ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Κείμενα - Ομιλίες

Προηγούμενη σελίδα

Ομιλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου εις Λαύρα αγ. Σεργίου

29/5/2012

Αισθάνομαι ταπεινός προσκυνητής στον ιερό τόπο, ο οποίος έχει ποτισθή με δάκρυα μετανοίας και ασκητικών αγωνισμάτων μεγάλου πλήθους επωνύμων και ανωνύμων ασκητών έξι περίπου αιώνων και έχει ταυτισθή με την εντυπωσιακή πνευματική ακτινοβολία του ρωσικού μοναχισμού στην ιστορική πορεία του ευλαβούς ρωσικού λαού και της Εκκλησίας του. Η απήχηση του ιεραποστολικού έργου του Οικουμενικού πατριαρχείου σε όλες σχεδόν τις ηγεμονίες της Ρωσίας είχε ευεργετικές συνέπειες σε όλες σχεδόν τις πτυχές του πολιτικού, του πνευματικού και του κοινωνικού βίου των ανεξαρτήτων φυλών των ανατολικών Σλάβων, οι οποίες οργανώθηκαν σε μία εκκλησιαστική μητρόπολη υπό την κανονική δικαιοδοσία της Μητρός Εκκλησίας. Η εντυπωσιακή επέκταση της ιδρύσεως νέων επισκοπών σε κάθε συγκεκριμένη ηγεμονία από το Κίεβο μέχρι το Νόβγκορoντ κατά τις πρώτες ήδη δεκαετίες ανέδειξε την εθνική συγγένεια των φυλών και ενίσχυσε τους πνευματικούς τους δεσμούς, αφού όλες οι επισκοπές υπήγοντο στον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ρωσίας, ο οποίος εκλεγόταν κατά κανόνα από τον κλήρο του Οικουμενικού πατριαρχείου και είχε την κύρια ευθύνη τόσο για το όλο ιεραποστολικό έργο, όσο και για τη γενναία υποστήριξή του από τη Μητέρα Εκκλησία.

Βασικοί άξονες του ιεραποστολικού έργου ήσαν η κατήχηση και το βάπτισμα των προσερχομένων με τη συνδρομή προφανώς και των τοπικών ηγεμόνων, η κατασκευή ξυλίνων κυρίως ι. Ναών για την τέλεση της θείας Λειτουργίας, ο καθαγιασμός και ο εφοδιασμός του με τα αναγκαία ιερά σκεύη, ιερά βιβλία και ιερές εικόνες, η προετοιμασία στελεχών για τον ιερό κλήρο της τοπικής Εκκλησίας, η ίδρυση σχολείων για τη διδασκαλία της επινοηθείσης παλαιοσλαβικής γραφής από τους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο, των φωτιστών των Σλάβων, όπως επίσης και του μεταλαμπαδευθέντος στη Ρωσία πλουσίου μεταφραστικού έργου (Αγία Γραφή, θεία Λειτουργία, κήρυγμα της βυζαντινής ιεραποστολής, επιλεγμένα πατερικά έργα, βυζαντινός Νομοκάνονας κ.α.) και γενικότερα η εξασφάλιση όλων των προϋποθέσεων οργανώσεως και λειτουργίας κάθε επισκοπής η ενορίας για την ευρύτερη ανάπτυξη του ιεραποστολικού έργου στην περιοχή.

Στα πλαίσια αυτά εντάχθηκε και η προετοιμασία καταλλήλων στελεχών για την ανάπτυξη του Μοναχισμού στις αχανείς εκτάσεις ιεραποστολικής δράσεως μέχρι τον Βόλγα προς την Ανατολή και μέχρι τη Βαλτική Θάλασσα προς Βορρά. Ο ζηλωτής του ασκητικού βίου Αντώνιος από το Λιούμπετς απεστάλη στο Άγιον Όρος για να μαθητεύση ως δόκιμος μοναχός και να δώση τις καθιερωμένες υποσχέσεις, για να λάβη τη μοναστική κουρά μετά το πέρας της δοκιμασίας στους αυστηρούς ασκητικούς κανόνες του αγιορειτικού μοναχισμού. Ο ηγούμενος της αγιορειτικής μονής τον προέτρεψε να επιστρέψη στη Ρωσία και να ιδρύση με την ευλογία του Αγίου Όρους μεγάλο μοναστικό κέντρο, προέβλεψε δε ότι έτσι θα ελκύση στην ασκητική πνευματικότητα πολλούς μοναχούς για τη νεοσύστατη Εκκλησία της Ρωσίας. Κατά την επιστροφή του επισκέφθηκε τα ήδη ιδρυμένα από τη βυζαντινή ιεραποστολή πρώτα μοναστήρια στην ευρύτερη περιοχή του Κιέβου, στα οποία όμως η άσκηση δεν είχε την αυστηρότητα των αγιορειτικών μονών. Έτσι, επέλεξε μία Κρύπτη στην περιοχή του Κιέβου για να εγκαταβιώση και να ιδρύση ένα μοναστικό κέντρο με την αυστηρότητα των κανόνων ασκήσεως του αγιορειτικού μοναχισμού (1051). Εκεί, συνέρρεαν πολλοί κιεβινοί είτε για να διδαχθούν τους αγιορειτικούς κανόνες μοναχικού βίου η για να λάβουν την ευλογία του περίφημου πλέον ασκητού, ενώ η Κρύπτη αναπτύχθηκε σε μεγάλο μοναστικό κέντρο μετά την παραχώρηση από τον μεγάλο ηγεμόνα του Κιέβου Ιζιασλάβ ολόκληρης της γύρω από την Κρύπτη ορεινής περιοχής για την ανάπτυξη του μοναχικού βίου.

