ἀλλά καί τῶν νέων, μέσα στά πλαίσια τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ Καταστατικοῦ του,
ε) στήν ὁμόφωνη τροποποίηση τῶν καταστατικῶν διατάξεων, συμφώνως πρός τίς προτάσεις τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, ἰδιαίτερα στά ζητήματα τῆς λήψεως ἀποφάσεων καί τῶν θεολογικῶν κριτηρίων γιά τήν ἀποδοχή νέων μελῶν στούς κόλπους τοῦ Π.Σ.Ε., και
στ) στην προώθηση και ενδυνάμωση του Διαθρησκειακού Διαλόγου, καθόλα αναγκαίου για την διατήρηση της ειρήνης σε κάθε γωνιά του πλανήτη μας.
Εἶναι λοιπόν εὐνόητον ὅτι τά νέα αὐτά θεσμικά πλαίσια, ὅπως διαμορφώθηκαν μέ τήν ὁμόφωνη ἀποδοχή τῶν βασικῶν προτάσεων τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, καθιερώνουν μία νέα βάση ὄχι ἁπλῶς γιά τήν ἀνεπιφύλακτη συμμετοχή, ἀλλά κυρίως γιά τήν ἀξιόπιστη συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στόν οἰκουμενικό διάλογο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει σαφῆ καί ἐκπεφρασμένη συνείδηση τῆς δικῆς της ἀποστολῆς γιά τή συνεπῆ ὑποστήριξη τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, ὅπως ἔχει σαφῆ καί ἐκπεφρασμένη συνείδηση περί τῶν καθιερωμένων στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἐκκλησιολογικῶν ὁρίων σέ κάθε πρωτοβουλία θεολογικοῦ διαλόγου, τά ὁποῖα προσδιορίσθηκαν πάντοτε στήν ἐκκλησιαστική πράξη μέ βασικό κριτήριο τό κῦρος τοῦ Βαπτίσματος τῶν συμμετεχόντων στόν διάλογο. Ἡ Θ’ Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στό Porto Alegre ἀποδέχθηκε τίς βασικές τουλάχιστον ὀρθόδοξες προτάσεις καί δικαιούμεθα νά ἐλπίζουμε ὅτι θά γίνουν σεβαστές σέ ὅλες τίς διαδικασίες προετοιμασίας καί ἐφαρμογῆς τῶν μελλοντικῶν προγραμμάτων δράσεως, ἰδιαίτερα ὅμως τῶν ἀναφερομένων ἀμέσως ἤ ἐμμέσως σέ σοβαρά ζητήματα πίστεως ἤ ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Συνεπῶς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πλέον ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά ἀξιοποιήσουμε τίς νέες προοπτικές μέ ἔγκαιρη, συνεπῆ καί συνετή προετοιμασία τῶν θεμάτων, ὥστε οἱ ὀρθόδοξες προτάσεις νά συμβάλουν κατά τρόπο ἐποικοδομητικό στούς σκοπούς τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει τή βούληση καί διαθέτει στούς κόλπους της τίς ἀναγκαῖες θεολογικές δυνάμεις γιά νά συμβάλη, ὅπως καί στό παρελθόν, μέ τόν δικό της ἰδιαίτερο τρόπο στούς σκοπούς αὐτούς, ἀλλά πάντοτε μέ τήν καθιερωμένη στήν ὀρθόδοξη παράδοση καί πράξη συνέπεια μεταξύ τῆς κανονικῆς ἀκριβείας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καί ἡ καθ' ὅλου Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι παραδοσιακή καί ὄχι συντηρητική, ὅπως ἀδίκως χαρακτηρίζεται, γι' αὐτό εἶναι πάντοτε πρόθυμη γιά ἐποικοδομητικό διάλογο ὄχι μόνο μέ τούς ἐγγύς, ἀλλά καί μέ τούς μακράν. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή δικαιοῦται νά ζητῆ ἀπό τήν ἡγεσία τοῦ Π.Σ.Ε. τήν ἀναγκαία συνέπεια πρός τίς νέες προοπτικές καί τή δέουσα ὑπευθυνότητα κατά τόν προγραμματισμό τῶν μελλοντικῶν δράσεων. Βεβαίως, εἶναι κατανοητό ὅτι κατά τήν πρώτη κυρίως περίοδο ἐφαρμογῆς τῶν νέων κριτηρίων στήν προετοιμασία καί τήν ἀποδοχή τῶν προτάσεων θά προκύψουν ὁρισμένες περιστασιακές γραφειοκρατικές ἤ καί μεθοδολογικές δυσκολίες, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν θά ἐμποδίσουν, ὅπως ἐλπίζω, τή νέα δυναμική στίς προοπτικές τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, ἀφοῦ, σέ ἀντίθετη περίπτωση, θά ἀποδυναμωνόταν ὄχι βεβαίως ὁ λόγος ἤ ὁ ρόλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ ἀξιοπιστία τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως.


