ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Κείμενα - Ομιλίες

Προηγούμενη σελίδα

Ὁμιλία τοῦ Μακαριωτάτου στήν Κύπρο κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς 18ης Δεκεμβρίου 2011

18/12/2011

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ κύριε Χρυσόστομε,

Ἐκφράζουμε τήν χαρά μας διότι ἤλθαμε μέ τήν Συνοδεία μας στήν ἑλληνικότατη νῆσο Κύπρο, τῆς ὁποίας τό ὄνομα ἀπαντᾶται στήν Ἰλιάδα καί τήν Ὀδύσσεια καί σέ ἄλλους ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ἀπό τήν ἱστορία διδασκόμαστε ὅτι οἱ πρῶτες ἀποικίες στήν Νῆσο ἦταν ἑλληνικές, πού ἱδρύθηκαν ἀπό ἀποίκους πού ἦλθαν ἀπό τήν Ἀρκαδία καί αὐτό ἀποδεικνύεται ἀπό τήν ὁμοιότητα τῆς ἀρχαίας κυπριακῆς διαλέκτου πρός τήν ἀρχαία ἀρκαδική διάλεκτο. Ἔκτοτε ἡ Κύπρος ἀκολούθησε ὅλη τήν πορεία τοῦ ἑλληνισμοῦ μέ τίς παραδόσεις καί τήν φιλοσοφία, μέ τήν δόξα καί τίς περιπέτειες, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά σφύζει ἀπό ἑλληνική παράδοση καί ζωή.

Τό σπουδαιότερο γεγονός εἶναι ὅτι ἡ Κύπρος δέχθηκε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς Ἀποστόλους Βαρνάβα καί Παῦλο, πρίν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλθει στήν Ἑλλάδα. Στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων διασώζονται πολλά στοιχεῖα ἀπό τήν ἐκχριστιανοποίηση τῶν Κυπρίων, πού ὑπῆρξε ἡ δόξα τῆς ἁγιοτόκου αὐτῆς Νήσου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀνδρώθηκε θαυμαστῶς ὥστε νά ἀξιωθεῖ νά ἀποκτήση τήν αὐτοκεφαλία της στήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τό ἔτος 431, σύμφωνα μέ τόν η΄ Κανόνα της: «ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων Ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι' ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων Ἐπισκόπων ποιούμενοι».

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καταγράφει τήν πληροφορία ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ἀμμοχώστου Ἀνθέμιος ἀνακάλυψε δι' ἀποκαλύψεως τό λείψανο τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Βαρνάβα, καί ἄκουσε τόν Ἀπόστολο νά τοῦ λέει: «Ἐάν οἱ ἐχθροί λέγουσι, ὅτι ὁ θρόνος Ἀντιοχείας εἶναι Ἀποστολικός, εἰπέ καί σύ ὅτι καί ἡ Κύπρος Ἀποστολική, καθ' ὅτι ἔχει Ἀπόστολον εἰς τόν τόπον αὐτῆς».

Ἀποστολική, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί αὐτοκέφαλη, πού δοξάσθηκε μέ πλῆθος ἁγίων, μέ Ναούς, Ἱερές Μονές, σεβάσματα ἅγια καί ἔνδοξη παράδοση, ἡ ὁποία διατηρεῖται μέχρι τίς ἡμέρες μας. Ὑπάρχει δέ καί ἱστορική συνέχεια, ἀφοῦ βρίσκεται μέσα στόν ροῦ τῆς ἀμιάντου ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, τῆς ἔνδοξης καί πονεμένης Ρωμιοσύνης, καί διατηρεῖται μέ ἀγῶνες καί θυσίες, μέ δάκρυα καί αἵματα. Ὅμως, ἀληθινό κριτήριο τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μόνον ἡ ἀποστολικότητα, ἀλλά καί ἡ πατερικότητα, ἀφοῦ οἱ Πατέρες εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί εἶναι αὐτοί πού ἀποδεικνύουν τήν ἀποστολικότητά της. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ὅπως ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, δέν ἔχει διαλείψεις στήν ζωή καί τήν θεολογία της, στήν πράξη καί τήν θεωρία καί ἀναδεικνύει ἁγίους διά μέσου τῶν αἰώνων.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκτός ἀπό Ἀποστολική καί Πατερική, εἶναι καί Μαρτυρική, πού φέρει ἐπάνω της τίς πληγές τῶν Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ «τραυματίες τοῦ θείου Νυμφίου». Ἄλλωστε, ὁ Χριστός μετά τήν Ἀνάστασή Του κράτησε στό ἔνδοξο Σῶμα Του τίς πληγές τοῦ Σταυροῦ, τίς ὁποῖες ἔδειξε στούς Μαθητές ὡς τεκμήριο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἔτσι καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, φέρει ἐπάνω της μέ καύχηση τίς πληγές τοῦ μαρτυρίου, τά αἵματα τῶν Μαρτύρων ὡς τεκμήριο γνησιότητος. Ἡ Ἐκκλησία στολίζεται μέ «πορφύραν καί βύσσον», πού εἶναι τά τά αἵματα τῶν Μαρτύρων.

Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τό ὁποῖο ἀναγνώσθηκε σήμερα, ἀναφέρεται σέ αὐτό τό μαρτυρικό πνεῦμα. Μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον» (Ἑβρ. ια΄, 36-37). Πρόκειται γιά τούς διωγμούς καί τά μαρτύρια τῶν ἁγίων τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι θυσίασαν τήν ζωή τους γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν δόξα τοῦ ὀνόματός Του. Ἀλλά στήν κατηγορία αὐτή μποροῦμε νά συμπεριλάβουμε καί τούς διωγμούς καί τά μαρτύρια τῶν Κυπρίων ἀδελφῶν μας γιά τήν ἔνδοξη Ρωμιοσύνη, ἡ ὁποία διαφυλάσσει τόν Ἑλληνισμό πού ἐμβαπτίσθηκε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐνθυμούμαστε τούς Κυπρίους ἀδελφούς μας πού ἀγωνίσθηκαν γιά τήν ἐλευθερία, ἀπό τούς ὁποίους ἄλλοι «ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον», καί ἄλλοι μέ ἀγχόνη τελειώθηκαν. Καί κυρίως ἐνθυμούμαστε τούς ἐφήβους καί τούς νέους πού προῆλθαν μέσα ἀπό τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, τά Κατηχητικά Σχολεῖα καί ἀγωνίσθηκαν γιά τήν ἐλευθερία τῆς πίστεως καί τῆς Πατρίδος, μέ ἐνθουσιασμό πολύ, ἔχοντας ὡς ὅπλα τους τήν προσευχή, τήν Ἁγία Γραφή, τήν Θεία Κοινωνία, καί πότισαν τό δένδρο τῆς ἐλευθερίας μέ τό νεανικό τους αἷμα, μέ τόν ἀπαράμιλλο ἡρωισμό. Ἀλλά ἐνθυμούμαστε καί τούς Κληρικούς ἐκείνους, ἁπλούς Ἱερεῖς, Ἐπισκόπους καί Ἀρχιεπισκόπους πού ὑπῆρξαν ἀλεῖπτες τῶν Μαρτύρων, ὅπως ἐπίσης ἐνθυμούμαστε καί τούς μαχητές τῆς ἐλευθερίας πού προέρχονταν ἀπό κάθε ἡλικία καί κατηγορία ἀγωνιστῶν. Αἰσθανόμαστε βαθυτάτη συγκίνηση πού πατοῦμε σέ ἱερά χώματα, ποτισμένα μέ δάκρυα, ἱδρῶτες καί αἵματα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Πατρίδος. Καί αἰσθανόμαστε πικρία, γιατί διεθνῆ καί ἄλλα συμφέροντα κρατοῦν ἀκόμη τήν Κύπρο σέ αἱμάσσουσα κατάσταση καί νά μή γεύεται τήν ἐλευθερία γιά τήν ὁποία ἀγωνίσθηκαν οἱ ἥρωές της καί ὅλος ὁ λαός της.

Στό βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» πού γίνεται ἀναφορά στήν πορεία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπό τήν Καισάρεια στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου καί συνελήφθη, ὑπάρχει καί ἡ ἑξῆς φράση: «Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς ῾Ιερουσαλήμ· συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπό Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ.» (Πρ. κα΄, 15-16). Φαίνεται ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἡ συνοδεία του καθ' ὁδόν πρός τά Ἱεροσόλυμα συνάντησαν ἕναν Κύπριο πού ὀνομαζόταν Μνάσων, ὁ ὁποῖος τούς φιλοξένησε, καί προσδίδεται σέ αὐτόν ὁ τιμητικός τίτλος «ἀρχαῖος μαθητής». Ὁ Κύπριος Μνάσων ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού ἐπίστευσαν στόν Χριστό καί ἐτιμᾶτο ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὥστε ἀξιώθηκε νά φιλοξενήσει καί τόν Ἀπόστολο Παῦλο.