Η εντυπωσιακή προσέλευση νέων ασκητών στην περιοχή εξηγεί την καθιέρωσή του σε μία δεκαετία περίπου (1051-1062) ως του μεγαλύτερου μοναστικού κέντρου για όλες σχεδόν τις εκφράσεις του ασκητικού βίου με επίκεντρο την ανεπτυγμένη και ανακαινισμένη Λαύρα των Κρυπτών (Πετσέρσκαγια Λαύρα), η οποία έγινε εξαίρετο πρότυπο μοναστικής πολιτείας και μητέρα πολλών μονών στις ρωσικές ηγεμονίες. Σημαντικότεροι από τους πρώτους προσελθόντες στην Κρύπτη του Αντωνίου υπήρξαν ο πρεσβύτερος Νίκων και ο ζηλωτής των ασκητικών αγωνισμάτων Θεοδόσιος, όπως επίσης οι Εφραίμ και Βαρλαάμ, τέκνα πλουσίων οικογενειών της στρατιωτικής φρουράς (ντρουζίνα) του ηγεμόνα του Κιέβου. Οι τέσσαρες αυτοί μοναχοί συνδέθηκαν με την ταχύτατη ανάπτυξη της Λαύρας των Κρυπτών όχι μόνο σε αριθμό μοναχών, αλλά και σε πνευματική ακτινοβολία σε όλες τις ρωσικές ηγεμονίες. Ο Νίκων μετέβη στην ηγεμονία του Τμουτορακάν, όπου ίδρυσε αξιόλογη μονή, ενώ ο Αντώνιος ανέθεσε την ηγεμονία της Λαύρας στον Βαρλαάμ και αποσύρθηκε για να ζήση αναχωρητικό βίο μέχρι τον θάνατό του (1072). Ο Εφραίμ μετέβη στην Κπολη για να ζητήση το Τυπικόν της μονής Στουδίου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως βάση για το Τυπικόν της Λαύρας των Κρυπτών, αλλά και άλλα θεολογικά, λειτουργικά και ασκητικά έργα.

Ο ηγούμενος Θεοδόσιος, ο οποίος διαδέχθηκε τον Βαρλαάμ (1062), αναδείχθηκε σε εξέχουσα μορφή του ρωσικού μοναχισμού όχι μόνο γιατί κατά την περίοδο της ηγεμονίας του (1062-1074) η Λαύρα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη σε αριθμό και σε ποιότητα μοναχών, αλλά και γιατί υπήρξε ο μεγαλόπνοος οραματιστής του ιδιαίτερου πνευματικού ρόλου του μοναχισμού στη Ρωσία. Η συμβολή της Λαύρας ήταν μεγάλη τόσο για τη διάδοση της χριστιανικής πίστεως σε όλες τις ηγεμονίες της Ρωσίας, όσο και για την αυθεντική βίωση από τους πιστούς της ασκητικής πνευματικότητας της εν Χριστώ καινής ζωής. Από τους ζηλωτές μοναχούς της Λαύρας αναδείχθηκαν οι πρώτοι άγιοι της Εκκλησίας της Ρωσίας, πολλοί επίσκοποι των νεοσύστατων επισκοπών στις ρωσικές ηγεμονίες, πολλοί ηγούμενοι των ιδρυομένων νέων μονών και πολλοί λόγιοι μοναχοί, οι οποίοι σφράγισαν με τη δράση τους όχι μόνο την εντυπωσιακή ανάπτυξη του ρωσικού μοναχισμού, αλλά και όλες τις πτυχές του θρησκευτικού και του πνευματικού βίου της Ρωσίας. Έτσι, στις αρχές ήδη του ΙΒ αἰώνα υπήρχαν περισσότερες της μιας μονές σε όλες τις ηγεμονίες της Ρωσίας, ενώ στις μεγάλες ηγεμονίες του Κιέβου και του Νόβγκοροντ υπερέβαιναν τις 20 αντιστοίχως, οι οποίες ακολουθούσαν την αυστηρότητα των ασκητικών αγωνισμάτων του αγιορειτικού μοναχισμού και τόνιζαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ρωσικού μοναχισμού.

