ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ - Κείμενα - Ομιλίες

Προηγούμενη σελίδα

Ομιλία Μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ . Ιερωνύμου στην Πανηγυρική Συνεδρία του Δημοτικού Συμβούλιου Καλαμάτας

22/3/2008

Η Εκκλησία στο ’21



Εντιμότατε Κύριε Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου,

Εντιμότατε Κύριε Δήμαρχε,

Εντιμότατα Μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου,

Θα θέλαμε να σας ευχαριστήσομε όλως ιδιαιτέρως, τόσο εσάς, όσο και τον Δήμαρχο της ένδοξης αυτής πόλης, αλλά και ανεξαιρέτως όλους του δημοτικούς Συμβούλους, για την πρόσκλησή σας να συμμετέχομε στην επέτειο απελευθερώσεως, στα Ελευθέρια της Πόλης σας.

Πέρασαν 187 χρόνια από τη μέρα της 23 Μαρτίου του 1821, όταν οι δυνάμεις των εξεγερμένων με επικεφαλής τους: Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα και άλλους οπλαρχηγούς απελευθέρωσαν την Καλαμάτα. Η εποποϊία του 21, σημάδεψε όχι μόνο τη δική μας, αλλά συνεισέφερε και στην παγκόσμια ιστορία. Ο απόηχος της ξεπέρασε τα στενά όρια του Ελλαδικού χώρου και προκάλεσε συγκίνηση στους απλούς πολίτες και κυρίως στους διανοουμένους του τότε γνωστού κόσμου.
Οι πρόγονοι μας δεν πολέμησαν, τόσο ή μόνο, για μια γεωγραφική ανεξαρτησία, αλλά για κάτι σπουδαιότερο: «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την Ελευθερία»!!! Δηλαδή για πανανθρώπινες αξίες, όπως η θρησκευτική και πολιτική ελευθερία, η ανεκτικότητα και ο σεβασμός της ετερότητας. Πρόκειται, λοιπόν, όχι τόσο, για ένα πολεμικό γεγονός, μα κυρίως για ένα πνευματικό γεγονός. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, ακροθιγώς να αναφερθώ σε αυτή τη διάσταση του ξεσηκωμού των Ρωμιών, με την οποία πιστεύω ότι κυρίως εμπλέκεται η Εκκλησία και η οποία διάσταση μπορεί να είναι αφορμή διαρκούς νοηματοδοτήσεως της υπάρξεως μας.
Η επανάσταση του 1821 με την ψυχρή λογική, όπως αντιλαμβάνεσθε, ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο αγώνας ήταν άνισος και η νίκη φάνταζε μια ουτοπία. Δεν είναι τυχαίο, πως και κάποιοι δικοί μας, πίστευαν ότι δεν είχε έλθει η κατάλληλη στιγμή για τον ξεσηκωμό του Γένους. Άλλοι, γιατί πίστευαν «ότι το έθνος δεν είχε ωριμάσει, δηλαδή δεν είχε μορφωθεί αρκετά, ώστε να κατορθώσει να πετύχει την ανεξαρτησία του και να οικοδομήσει ένα σύγχρονο βιώσιμο κράτος», άλλοι, γιατί δεν είχε προετοιμαστεί αρκετά στρατιωτικά.
Πάντως ένα είναι βέβαιο, ότι εκείνοι, που στήριζαν την άποψη της αναβολής της επαναστάσεως, για να προετοιμασθεί το Γένος καλύτερα, ήταν επηρεασμένοι από το πνεύμα του δυτικού ορθολογισμού, που έχει ως αρχή του, αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε: την τέχνη του εφικτού, του ρεαλιστικού.
Παράλληλα με αυτή την αντίληψη, υπήρχε και μια άλλη, την οποία περιγράφει πολύ καλά ο Στρατηγός Μακρυγιάννης:
«Εκεί οπούφκειανα τις θέσεις εις τους Μύλους, ήρθε ο Νερνύς να με ιδεί. Μου λέγει: Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες, τι πόλεμον θα κάμετε με τον Μπραῒμη αυτού;
Του λέγω είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες…».
Αυτή η αντίληψη για τα πράγματα ταυτίζεται με τον ορισμό, που δίνει η Εκκλησία περί πίστης, η οποία όρη μεθιστάνει (Α’Κορ. 13,2). Άλλωστε, «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστιν» (Λουκ., 18,27).