Ἀξιότιμοι Κύριοι,

ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἐσώτατος σκληρός πυρήνας τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο καί ἡ ἀξιόπιστη προβολή του στούς ἐγγύς καί τούς μακράν. Τό μήνυμα αὐτό συγκεφαλαιώθηκε στήν ἐν Χριστῷ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί βιώνεται συνεχῶς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς μία ἄρρηκτη συζυγία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς μυστηριακῆς ἐμπειρίας τῶν πιστῶν. Μέσα στο πνεύμα αυτό, τό ὅραμα τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν ἐνώπιον τῶν κοινῶν προκλήσεων τοῦ κόσμου εἶχε ὡς ἀφετηριακή βάση τήν κοινή Ὁμολογία πίστεως στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί λυτρωτή τοῦ κόσμου, ἀλλά καί ὡς τελική προοπτική τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας γύρω ἀπό τήν Τράπεζα τοῦ Κυρίου. Αὐτό ἦταν τό ὅραμα τῶν πρωτοπόρων τῆς ἰδέας τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως καί αὐτός εἶναι ὁ τελικός της σκοπός, γιατί μόνο στήν Ἐκκλησία ὑπερβαίνονται ὅλες οἱ διασπάσεις τοῦ κόσμου. Ἔτσι, ὁ αἰώνας τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως ὑπῆρξε συγχρόνως καί αἰώνας τῆς ἐκκλησιολογίας.
Ὅλοι γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἡ ὁδός πρός τήν ἑνότητα εἶναι μακρά καί δύσβατη, γιατί προϋποθέτει τήν ἀνακάθαρση τῆς ἱστορικῆς μνήμης τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς ἐπαχθεῖς φορτίσεις καί τίς τραυματικές ἐμπειρίες αἰώνων. Ὡστόσο, ἡ καθοδήγηση τοῦ παναγίου καί τελεταρχικοῦ Πνεύματος, ὅπερ πάντα συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας, φωτίζει τήν ὁδό καί συντομεύει τόν χρόνο γιά τή συνάντησή μας γύρω ἀπό τήν Τράπεζα τοῦ Κυρίου, τουλάχιστον ὅσων πράγματι ἐπιθυμοῦν εἰλικρινῶς τήν κοινή μετοχή στόν εὐχαριστιακό Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ. Κοινό λοιπόν χρέος ὅλων εἶναι ἡ πρόθυμη συνέχιση τῆς κοινῆς πορείας στήν ὁδό τοῦ ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου καί ἡ ἀταλάντευτη πίστη ὅτι τό θεῖο δῶρο τῆς κοινωνίας θά ἔλθη ὅταν ἔλθη τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἤτοι ὅταν ἐκτονωθῆ ἡ αὐτάρεσκη ὁμολογιακή ἐσωστρέφεια γιά νά φωτισθῆ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο τότε ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καί ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος θά εἶναι «κατά Κύριον» καί ὄχι μόνο «κατ’ ἀνθρωπίνην ἐπιθυμίαν».