Υπό την έννοια αυτή, ο ρωσικός μοναχισμός συνέδεε σε μία αρμονική και άρρηκτη συζυγία τον μοναχικό βίο με την ιεραποστολική δράση, τα ασκητικά αγωνίσματα με το ευαγγελικό κήρυγμα, την ασκητική πνευματικότητα με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, της κατά μόνας προσευχής με την πρόθυμη διακονία του εκκλησιαστικού σώματος, τα οποία καθόρισαν και τη βαθύτερη πνευματική σχέση του με τον ευλαβή ρωσικό λαό. Συνεπώς, η χαλάρωση των ασκητικών αγωνισμάτων κατά τους χαλεπούς καιρούς της μογγολικής κυριαρχίας (1240-1380), καίτοι δεν μείωσε την ήδη παγιωμένη ιδιαίτερη τάση των ευλαβών ρώσων προς τον μοναχισμό, περιόρισε όμως την πνευματική του ακτινοβολία στην ιεραποστολική κυρίως δράση. Η έξοδος του ρωσικού μοναχισμού από την ιεροποιημένη τελετουργική τυπολατρία ήταν αναγκαία για την ανανέωση της ασκητικής του πνευματικότητας, η οποία ήταν δυνατή με την επιστροφή στην αυστηρότητα των κανόνων του αγιορειτικού μοναχισμού. Τον αγώνα αυτό ανέλαβε ο άγιος Σέργιος του Ραντονέζ (1314-1392), η μεγάλη αυτή μορφή τόσο του ρωσικού, όσο και του ορθόδοξου μοναχισμού γενικότερα σε μία δύσκολη περίοδο για τον δοκιμαζόμενο από τη μογγολική καταπίεση ρωσικό λαό.

Προσκυνητής σήμερον στον ιερό αυτό τόπο δεν τολμώ να ομιλήσω για το πρόσωπο και το μεγαλόπνοο έργο της μεγάλης αυτής πνευματικής προσωπικότητας της αγιωτάτης Εκκλησίας της Ρωσίας όχι μόνο γιατί όλοι οι θαυμαστοί καρποί των ασκητικών του κατορθωμάτων είναι σε όλους γνωστοί, αλλά και γιατί η πνευματική του ακτινοβολία παραμένει ζώσα και ενεργός για να φωτίζη και να θερμαίνη την ευλάβεια όλων των πιστών. Η επιλογή του όμως να ακολουθήση την αυστηρή άσκηση του αναχωρητικού βίου στην έρημη τότε περιοχή του Ραντονέζ μαζί με τον χηρεύσαντα αδελφό του Στέφανο και η προσέλευση άλλων αναχωρητών κατέστησαν αναγκαία την κοινή λειτουργική τους εξυπηρέτηση από πρεσβύτερο του εγγύτερου χωρίου. Έτσι, μαζί με τον αδελφό του κατασκεύασαν τον αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα μικρό ναό με καλύβη και κελλί, αλλά τίποτε δεν έδειχνε ότι στον έρημο αυτό τόπο είχε ήδη αρχίσει η μυσταγωγική τελετουργία για την αναγέννηση του ρωσικού μοναχισμού. Ο Θεός ευλόγησε τις επιλογές του ταπεινού αναχωρητή και η Εκκλησία γεύθηκε τους πλούσιους καρπούς της αδιάλειπτης προσευχής του.

