ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Μηνύματα

Προηγούμενη σελίδα

Προς τους Συνέδρους του Ζ` Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος

1/9/2005

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί πατέρες, θά ἤθελα νά προσφωνήσω τό Συμπόσιό σας πού ἔχει θέμα τήν Ἱερωσύνη καί ἀρχίζει σήμερα, μέ τόν περίφημο ὁρισμό περί ἱερέως, πού μᾶς ἔδωσε ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, ὅπου προσδιορίζει τήν οὐσία καί τήν ἀποστολή τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος: «Ἱερεύς ἐστίν ὁ δυνάμει Πνεύματος Ἁγίου μεταποιηθείς καί ἀλλαγείς καί εἰς Χριστόν τόν δι’ ἡμᾶς παθόντα καί ἐν δόξῃ ἀναστάντα θεότητος μεταμορφωθείς» (Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Κατηχήσεις, 28η, ἔκδοσις Sources Chretiennes 113. σελ.150).

Θά ἤθελα, μιά καί οἱ πλεῖστοι, στούς ὁποίους ἀπευθύνομαι, ἀνεδέχθητε τήν τετιμημένη χάρη καί λειτουργία τοῦ Κυρίου, νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ἐκφράσω κάποιες σκέψεις μου γιά νά βοηθηθοῦμε ὅλοι μας καί νά δοῦμε μερικά χαρακτηριστικά τῆς ἐν Χριστῷ Ἱερωσύνης, τά ὁποῖα καί προσδιορίζουν τή θέση μας μέσα στήν Ἐκκλησία, τό ἔργο μας καί τήν ἀποστολή μας.

Κατ‘ ἀρχήν δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε αὐτό, πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή : «οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τήν τιμήν, ἀλλά καλούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ» (Ἑβρ. 5, 4). Αὐτό τό θεϊκό κάλεσμα ἀποτελεῖ τή βάση γιά τήν πρωταρχική μας σκέψη, προκειμένου νά συνειδητοποιήσουμε καί νά βιώσουμε τήν ἀφετηρία τῆς Ἱερωσύνης μας, δηλαδή ἀπό ποῦ ξεκινᾶμε, ποῦ πρέπει νά ἔχουμε τήν ἀναφορά μας καί στό τί πρέπει νά στοχεύει ἡ διακονία μας.

Πρέπει πάντα νά ἐνθυμούμαστε αὐτό πού λέγεται στή θεολογική γλῶσσα ὅτι ἡ Ἱερωσύνη μας εἶναι Χριστοκεντρική. «Νῦν δέ οὐκ ἔστιν εἰπεῖν "ἐπί Μωυσέως καθέδρας ἐκάθησαν οἱ ἱερεῖς"», γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ἀλλ’ ἐπί τῆς τοῦ Χριστοῦ. Τήν γάρ ἐκείνου διεδέξαντο διδασκαλίαν. Διό καί Παῦλός φησιν· "ὑπέρ Χριστοῦ πρεσβεύομεν, ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι’ ἡμῶν"» (P.G. 48, 642). Χριστοκεντρική, λοιπόν, λειτουργία. Τοῦτο ἀκριβῶς καθορίζει τή θεμελιώδη θέση καί στάση κάθε κληρικοῦ καί ἔχει ὡς συνέπεια τό νά διακρίνουν αὐτοί πού Ἐκεῖνος ἐμπιστεύθηκε στά χέρια μας, δηλαδή τό πλήρωμα κάθε ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, τήν παρουσία τοῦ ἱερέως, ὡς ἕνα ζωντανό δείκτη πορείας καί ἕνα ἀπλανῆ ὁδηγό πρός τόν Τριαδικό Θεό. Πάντα ἡ ἀλήθεια αὐτή, ἰδιαίτερα στίς μέρες μας, εἶναι ἀπαραίτητη, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος ἡ ἱερωσύνη, ὡς διακονία καί μαρτυρία, νά χάσει τόν προσανατολισμό της ἤ νά διασπαστεῖ σέ πολλούς προσανατολισμούς καί σέ ἀνθρωποκεντρικές προοπτικές καί πολυπράγμονες ἐνασχολήσεις.