Έχουμε ένα ορισμό περί πίστης, που αναποδογυρίζει τα μέχρι τότε φιλοσοφικά δεδομένα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η πίστη ήταν ένα γεγονός, που βασίζονταν στην αρχή: υπάρχει ό,τι βλέπουμε. Στην Καινή Διαθήκη, ο απόστολος Παύλος, διατυπώνει ένα ορισμό περί πίστης, που κυριολεκτικά μας αφήνει ενεούς. Ορίζει την πίστη ως «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1) Μάς προτείνει να ζούμε με βάση κάτι που ελπίζουμε ότι θα υπάρξει, «ελπιζομένων υπόστασις», με βάση πράγματα που θα γίνουν στο μέλλον. Η πίστη, λοιπόν, είναι ένα άλμα στο μέλλον. Είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά του ορθολογισμού, που ορίζει ως υπαρκτό, ό,τι ελέγχεται από τις αισθήσεις, ό,τι εξ αντικειμένου μπορεί να αποδειχθεί ότι υφίσταται. Αντίληψη, που στη λογική ακούγεται παραλογισμός και τρέλα. Η πίστη, για τους πρώτους χριστιανούς, ήταν ένα ξερίζωμα από τις μέχρι τότε βεβαιότητες, που προέρχονταν από τις βιολογικές και κοινωνικές σχέσεις, η σημασία των οποίων σχετικοποιείται, αφού πλέον των χριστιανών «το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. 3, 20) και αφού δεν έχουν εδώ «μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούσι» (Εβρ. 13, 14). Ο Χριστός, διαρκώς προβάλλει αυτή την πίστη, που δεν στηρίζεται στις αποδείξεις, αλλά που στηρίζεται σε μια ελευθερία στο πείσμα της λογικής, που λέγει τα αντίθετα. Ο Χριστός απέρριψε τις τρεις δυνάμεις που θα μπορούσαν να υποτάξουν για πάντα τη συνείδηση των ανθρώπων: «το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος» και δίνει το παράδειγμα για να κάνουν όλοι το ίδιο, όπως πετυχημένα τα περιγράφει ο Ντοστογιέφσκυ στους Αδελφούς Καραμάζωφ (κεφ 5ο).
Ο Χριστός είναι η προσωποποίηση αυτής της πίστεως. Με τη ζωή, την αγάπη, τη συγχωρητικότητα, τη μη εκδικητικότητά Του, εν τέλει με την ανάστασή Του απομυθοποιεί τους μηχανισμούς της ιουδαϊκής και ρωμαϊκής εξουσίας.
Η Εκκλησία, ως πιστεύουσα κοινότητα, αν είχε τότε, και έχει τώρα κάτι να προσφέρει δεν είναι ό, τι κάνει, αλλά Ο,ΤΙ ΕΙΝΑΙ, δηλαδή ο Αναστημένος Χριστός και οι μάρτυρες Του. Δεν μας προσκαλεί σε μια αποδοχή κάποιων δογματικών διατυπώσεων ή αποστεωμένων ιδεών, αλλά σ’ ένας τρόπος ζωής, όπου τα αδύνατα γίνονται πραγματικότητα. Αυτός ο Χριστός, είναι διαρκώς παρών, μέχρι της συντέλειας του αιώνος τούτου, όπου είναι «συνηγμένοι δυο οι τρεις εις το όνομα Του», δηλαδή στη Θεία Λειτουργία. Κάθε φορά, που ο πιστός συμμετέχει στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας ομολογεί ότι τον τελευταίο λόγο μέσα στην ιστορία δεν τον έχει το κακό και η αδικία, οι μηχανισμοί εξουσίας, ή ο θάνατος, αλλά η ζωή και η δικαιοσύνη του Θεού. Εκεί ο άνθρωπος, μετέχοντας στο Σώμα και Αίμα του Χριστού, λαμβάνει το φάρμακο της Αθανασίας και αποκτά απέραντες δυνατότητες, θεϊκές δυνατότητες με αποτέλεσμα να μη φοβάται. Να μη φοβάται το κακό, τις εξουσίες, τον θάνατο. Η Εκκλησία είναι ένα εργαστήριο που χαρίζει στον κόσμο ανθρώπους που στη Σάρκα τους κουβαλούν τον Νικητή του θανάτου.
Η Θεία Λειτουργία ήταν για τους σκλαβωμένους Ρωμιούς, μια ανεξάντλητη πηγή ελπίδας, αισιοδοξίας, θάρρους και ηρωισμού, τόλμης και λεβεντιάς, αφού όλη η Θεία Λειτουργία είναι ένας ύμνος, μια μετοχή στην ζωή του Χριστού, που είναι ο χορηγός της ζωής. Κάθε φορά που στα δίσεκτα χρόνια της Σκλαβιάς, τελούνταν η Θεία Λειτουργία συντηρούνταν ασβέστη η ελπίδα της αναστάσεως του Γένους. Προβάλλονταν ένα ήθος ηρωικό, που αψηφά τον βιολογικό θάνατο, που προτάσσει την ελευθερία έναντι της όποιας ευδαιμονίας. «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή» θα τραγουδήσει ο σπουδαίος οραματιστής Ρήγας Φεραίος.
