ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Μηνύματα

Προηγούμενη σελίδα

Στην ημερίδα για την επιμόρφωση των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος διακονούντων εις σωφρονιστικά ιδρύματα και νοσοκομεία

2/11/2004

« Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ μου οικτίρμων εστί » Αδελφοί μου, Η Φιλανθρωπία του Θεού είναι έκφραση της άπειρης αγάπης Του, που ποικιλοτρόπως και αφειδώς χαρίζεται, προς το μόνο λογικό επί γης πλάσμα του, τον άνθρωπο.

Τούτο το δείγμα της θεϊκής παρεμβολής ήταν αναγκαίο να αποκαλυφθεί, γιατί η τάση και η συμπεριφορά της πάσχουσας φύσεως του ανθρώπου, αφ’ότου επεξέπεσε από το «πρωτόκτιστον κάλλος»του, ήταν στρεβλωμένη, αρρωστημένη.

« Ήμεν γαρ ποτε και ημείς ανόητοι», γράφει ο Απ. Παύλος στην προς Τίτον επιστολή, « απειθείς, πλανώμενοι, δουλεύοντες επιθυμίαις και ηδοναίς ποικίλαις, εν κακία και φθόνω διάγοντες, στυγητοί, μισούντες αλλήλους … » (Τίτ. 3.3)

Ο άνθρωπος ζούσε φυλακισμένος μέσα στον ασφυκτικό κλοιό του εγωκεντρισμού και δεν ήταν σε θέση ν’αντιληφθεί το τι αληθινά έπρεπε να βιώνει η ψυχή του για να ζει ευτυχισμένος. « Ότε δε η χρηστότης και η φιλανθρωπία επεφάνη του Σωτήρος ημών Θεού, …. κατά τον αυτού έλεον, έσωσεν ημάς ». (Τίτ. 3. 4 -5) Μέσα από τη φιλανθρωπία του Θεού αναδεικνύονται και οι άλλες ιδιότητές Του, όπως το έλεός Του, η ευσπλαχνία Του, «τα σπλάχνα των οικτιρμών», η μακροθυμία Του, η αγαθοσύνη Του, η ελεημοσύνη Του, που εκφράζουν, τόσον τις ποιότητες πνευματικής σχέσεως με τα κτιστά όντα Του, όσο και τις άκτιστες ενέργειές Του.

Η φιλανθρωπία επιπλέον του Θεού και κάθε έκφρασή της, είναι αποκαλυπτικές ενέργειές Του, που οφείλουμε να μιμηθούμε. Η μίμηση αυτή μας οδηγεί σε πράξεις αληθινής ανθρωπιάς και γνήσιας κοινωνικής σχέσεως με τον συνάνθρωπο, αλλά και σε αρετές, που υπερπηδούν το φράγμα της πλεονεξίας και της φιλαργυρίας, του εγωισμού και του ατομικισμού, ξεχύνονται ως ποταμός κατά Θεόν ζωής και προσφοράς, ζωογονούν και αρδεύουν πνευματικά το κοινωνικό περιβάλλον.

Η φιλανθρωπία, όμως δεν είναι λόγος κενός, συγκινησιακή απλώς κατάσταση, χωρίς εγκάρδια ανταπόκριση. Η πρακτική άσκηση της φιλανθρωπίας, « κατά μίμησιν Θεού», απαιτεί την έμπρακτη συμμετοχή του καθενός μας για την ανακούφηση των προβλημάτων του άλλου, ανάλογα με τον πόνο της ψυχής ή του σώματος «των ανάγκαις» ευρισκομένων συνανθρώπων μας.

Συνήθως περιορίζουμε την αρετή της φιλανθρωπίας στη προσφορά χρημάτων ή μόνον υλικών αγαθών. «Μηδείς όμως», γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, «εν μόναις ταις ύλαις την αρετή θεωρείτω ούτω γαρ αν ου πάντως είη κατόρθωμα το τοιούτον, πλην του δύναμιν τινα προς ευποιϊα έχοντος».

Η φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη προς τους αδελφούς μας δεν πρέπει να εστιάζεται και να ανταποκρίνεται μόνον στις υλικές ανάγκες, γιατί έτσι ίσως δεν θα ήταν κατορθωτή από όλους. «Ουχί δια χρημάτων μόνον εστί ελεείν αλλά και λόγου, καν μηδέν έχης, δια δακρύων », σημειώνει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Ο Σοφός Σειράχ αιώνες πριν έχει καταγράψει όλες τις διαστάσεις της φιλάνθρωπης διαθέσεως και προσφοράς του ανθρώπου, μια και οι θησαυροί που βγαίνουν, όχι μόνον από το πορτοφόλι, αλλά και από την καρδιά του ανθρώπου έχουν σπυδαία αξία και ανταποκρίνονται στις ανάγκες του ανωτέρου συστατικού των συνανθρώπων μας, δηλ. της ψυχής των. «Κρείσσων λόγος η δόσις. Ουκ ιδού λόγος υπέρ δόμα αγαθό» (Σ.Σειράχ ιη΄16-17).

Ο λόγος της αλήθειας του Χριστού, που ζωογονεί την πίστη, θεριεύει την ελπίδα, εμπνέει την αγάπη και τονώνει την υπομονή, είναι αυτός που ανορθώνει τον πεσμένο, παρηγορεί τον πονεμένο, καταπραΰνει τον οργισμένο, οπλίζει τον πνευματικό αγωνιστή, σε όλες τις μορφές φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης.