Αὐτός ὁ χαρακτηρισμός, «ἀρχαῖος μαθητής», μπορεῖ νά δοθεῖ καί στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἡ ὁποία μᾶς φιλοξένησε αὐτές τίς ἡμέρες. Εἶναι ἀρχαία μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων πού δέχθηκε τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, τό ὁποῖο, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, εἶναι «πρεσβεία Θεοῦ καί παράκλησις πρός ἀνθρώπους δι' Υἱοῦ σαρκωθέντος καί τῆς πρός τόν Πατέρα καταλλαγῆς, μισθόν δωρουμένου τοῖς πειθομένοις αὐτῷ τήν ἀγέννητον θέωσιν». Τό πραγματικό Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ὁποίας δόθηκε παράκληση στούς ἀνθρώπους, γιατί ὁ Χριστός κατήλλαξε τόν ἄνθρωπο μέ τόν Πατέρα, καί ὅσοι ὑπακούουν στό Εὐαγγέλιό Του λαμβάνουν ὡς μισθό τήν ἀγέννητη θέωση. Δηλαδή, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως γεννᾶται ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπος καί ὅσοι ἑνώνονται μαζί Του ἀποκτοῦν τήν θέωση. Ἐνανθρώπηση καί θέωση εἶναι τό μυστήριο πού προετοιμαζόμαστε νά ἑορτάσουμε μετά ἀπό μερικές ἡμέρες. Καί, βέβαια, ἡ ἀγέννητη θέωση, κατά τόν ἴδιο ἅγιο Πατέρα, δηλαδή τόν ἅγιο Μάξιμο, εἶναι «ἡ κατ' εἶδος ἐνυπόστατος ἔλλαμψις», ἡ ὁποία δέν ἔχει «γένεσιν, ἀλλ' ἀνεπινόητον ἐν τοῖς ἀξίοις φανέρωσιν».

Πάντως, ὁ ἀρχαῖος Κύπριος μαθητής τοῦ Χριστοῦ Μνάσων ἐτίμησε τήν νῆσον Κύπρον καί μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά ἐπιθυμοῦμε καί ἐμεῖς νά ἀποδεικνυόμαστε ἀρχαῖοι Μαθητές, δηλαδή νά ἐπιθυμοῦμε νά ζοῦμε τήν δόξα καί τόν πλουτισμό, τήν ζωντάνια τοῦ Πνεύματος καί τόν πλατυσμό τῆς καρδίας, τήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας μαθητής ἔνδοξος ἦταν ὁ Κύπριος Μνάσων, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα πέρασε στήν Καινή Διαθήκη καί παραμένει στούς αἰῶνες γιά νά φανερώνει τί σημαίνει ἀποστολική καί εὐαγγελική ζωή, ἀλλά καί ἐν Χριστῷ φιλοξενία.

Αὐτῆς τῆς φιλοξενίας γευθήκαμε αὐτές τίς ἡμέρες μέ τήν συνοδεία μας στήν ἀποστολική Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Εἴδαμε τά φιλόθεα πρόσωπά σας, ἀκούσαμε τούς παλμούς τῆς καρδίας σας, αἰσθανθήκαμε τόν πόνο καί τήν ἀγωνία σας, ψηλαφήσαμε τίς πληγές τοῦ μαρτυρικοῦ σταυροῦ σας, ἐντρυφήσαμε στήν πλούσια παράδοση πού σᾶς ἐμπνέει, γευθήκαμε τόν πλοῦτο τῆς ἀγαπώσης καρδίας σας. Πῶς νά μήν ἐπαναλάβουμε καί ἐμεῖς τόν λόγο τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ὅτι φιλοξενηθήκαμε «Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ» καί παραφράζοντας τό χωρίο νά ποῦμε φιλοξενήθακε στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, τήν ἀρχαία μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων!