Ακόμα και αν δεν υπήρχε το κρυφό Σχολείο, δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα ως Γένος, αφού ως εκκλησιαστική κοινότητα είχαμε και έχομε τη Θεία Λειτουργία, που’ ναι το κρυφό και φανερό, το αιώνιο Σχολείο. Εκεί ο σκλαβωμένος Ρωμιός συναντιόνταν εν τω Χριστώ, με την Παναγία, τους Αγίους, τους αγαπημένους ζωντανούς και κεκοιμημένους, σ’ ένα αδιάκοπο πανηγύρι. Εκεί, στο αναλόγιο, στις ψαλμωδίες, στις ακολουθίες, του εσπερινού και του Όρθρου, των χαιρετισμών και του Επιτάφιου Θρήνου, «διδάσκονταν το αλφαβητάρι και τα πρώτα γράμματα, - αυτά που αποκαλούσαν περιφρονητικά οι λόγιοι μας ΄΄κολλυβογράμματα΄΄ - αλλά παρείχαν τις πρώτες βάσεις για ανάγνωση και γραφή» σύμφωνα με τον καθηγητή Ν. Σβορώνο, «όταν όλα τα’ σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Οι αγωνιστές του ’21, γυρόφερναν στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Στα απομνημονεύματά του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σημειώνει: «…ήταν μια εκκλησία εις τον δρόμον (η Παναγία εις το Χρυσοβίτσι) και το καθησιό μου ήτον όπου έκλαιγα την Ελλάς :Παναγία μου, βοήθησε και τούτην την φοράν τους Ελληνας …». Και συνεχίζει ο Γέρος του Μοριά: «Εικοσιτρείς ώρες εβάσταξε ο πόλεμος. Εκείνη την ημέραν ήτον Παρασκευή, και έβαλα λόγο ότι πρέπει να νηστεύσωμε όλοι δια δοξολογία εκείνης της ημέρας». Πολεμούσαν και νήστευαν.
Παρακαλούσαν και έταζαν με απλότητα, μακριά από ορθολογιστικές σκέψεις, και αντλούσαν δύναμη και κουράγιο.
«Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλωριά και στους αγίους
Και στο Αφέντη τον Χριστό τις ασημένιες πάλες». (Δημοτικό: των Κλοκοτρωναίων)
Αλλά και ο Καραϊσκάκης σαν βρέθηκε με τους άντρες του στο μοναστήρι του αγίου Σεραφείμ πάνω από την Λειβαδιά, έπεσε στα πόδια και έταζε: «Βοήθησέ μας άγιε Σεραφείμ να διώξουμε τον Κιούταγα …και να σου φέρω χρυσό καντήλι στο τάφο σου και λαμπάδες εκατό ίσα με το κορμί μου και να στολίσω σαν παλάτι το μοναστήρι σου».
Αυτά, δεν μαρτυρούν μια θρησκοληψία, ούτε πρόκειται για παθητική κατάθεση ευθυνών, ούτε για μοιρολατρική στάση, αλλά φανερώνουν ένα τρόπο ζωής, μια ενδιαφέρουσα οικειότητα ότι η Εκκλησία ήταν το σπίτι τους.
Επηρεασμένοι και εμείς σήμερα σε μεγάλο βαθμό από το δυτικό τρόπο ζωής, δηλαδή τον ορθολογιστικό, που προτάσσει την πρακτική χρησιμότητα σε οποιοδήποτε θέμα απασχολεί τον άνθρωπο, αδυνατούμε να κατανοήσουμε αυτή τη διάσταση της πίστεως, το ήθος και την αισιοδοξία, που ξεπηδά από τη Θεία Λειτουργία. Χάσαμε την αίσθηση ότι η Εκκλησία φανερώνεται στην Θεία Λειτουργία, και γι’ αυτό συχνά, όταν ακούμε να αναρωτιούνται κάποιοι: «τι έκανε ή τι πρόσφερε η Εκκλησία στο τάδε ζήτημα ή πρόβλημα», προσπαθούμε να απαντήσουμε κοσμικά, παραθέτοντας τα δικά καλά μας έργα, αδιαφορώντας για την εντολή του Χριστού που λέγει, πως και αν κάτι πράξαμε, οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε, ως να μη έγινε. Χωρίς, δηλαδή «να γνωρίζει η αριστερά, τι πράττει η δεξιά» (Ματθ. 6,3). Η προσφορά της Εκκλησιαστικής κοινότητας δεν έγκειται τόσο, στο τι έκανε ο τάδε Πατριάρχης ή μητροπολίτης ή παπάς ή λαϊκός, αλλά έγκειται στο αν αυτοί μαζί με τους λαϊκούς, ως ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σώμα, διαρκώς και αδιαλείπτως προβάλλουν τον Χριστό, ως τον πρωταγωνιστή και τον διαμορφωτή της ιστορίας, και όχι τους εαυτούς τους. Οι άνθρωποι, όσο ενάρετοι και να είμαστε, παραμένουμε ανεπαρκείς, ιδιοτελείς, θνητοί. Δεν μπορούμε να είμαστε πρότυπο για κανένα. Ο Χριστός είναι το Πρότυπο για όλους. Παρεμβαίνει στην ιστορία αναγγέλλοντας νέο ήθος και νοοτροπία. Όσο, λοιπόν, αποκλίνει από αυτόν τον τρόπο υπάρξεως η Εκκλησία, τόσο από διακονία θα γίνεται εξουσία, θα γίνεται θρησκεία.