Με αυτόν τον τρόπο καλλιεργούμε μέσα μας ένα πλούτο αρετών και πιστευμάτων, που στηρίζονται στην επίγνωση «της προς ημάς συμπαθείας» του Θεού και της φιλανθρωπίας Του. Με την διάθεση της φιλάνθρωπης προσφοράς ο άνθρωπος αποδεικνύεται «ευγνώμων προς τον Θεόν» για τη μεγάλη και έμπρακτη Εκείνου φιλανθρωπία προς αυτόν.

Εκείνος πρώτος μας «ηλέησεν πλουσίως», λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραδίνοντας σε θάνατο σταυρικό αυτόν τον μονογενή Υιόν Του, τον αγαπητόν, και συνεχίζει να μας ευεργετή αδιαλείπτως, είτε το αξίζουμε, είτε όχι.

«Τι έχεις ο ουκ έλαβες;» ερωτά τον καθέναν από εμάς ο Απ. Παύλος στην Α΄προς Κορινθίους Επιστολή (Α΄ Κορ. Δ΄, 7) και μας υπενθυμίζει το χρέος της ανταποδόσεως και της ευγνωμοσύνης καθότι ο καθένας μας έχει προικιστεί με δώρα του Φιλανθρώπου και Πανευεργέτου Θεού.

Όταν έτσι νιώθει η καρδιά μας, τότε άνετα κινείται σε πράξεις συμπαθείας και σε διαθέσεις ευεργετικής διακονίας προς τον πλησίον, γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται οι πνευματικές μας σχέσεις προς τους συνανθρώπους μας. Είναι οι άλλοι τότε «οι κατά Θεόν ημών αδελφοί μας» και «οι συγκληρονόμοι της αιωνίου ζωής». Είναι εκείνοι «μέλη της Εκκλησίας» του μυστικού Σώματος του Χριστού, και είναι αυτονόητο, πως «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη.» (Α΄ Κορ. ΙΒ΄ 26) «η γαρ ακριβής ένωσις κοινάς ποιείται τας συμφοράς και τας ευδαιμονίας» συμπληρώνει ο Άγιος Θεοφύλακτος.

Στο βίο του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, που χαρακτηρίστηκε «Νείλος πνευματικός», σημειώνει ο βιογράφος του, «Νείλος τις, ην έτερος δαψιλεί τω ρεύματι της ελεημοσύνης ου την Αίγυπτον ως εκείνος άρδων μόνην, άλλά και αυτήν την σύμπασαν, ως ειπείν, περιρρέων. Τις γαρ των απανταχόθεν επιδημούντων, βίου σπανίζων και αυτώ προσελθών …….. ουχί πλουσίας απήλαυσε της χρηστότητος;».

Αλλά και πώς να μην θυμηθούμε το τεράστιο φιλανθρωπικό έργο του Μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας, του αγίου Βασιλείου, έργο που σηματοδότησε και την εποχή του και τους μετέπειτα αιώνες.

Η παρουσία όλων υμών στην Ημερίδα αυτή έχει διττό χαρακτήρα δεδομένων όλων όσα αναφέρθηκαν ακροθιγώς.

Πρώτον υπογραμμίζει το ενδιαφέρον και την φροντίδα της Εκκλησίας για τον πάσχοντα και τον εν φυλακαίς όντα και την έμπρακτη παρουσία Της, όπου αυτή καθίσταται αναγκαία και

Δεύτερον αποδεικνύει ότι η παρουσία αυτή δεν είναι τυχαία, ευκαιριακή αλλά γίνεται με συγκρότηση, επιμέλεια και με πρόσωπα αφοσιωμένα και ειδικευμένα για να ενεργοποιούνται αποτελεσματικά σε χώρους όπου ο πόνος, η απελπισία και η ανέχεια περισσεύουν.

Χρειάζεται ειδική επιμόρφωση των Στελεχών εκείνων της Εκκλησίας που διακονούν σε Σωφρονιστικά Ιδρύματα και Νοσοκομεία, χρειάζεται ξεχωριστός μόχθος ώστε η επαφή και η συνάφεια με τους αδελφούς μας, που η ζωή τους οδήγησε στα Ιδρύματα αυτά, να είναι αποτελεσματική, να τις ανακουφίζει και να τους ενδυναμώνει, ώστε να έχουν την δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στα προβλήματα, στη δυστυχία και τον πόνο τους.

Γι αυτό εύχομαι σε όλους Σας, τους Πατέρες, που διακονείτε στα Φιλανθρωπικά Καταστήματα, τα Νοσηλευτικά και τα Σωφρονιστικά Ιδρύματα, της Πατρίδος μας, να στεφθεί με επιτυχία η Ημερίδα σας και σας παρακαλώ να μη λησμονείτε τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

«Ας μιμηθούμε τον Θεόν, που βρέχει επί δικαίους και αμαρτωλούς, ανατέλλει για όλους τον ήλιον και δείχνει τον πλούτον της χρηστότητός Του με όλες Του τις ενέργειες».

«Γενού Θεός», συνεχίζει να μας προτρέπει με έμφαση ο ιερός Πατήρ, «το έλεος Θεού μιμησάμενος και μίμησον Θεού φιλανθρωπίαν και μη πρόη τον καιρόν της Θεώσεως» μη δηλαδή χάσουμε την ευκαιρία της Θεώσεως.


† Ο Αθηνών Χριστόδουλος


Προηγούμενη σελίδα