Η απόφαση όμως του αδελφού του Στεφάνου να ενταχθή στη μεγάλη μονή των Θεοφανίων (Μπογκογιαβλένσκυ) της Μόσχας, όπου μόναζε και ο μετέπειτα μητροπολίτης Ρωσίας Αλέξιος, άνοιξε νέες προοπτικές για την ανάπτυξη της μονής. Η εκλογή του ως ηγουμένου από τους αναχωρητές της περιοχής συνδυάσθηκε με τη μετάβασή του στη Μόσχα, τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο και την έγκριση της εκλογής του στην ηγουμενία της μονής από τον τοποτηρητή της μητροπόλεως επίσκοπο Αθανάσιο του Περεϊασλάβ, αφού ο μητροπολίτης Αλέξιος είχε προσκληθή στη σύνοδο του Πατριαρχείου Κπόλεως. Η επιστροφή του αδελφού του Στεφάνου με τον γιο του Ιωάννη, ο οποίος εκάρη μοναχός από τον ηγούμενο Σέργιο και αργότερα αναδείχθηκε ηγούμενος της μονής Σιμόνωφ, συνέπεσε με τη μεγάλη συρροή ασκητών, ενώ πολλοί χριστιανοί αποψίλωναν τα δάση και εγκαθίσταντο στην περιοχή. Η φήμη του αγίου Σεργίου και η αυστηρότητα των ασκητικών αγωνισμάτων πολλαπλασίασαν τις προσκυνηματικές επισκέψεις πλήθους πιστών και ηγεμόνων για να λάβουν την ευλογία του οσίου, ο οποίος δέχθηκε την προτροπή του Οικουμενικού πατριάρχη Φιλοθέου για την καθιέρωση στη μονή του κοινοβιακού συστήματος και έλαβε την έγκριση του μητροπολίτη Ρωσίας Αλεξίου. Βεβαίως, η εισαγωγή του κοινοβιακού συστήματος, καίτοι οδήγησε στη μεγάλη αύξηση του αριθμού των μοναχών, εν τούτοις προκάλεσε χαλάρωση στην αυστηρότητα της ασκήσεως και τριβές στις σχέσεις των μοναχών, γι αυτό ο όσιος εγκατέλειψε τη μονή και ίδρυσε τη μονή του Ευαγγελισμού στην περιοχή Κιρζάτς. Επέστρεψε όμως στη μονή του με την παράκληση των μοναχών και την προτροπή του μητροπολίτη Αλεξίου για την επιστροφή του στην ηγουμενία της μονής.

Η μεγάλη πνευματική του επιρροή στον ευλαβή ρωσικό λαό έγινε αισθητότερη με τις συνεχείς επισκέψεις του ηγεμόνα της Μόσχας Δημητρίου για να λάβη τις πνευματικές συμβουλές και τις ευλογίες του οσίου Σεργίου σε όλες τις κρίσιμες στιγμές της ηγεμονίας του. Υπό την έννοια αυτή κατέφυγε στη μονή πριν από την εκστρατεία του εναντίον των Τατάρων. Ο όσιος προέτρεψε τον ηγεμόνα να υπερασπισθή με την ευλογία του Θεού από τις ορδές των απίστων, του προανήγγειλε τη βεβαιότητα της ένδοξης νίκης και τη θριαμβευτική επιστροφή του στη Μόσχα, η οποία επαληθεύθηκε με τη μεγάλη του νίκη στο Κουλίκοβο (1380). Η χαρισματική του προσωπικότητα συνέδεσε την ιερή αυτή μονή με μία από τις μεγαλύτερες ιστορικές στιγμές του ρωσικού μοναχισμού, αφού η μεγάλη πνευματική της ακτινοβολία, αφ ενός μεν την ανέδειξε ως εξαίρετο πρότυπο του κοινοβιακού μοναχισμού της μοσχοβιτικής Ρωσίας, αφ ετέρου δε ενίσχυσε τη στροφή προς τον μοναχισμό με την ίδρυση 180 περίπου νέων κοινοβιακών μονών στις βόρειες κυρίως ηγεμονίες της Ρωσίας. Είναι όμως προφανές ότι η εντυπωσιακή αύξηση του αριθμού των κοινοβιακών μονών ήταν ευεργετική όχι μόνο για την άνθηση του ρωσικού μοναχισμού, αλλά και για την υποστήριξη του ιεραποστολικού έργου στις ανατολικές και τις νότιες περιοχές της Ρωσίας, ενώ συγχρόνως κάλυπτε σημαντικές ανάγκες για τη μόρφωση και τη στελέχωση του ι. κλήρου της Εκκλησίας της Ρωσίας.

Συνεπώς, η προσκυνηματική μας επίσκεψη στον ιερό αυτό τόπο αποτελεί για όλους μας μία κοινή, διαχρονική και αδιαμφισβήτητη διαπίστωση, η οποία επιβεβαιώνει ότι ο μοναχισμός αφ ενός μεν είναι η ύψιστη εσχατολογική έκφραση της ασκητικής πνευματικότητας της Εκκλησίας, αφ ετέρου δε ότι δια του μοναχισμού υπερβαίνονται όλες οι εθνικές, δικαιοδοσιακές η άλλες επαχθείς φορτίσεις της αρραγούς ενότητας του ορθοδόξου εκκλησιαστικού σώματος. Ο άγιος Σέργιος του Ραντονέζ ενσάρκωσε με την αυστηρότητα των ασκητικών του αγωνισμάτων και την αγιότητα του βίου του, γι αυτό παραμένει εξαίρετο υπόδειγμα ασκητικής πνευματικότητας όχι μόνο για την Εκκλησία της Ρωσίας η και για την ορθόδοξη Εκκλησία γενικώτερα, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, στην οποία αναφέρεται τόσο η προσευχή, όσο και η αποστολή του μοναχισμού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τρέφεται από την προσευχή των αγίων και των οσίων της πίστεως, οφείλει να αξιοποιήση το εξαίρετο υπόδειγμά τους και στην εποχή μας.

Προηγούμενη σελίδα