Κύριε Πρόεδρε,

Κύριε Δήμαρχε,

Κυρίες και κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι,

Από την εορτάζουσα πόλη της Καλαμάτας, θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω, διερμηνεύοντας κατά το εφικτό, ως αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας, που παροικεί εν Αθήναις, αλλά και ως πρόεδρος του Σώματος της Συνόδου των εν Ελλαδι επισκόπων, ότι ως Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, είμαστε παρόντες και στους αγώνες, και στις αγωνίες, και στους καημούς των Ελλήνων, αλλά πάντοτε!!!-το τονίζουμε- προσωπικά.!!! Δηλαδή με το να καλούμε τους πολίτες να γίνουν πρόσωπα και να μην παραμείνουν άτομα κλεισμένα στην ιδιοτέλειά τους.
Ήταν, είναι και θα είναι παρούσα η εκκλησιαστική κοινότητα, στους αγώνες των Ελλήνων όπως και στους αγώνες κάθε Λαού, όταν πρόκειται για άμυνα, όχι όμως απευθείας, διότι η Εκκλησία, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς οι ορθόδοξοι, δεν έχει στρατό, απλώς τα μέλη της, κληρικοί και λαϊκοί, ως πολίτες , εντάσσονται στις δομές της πολιτείας, ή εφευρίσκουν δομές, όπως Φιλική Εταιρεία, και αγωνίζονται για την πατρίδα και τα πανανθρώπινα ιδανικά, της ελευθερίας και της αγάπης.
Είναι παρούσα εκκλησιαστική κοινότητα, όχι ανταγωνιζόμενη την Πολιτεία. Ο Χριστός δεν ανταγωνίζεται κανένα. Ως Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, είμαστε παρόντες μέσα στην ιστορία μόνο με ένα τρόπο και αυτός ο τρόπος είναι η οδός του Μαρτυρίου. Στα λόγια όλοι εύκολα πλειοδοτούμε σε πατριωτισμό και αγωνιστικότητα, όταν θα έλθει όμως η κρίσιμη στιγμή θα κριθούμε για την ποιότητα της πίστεως μας. Δεν κρινόμαστε εκ του ασφαλούς. Και «ο μόνος θρίαμβος, που η επί γης Εκκλησία μπορεί ή πρέπει να περιμένει, είναι αυτός του μαρτυρίου» (Καλλιστος Γουέρ, Η εντός ημών Βασιλεία, σ. 182).
Πολλοί από τους προγόνους μας διάλεξαν την κρίσιμη στιγμή να πεθάνουν για την ελευθερία παρά να ζήσουν σκλαβωμένοι, αλλά ίσως ευτυχισμένοι. Με κορυφαίο τον Πατριάρχη του Γένους. Ο νεκρός Πατριάρχης, Γρηγορίου του Ε΄, είναι πιο αποτελεσματικός από τον ζωντανό Γρηγόριο, τον Ε΄. Μετά τον θάνατο του η μεσολάβηση του στην υπόθεση του Γένους, αποκτά μεγαλύτερη ισχύ και εύρος, για να μη πω ότι τότε αρχίζει, για το Εκκλησιαστικό Σώμα, η ουσιαστική ευεργεσία. Έτσι, ενώ πολλοί έχουν να πουν πολλά για τη στάση που έλαβε, ενόσω ζούσε για την Επανάσταση, όλοι υποκλίνονται στο μαρτυρικό του θάνατο και βασανισμένο λείψανο του. Αυτός ο θάνατος θα αναστατώσει την τότε κοινή γνώμη στην Ευρώπη και θα έλθει να προστεθεί στην αλυσίδα εκατοντάδων μαρτύρων, που η Εκκλησία αποκάλεσε Νεομάρτυρες!!!
Όποιος ζει με αυτό τον τρόπο της Εκκλησίας είναι γεμάτος αισιοδοξία και δημιουργικότητα. Είναι έτοιμος να πεθάνει «για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία». Αυτό το ήθος έκανε τους αγωνιστές να πηγαίνουν στον πόλεμο λες και πάνε σε πανηγύρι. Αυτό κάνει τον συντοπίτης σας, Νεομάρτυρα Ηλία τον Αρδούνη το 1686 καθώς οδεύει την οδό του μαρτυρίου να «μοιάζει με κάποιον που πήγαινε σε γάμο και όχι στον θάνατο». Αυτή είναι η «μοίρα» της εκκλησιαστικής Κοινότητας, να λιτανεύει αυτό το είδος και ποιότητα ζωής.
Η δύναμη και η ζωή του Εκκλησιαστικού Σώματος «εν ασθενεία τελειούται» (Β’Κορ. 12,9) και «κρύπτεται συν τω Χριστω εν τω Θεώ» (Κολ. 3,3), δηλαδή στην πεποίθηση ότι καθένας από μόνος δεν μπορεί να καταφέρει κάτι σημαντικό, παρά μόνον εάν μένει συνδεδεμένος εν τη αμπέλω (Ιω. 15,4). Και η επανάσταση απειλούνταν όταν χάνονταν η αίσθηση της ομόνοιας.