Ὁ ἄνθρωπος ἱερέας, ὅσο κεκαθαρμένος καί ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά ἁγιάσει, δέν μπορεῖ νά ἐμφυσήσει θεία χάρη στά μυστήρια. Ὅλα ὀφείλονται στό Θεό, πού ἔχει τήν ἄκτιστη θεία χάρη, τήν ὁποία καί παρέχει. Ὁ ἄνθρωπος ἱερέας γίνεται μόνον ὄργανο καί κατοχῆς καί παροχῆς – μεταφορᾶς τῆς θείας χάρητος.

Διαρκῶς ἑπομένως πρέπει νά ἀναζωπυρώνει τό δοθέν σέ αὐτόν χάρισμα, κατά τόν λόγον τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητήν του Τιμόθεον, «μή ἀμέλει τοῦ ἐν σοί χαρίσματος, ὅ ἐδόθη σοι διά προφητείας μετά ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ προσβυτερίου» (Α΄ Τιμ. 4,14). Νά ἐμβαπτιζόμεθα καί νά ἐμβαθύνομε πνευματικά πρέπει, ὅσο μᾶς ἐπιτρέπει ὁ καιρός, στήν πρώτη ἡμέρα τῆς χειροτονίας μας, ἐάν θέλουμε νά ξεπερνοῦμε τήν ἐξοικείωση καί τήν ἀκηδία τῆς ἱερατικῆς μας πορείας.

Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο, τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά μή λησμονοῦμε εἶναι αὐτό πού ἀναφέρεται ὡς προφητικό ἔργο τῆς Ἱερωσύνης μας. Ἡ ἱερατική μας διακονία ἐκ προορισμοῦ ἔχει ὡς μέλημά της τό νά διακηρύττει μέ πληρότητα, γνησιότητα καί πιστότητα τήν ἀποκαλυφθεῖσα ἀπό τόν Χριστό ἀλήθεια, αὐτήν πού ὡς λόγος Θεοῦ «τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον», διϊκνεῖται «ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν τῶν ὀστέων» (Ἑβρ. 4, 12). Ὁ μέ καύση καί θέρμη καρδίας καί ζωντάνια πνεύματος ἐκφερόμενος ἀπό ἐμᾶς τούς ἱερεῖς λόγος Θεοῦ θά βεβαιώνει τήν κοινωνία τῶν πιστῶν γιά τήν μεταμορφωποιητική δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Εὐαγγελίου, ἔχοντας ὡς περιεχόμενό του τήν πίστη στήν ἀλήθεια τοῦ ἀποκεκαλυμμένου καί σαρκωμένου Θεοῦ, ἔτσι ὅπως αὐτή διασώθηκε ἀποστολοπαράδοτα μέσα ἀπό τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας.

Τέλος, ἡ Ἱερωσύνη μας μέσα ἀπό τή «λογική καί ἀναίμακτη μυσταγωγία καί ἱερουργία» τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐκείνη, πού θά φέρνει ἐν δυνάμει παροῦσα τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς καί θά δίνει μία ὑγιῆ προοπτική τοῦ μέλλοντος τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Θά τόν ἀπελευθερώνει ἀπό τή μιζέρια, τούς πόνους, τίς δοκιμασίες τοῦ παρελθόντος καί κάθε εἴδους μοιρολατρία. Θά τόν λυτρώνει ἀπό τίς ἀβεβαιότητες καί τούς φόβους γιά ὀδυνηρές, πιθανόν, ἐκπλήξεις τοῦ μέλλοντος. Θά τοῦ δίδει τή δυνατότητα νά ἐμπιστεύεται στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ τίς ὅποιες ἐπιλογές του καί νά εἶναι σίγουρος, ὅτι τό μέλλον δέν προσδιορίζεται ἀπό τυφλές καί σκοτεινές δυνάμεις, ἀλλά ἡ ζωή του καί ἡ παρουσία του πάνω στή γῆ εἶναι στά χέρια τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ἀνήκει στήν ἀγάπη καί στή σοφία Του καί καταλήγει στήν ἐσχατολογική τελείωσή του.