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου κ. Χρυσόστομε, ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ,

Ἡ ἐπίσκεψή μας στήν ἡρωική καί ἁγιοτόκο αὐτή Μεγαλόνησο καί ἡ Θεία Λειτουργία σέ αὐτόν τόν Ἱερό Ναό γίνεται σέ δύσκολες παγκόσμιες καί τοπικές συνθῆκες, ἀφοῦ σήμερα καταρρέουν διάφορες οὐτοπίες πού ἐπικράτησαν τόν τελευταῖο καιρό στόν κόσμο, οὐτοπίες φιλοσοφικές, θρησκευτικές, ἰδεολογικές καί οἰκονομικές, ἀλλά, κυρίως, καταρρέουν ἀξίες, ἰδεώδη, πιστεύματα καί ἐλπίδες. Ὁ Χριστιανισμός ἔχει ἐπεκταθεῖ σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, ἀλλά δυστυχῶς ἐκκοσμικεύεται ἡ ἀληθινή πίστη τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Τά πάντα σήμερα ρυθμίζονται μέ βάση τούς οἰκονομικούς ὅρους καί τό συμφέρον, καί δυστυχῶς σέ αὐτόν τόν πειρασμό ἔχουμε ὑποπέσει καί ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι δέν ζοῦμε εὐαγγελικά, ἀλλά διακατεχόμαστε ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου, δηλαδή τήν εὐδαιμονία, τήν εὐμάρεια, ἤ τοὐλάχιστον διακατεχόμαστε ἀπό τήν προσκόλλησή μας στήν ὕλη.

Ἡ κρίση εἶναι πρωτίστως πολιτισμική καί πνευματική, κρίση τῆς χριστιανικῆς καί εὐαγγελικῆς μας ταυτότητος. Παρατηροῦμε ὅτι Κράτη τά ὁποῖα, ἐνῶ ἔχουν ἐπηρεασθεῖ ἀπό τόν Χριστιανισμό μέ τό τόσο ὑψηλό πνευματικό νόημα καί λέγονται χριστιανικά, ἐν τούτοις ἔχουν ἐκκοσμικευθεῖ καί στηρίζονται σέ οἰκονομικές βάσεις, ἀποβλέπουν μόνον στήν «μένουσαν πόλιν» καί δέν ἀναζητοῦν τήν «μέλλουσαν» πόλιν (Ἑβρ. ιγ΄, 14). Δυστυχῶς, παρασυρόμαστε ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ξεφεύγουμε ἀπό τήν εὐαγγελική ὁδό, ὅπως σκιαγραφεῖται στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ καταστατικός Χάρτης τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γι' αὐτό καί ἐμεῖς οἱ Ποιμένες ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη νά ἀντιμετωπίσουμε τήν ἐκκοσμίκευση πού ὑπονομεύει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Προσμένουμε νά ἑορτάσουμε τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μέ κοσμική νοοτροπία, προσέχουμε περισσότερο τά «δόγματα» τῆς σύγχρονης ἀπογραφῆς καί τῆς οἰκονομικῆς φορολογίας, ἄν καί ψάλλουμε μέ τόν ἱερό ὑμνογράφο: «διό Σοι προσφέρομεν καί ἡμεῖς, ὑπέρ τήν χρηματικήν φορολογίαν, ὀρθοδόξου πλουτισμόν θεολογίας τῷ Θεῷ καί σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Ἔτσι, οἱ ἑορτές τῆς Θεοφανείας εἶναι ἀφορμή γιά νά προσανατολίσουμε τήν ζωή μας πρός τήν ἀληθινή ὀρθοδοξία καί τήν ἀληθινή ὀρθοζωία.

Εἶσθε, Μακαριώτατε ἀδελφέ, ἔντονη καί χαρισματική προσωπικότητα, διάδοχος Ἐπισκόπων καί Ἀρχιεπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐργάσθηκαν ἀόκνως γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν Πατρίδα καί ἔχετε πλουτίσει τήν πείρα σας ἀπό τούς ἀγῶνες καί τίς θυσίες τους, περιβάλλεσθε δέ στό πολυ-υπεύθυνο αὐτό ἔργο σας ἀπό ἀξίους Ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τήν ἀποστολή τους στήν Ἐκκλησία καί τήν Πατρίδα.

Σᾶς εὐχαριστοῦμε ἐκ καρδίας γιά τήν ἀγάπη σας, εἴμαστε ἀλληλέγγυοι γιά τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κανονική εὐταξία τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν ποιμαντική διακονία τῶν Χριστιανῶν, τούς ὁποίους μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Θεός διά τῆς Ἐκκλησίας. Καί εὐχόμαστε ὅπως «Αὐτός ὁ Κύριος τῆς εἰρήνης δῴη ὑμῖν τὴν εἰρήνην διὰ παντός ἐν παντὶ τρόπῳ. Ὁ Κύριος μετὰ πάντων ὑμῶν» (Β΄ Θεσ. γ΄, 16).–

Προηγούμενη σελίδα