Κύριε Πρόεδρε,

Ζούμε σε μια εποχή ευμάρειας και ευδαιμονίας. Πολλοί λένε, ότι πλέον, αυτό το ήθος το ασκητικό, το ηρωικό, το επαναστατικό έχει χαθεί. Σαφώς ο ευδαιμονιστικός τρόπος ζωής είναι ένας μόνιμος πειρασμός για τους χριστιανούς, αλλά και για τους πολίτες της κάθε κοινωνίας. Συχνά οι κοινωνίες δείχνουν γερασμένες, οι θεσμοί ταλαιπωρημένοι ότι τα ιδανικά και οι πανανθρώπινες αξίες είναι είδος υπό εξαφάνιση, το κακό και η αδικία δείχνει να υπερτερούν. Όμως, όπως σημειώνει ο μεγάλος Ρώσος θεολόγος Φλορώφσκυ: «ακόμα και στις σκοτεινές ημέρες υπάρχουν ενδείξεις ελπίδας. Δεν υπάρχει μόνο «σκότος εν μεσημβρία», αλλά επίσης και φώτα μέσα στην νύχτα» (Δημιουργία και Απολύτρωση, εκδ. Πουρναρά, σελ.:18).
Το ίδιο ελπιδοφόρο μήνυμα στέλνει και ο Μακρυγιάννης «Ότι αρχή και τέλος παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και η μαγιά, και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν, κι όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν».
Το ίδιο ελπιδοφόρο μήνυμα, της εν Χριστώ αγάπης και ελευθερίας θα επιβεβαιώσουμε την επόμενη Κυριακή με την ειρηνική μας επίσκεψη στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία την εν Κωνσταντινουπόλει.
Το ίδιο μήνυμα φιλίας, συνδιαλλαγής και σεβασμού της ετερότητας, απευθύνουμε στον λαό που κατοικεί την Ανατολία.
Δεν πρέπει να ανησυχούμε για το μέλλον, αρκεί να είμαστε ενωμένοι. Όσο θα συναζόμαστε για να τελούμε τη Θεία Λειτουργία, θα εμβαπτιζόμαστε στη βεβαιότητα «ότι στο τέλος θα νικάει η αγάπη» και η δικαιοσύνη.
Ο απελευθερωτικός αγώνας του Γένους το 21, όπως και όλα τα πράγματα, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα, είναι για την Εκκλησία μια ευκαιρία για δοξολογική ευχαριστία στο Τριαδικό Θεό, διότι ο ό Θεός μπορεί να πραγματώνει τα πιο απίθανα και να ματαιώνει ότι οι άνθρωποι θεωρούμε δεδομένα.

Για τούτο, ο πιο σημαντικός λόγος που έχουμε να αρθρώσουμε ως Εκκλησία είναι ο ευχαριστιακός-δοξολογικός.

Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Προηγούμενη σελίδα