Ἡ ἱερωσύνη δέν εἶναι μόνον διακονία πρεσβείας πρός τόν Θεόν ὑπέρ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐπέχει θέσιν παρουσίας καί εἰκόνος θεϊκῆς καί ταυτίζεται μέ τήν ἀποστολή, πού ὁ Χριστός ἀνέθεσε στούς Ἀποστόλους καί πού ἐκτείνεται σέ ὅλη τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν χάρισμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικά στά θεολογικά ἔργα τῶν Πατέρων. Εἶναι αὐτό πού ἀνακεφαλαιώνει ὅλα τά ὑπόλοιπα χαρίσματα τῆς Ἐκκλησίας καί μέσῳ τοῦ ὁποίου, κατ’ ἐξοχήν, οἱ πιστοί βιώνουν διαχρονικά καί προχέεται σ’ αὐτούς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στίς μέρες μας, ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί, βλέπουμε νά ἐντείνεται ἡ διάθεση κρίσεως καί κατακρίσεως τῶν πράξεων καί τῶν φορέων τῆς ἱερωσύνης. Οἱ κρίνοντες δέν κατανοοῦν, ἐν ἀγνοία τους ἤ σκόπιμα, ὅτι ὁ χειροτονῶν τούς ἱερεῖς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀνέχεται καί τούς τυχόν ἀναξίους κληρικούς. Οἱ πιστοί μπορεῖ νά βλέπουν τά σφάλματα τοῦ ἀνθρώπου ἱερέα, ἀλλά ὀφείλουν νά προσεύχονται γιά αὐτόν, ὡς πνευματικόν τους πατέρα, καί ὄχι νά ρίπτουν τόν λίθον τοῦ ἀναθέματος γιά τά ἐν λόγῳ ἤ ἔργῳ, ἑκουσίως ἤ ἀκουσίως, ἐνεργούμενα πλημελήματά του. «Εἰ καί ἐγκλημάτων ὦσιν ὑπεύθυνοι οἱ ἱερεῖς, οὐδέ οὕτω σοι θέμις τῶν ἐκείνων βίον κρίνειν» (Ρ.G. 51,204), σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἐμεῖς, ὅμως, δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε, ὅτι οἱ κρίνοντες καί πολεμοῦντες σήμερα τά ἐκκλησιαστικά πράγματα, ἐπειδή δέν μποροῦν νά πολεμήσουν τόν Θεόν, μεταφέρουν τήν κριτικήν καί πολεμικήν τους, ἀδιακρίτως καί ἀκρίτως, στό πρόσωπο τῶν κληρικῶν. Αὐτό δέν πρέπει νά μᾶς πτοεῖ, ἀλλά νά μᾶς ἐμβάλλει σέ σκέψεις προσευχῆς, προσοχῆς καί συνέσεως, «μείζονα πλοῦτον» ἡγησάμενοι «τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ» (Ἑβρ. 11,26).

Θα ἤθελα νά περατώσω τίς σκέψεις μου αὐτές, μαζί μέ τίς εὐχές μου γιά ἐπιτυχία τοῦ Συμποσίου, μέ τήν ἰδιαίτερη προτροπή, παράκληση καί εὐλογία, νά ἔχουμε ζωντανή καί διαρκῆ τήν λυτρωτική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔτσι ὅπως ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος τήν εὔχεται γιά τούς λειτουργούς τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ «Κάθε γνώση καί ἐπίγνωση καί κάθε λόγος σοφίας καί λόγος μυστικῆς γνώσεως, καθώς καί ἐνέργεια θαυμάτων καί χάρη προφητείας καί γένη γλωσσῶν καί ἑρμηνεία γλωσσῶν, ἀντιλήψεις καί κυβερνήσεις πόλεων καί λαοῦ καί ἐπίγνωση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καί ἐπίτευξη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καί τό νά ἐνδυθοῦμε τόν Χριστό καί νά νοήσουμε τά μυστήρια του Χριστοῦ καί τό νά γνωρίσουμε τό μυστήριο τῆς Οἰκονομίας Του γιά μᾶς καί, μέ μιά λέξη, ὅλα ὅσα οἱ ἄπιστοι ἀγνοοῦν καί ἐμεῖς, πού καταξιωθήκαμε νά εἴμαστε πιστοί, μποροῦμε νά νοοῦμε, νά φρονοῦμε καί νά λέμε, ὅλα αὐτά μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα πληροφορούμαστε καί κατέχουμε» (Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου "Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα", ἐκδόσεις Β. Ρηγοπούλου 1998 σελ. 312).

+ Ο Αθηνών Χριστόδουλος

Προηγούμενη σελίδα