Ὅλοι γνωρίζουμε ἐπίσης ὅτι ὁ διάλογος αὐτός ἀναφέρεται ὄχι μόνο στήν ἀποκατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλά καί στήν κοινή ἀντιμετώπιση τῶν ἐντεινομένων ἰδεολογικῶν, πνευματικῶν καί κοινωνικῶν συγχύσεων ἀπό τίς ραγδαῖες, ἀπρόβλεπτες καί ἐντυπωσιακές κατακτήσεις τοῦ ἀνθρώπου σέ ὅλους σχεδόν τούς τομεῖς τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας. Οἱ κατακτήσεις αὐτές πιέζουν τά ὅρια τῆς πνευματικῆς ἀνοχῆς τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, γιατί διαχέονται μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο μέ ἰλιγγιώδη, ἀνεξέλεγκτη καί μή ἀναστρέψιμη ταχύτητα. Ἡ πνευματική λοιπόν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει νά συντονισθῆ πρός τίς ἐξελίξεις αὐτές, οἱ ὁποῖες θέτουν τόν ἄνθρωπο ἐνώπιον νέων καί συγκλονιστικῶν προβλημάτων ὄχι μόνο γιά τή σχέση του μέ τόν κόσμο, ἀλλά καί γιά τήν ἴδια τήν ὑπόστασή του. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ ἄμεση, κοινή καί συστηματική προετοιμασία ἑνός ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου μέ τήν ἐπιστήμη εἶναι πρώτιστο χρέος στόν προγραμματισμό τῶν δράσεων τοῦ Π.Σ.Ε., ἰδιαίτερα στούς τομεῖς τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου (Γενετική, Βιοτεχνολογία, Βιοηθική κ.λπ.), γιά νά μή κλονισθῆ ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή χρηστική ἤ μονοσήμαντη προβολή τῶν ἐπιστημονικῶν κατακτήσεων.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει συνείδηση τοῦ χρέους της νά συμβάλη κατά τρόπο ἐποικοδομητικό στόν διάλογο τόσο γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί τῆς διαλεκτικῆς σχέσεως μέ τήν ἐπιστήμη. Ἡ πατερική παράδοση καί ἡ συνεπής ἐκκλησιαστική πράξη δύο συναπτῶν χιλιετιῶν προσφέρουν λαμπρά ὑποδείγματα ὄχι μόνο τῆς ὀφειλετικῆς μέριμνας, ἀλλά καί τῶν ὁρίων γιά τήν εὐόδωση τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ σκοποῦ. Εἰδικώτερα, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, σέ ἀγαστή πάντοτε συνεργασία μέ ὅλες τίς ἄλλες κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, εἶναι πρόθυμη ὄχι μόνο νά διαθέση τίς σημαντικές θεολογικές της δυνάμεις γιά τήν κατάλληλη προετοιμασία τοῦ διαλόγου μέ τή σύγχρονη ἐπιστήμη, ἀλλά καί νά προσφέρη τήν ἀναγκαία ἐκκλησιαστική ὑποστήριξη στίς νέες προοπτικές οἰκουμενικοῦ διαλόγου γιά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν. Διάλογος αληθείας προς πάσα κατεύθνση πρέπει να είναι το μήνυμα των Χριστιανικών Εκκλησιών σήμερα μέσα από το πνεύμα της πραγματικής χριστιανικής αγάπης προς τον θεό και τον άνθρωπο, η οποία δεν γνωρίζει ανθρώπινα σύνορα και προϋποθέσεις.
Τελειώνοντας και αφού σας ευχαριστήσω για την υπόμονή σας θα ήθελα από την καρδιά μου να σας προσφέρω ως ελάχιστο δείγμα της χαράς μου που βρίσκομαι ανάμεσά σας αυτό το πολύτιμο ευαγγέλιο το οποίο σας παρακαλώ να το τοποθετήσετε στην Αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου του Συμβουλίου. Τίποτα πίο συμβολικό ταυτόχρονα και ουσιαστικό δεν θα μπορούσα να σας προσφέρω από τον Λόγο του Κυρίου μας, ο οποίος είναι κοινός για όλους τους Χριστιανούς και πρέπει να καθοδηγεί τα βήματά μας προς την ορθή μαρτυρία της Εκκλησίας του Χριστού στην Τρίτη Χιλιετία.

Προηγούμενη σελίδα